Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Η επιστημονική μυθολογία της «ταξικής ψήφου»


του Άκη Γαβριηλίδη

Στις αναλύσεις που ακολούθησαν τις πρόσφατες εκλογές, (αλλά και παλαιότερες), ένα από τα βασικά ερμηνευτικά κλειδιά που χρησιμοποιούνται ιδίως από αναλυτές που αναφέρονται στο χώρο της αριστεράς είναι ο «ταξικός» χαρακτήρας της ψήφου –ή η έλλειψή του. Με τη βοήθεια ποσοστών, χαρτών, πινάκων και άλλων υποτίθεται «αντικειμενικών» εργαλείων αναζητάται εναγωνίως ποιες τάξεις ή/ και «στρώματα» προτιμούν το Α κόμμα και ποιες το Β. Συνήθως διαπιστώνεται με ικανοποίηση ότι π.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ γενικά συγκέντρωσε τη στήριξη των «λαϊκών στρωμάτων», ή πάντως αυτό συνέβη σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στο παρελθόν (βλ. π.χ. άρθρο του Γιώργου Ανανδρανιστάκη στην Αυγή της 31.05.2014 με τον απλό και εύγλωττο τίτλο «Ψήφος ταξική»). Άλλοτε πάλι διαπιστώνεται ότι αντιθέτως το κόμμα αυτό «παρουσιάζει μικρή αλλά σημαντική κάμψη στις λαϊκές γειτονιές, τους άνεργους και τους νέους, γεγονός που πιθανόν σχετίζεται με χαλάρωση της απεύθυνσης στα στρώματα αυτά που είναι τα κυρίως θιγόμενα και στρατηγικά δεμένα με την αριστερά» (Αλέξη Μπένου, «Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα» –μια αιτιολόγηση η οποία την ίδια στιγμή συνιστά και έμμεση υπόδειξη για μια νέα πολιτική, λιγότερο «χαλαρή»).
Η διερεύνηση αυτή υποτίθεται ότι ανταποκρίνεται στον εσώτερο πυρήνα, στην πεμπτουσία του μαρξισμού και της επαναστατικής θεωρίας, που είναι η ανάγνωση της ιστορίας με βάση την πάλη των τάξεων. Ωστόσο, ισχυρίζομαι ότι η μεθοδολογία τέτοιων αναλύσεων από πρακτική άποψη έχει μεγαλύτερη σχέση με την περιγραφική αστική κοινωνιολογία, για να μην πούμε δημο(σιο)γραφία, παρά με τον Μαρξ ή με οτιδήποτε το επαναστατικό. Και πάντως δεν μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τις εξελίξεις ή να χαράξουμε ορθότερη πολιτική.
Ας δούμε π.χ., με τη βοήθεια μερικών αποσπασμάτων, πώς χρησιμοποιείται ο όρος «τάξη» στο πρώτο εκ των δύο κειμένων που αναφέρθηκαν παραπάνω, το οποίο δίνει και πιο εκτενείς εξηγήσεις. Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

Δεν ψηφίσαμε μόνο με οικονομικά κριτήρια, ποτέ οι λαοί δεν ψηφίζουν μόνο με οικονομικά κριτήρια, όπως και να το κάνουμε όμως, η ψήφος της 25ης Μαΐου ήταν πρωτίστως ταξική.

Η ψήφος λοιπόν δεν καθορίζεται πάντοτε από οικονομικά κριτήρια. Ενίοτε όμως καθορίζεται, και όταν αυτό συμβαίνει είναι ταξική. Άρα ταξική = οικονομική.
Όχι όμως μόνο αυτό· όταν δεν λειτουργεί αυτός ο καθορισμός, τότε πρόκειται για κάποιου είδους παρέκκλιση, ανωμαλία.

Στις «υψηλές περιοχές», Βουλιαγμένη, Βούλα, Ψυχικό, Φιλοθέη, Εκάλη, η Ν.Δ. πήρε 47,9% και ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις 13,8%. Απολύτως φυσιολογικό αποτέλεσμα. Οι άνθρωποι ψήφισαν με βάση τα συμφέροντα και τους φόβους τους.
Οι «υψηλές – μεσαίες» περιοχές έγιναν μεσαίες στα χρόνια του Μνημονίου και αυτό αρχίζει νααποτυπώνεται σιγά – σιγά και στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Οι «μεσαίες» περιοχές, Ελληνικό, Ζωγράφου, Γαλάτσι, Βύρωνας, έγιναν εισοδηματικά μικρομεσαίες κι έτσι η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ με τη Ν.Δ. ξεπέρασε αισίως τις δέκα μονάδες.

Ένα αποτέλεσμα λοιπόν είναι φυσιολογικό όταν καθορίζεται από την εισοδηματική κατάσταση των ανθρώπων, τα συμφέροντα και τους φόβους που απορρέουν από αυτήν –τα οποία είναι σύστοιχα, αν όχι συνώνυμα, της ταξικής τους θέσης. Άρα είναι αφύσικο όταν δεν καθορίζεται από αυτά (αλλά από τι άραγε; υποθέτω από τα ΜΜΕ, την κυρίαρχη ιδεολογία, την πλύση εγκεφάλου ή άλλα συναφή στοιχεία που εκτρέπουν τους ανθρώπους από την ορθή κατανόηση της θέσης τους). Με άλλα λόγια: όπως δείχνει η χρήση του χαρακτηριστικού ρήματος αποτυπώνεται, έχουμε εδώ μία λογική δύο επιπέδων, της συνείδησης και του βαθύτερου Είναι, του «πράγματος καθαυτού». Όταν παρεμβάλλονται άλλοι, εξωτερικοί παράγοντες «θορύβου», η αποτύπωση του Είναι στη συνείδηση παραμορφώνεται· όταν οι παράγοντες αυτοί εξαφανίζονται, π.χ. λόγω της κρίσης που μας κάνει να δούμε τα πράγματα πιο «ταξικά», χωρίς παρωπίδες, (ή/ και που κάνει τα ίδια τα πράγματα πιο «ταξικά» ως προς την ουσία τους), τότε η αποτύπωση είναι όσο το δυνατόν πιστή και γνήσια.
Η «ταξικότητα» λοιπόν, με βάση το δυισμό αυτών των αναλύσεων, νοείται ως μια πλατωνική ιδέα που υλοποιείται ατελώς στην εμπειρική πραγματικότητα. Αλλά επιπλέον, η ιδέα αυτή είναι κανονιστική (για την αριστερά): στόχος της αριστερής πολιτικής πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν πιστότερη αντιστοίχιση του επιφαινομένου με την βαθύτερη ουσία. Σωστή αριστερή πολιτική είναι εκείνη που συμβάλλει περισσότερο στην προσέγγιση της «ιδανικής επικοινωνίας», που απομακρύνει τους θορύβους και τα παράσιτα τα οποία θολώνουν την εικόνα· που επιτρέπει να ξαναβρούμε στο δεύτερο επίπεδο (το επίπεδο της εκπροσώπησης/ αναπαράστασης –η λατινικής προέλευσης λέξη representation σημαίνει και τα δύο) την όσο γίνεται πιστή απεικόνιση του πρώτου, χωρίς παραμορφώσεις.

Η (παρα)επιστημονική αυτή φιλολογία λοιπόν λειτουργεί με βάση ένα μοντέλο «εκφραστικής αιτιότητας» –η πολιτική συμπεριφορά ως αντανάκλαση μιας ουσιοκρατικά ορισμένης «δομής βάθους»- και, φυσικά, με μόνο αποδεικτικό εργαλείο τη στατιστική.
Statistica, όπως είναι γνωστό, σημαίνει «επιστήμη του κράτους». Η γενική «του κράτους» αρχικά νοούνταν εδώ ως αντικειμενική (=κάποιος άλλος μελετά το κράτος), αλλά δεν θα πέφταμε και πολύ έξω αν τη νοούσαμε και ως υποκειμενική (αυτός που μελετά είναι το ίδιο το κράτος –ή κάποιος που σκέφτεται σαν κράτος).
Για παράδειγμα: το άρθρο της «Αυγής» βασίζεται σε μία άλλη ανάλυση, του Χριστόφορου Βερναρδάκη, με τίτλο «Ευρωεκλογές 2014. Οι βασικές διαιρετικές τομές του εκλογικού σώματος» –από την οποία και αντλεί τα στοιχεία του.
Η διαπίστωση μιας «μεγάλης πολιτικής-ταξικής πόλωσης που διακρίνει τον κομματικό ανταγωνισμό» υπάρχει ήδη στο άρθρο του Βερναρδάκη. Όπως επίσης –και κυρίως- υπάρχουν πολλά αριθμητικά δεδομένα, οργανωμένα σε εκτενείς καταλόγους κοινωνικής και γεωγραφικής κατανομής του πληθυσμού σε ορθογώνιους παραλληλόγραμμους πίνακες, με το αντίστοιχο για κάθε κατηγορία νούμερο τακτοποιημένο στο κατάλληλο τετράγωνο κουτάκι.
Τόσο η ίδια η ανάλυση, όσο και η αισθητική της παρουσίασής της, δημιουργούν μία ασφυκτική επιστημονικοφανή ατμόσφαιρα η οποία ωθεί ολοταχώς τον αναγνώστη να φαντάζεται τον ταξικό ανταγωνισμό όχι ως μια σχέση που συγκροτεί τους δύο –ή περισσότερους- πόλους της, αλλά σαν έναν αγώνα ράγκμπυ, όπως έλεγε ο Αλτουσέρ [1]. Έναν αγώνα στον οποίο οι δύο ομάδες είναι ήδη γνωστές, συγκροτημένες, πριν τη συνάντησή τους, η κάθε μια συγκεντρωμένη με τα χρώματα και τα εμβλήματά της στο οικείο μέρος του γηπέδου που έχει διαγραμμισθεί κατάλληλα (από ποιον άραγε; από τον διαιτητή, τους επόπτες γραμμών – πάντως κάποιον τρίτο εκτός του ανταγωνισμού), και οι οποίες αντιπαρατίθενται μόλις ο τρίτος αυτός δώσει το σύνθημα, σε ορισμένο χώρο και για ορισμένο χρόνο. Μετά αποσύρονται πάλι στα στρατόπεδά τους. Κάποια έχει νικήσει, κάποια έχει ηττηθεί, αλλά καμία δεν έχει μετασχηματισθεί.

Όλα αυτά τα «αντικειμενικά» στοιχεία επιστρατεύονται για να τεθούν στην υπηρεσία μιας «δεσπόζουσας αφήγησης» [master narrative] η οποία είχε προταθεί από την αρχή της εμφάνισης της κρίσης: της αφήγησης περί πολέμου «τάξης εναντίον τάξης» ο οποίος υποτίθεται ότι θα αναφαίνεται όλο και περισσότερο όσο προχωρά και βαθαίνει η οικονομική κρίση [2]. Η μόνιμη επωδός της περιδιάβασης στα νούμερα είναι η επιθυμία να δοθεί σάρκα και οστά στην προφητεία αυτή, δηλαδή να εξαχθεί απ’ αυτά το συμπέρασμα ότι προοδευτικά σχηματίζονται δύο αντίπαλα στρατόπεδα, το αριστερό και το δεξιό, τα οποία εκφράζουν με όλο και μεγαλύτερη καθαρότητα τον «κόσμο της εργασίας» και τον «κόσμο του κεφαλαίου» αντίστοιχα.
Η προσπάθεια αυτή ήταν παρούσα ήδη στις σχετικές αναλύσεις των προηγούμενων εκλογών, μέσα από τη φιλολογία περί «ταξικά πολωμένης ψήφου»:

πρώτο συμπέρασμα, είναι μάλλον καταγεγραμμένο το γεγονός της κοινωνικής και ταξικής πόλωσης των εκλογικών αποτελεσμάτων. Πορεία που καταγράφηκε στις εκλογές της 6/5 και κορυφώθηκε στις εκλογές της 17/6 και η οποία «συνοψίζεται» στην ύπαρξη δυο κοινωνικών μπλοκ. Αυτό της συνολικής Δεξιάς/Κεντροδεξιάς με κύριο εκφραστή την ΝΔ και αυτό της Αριστεράς/Κεντροαριστεράς με βασικό εκφραστή τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι διαρροές των μικρών ή «μεσαίων» κεντροδεξιών/ ακροδεξιών αστικών κομμάτων προς την ΝΔ στις 17/6 καταγράφηκε με την συνολική άνοδο του κατεξοχήν αστικού/φιλελεύθερου κόμματος της ΝΔ και η οποία κέρδισε 10,8% σε 42 μέρες σκαρφαλώνοντας στο 29,7%. Ανάλογη πορεία είχε και ο ΣΥΡΙΖΑ  συνεχίζοντας την εκλογική του απογείωση και τελικά «σκαρφαλώνοντας» στο 27% της 17/6. Πορεία επικού χαρακτήρα και ταυτόχρονα δύσκολη αν λάβουμε υπόψη την κοινωνική συμπύκνωση της πολιτικής και ταξικής δυναμικής των κοινωνικών στρωμάτων που εκφράζουν (Ηλία Ν. Παπαναστασίου, «Ταξική πόλωση», protagon.gr, 23 Ιουνίου 2012).

Ωστόσο, τα νούμερα δεν βγαίνουν, και απαιτείται μεγάλη δόση χειραγώγησης και ταχυδακτυλουργιών για να εμφανιστεί η εικόνα αυτή ως επιβεβαίωση της προφητείας.
Αν «ταξική πόλωση» σημαίνει «ύπαρξη δυο κοινωνικών μπλοκ, της συνολικής Δεξιάς/Κεντροδεξιάς με κύριο εκφραστή την ΝΔ και της Αριστεράς/Κεντροαριστεράς με βασικό εκφραστή τον ΣΥΡΙΖΑ», τότε είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι ποτέ στην ελληνική εκλογική ιστορία δεν υπήρχε μικρότερη ταξική πόλωση. Διότι, όπως είναι γνωστό, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις μέχρι και πριν από λίγα χρόνια, υπήρχαν ήδη δύο μπλοκ, και μάλιστα το καθένα από αυτά είχε όχι απλώς ως «κύριο» αλλά ως αποκλειστικό εκφραστή του ένα κόμμα. Οι τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις εμφάνισαντη μεγαλύτερη διασπορά και κατακερματισμό πολιτικών δυνάμεων που υπήρξε ποτέ. Αν η «επική πορεία» προς το 27% και το «σκαρφάλωμα» στο 29,7% –ποσοστά που ισχύουν για το 2012, ενώ το 14 ήταν ακόμη μικρότερα- συνιστούν «ταξική πόλωση», τότε τι θα πρέπει να πούμε για τα σαραντάρια και σαρανταπεντάρια που έπαιρναν επί δεκαετίες το πρώτο και το δεύτερο αντίστοιχα (ενιαίο) κόμμα;
Ισχυρίζομαι ότι τα στοιχεία που παρατίθενται επιλεκτικά δεν αρκούν για να πείσουν –παρά μόνο όσους είναι ήδη πεισμένοι- πως υπάρχει κάποιος (στατιστικά αξιολογήσιμος και εντονότερος απ’ ό,τι άλλοτε) αιτιώδης καθορισμός της κομματικής επιλογής των ψηφοφόρων από την ταξική τους τοποθέτηση, μεγαλύτερος απ’ ό,τι π.χ. από το χρώμα των μαλλιών τους.

Αυτές οι διαβεβαιώσεις λοιπόν περί «πολωμένης ψήφου» σε πείσμα των αριθμών είναι προβληματικές, για πολλούς λόγους.
Ο πρώτος αφορά την ίδια τη συγκρότηση και την εννοιολόγηση των στοιχείων. Η κατανομή του πληθυσμού στα τετραγωνάκια του πίνακα γίνεται με βάση όχι κοινωνικές τάξεις (πράγμα ούτως ή άλλως αδύνατο, αφού όπως ξέρουμε οι τάξεις δεν αποτελούνται από άτομα αλλά από θέσεις στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας [3]), αλλά με βάση την (αυτο)τοποθέτηση σε ένα «μενού» επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Το μενού αυτό είναι εκείνο που έχει καταρτίσει και χρησιμοποιεί η κρατική γραφειοκρατία, και γι’ αυτό, μεταξύ άλλων, ακολουθεί και την παραδοσιακή φαλλογοκεντρική σύλληψη ότι ως «εργαζόμενος» νοείται μόνο ο άντρας, ο «αρχηγός οικογενείας». Έτσι, θυμίζοντας λίγο τον κατάλογο του Μπόρχες, η κατάταξη αυτή, εκτός από «μισθωτός», «αγρότης», «εργοδότης», έχειχωριστές κατηγορίες για τις «Νοικοκυρές» και για τους «Μαθητές / Σπουδαστές / Φοιτητές». Όπως είναι όμως προφανές, το αν κάποια είναι νοικοκυρά ή φοιτήτρια δεν εξαντλεί το ζήτημα της ταξικής της ένταξης με τη μαρξική έννοια.
Επίσης, στη λίστα εμφανίζονται αυτοτελώς οι «άνεργοι», ενώ οι «Επαγγελματίες-Βιοτέχνες- Μικροί έμποροι» καταλαμβάνουν όλοι μαζί ένα τετραγωνάκι, ενιαίο, και διακριτό από εκείνο των «Εργοδοτών-Επιχειρηματιών».

Αλλά ας δεχθούμε ότι μόνο αυτά τα στοιχεία είναι πρακτικώς διαθέσιμα και έστω κατά προσέγγιση πρέπει να βασιστούμε σε αυτά, ελλείψει άλλων. Ακόμα και με δεδομένες τις κατηγορίες, στα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται υπάρχει ένα εύρημα που δεν χωράει με τίποτα στην δεσπόζουσα αφήγηση. Αυτό είναι φυσικά τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Τα οποία είναι μεν υψηλά στην κατηγορία «εργοδότες», είναι όμως επίσης υψηλά στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, όσο και στους ανέργους.
Το ίδιο ισχύει για τα ποσοστά που πήραν όλα τα υπόλοιπα κόμματα. Διότι, με βάση το σχήμα της «ταξικής πόλωσης δύο στρατοπέδων», πού θα έπρεπε να καταταγούν άραγε το Ποτάμι, η ΔΗΜΑΡ, οι Οικολόγοι, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες; στο στρατόπεδο του κεφαλαίου ή της εργασίας, και γιατί;
Για να καλυφθεί αυτό το ρήγμα, επιστρατεύονται διάφορα μπαλώματα [4]: η Χρυσή Αυγή «κατά βάθος» είναι αναμφίβολα κόμμα του κεφαλαίου, (άλλωστε αυτό το έδειξε και το γνωστό ντοκυμανταίρ [5]), αλλά τα «λαϊκά στρώματα» την ψηφίζουν επειδή και αυτός είναι ένας άλλος τρόπος να εκφράσουν την «πόλωσή» τους –απλώς με μία ψήφο που είναι αντισυστημική απ’ τα δεξιά. Δηλαδή μπορεί εμείς να ξέρουμε ότι δεν είναι πραγματικά αντισυστημική, είναι αντισυστημική εντός εισαγωγικών, αλλά αυτοί που την ψηφίζουν δεν το ξέρουν. Όσο για τα άλλα κόμματα, αυτά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εκφράζουν τα «μεσαία στρώματα», αν δεν αποτελούν κιόλας τεχνητές επινοήσεις του «συστήματος» στην προσπάθειά του να ανακόψει την πορεία προς την αναπόφευκτη πόλωση και να θολώσει την εικόνα των δύο στρατοπέδων.
Έτσι, όμως, είναι σαν να μετακινούμε τα δοκάρια ώστε η μπάλα να μπαίνει πάντα στην εστία. Διότι προσφεύγουμε σε έναν παράγοντα «μη ταξικό» (με την έννοια που δίνεται στον όρο στις παραπάνω αναλύσεις, δηλ. μη οικονομικό-εισοδηματικό) για να εξηγήσουμε περίπου το 50% του αποτελέσματος. Ωστόσο, η αφήγηση περί «πολέμου τάξης εναντίον τάξης», καθώς εμφανιζόταν ως προέκταση και εφαρμογή της μαρξικής θεωρίας (κατά την οποία «η ιστορία όλων των μέχρι σήμερα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων»), ερχόταν με την αρχική υπόσχεση μιας καθολικής εξήγησης. Τώρα φαίνεται να δεχόμαστε ότι ο νόμος της «ταξικής ψήφου» δεν έχει γενική ισχύ· είναι ένας νόμος «με αστερίσκους». Διότι τι είναι αυτό το «σύστημα» και από πού ήρθε; Βρίσκεται άραγε μέσα ή έξω από τα δύο στρατόπεδα και την πάλη τους; Πώς μπορούμε, με τα ίδια τα όπλα της δεσπόζουσας αφήγησης, να σκεφτούμε πότε λειτουργεί η αιτιότητα αυτή και πότε αναστέλλεται η λειτουργία της;
Το «σύστημα» είναι ένα ον που έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στον ανταγωνισμό των δύο στρατοπέδων και να τον αλλοιώνει, προς όφελος όμως πάντα του ενός εκ των δύο. Είναι κάτι σαν διαιτητής σε αυτόν τον αγώνα ράγκμπυ. Στημένος βέβαια διαιτητής, αλλά αυτό είναι σχεδόν ταυτολογία, διότι στην ουσία της ιδιότητας του διαιτητή ανήκει το να είναι στημένος.
Το ον αυτό λοιπόν βρίσκεται και μέσα και έξω από τον ανταγωνισμό.
Είναι δηλαδή ο κυρίαρχος, αυτός που μπορεί να κηρύσσει την αναστολή της ισχύος του νόμου και την κατάσταση εξαίρεσης. Μόνο που η ύπαρξη και η δράση αυτού του κυριάρχου δεν είναι δηλωμένη και αναγνωρισμένη, μολονότι είναι απαραίτητη για τη συνοχή και τη λειτουργία του σχήματος. Η δεσπόζουσα αφήγηση δεν την έχει αναλάβει και δεν την έχει συμπεριλάβει στα εργαλεία με τα οποία μας υποσχέθηκε να ερμηνεύσει πλήρως τις πολιτικές εξελίξεις.

Υπάρχει κατά τη γνώμη μου ένας ριζικός τρόπος να αποφύγουμε τα αδιέξοδα αυτά. Το χειρότερο –ή ίσως το καλύτερο, ανάλογα από την οπτική γωνία απ’ την οποία το βλέπει κανείς- με την ανάλυση αυτή, δεν είναι ότι σφάλλει εμπειρικά και πραγματολογικά. Είναι ότι τζάμπα προσφεύγει σε αυτή η χειραγώγηση, διότι δεν παίζεται τίποτε από το αν η θεωρία περί πόλωσης επιβεβαιωθεί ή διαψευσθεί.
Αυτό που πρώτα απ’ όλα πάσχει είναι η εντύπωση ότι το μόνο εύφορο έδαφος, η μόνη προϋπόθεση μιας ριζοσπαστικής πολιτικής είναι η πόλωση και η αναμέτρηση «τάξης εναντίον τάξης», και ότι άρα πάση θυσία πρέπει να πειστούμε, και να πείσουμε, πως αυτό ήδη συμβαίνει –ή απλώς εμποδίζεται προς το παρόν από διάφορα παράσιτα που όμως σύντομα θα εκλείψουν.
Ο πιο απλός τρόπος για να ξεφύγουμε από αυτές τις ταχυδακτυλουργίες και τις λήψεις του ζητουμένου είναι να εγκαταλείψουμε την ουσιοκρατία και την τελεολογία της τάξης. Να δούμε ότι αυτή αποτελεί απλώς μία υπερεγωτική δέσμευση των αριστερών κληρονομημένη από το παρελθόν, μία διαρκής επιτελεστική απολογία απέναντι στο ΚΚΕ –ή στις αμέτρητες πλέον ομάδες που θέλησαν κατά καιρούς, ή ακόμα θέλουν, να είναι «το σωστό» ΚΚΕ στη θέση του ΚΚΕ [6]. Το οποίο πάντοτε θεωρούνταν ως η προσωποποίηση της «ταξικότητας» και πάντοτε πιστωνόταν με μία αδιαφιλονίκητα προνομιακή σχέση με τον «κόσμο της εργασίας», ή με την «εργατιά» σύμφωνα με έναν όρο που ήταν εν χρήσει ιδίως παλιότερα. Απέναντι σε αυτή τη σχέση ένιωθε μονίμως ένα κόμπλεξ ο κόσμος που καταγόταν από το ρεύμα του ΚΚΕ εσ. και των σχημάτων που το διαδέχθηκαν. Ένα ρεύμα που ο Ανδρέας Παπανδρέου, την αρκετά μακρινή πλέον δεκαετία του 80, είχε αποκαλέσει «αριστερά των σαλονιών» [7].
Ωστόσο, αν ψάξουμε να δούμε τι είδους πλεονεκτήματα έχει επιτέλους αποφέρει στο ΚΚΕ αυτή η υποτιθέμενη σύνδεσή του με την εργατική τάξη, δεν θα βρούμε κάτι ιδιαίτερα αξιοζήλευτο. Το κόμμα αυτό όχι μόνο είναι καθηλωμένο στο ίδιο ουσιαστικά ποσοστό επί δεκαετίες, αλλά και από ποιοτική άποψη τον κόσμο αυτό που παίρνει μαζί του δεν δείχνει να μπορεί –ή να θέλει καν- να τον κάνει τίποτα, να τον πάει πουθενά (εάν υποθέσουμε ότι ο ίδιος αυτός ο κόσμος θέλει να πάει κάπου). Αν κοιτάξουμε δε τον ίδιο το λόγο του ΚΚΕ, θα βρούμε και εκεί να θεματοποιείται η «ταξικότητα» με βάση το ίδιο μείγμα εμπειρισμού και κανονιστικότητας. Ενδεικτικά:
ΦΙΛΙΩ ΣΑΡΑΝΤΙΔΟΥ: «Η ψήφος πρέπει να είναι ταξική», ήταν ο τίτλος προεκλογικού ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη της 31 Αυγούστου 2007 (αλλά θα μπορούσε να είχε δημοσιευτεί οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία τα τελευταία 40 τουλάχιστον χρόνια). Σε αυτό αναφέρεται ότι

η Φιλιώ Σαραντίδου, υποψήφια βουλευτής του ΚΚΕ, κάλεσε [τους εργάτες, τις εργάτριες και τα παιδιά τους] να ψηφίσουν με κριτήριο τα συμφέροντα της τάξης τους. Να ρίξουν στην κάλπη ψήφο ταξική, ψήφο στο ΚΚΕ.

Η ψήφος λοιπόν των εργατών (και των «παιδιών τους») δεν είναι (πάντα/ απαραίτητα) ταξική, γι’ αυτό πρέπει να τους εγκαλέσουμε και να τους υποδείξουμε ότι πρέπει να είναι. Υπάρχει ένα αμοιβαίο χρέος: το κόμμα έχει καθήκον να εκφράζει την εργατική τάξη, αλλά και η εργατική τάξη έχει σύστοιχο καθήκον να ψηφίζει το κόμμα της, διότι έτσι μόνο είναι σίγουρη ότι η ψήφος της «μένει εκεί και δεν πάει αλλού» –καλύτερη έκφραση της ακινησίας και της αδράνειας δεν θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς.

Στον αντίποδα αυτής της πολιτικής βρίσκεται η λογική των ριζοσπαστικών κινημάτων του 21ου αιώνα. Μια λογική την οποία εισήγαγε πρόσφατα κατά παραδειγματικό τρόπο στο πολιτικό επίπεδο το νεοπαγές ισπανικό κόμμα-μη κόμμα Podemos.
Όπως εξηγούσε ο μπλόγκερ iohannesmaurus σε κείμενό του το οποίο πρόσφατα δημοσιεύσαμε μεταφρασμένο στα ελληνικά [8],

Η αριστερά, ειδικά της μαρξιστικής παράδοσης, τείνει να συλλαμβάνει την πολιτική δράση ως εφαρμογή μιας θεωρητικής αλήθειας, και πιστεύει ότι είναι δυνατό να δρα κανείς μόνο υπό τις μορφές εκπροσώπησης που έχουν αποκρυσταλλωθεί στο κόμμα ή στο κράτος ως γενική απεικόνιση [representación] της κοινωνίας.
Οι θέσεις αυτής της αριστεράς, συνέχιζε η ανάρτηση, «αρθρώνονται γύρω από τον ίδιο άξονα: τη σχέση αλήθειας-αντιπροσώπευσης».
Εν προκειμένω, στα εκλογολογικά τσαλαβουτήματα των αριστερών αρθρογράφων εγώ θα προσέθετα ότι ως αλήθεια εμφανίζεται η ίδια η αντιπροσώπευση –όταν είναι πράγματι ταξική, χωρίς παράσιτα.
Λέει π.χ. η Αυγή:

Στις περιοχές των «μισθωτών εργατών», Καματερό, Κερατσίνι, Νίκαια, Ρέντης, Περιστέρι, Αιγάλεω, η ΝΔ έλαβε ό,τι της άξιζε (Ανανδρανιστάκης, ό.π.)

Όμως, τι της άξιζε; Και με βάση ποιο μέτρο αξίας;
Αυτό δεν λέγεται ρητά. Η πολιτική πάντως εμφανίζεται εδώ ως ζήτημα αντιστοίχισης, προσαρμογής, ανταπόκρισης. Ως adequatio, όπως θα έλεγαν οι αριστοτελιστές του Μεσαίωνα – adequatio rei et intellectus ήταν γι’ αυτούς ο ορισμός της αλήθειας.
Ωστόσο, κάθε άξια του ονόματός της χειραφετητική πολιτική οφείλει να είναι πολιτική όχι της αντιστοίχισης, αλλά του μετασχηματισμού· όχι της πιστής και ευθείας έκφρασης μιας προϋπάρχουσας ταυτότητας, αλλά της διάρρηξης και της «αναταραχής ταυτοτήτων».
Το στοιχείο αυτό είναι πολύ επίμονα ορατό στο λόγο τού Ποδέμος. Το άρθρο που αναφέρθηκε επιμένει απερίφραστα στο γεγονός ότι το Ποδέμος εμφανίστηκε όχι για να εκφράσει και να αναπαραστήσει πιστά μία αλήθεια και μία ταυτότητα που προϋπήρχαν, αλλά για να αναδείξει μια αναντιστοιχία, ναανοίξει ένα κενό, ένα ρήγμα στο χώρο της αναπαράστασης. Να το ανοίξει καταλαμβάνοντάς το, ή να το καταλάβει ανοίγοντάς το –και αφήνοντας άλλες ροές να περάσουν από μέσα του.
Τα ίδια ακριβώς στοιχεία –για να περιοριστούμε σε υλικό που είναι διαθέσιμο στα ελληνικά- απαντούν και σε συνέντευξη του Χόρχε Μορούνο, που δημοσιεύθηκε στα Ενθέματα της Αυγής με τίτλο Podemos: να αλλάξουμε τον τρόπο της πολιτικής. Στους λόγους αυτούς όχι μόνο δεν υπάρχει η αναφορά στην εργατική –ή οποιαδήποτε άλλη- τάξη ως έσχατο κριτήριο αλήθειας και ορθότητας της δράσης της αριστεράς, αλλά σχεδόν δεν υπάρχει ούτε καν η αριστερά ως υπόσχεση προς τον ψηφοφόρο και ως εγγύηση συνέπειας. Όποιος λέει «ψηφίστε με επειδή είμαι συνεπής αριστερός», κερδίζει μόνο την επιδοκιμασία όσων είναι ήδη πεισμένοι ότι είναι καλό πράγμα να είσαι αριστερός –αλλά «πολώνει» και αποθαρρύνει όσους για τον Α ή τον Β λόγο είναι επιφυλακτικοί ή αδιάφοροι απέναντι σε αυτή την ταυτότητα, οδηγώντας τους να περιχαρακώνονται και να υψώνουν τείχη. Αντίθετα, όποιος λέει «ψηφίστε με για να ματαιώσουμε τις εξώσεις ενοικιαστών από τα σπίτια τους», πετυχαίνει μία συνεννόηση στην οποία δεν θέτει ως προαπαιτούμενο τη συμφωνία σε μια συνολική θεωρία ή ένα πρόταγμα, και είναι κάλλιστα δυνατό να πετυχαίνει εξίσου ή και ακόμη περισσότερο σημαντικά αποτελέσματα μετασχηματισμού των κοινωνικών σχέσεων με το αν την έθετε.
Νομίζω ότι αυτό μας δείχνει η πείρα όχι μόνο του Ποδέμος, αλλά όλων των σημαντικών κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων που αναπτύχθηκαν οπουδήποτε στον κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες. Κανένα από αυτά δεν βασίστηκε στην «αστυνομική» –με την έννοια του Ρανσιέρ- λειτουργία της πιστής έκφρασης ενός μέρους από μια δεδομένη κατανομή. Όλα αναφέρονταν στο μέρος «εκείνων που δεν έχουν μέρος», και έτσι συνίσταντο στη διακοπή των ήδη εδραιωμένων ταυτοτήτων, στο άνοιγμα γραμμών εξόδου, στην κατάληψη και τη μεταστροφή της χρήσης χώρων που πριν προορίζονταν για την «ομαλή κυκλοφορία» και επικοινωνία των ατόμων και των εμπορευμάτων. Με τη μεταφορική αλλά συχνά και με την κυριολεκτική, χωρική έννοια. Οι πρακτικές αυτές δεν εξέφραζαν γραμμικά ένα ή περισσότερα «κουτάκια» από την τακτοποιημένη εικόνα των «στρωμάτων» και των «πληθυσμιακών ομάδων»· ήταν γόνιμες στο βαθμό που κόμιζαν την αταξία και όχι την τάξη.
Όπως κάθε άλλη δραστηριότητα, έτσι και η ψήφος στις εκλογές μπορεί να βιωθεί ως μια σημαντική και ενδιαφέρουσα πολιτική πράξη στο βαθμό που εκφεύγει, που εκπλήσσει, που προδίδει, και όχι στο βαθμό που επιστρέφει εκεί που (θα έπρεπε να) ανήκει. Αν το ζητούμενο ήταν μια πρακτική η οποία να αποτυπώνει τέλεια την κατανομή του πληθυσμού σε «στρώματα» και «κατηγορίες», αυτή υπάρχει ήδη: είναι η απογραφή. Δεν προσθέτει τίποτε να γίνουν και εκλογές οι οποίες θα επαναλαμβάνουν τα δεδομένα της απογραφής, αναπαράγοντας το υπάρχον.
Μια ριζοσπαστική πολιτική λοιπόν δεν έχει ενδιαφέρον όταν απομακρύνει τα παράσιτα, αλλά αντίθετα όταν λειτουργεί η ίδια ως παράσιτο -όταν δεν αφήνει την κυκλοφορία και την επικοινωνία να κλείσει [9].
 ------------------------------------------------------------------------------------
[1] Βλ. Απάντηση στον Τζον Λιούις, Θεμέλιο, Αθήνα 1997, σελ. 65.
[2] Βλ. παλαιότερο σημείωμά μου, από τότε, με τίτλο «Αταξία εναντίον τάξης», και τις εκεί αναφορές.
[3] Βλ. Ν.Α. Πουλαντζά, Οι Κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό, Θεμέλιο, 1981, σ. 16.
[4] Εκτός βέβαια των περιπτώσεων όπου τα στοιχεία αυτά απλώς αγνοούνται και δεν αναφέρονται καν, όπως συμβαίνει στο άρθρο της Αυγής.
[5] Βλ. και παλαιότερο σημείωμα με τίτλο Οικονομισμός ΑΕ.
[6] Για μία αξιοπρόσεκτη στην τόλμη της αναγνώριση του γεγονότος αυτού στο πλαίσιο ακριβώς μιας τέτοιας ομάδας, βλ. Νίκος Βγέθης, Γιατί δεν ανεβαίνουν τα ποσοστά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ;
[7] Ο όρος αυτός είχε βιωθεί τότε ως τρομερά προσβλητικός και τραυματικός, ανάλογος με τον κάπως μεταγενέστερο «αριστερά του καναπέ». Σύμφωνα με τα κλισέ του 19ου αιώνα στα οποία βασίζονται αυτές οι κατηγορίες, τα σπίτια των «πραγματικών» εργατών προφανώς δεν διαθέτουν ούτε σαλόνι, ούτε καναπέ.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Η μετεκλογική θλίψη, οι προηγούμενες νύχτες και οι επόμενες μέρες


του Χρήστου Μαντά


Η γοητεία της ανάλυσης, και εν προκειμένω της ανάλυσης των εκλογικών αποτελεσμάτων της 18ης και της 25ης Μαϊου, παραμένει ισχυρή για τους ανθρώπους της Αριστεράς, όπως όλα δείχνουν.

Βεβαίως σε αυτή τη διαδικασία, της ανάλυσης εννοώ, συμπυκνώνονται πολλά πράγματα: Επιβεβαιώσεις και διαψεύσεις προσδοκιών, προσωπικά στοιχήματα και συλλογικές επιδιώξεις, σχέδια και αντιπροτάσεις για την επόμενη μέρα, πολύ έντονα και λιγότερο έντονα συναισθήματα χαράς και επιτυχίας, αλλά και θλίψης και ματαίωσης, μειοψηφίες και πλειοψηφίες και πολλά άλλα ακόμα.

Κατά τη γνώμη μου, όλα αυτά χρειάζεται να τα συζητάμε, λιγότερο ή περισσότερο συντεταγμένα, στα όργανα ή έξω από αυτά, σε συνθήκες «νικηφόρου σταθεροποίησης». Δεν μιλάμε, δηλαδή, για θρίαμβο ή επέλαση ή για άλλα, περισσότερο οπαδικά. Αλλά για μια «νικηφόρο σταθεροποίηση». Την πραγματικότητα αυτή νομίζω ότι χρειάζεται να σκεφτούμε και πάνω σ” αυτή να αναστοχαστούμε.

Αλλά που «κολλάει» η μετεκλογική θλίψη;

Μολονότι δεν είναι εύκολο να την τοποθετήσω χρονικά, ανάμεσα π.χ. στην πρώτη και τη δεύτερη Κυριακή, ή στο τέλος των εκλογικών μαχών, νομίζω ότι πρέπει να την θεωρήσουμε παρούσα: Είτε γιατί οι περισσότεροι επιστρέφουμε σε μια καθημερινότητα που είναι ή τη βιώνουμε ως αφόρητη, είτε γιατί στην καλύτερη περίπτωση δεν παρουσιάζει στοιχεία έμπνευσης ή ανάτασης. Είτε γιατί «χάσαμε», όπου χάσαμε, στις δημοτικές, περιφερειακές ή και (τοπικά τουλάχιστον) στις ευρωεκλογές, και συνεπώς υπάρχει το αίσθημα της ήττας, της ματαίωσης, της απώλειας. Είτε γιατί, σε προσωπικό επίπεδο, ενώ βάλαμε όλο τον εαυτό και την ενέργειά μας, δεν δικαιωθήκαμε (π.χ. στο επίπεδο της σταυροδοσίας, όσο άσχημα κι αν ακούγεται αυτό), είτε τέλος γιατί το πανηγύρι, η γιορτή των εκλογών, με τα πάνω και τα κάτω του, τις καλές και τις κακές στιγμές, τα επινίκια και τα σκυμμένα κεφάλια, απλά τελείωσε.

Έτσι, έχω τη γνώμη, συμβαίνει στη ζωή. Έχει όμως σημασία να μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτή τη κατάσταση και να την λαμβάνουμε υπόψη μας, ιδίως για τα μακροπρόθεσμα σχέδιά μας.

Σημασία έχει επιπλέον να αναστοχαστούμε και για τις προηγούμενες νύχτες. Κάποιες από αυτές ήταν ιδιαίτερα μακρές. Πίεση, αντιπαραθέσεις για τη γραμμή, τη σύνθεση των ψηφοδελτίων, τα πρόσωπα, τα επίδικα, και το σύνθημα «τρεις κάλπες, μια επιλογή», το προωθητικό και ανασταλτικό ταυτόχρονα (πόσο απαραίτητη είναι η διαλεκτική…). Σημασία έχει στον αναστοχασμό μας αυτό να σκύψουμε συστηματικά, καταρχάς σε δομές και διαδικασίες που παράγουν στρεβλώσεις ή είναι ανεπαρκείς, που αφήνουν τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, και κυρίως τον κοινωνικό ΣΥΡΙΖΑ, απ’ έξω, που προσβάλλουν την ουσία της δημοκρατίας. Η ριζική αλλαγή τέτοιων δομών, διαδικασιών και νοοτροπιών οφείλει να γίνει από όλες τις πλευρές, από όλες τις τάσεις, από όλες τις «φυλές». Ισότιμα και όχι ισοπεδωτικά. Με ειλικρίνεια και συντροφικότητα.

Τέλος, οι επόμενες μέρες. Σκέφτομαι ότι θα είναι πολλές, όχι κυρίως λόγω του αποτελέσματος, που δεν υπήρξε συντριπτικό. Αλλά κυρίως λόγω της σύνθετης κατάστασης που διαμορφώνεται, τόσο στo ευρωπαϊκό πεδίο όσο και εσωτερικά, και σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα: κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και, γιατί όχι, και ψυχολογικό.

Αυτή λοιπόν η καινούργια φάση υποστηρίζω ότι μπορεί να είναι εξαιρετικά παραγωγική, σχεδόν επαναστατική. Διακρίνω μπροστά μας δύο επιλογές: Η μια είναι να διακηρύσσουμε εμφατικά ότι δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε και στην ουσία …να κοιμηθούμε στις δάφνες μας, στις ισορροπίες μας, στις αναπάρκειές μας, αναμένοντας να έρθει η πολυπόθητη εκείνη Κυριακή που θα κατατροπώσουμε τον αιώνιο αντίπαλο και θα βάλουμε πάνω τους «δικούς μας». Η άλλη, η διαφορετική επιλογή, είναι στη πράξη να «πάμε αλλιώς», όπως έλεγε και ένα παλιότερο σύνθημα. Τη «νικηφόρο σταθεροποίηση» να μην τη κάνουμε στασιμότητα, αλλά την ουσιαστική βάση για μια νέα σχέση με τη κοινωνία.

Αυτή τη σχέση χρειάζεται πρώτα να την «εσωτερικοποιήσουμε». Αλλά πώς γίνεται αυτό; Όταν αυτή τη σχέση τη βιώνουμε μέσα στη συλλογικότητα, ως την πιο αναγκαία διαδικασία στις δράσεις και τις αναζητήσεις μας, όταν δεν εξαντλούμαστε σε «εξωτερικές παρεμβάσεις» (περιοδείες, μοίρασμα ανακοινώσεων κλπ), αλλά αναζητούμε μια πιο ουσιαστική σχέση με την κοινωνία, τότε κάνουμε σταθερά βήματα ακριβώς προς την «εσωτερικοποίηση». Έχουμε ήδη αποκτήσει πολλές εμπειρίες, θετικές και αρνητικές. Δεν θέλουμε να επαναλάβουμε τις προ δεκαετιών σχέσεις, αυτές που οικοδόμησαν τα κόμματα του πάλαι ποτέ δικομματισμού, σχέσεις εξάρτησης και υποταγής, που σήμερα τις βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Αγωνιζόμαστε για την κοινωνική χειραφέτηση, αλλά πρέπει να είμαστε έτοιμοι αυτό να το ζήσουμε από τώρα.

Δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται ως σύνθημα. Αν όμως αυτό δεν συμβεί, η μετεκλογική θλίψη πιθανότατα θα εδραιωθεί ως «επιπλεγμένη κατάθλιψη». Οι προηγούμενες νύχτες θα αποτυπωθούν μίζερα, και οι επόμενες μέρες, όσο και αν τις περιμένουμε με αγωνία και προσμονή, απλά δεν θα έρθουν.

Υ.Γ.: Αυτή την περίφημη διαδικασία «σπουδής» που ζήσαμε με τις περιοδείες πολλών αξιόλογων συντρόφων μας, υποψήφιων ευρωβουλευτών, όπου ακούσαμε και μάθαμε πολλά, μήπως να την οργανώσουμε πιο συστηματικά και πιο ανοιχτά, από την Κεντρική Επιτροπή και την Κοινοβουλευτική Ομάδα, μέχρι τις Οργανώσεις Μελών; Μήπως και θυμηθούμε ότι «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα»…

------------------------------
Ο Χρήστος Μαντάς είναι Βουλευτής Ιωαννίνων του ΣΥΡΙΖΑ και λέκτορας Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Πηγή Red NoteBook

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Game of Thrones - Season 4


Ακολουθώντας την περσινή συνήθεια, παραθέτουμε την επισκόπηση και τον σχολιασμό από τον Nick Pasx -αρθρογράφο του ηλεκτρονικού περιοδικού artcore- των πέντε πρώτων επεισοδίων του τέταρτου κύκλου της σειράς επικής φαντασίας Game of Thrones, η οποία είναι βασισμένη στην αντίστοιχη σειρά βιβλίων A Song of Ice and Fire του George R. R. Martin. Όσοι δεν έχουν δει τα περί ων ο λόγος επεισόδια, συνιστάται να απέχουν της ανάγνωσης, καθώς τα σπόιλερς θα σκάνε με τη συχνότητα που η λέξη "μονοπώλια" εμφανίζεται στον πολιτικό λόγο του Κομμουνιστικού Κόμματος. (σημείωση: δε θα μπορούσα παρά να επιλέξω την ίδια εισαγωγική φωτογραφία με πέρυσι, η οποία απεικονίζει τον άρχοντά μας, Ένταρντ Σταρκ, να λέει τον καιρό).



Άρυα και Σκύλος για True Detective!

Ξεκίνησε η 4η σεζόν του Game of Thrones. Χώρος για εισαγωγές και τα συναφή δεν υπάρχει. Πάμε κατευθείαν στο ψαχνό!

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

Αυτό που δεν προλάβαμε να δούμε στην προηγούμενη σεζόν στο τελευταίο επεισόδιο, είναι η κατάσταση του Οίκου Λάννιστερ στη μετά-Red Wedding εποχή. Παρακολουθούμε λοιπόν τον Τάιγουιν Λάννιστερ να λιώνει το σπαθί του Νεντ, δημιουργώντας έτσι δύο καινούρια καθώς και το κάψιμο ενός λυκοτόμαρου. Ο συμβολισμός είναι σαφής. Οι Σταρκ μας τελείωσαν, οπότε ήρθε η ώρα να εξαφανιστούν και τα απομεινάρια του συγκεκριμένου πάλαι ποτέ δοξασμένου Οίκου. Οι σχέσεις των Λάννιστερ μεταξύ τους μοιάζουν πιο τεταμένες από κάθε άλλη φορά. Από τον Οίκο των Λιονταριών απουσιάζει η ενότητα. Όλοι «τρώγονται» με όλους. Ο Τάιγουιν προσθέτει στη μαύρη λίστα του τον Τζέιμι, ο Τζέιμι όχι μόνο υπομένει στωικά τη χλεύη του Τζόφρυ, αλλά τα ακούει και από τη Σέρσεϊ (παρατηρήσατε ότι σε κάθε σκηνή που εμφανίζεται «τα τσούζει»;) και όλοι αυτοί έχουν τον Τύριον γραμμένο στα παλαιότερα των υποδημάτων τους. Οικογένεια να σου πετύχει!

Τι κοινό έχουν όλοι οι παραπάνω; Είναι Λάννιστερ και αυτό από μόνο του αρκεί για να τους βάλει στο μάτι ο Όμπερυν. Το επεισόδιο εισήγαγε έναν καινούριο χαρακτήρα (τέτοιο φουριόζικο και αλλοπρόσαλο μπάσιμο χαρακτήρα είχαμε να δούμε χρόνια σε σειρά), τον πρίγκηπα Όμπερυν του Ντορν. Νότιος, νησιώτης, τέκνο της άμμου και της διονυσιακής μέθης, παιγνιώδης και φιλήδονος, ο Όμπερυν εκφράζει μια κοσμοθεωρία και μια αντιμετώπιση της ζωής αρκετά διαφορετική από εκείνη των περισσότερων ευγενών οίκων του Γουέστερος, όπως, καλή ώρα, εκείνος των Λάννιστερ. Αυτή η έντονη αντίθεση αποκτά ιστορικά προσδιορισμένα -και έντονα προσωπικά- χαρακτηριστικά, όταν πληροφορούμαστε ότι ο πρίγκηπας τρέφει βλέψεις εκδίκησης για τον θάνατο της αδερφής του, της Έλιας, που τα χρόνια της εξέγερσης το Βουνό, το κτηνώδες τσιράκι του Λιονταριού τη βίασε και την έκοψε στα δυο. Στην τελική, «οι Λάννιστερ δεν είναι οι μόνοι που πληρώνουν τα χρέη τους».

Στη συνέχεια, περνάμε στο μέτωπο της Νταινέρυς. Δεν έχουμε να σημειώσουμε πολλά, παρά μόνο την πρώτη ένδειξη ότι όσο μεγαλώνουν οι δράκοι τόσο πιο δύσκολο είναι να ελεγχθούν. Γεγονός απόλυτα λογικό, καθώς μιλάμε για πλάσματα παντοδύναμα και εκδικητικά από τη φύση τους. Ακολούθως, αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα συμβαίνουν στο Τείχος, όπου, από τη μία ο Τζον λογοδοτεί στη Νυχτερινή Φρουρά για τα γεγονότα πέρα από το Τείχος και από την άλλη, παρακολουθούμε την κάθοδο των Αγρίων. Δεν χρειάζεται να έχουμε διαβάσει τα βιβλία για να αντιληφθούμε ότι η σειρά «χτίζει» κάτι μεγάλο.

Τέλος, οφείλουμε να αναφερθούμε στο δίδυμο Άρυα-Σκύλος. Εκτός από το ότι κάνουμε πλάκα και θα θέλαμε να τους δούμε στη 2η σεζόν True Detective, παρατηρούμε ότι έχουν εξελιχθεί σε αγαπημένους χαρακτήρες των απανταχού φαν της σειράς. Το συγκεκριμένο αταίριαστο δίδυμο μας χάρισε μεγάλες στιγμές σε αυτό το επεισόδιο, καθώς μπαίνει σε μια ταβέρνα και σπέρνει τον όλεθρο. Ο Σκύλος δεν χαμπαριάζει πουθενά και παίρνει αμπάριζα κόσμο και κοσμάκη. Η Άρυα, η οποία στην αρχή μένει αμέτοχη, μπαίνει κι αυτή στο χορό και χορεύει όπως ακριβώς της είχε μάθει ο δάσκαλός της Σύριο στην πρώτη σεζόν. Μικρά, αέρινα βήματα την φέρνουν πίσω από τον εχθρό, τον οποίο με γρήγορα και θανάσιμα χτυπήματα εξουδετερώνει. Απολαυστικό κλείσιμο για το συγκεκριμένο επεισόδιο και συνάμα γεμάτο ερωτήματα για το αν η συμπαθέστατη μικρή του Οίκου Σταρκ θα περάσει τα όρια, θα συνεχίσει να σκοτώνει και θα βυθιστεί στο απύθμενο σκοτάδι που μόνο τα τέρατα κατοικούν. Κάτι σαν τον κόσμο του True Detective δηλαδή!


Ο βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο βασιλιάς!

Το δεύτερο επεισόδιο της τέταρτης σεζόν επιβεβαίωσε τη ρήση που θέλει γάμο και θανατικό να πηγαίνουν μαζί στο Game of Thrones. Μετά το περσινό μακελειό του Red Wedding, που σόκαρε εκατομμύρια κόσμο, ήρθε η στιγμή για τον Purple Wedding, τον γάμο του βασιλιά Τζόφρυ δηλαδή.

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

Πριν αναφερθούμε στο κεντρικό συμβάν, ας θυμηθούμε τι άλλο είδαμε στο επεισόδιο αυτό. Είδαμε πρώτα απ' όλα χαρακτήρες που δεν είχαν εμφανιστεί στο προηγούμενο, όπως ο βασιλιάς Στάννις και η Μελισσάντρα, η οποία παρέδωσε στις φλόγες όσους αρνήθηκαν να δηλώσουν πίστη στον Κόκκινο Θεό της. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ο σερ Άξελ, ο αδερφός της γυναίκας του βασιλιά. Στο ίδιο πλαίσιο είδαμε την κόρη του Στάννις, που το προσωπάκι της αυλακώνεται από την οστρακιά, να ακούει το κήρυγμα της Κόκκινης Ιέρειας – ευτυχώς ο πατέρας της δεν ακούει τις προτροπές της θρησκόληπτης γυναίκας του ώστε να την... εξαγνίσει. Παρακολουθήσαμε επίσης τον Ρους Μπόλτον και τον μπάσταρδό του να ενημερώνουν τον ταλαίπωρο Θήον για τον θάνατο του αδελφού του στον γάμο, όπως και τον Τζέιμι, ενόσω προσπαθεί να συνηθίσει το βάρος του ξίφους στο αριστερό του χέρι, τον Τύριον να διώχνει μακριά τη Σέι, αντιλαμβανόμενος ότι είναι θέμα χρόνου να μην ανακαλυφθεί η παρουσία της – το έκανε για να την προστατέψει, αλλά εκείνη δεν το πήρε και τόσο θερμά. Είδαμε, τέλος, τον σακάτη Μπραν να βλέπει ένα αλλόκοτο όραμα μόλις ήρθε σε επαφή με ένα γουέιργουντ (αυτά τα πανάρχαια δέντρα με το κόκκινο φύλλωμα και τις τρομακτικές φάτσες χαραγμένες επάνω τους). Γνωρίζαμε ότι ο Μπραν είναι γουάργκ, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να γίνεται ένα με τον ανταρόλυκό του, όμως τώρα πληροφορηθήκαμε και τους κινδύνους που η κατάσταση αυτή ενέχει: εάν το παρακάνει, μπορεί να βυθιστεί παντοτινά σε μια άβυσσο λήθης, να παλινδρομήσει «αναντίστρεπτα» σε μια ασυνείδητη κατάσταση, όπου η διαρκής κατασπάραξη ζωικής σάρκας θα είναι το μόνο που θα έχει σημασία. Στο όραμά του, πάντως, είδε μεταξύ άλλων τον πατέρα του να ακονίζει το ξίφος του και δράκους να ίπτανται πάνω από την επικράτεια του Γουέστερος. Ας υποθέσουμε ότι αμφότερες οι σκηνές είναι από το παρελθόν. Ή μήπως όχι;

Και τώρα πάμε στο καλό. Πόσες σεζόν τώρα περίμενες να έρθει αυτή η στιγμή; Πόσο συχνά ευχόσουν ώστε το συγκεκριμένο ανώμαλο, αιμομικτικό μπασταρδοπαίδι που λέγεται Τζόφρυ Μπαράθηον να βρει έναν αργό και επώδυνο θάνατο; Ορίστε λοιπόν... Περιστερόπιτα, κρασί και τέζα. Το δηλητήριο έκανε τη δουλειά του και ο βασιλιάς που αγαπάμε να μισούμε κείτεται νεκρός. Ο θάνατός του έχει διπλό αντίκτυπο στους φαν της σειράς (και των βιβλίων βεβαίως βεβαίως). Από τη μία προσφέρει ικανοποίηση σαν γεγονός και μόνο. Η συγκεκριμένη μισητή φιγούρα και προσωποποίηση του σαδισμού φεύγει από τη μέση. Αμέτρητοι άνθρωποι έχουν υποφέρει ή έχουν χάσει τη ζωή τους από την κακία του (αποκορύφωμα ο αποκεφαλισμός του Νεντ Σταρκ). Από την άλλη λειτουργεί ανακουφιστικά για τον θεατή όσον αφορά τη ροή της σειράς καθώς έχει προηγηθεί ο Κόκκινος Γάμος και το ξεκλήρισμα της οικογένειας Σταρκ. Πόσες πίκρες πια να αντέξουμε; Ο θάνατος του Τζόφρυ εξισορροπεί τη ζυγαριά της θλίψης και του πόνου.

Ακολούθως, βγάζουμε το καπέλο στους δημιουργούς και τον Alex Graves, σκηνοθέτη του συγκεκριμένου επεισοδίου. Μοιάζει, αλλά μόνο εύκολο δεν είναι να παρουσιαστεί με τέτοια λαμπρότητα και έμφαση στη λεπτομέρεια ο γάμος του Τζόφρυ. Στο γάμο βρίσκονται μαζί οι περισσότεροι βασικοί χαρακτήρες της σειράς. Κάποιοι κάνουν τη βόλτα τους συζητώντας, άλλοι κάθονται και απολαμβάνουν το κρασί. Γενικά, ο ένας πέφτει πάνω στον άλλο συνεχώς. Παρατηρήστε πως όλα λειτουργούν αρμονικά, δίχως να υπάρχει λάθος. Η κορύφωση χτίζεται αργά αλλά μεθοδικά, καμία σκηνή δεν χαραμίζεται. Ο καθένας βρίσκεται εκεί που πρέπει, όταν πρέπει, συγχρονισμένος στην εντέλεια.

Επίσης, οφείλουμε να αναφερθούμε στην οπτική των δημιουργών και του Τζορτζ Μάρτιν, συγγραφέα των βιβλίων και σεναριογράφου του συγκεκριμένου επεισοδίου, όσον αφορά το θάνατο του Τζόφρυ. Ενώ θα μπορούσαν να φτιάξουν τη συγκεκριμένη σκηνή με γνώμονα την άποψη του κόσμου για τον Τζόφρυ (ποιός νοήμων άνθρωπος δεν θέλει να τον δει νεκρό;) και να «γλεντήσουν» τον θάνατό του, δεν το έκαναν. Προτίμησαν να δώσουν έναν δραματικό τόνο στο συγκεκριμένο γεγονός, δίχως να λησμονήσουν την πραγματικότητα. Ότι δηλαδή έχουμε να κάνουμε με το θάνατο ενός παιδιού. Ναι, αποτελεί το πιο σιχαμένο παιδί στον κόσμο. Είναι παιδί όμως. Η συγκεκριμένη οπτική μας ενθουσιάζει καθώς είναι γεμάτη ωριμότητα και αποδεικνύει σωστή αντιμετώπιση, ακόμα και για έναν από τους πιο μισητούς χαρακτήρες της σειράς. Έτσι, μπορούμε να αφουγκραστούμε τους λυγμούς της Σέρσεϊ, να διακρίνουμε τον πόνο που είναι σμιλεμένος στο σαν από πέτρα πρόσωπό της, καθώς συνειδητοποιεί ότι έχασε σε μια μόνο στιγμή και για πάντα τον βασιλιά, τον ανηψιό και τον πρωτότοκο γιό της:

Ποιο βλέμμα

δε θ' αντικρίσει πια ο ήλιος,

ποια να χτυπά

σταμάτησε καρδιά!


Σκλάβοι στα δεσμά τους

Το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν είχε μεγάλες συγκινήσεις, αν εξαιρέσει κανείς τη δυναμική επανεμφάνιση του Μικροδάχτυλου, τον αποχαιρετισμό του Τύριον στον Ποντ και την εξαιρετικά αμφιλεγόμενη σκηνή του Τζέιμι και της Σέρσεϊ. Και προφανώς την Νταινέρυς.

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

Ο βιασμός (;) της Σέρσεϊ από τον Τζέιμι δίπλα απ' τον νεκρό βασιλιά, γιό και ανιψιό τους, του οποίου το αίμα δεν έχει κρυώσει ακόμα, αποτελεί για εμάς μια περιττή σκηνή. Είναι δημιούργημα των παραγωγών της σειράς και δεν απαντάται στα βιβλία. Κατανοούμε την προσπάθεια των συντελεστών της σειράς να δώσουν το απαιτούμενο δραματουργικό βάθος στους συγκεκριμένους χαρακτήρες, αλλά θα μπορούσαν να επιλέξουν μια διαφορετική, ή εν πάση περιπτώσει όχι τόσο προκλητική προσέγγιση.

Ακολούθως, ίσως να είμαστε οι μοναδικοί που καταχαρήκαμε το comeback του Άρχοντα Μπέιλις και μάλιστα με εμφατικό τρόπο. Ο Μικροδάχτυλος κρυβόταν πίσω από το σχέδιο φυγής της Σάνσα, την οποία τώρα έχει στην κατοχή του. Το ερώτημα είναι για ποιόν ακριβώς λόγο χρειάζεται το κορίτσι. Μη βιάζεστε να απαντήσετε. Ο Άρχοντας Μπέιλις ξέρει να παίζει το παιχνίδι στα (μικρο)δάχτυλά του όσο λίγοι, πράγμα που εξηγεί και στη Σάνσα: «Τα λεφτά αγοράζουν τη σιωπή ενός άντρα για λίγο καιρό. Ένα βέλος στην καρδιά το κάνει για πάντα

Από τις πιο τρυφερές και συγκινητικές στιγμές της σειράς, αποτελεί ο διάλογος του Ποντ με τον Τύριον στη φυλακή. Ο νεαρός ακόλουθος είναι ό,τι έχει απομείνει στον Τύριον. Όταν όλοι του έχουν γυρίσει την πλάτη, το μόνο που μένει είναι αυτή η υπέροχη, τρελή επιμονή του, που είναι αδύνατο να σε αφήσει ασυγκίνητο. Παρόλο που αρκετοί προσπάθησαν να τον εξαγοράσουν ή να τον στρέψουν ενάντια στον Τύριον, ο Ποντ δείχνει ότι σε αυτό το σύμπαν της εξαπάτησης υπάρχει τιμή, υπάρχουν αρχές, υπάρχει ελπίδα. «Δεν υπήρξε ποτέ πιο πιστός ακόλουθος από εσένα» του λέει ο Τύριον.

Είδαμε, επίσης, ένα ακόμη φινάλε επεισοδίου να αφιερώνεται στην Ντάνυ, η οποία προελαύνει στις αχανείς εκτάσεις της Ανατολής, έτοιμη να κατακτήσει το Μηρήν, τη μητρόπολη της ερήμου. Οποία έκπληξη, συνάντησε υψωμένα τείχη, μεγαλύτερα όμως από κάθε άλλη φορά. Όμως η επίδοξη βασίλισσα, και προς το παρόν Καλήσι των αλογαφέντων, δεν το έβαλε κάτω. Με δέκα χιλιάδες στρατό και αρκετούς άοπλους μαζί της, υπό τους ήχους της γνώριμης, πομπώδους μουσικής, απηύθυνε τη γνωστή πρόταση: «Σκλάβοι, ο πραγματικός εχθρός βρίσκεται εντός των τειχών, είναι δίπλα σας, σας κρατούν αλυσοδεμένους σαν σκυλιά. Αυτούς πρέπει να μάχεστε, αυτούς δεν πρέπει πλέον να φοβάστε. Δεν έχετε τίποτα να χάσετε, όπως τόσοι άλλοι που βαδίζουνε λεύτεροι μαζί μου, ενώ ήτανε κάποτε σαν εσάς». Έχει ενδιαφέρον να δούμε την απάντησή τους. Θα το πράξουν; Θα τολμήσουν να διεκδικήσουν έναν τρόπο ζωής που ως τώρα τους είχε στερηθεί; Υπάρχει βέβαια το ρίσκο, προσθέτουμε εμείς, στην πορεία να αποδειχθεί πως αντάλλαξαν απλά τις αλυσίδες τους για καινούρια, αόρατα και ανθεκτικότερα δεσμά.


Οι κομπάρσοι και οι «Άλλοι»

Είναι γεγονός ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο αποτελεί το πιο αμφιλεγόμενο της σειράς έως τώρα. Παρακολουθήσαμε συζητήσεις επί συζητήσεων στο διαδίκτυο. Εντοπίσαμε σκληρή κριτική από τους φαν των βιβλίων, σκληρή γραμμή υπεράσπισης από τους φαν της σειράς με αποτέλεσμα να γεννηθεί το εξής ερώτημα: Υπάρχουν όρια στην τηλεοπτική διασκευή των βιβλίων “Game of Thrones”; Και αν ναι, ποιά είναι αυτά;

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

Η πρώτη σεζόν της σειράς-φαινόμενο αποτελεί πιστή μεταφορά του πρώτου βιβλίου. Σχεδόν όλα διαδραματίζονται όπως ακριβώς υπαγορεύει η πένα του George R. R. Martin. Στη δεύτερη σεζόν το μοτίβο αλλάζει και η μεταφορά γίνεται πιο «ελεύθερα». Οι δημιουργοί μπολιάζουν τη σειρά με νέα στοιχεία και δεν μένουν αυστηρά προσηλωμένοι στα βιβλία. Αυτό μας αρέσει. Η συνταγή πετυχαίνει, οι θεατές (ανεξαρτήτως αν έχουν διαβάσει τα βιβλία ή όχι) μένουν ικανοποιημένοι και όλα βαίνουν καλώς. Ώσπου φτάνουμε στο τέταρτο επεισόδιο της τέταρτης σεζόν, όπου για τον ένα απ' τους δύο γράφοντες αποτελεί ορισμό της φράσης «του πετάξαμε τα μάτια όξω».

Δεν σκοπεύω να αναλύσω επακριβώς τις αλλαγές που έγιναν. Δεν θα είχε και νόημα, ιδιαίτερα για κάποιον που βλέπει μονάχα τη σειρά και δεν τον ενδιαφέρει το βιβλίο. Κρατήστε αυτό όμως: Έγινε τέτοια διαφοροποίηση στην πορεία και την ιστορία των χαρακτήρων που δημιουργείται πρόβλημα όσο αφορά τη συνέχεια. Θα αντιληφθείτε αργότερα στη σεζόν πόσο τραγική ήταν η απόφαση των δημιουργών της σειράς να μαθαίνει ο Σνόου ότι ο Μπραν είναι ζωντανός. Αυτό από μόνο του (όσο παράξενο κι αν σας ακούγεται) ακυρώνει πολλές ενέργειες που θα γίνουν στην πορεία. Με λίγα λόγια, το τέταρτο επεισόδιο βασίζεται σε λίγα γεγονότα του βιβλίου, ο όρος «διασκευή» φαίνεται ανύπαρκτος καθώς αυτό που είδαμε ήταν προβληματικό και γενικά δεν «πατάει» πουθενά.

Ακόμα κι αν αφήσουμε στην άκρη τη συζήτηση περί διασκευής, διαφορών βιβλίων-σειράς κλπ., θα αντιληφθούμε ότι σαν επεισόδιο ήταν πολύ αδύναμο και κατώτερο των στάνταρ που μας έχει συνηθίσει το GOT. Θεωρώ στην καλύτερη βαρετό και στη χειρότερη εκνευριστικό να παρακολουθούμε στο μεγαλύτερο μέρος του επεισοδίου τις «ανούσιες» ιστορίες τριτοτέταρτων χαρακτήρων. Δεν ενδιαφέρουν σχεδόν κανέναν θεατή και είναι αδικαιολόγητος ο χρόνος που τους προσφέρεται στη σειρά. Όπως αδικαιολόγητο είναι ότι γίνεται ένας άτυπος διαγωνισμός για το ποιός είναι πιο σαλεμένος, πιο ψυχάκιας και πιο σαδιστής απ' τον άλλον. Το είδαμε με τον Τζόφρυ αυτό. Έφυγε απ' τη μέση και τώρα όλοι μισούμε τον Ράμσεϋ. Πολύ ωραία. Τι στο διάολο είναι αυτός ο τύπος στην καλύβα που πίνει κρασί απ' το κρανίο του Μόρμοντ; Και γιατί να εμφανίζεται τόσο πολύ στο επεισόδιο; Πιο βαρετή καρικατούρα ψυχάκια είχα να δω καιρό στην τηλεόραση...

Τέλος, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στο επικό φινάλε του επεισοδίου. Ατμοσφαιρικό και με υπέροχα σκοτεινά πλάνα από την Μισέλ Μακλάρεν (η σκηνοθετική της μαεστρία φάνηκε στο “Breaking Bad”). Το θέμα των Whitewalkers (οι «Άλλοι» όπως αναφέρονται στα βιβλία) το έχουν χειριστεί άψογα οι δημιουργοί της σειράς. Προβάλλονται ελάχιστα με αποτέλεσμα ο θεατής να μένει γεμάτος ερωτήματα και να αδημονεί για περισσότερα πλάνα που αφορούν τα συγκεκριμένα πλάσματα. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο από τη μία απαντήθηκαν κάποια ερωτήματα μας (που αφορούν τα μωρά που θυσιάζει ο Κράστερ) και από την άλλη γεννήθηκαν άλλα (που αφορούν τον «αρχηγό» των Whitewalkers, το αν γερνούν ή το πότε πεθαίνουν).

ΥΓ: Επειδή αν δεν κλείσω πικρόχολα το κείμενο δεν μπορώ, θεωρώ βιαστική την απόφαση των δημιουργών να αποκαλύψουν ποιοι κρύβονται πίσω από τη δολοφονία του Τζόφρυ ένα επεισόδιο μετά. Αφήστε λίγο τον κόσμο να ρωτάει και να ψάχνεται…


Hodor Unchained

Φτάσαμε στη μέση της σεζόν. Το 5ο επεισόδιο είχε απ' όλα. Όμορφους διαλόγους, ένταση, αποκαλύψεις, μάχη. Οι ρυθμοί από εδώ και πέρα θα ανεβαίνουν κατακόρυφα.

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

Θυμηθείτε λίγο πως ξεκίνησε η σειρά. Ο Τζον Άρρυν δολοφονείται και ο τότε βασιλιάς Ρόμπερτ Μπαράθηον ταξιδεύει στο Βορρά, ζητώντας τη βοήθεια του έμπιστου φίλου του Νεντ Σταρκ. Η σειρά συνεχιζόταν κι εμείς θεωρούσαμε δεδομένο ότι οι Λάννιστερ εμπλέκονται στη δολοφονία του τέως Χεριού του Βασιλιά. Άλλωστε, το γράμμα της Λάισα Άρρυν στην αδερφή της αυτό υποδηλώνει. Ώσπου πληροφορούμαστε ότι όχι μόνο δεν αποτελεί ευθύνη των Λάννιστερ η συγκεκριμένη δολοφονία, αλλά ότι πίσω απ' όλα βρίσκεται η Λάισα Άρρυν κατόπιν συνομωσίας με το Μικροδάχτυλο. Σοκ και δέος. Πρώτον γιατί αν κάτσετε και σκεφτείτε ψύχραιμα, θα συνειδητοποιήσετε ότι αυτό είναι το γεγονός το οποίο θέτει σε κίνηση τη σειρά. Δεύτερον γιατί τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Καταλαβαίνουμε (έστω και αργά) ότι οι στρατιές και τα χρήματα παίζουν μικρό ρόλο στη σειρά. Τι είναι πιο επικίνδυνο; Οι δράκοι και οι δέκα χιλιάδες στρατιώτες της Ντάνυ ή ένας μόνο άνθρωπος που παίζει σωστά το παιχνίδι του Θρόνου;

Ακολούθως, η Ντάνυ αποφασίζει να μην κατευθυνθεί προς το Γουέστερος αλλά να συνεχίσει την προσπάθεια της να κυβερνήσει στην Ανατολή. Βρίσκω λογικό να ξενέρωσαν αρκετοί θεατές που περιμένουν τη στιγμή που η Ντάνυ θα κάνει στάχτη τα Επτά Βασίλεια και έχουν αρχίσει να κουράζονται από την εμμονή της να ελευθερώσει ότι σκλάβο υπάρχει. Ακόμη, τα κωμικά στοιχεία του επεισοδίου αφορούν την προσπάθεια της Μπριέν να ελευθερώσει από τον όρκο τον Ποντ ώστε να συνεχίσει την αναζήτηση της Σάνσα μόνη της. Φαινομενικά αταίριαστο δίδυμο, στην ουσία όμως μιλάμε για δύο χαρακτήρες που αποτελούν ο ένας καθρέφτη του άλλου, καθώς η αίσθηση καθήκοντος που τους διακρίνει αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό τους.

Μεταφερόμαστε στην καλύβα του Κράστερ όπου γίνονται πράματα και θάματα. Ο Σνόου με τη βοήθεια των αδερφών του από τη Φρουρά, ορμάει με μανία στους στασιαστές και σπέρνει τον όλεθρο. Η Μακλάρεν που αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία δείχνει να το απολαμβάνει. Κοφτά πλάνα, γρήγορο μοντάζ, συναρπαστικές μάχες σώμα με σώμα. Αποκορύφωμα ο θάνατος του αρχηγού των στασιαστών, όπου ο Σνόου τον διαπερνά με το σπαθί από το πίσω μέρος του κεφαλιού στο στόμα. Υπέροχο και γεμάτο βία πλάνο, δίνει σε ένα μισητό χαρακτήρα το κατάλληλο τέλος. Και να ήταν μόνο αυτά.. Ταυτόχρονα, οι σκηνές του Μπραν κατορθώνουν να σε σηκώσουν απ' τη θέση σου. Όταν όλα δείχνουν ότι θα έχουν μοιραία κατάληξη, ο μικρός το παίρνει πάνω του. Όντας warg χρησιμοποιεί την ικανότητα του για να μπει μέσα στον Χόντορ και να τον ελέγξει. Έτσι αρπάζει τον Λοκ, τον σηκώνει στον αέρα και του τσακίζει το λαιμό. Hodor Unchained. Ηδονή.

Επεισόδιο με καλό ρυθμό, στο οποίο συναντάμε κάποιους απ' τους αγαπημένους χαρακτήρες μας να δίνουν πόνο. Τι άλλο να θελήσει κανείς; Πολλά! Game of Thrones είναι αυτό... Αναμένουμε με αγωνία τη συνέχεια.

Πηγή Artcore magazine 4-1, 4-24-3, 4-4, 4-5.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Killer Joe του William Friedkin, ή ο «κοτοπουλάκιας» McConaughey


εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

του Keunermann


Ο Matthew McConaughey τράβηξε φέτος τα βλέμματα της δημοσιότητας, χάρη στην ερμηνεία του στην ταινία “Dallas Buyers Club”, η οποία του απέφερε το όσκαρ, αλλά και την ενσάρκωση του επιθεωρητή Rust Cohle στη σειρά του HBO “True Detective”. Αυτή η «στροφή στην ποιότητα», όμως, ενός ηθοποιού που έγινε γνωστός κυρίως μέσα από ρομαντικές κομεντί, μπορεί να ανιχνευθεί τουλάχιστον τρία χρόνια νωρίτερα, όταν, δηλαδή, κυκλοφόρησε το “Killer Joe”. Το σίγουρο εδώ είναι ότι θα δείτε τα κοτοπουλάκια του KFC με άλλο μάτι.

Ο Friedkin μας έχει δώσει πλήθος από ποιοτικές, ενδιαφέρουσες και αμφισβητούμενες ταινίες... από τον «Γαλλικό Σύνδεσμο» (1971) και τον κλασσικό «Εξορκιστή» (1973) μέχρι τον «Κυνηγημένο» (2003). Το καστ του “Killer Joe” περιλαμβάνει, πέραν του McConaughey, τους Emile Hirsch, Juno Temple, Gina Gershon, Thomas Haden Church. Το σενάριο είναι του Tracy Letts, που διασκευάζει το δικό του έργο, καθώς η ταινία αποτελεί μεταφορά του ομότιτλου θεατρικού του. Η φωτογραφία του φιλμ είναι του Caleb Deschanel... Ναι, του πατέρα των αδερφών Deschanel, εκ των οποίων αδυναμία έχουμε στη Zooey.

Εν ολίγοις, πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία σε Southern Gothic πλαίσιο. Έχει υποπέσει στην αντίληψή σας το είδος εκείνο, στο οποίο η υπόθεση διαδραματίζεται σε μια ξεχασμένη γειτονιά του Τέξας; Σας έχει τύχει να δείτε μια ταινία, όπου πρωταγωνιστεί συνήθως κάποια δυσλειτουργική οικογένεια αστοιχείωτων Rednecks, βαρεμένων με τη θρησκεία -όπου οι πατέρες δέρνουν τους γιους και βιάζουν τις γυναίκες τους, ή το αντίστροφο- και όπου, γενικότερα, παρελαύνουν χαρακτήρες παρηκμασμένοι και εξαχρειωμένοι από τον εκρηκτικό συνδυασμό φτώχειας, αλκοόλ και προστυχιάς; Μια νοσηρή ατμόσφαιρα πλανάται στον αέρα σε αυτά τα μικρά σκοτεινά διαμάντια, στην οποία δεσπόζουν η διαστροφή, η αιμομιξία και η βλαχοπαράνοια.

Κάπως έτσι κι εδώ. Όλα συμβαίνουν στο Δυτικό Ντάλας, όταν ο εικοσιδιάχρονος Chris Smith, που θέλει να ξεπληρώσει τα χρέη του, αποφασίζει να προσλάβει τον ντετέκτιβ Joe Cooper για να ξεπαστρέψει τη βιολογική μητέρα του. Η τελευταία, βλέπετε, εκτός του ότι έχει εγκαταλείψει τη συζυγική εστία, έχει παραδάκι φυλαγμένο, το οποίο θα πάει στη μικρότερη αδερφή του, την Dottie, σε περίπτωση που της συμβεί κάτι. Η οικογένεια Smith, αποτελούμενη από τα δυο αδέρφια, τον πατέρα Ansel και τη μητριά Sharla, αποφασίζει ότι η επιλογή είναι συμφέρουσα, αφού θα μοιραστούν το κομπόδεμα. Και ο Joe Cooper είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για τη δουλειά, καθώς βιοπορίζεται ως εκτελεστής συμβολαίων θανάτου παράλληλα με το αστυνομιλίκι και έχει μάλιστα καλό όνομα στην πιάτσα. Ο «φονιάς ο Τζο», λοιπόν, αναλαμβάνει δράση. Και όλα γίνονται άνω κάτω.

Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές από όλους. Συχνά έπιανα τον εαυτό μου να αναρωτιέται κατά τη διάρκεια της ταινίας, εάν ορισμένα τουλάχιστον από τα μέλη της οικογένειας πάσχουν από μια ελαφράς μορφής νοητική υστέρηση. Κοιτάνε αποσβολωμένοι ώσπου, αίφνης, λένε κάτι έξυπνο, και παίρνουν εκ νέου ένα ύφος ηλιθιότητας ή μόνιμης απορίας. Εν τέλει δεν κατάλαβα εάν ο πατέρας, για παράδειγμα, είναι όντως βλάκας ή απλά «βλάχος». Η Temple στο ρόλο της Dottie είναι ιδανική επιλογή με τη φρεσκάδα και τη γοητεία της, ενώ εκπληκτική είναι και η Gershon στο ρόλο της Sharla, η οποία είναι αυτή που κλέβει την παράσταση, ή μάλλον θα ήταν εκείνη που θα την έκλεβε, εάν απουσίαζε ο χαρακτήρας του τίτλου. Ο McConaughey φαίνεται να το απολαμβάνει και δεν έχει λόγο να μην το κάνει: δίνει ρέστα με την ερμηνεία του. Είναι με μια λέξη απολαυστικός, καθώς υπάρχουν διαστήματα στα οποία δε χορταίνεις να τον βλέπεις και να τον ακούς. Η σκηνή που στοιχειώνει την ταινία, βέβαια, αφορά την αναπαράσταση -ή μάλλον επιτέλεση- μιας πράξης πεολειχίας με τη χρήση μιας μερίδας τηγανητού κοτόπουλου από τα KFC ως συμβολικό -και όχι μόνο- υποκατάστατο του φαλλού.

Πράγματι, αφότου είδα την ταινία το έριξα αποκλειστικά στο κοτόπουλο.

Πηγή Artcore magazine

Nymphomaniac του Lars von Trier: Οντολογία των μηχανών και αναλυτική της επιθυμίας σε δύο μέρη


εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

του Keunermann


Τα νέα διαδόθηκαν νωρίς σε όλη την επικράτεια: Ο τρελό-Δανός βγάζει ταινία, έναν μαραθώνιο σκληρού πορνό με μούσα τη Charlotte Gainsbourg. Ας ξεκινήσουμε από αυτό: προς έκπληξη ή απογοήτευση του κοινού, η τελευταία σκηνοθετική απόπειρα του Lars von Trier δεν είναι μια σοφιστικέ ή εντελλεκτσουέλ τσόντα (οι όπου γης πουριτανοί ας μην αναθαρρήσουν: υπάρχει άφθονο γυμνό, όπως και η αρμόζουσα διαστροφή κατά μήκος της ταινίας).

Η γενική υπόθεση, για όσους δεν είδαν το πρώτο μέρος, έχει ως εξής: μια γυναίκα περισυλλέγεται κακοποιημένη από τον δρόμο, από κάποιον ώριμο εργένη, ο οποίος στη συνέχεια τη φιλοξενεί. Η αυτοχαρακτηριζόμενη ως νυμφομανής Joe του αφηγείται την ιστορία της ζωής της, ενώ ο Εβραίος Seligman (ο καλός Σαμαρείτης) τη διακόπτει με ερωτήσεις που αφορούν όχι μόνο το περιεχόμενο της ιστορίας της, αλλά και άλλα, γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα που δίνουν την ευκαιρία στην αφήγηση να προχωρήσει. Πέντε κεφάλαια βλέπουμε στο πρώτο μέρος, όπου την πρωταγωνίστρια υποδύεται στα νεαρά της χρόνια η Stacy Martin, και τρία ακόμη στο δεύτερο. Από τις οθόνες μας παρελαύνουν γνωστά ονόματα, μεταξύ των οποίων ο Stellan Skarsgård, η Uma Thurman, o Christian Slater, ο Shia LaBeouf και ο Willem Dafoe. Ο Trier μας δίνει μια υπέροχη και βασανισμένη ηρωίδα σε μια ταινία όπου δεν απουσιάζουν οι αγαπημένες θεματικές του, αλλά και μια ορισμένη αίσθηση του χιούμορ. Σταχυολογώ ορισμένα θέματα.


Οντολογία των μηχανών

Υπάρχει μια μηχανική ποιότητα στις διαδικασίες τέλεσης της ερωτικής πράξης, οι οποίες είναι συχνές επαναληπτικές και ελάχιστα ερεθιστικές. Τα σώματα συναρθρώνονται ως γρανάζια, έμβολα και πιστόνια που «κάνουν τη δουλειά» με τον τρόπο που γνωρίζουν, ξανά και ξανά, από καταβολής κόσμου μέχρι της συντελείας του αιώνος. Εφαρμόζουν καλά ή λιγότερο καλά με άλλες μηχανές, συνδέονται μεταξύ τους παράγοντας απόλαυση, πόνο, ηδονή. Δίνοντάς μας το σεξ φάτσα φόρα στην οθόνη, η ταινία δεν μας το παρουσιάζει ως την κρυμμένη ουσία που θα αποτελούσε τον ερμηνευτικό μίτο των ανθρώπινων πραγμάτων, όπως το ήθελε ο φιλελευθεροποιημένος πουριτανισμός των απαρχών της ψυχανάλυσης. Αντιθέτως, γινόμαστε μάρτυρες μιας ακόμη υλικής συναρμογής μεταξύ πολλών άλλων, μιας μηχανής παραγωγής νοημάτων εντός μιας αχανούς παραγωγικής μονάδας, όπου καθένας επέχει ρόλο χρήσιμου εξαρτήματος και πολύτιμου ανταλλακτικού.


Η διαλεκτική μεταξύ νόμου και επιθυμίας, επιθυμίας και έλλειψης

Η Joe επιθυμεί το επιθυμείν, η επιθυμία της είναι επιθυμία της διαιώνισής της, αντί για πρόσδεση σε μια προϋπάρχουσα αξιωματική. Αναζητεί μανιωδώς την απόλαυση, επενδύοντας σε διαφορετικά αντικείμενα, σε ολοένα και πιο ακραίες πρακτικές, σε ολοένα βιαιότερες ηδονιστικές εμπειρίες, καθώς οι λιμπιντικές προσδέσεις και επενδύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, συνοδευόμενες από αισθήματα άγχους και ενοχής, όσο η πολυπόθητη εμπειρία της απόλυτης jouissance αναβάλλεται. Όμως οι προσπάθειες της Joe δεν αφορούν μόνο τον επιτακτικό χαρακτήρα του υπερεγώ, καθώς μέσα από αυτές και σε ένταση μαζί τους αναδύεται η δική της λιμπιντική επένδυση. Εδώ δεσπόζει η λακανική ηθική της ψυχανάλυσης: ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ένοχος μόνο για την υποχώρηση απέναντι στην επιθυμία του.


Κοινωνία εναντίον φύσης, η επιθυμία ως φύση-δίχως-φύση

Η Joe αρνείται τον ετεροκαθορισμό, την κατάφαση της «ιδιαιτερότητάς» της μέσα από την οπτική των άλλων, ήτοι του Άλλου, δηλαδή του κοινωνικοσυμβολικού περιβάλλοντος. Επιμένει να αυτοχαρακτηρίζεται ως νυμφομανής παρά ως «εθισμένη στο σεξ», όπως της υποδεικνύεται στην oμάδα ψυχοθεραπείας που επισκέπτεται. Αυτό δε συμβαίνει χωρίς παλινωδίες και αμφιταλαντεύσεις, καθώς διαπιστώνουμε ότι η αφηγήτρια -η ώριμη εκδοχή της ηρωίδας- φέρει αρκετές ενοχές. Η ψυχή της είναι δέντρο που λυγίζει πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα, αλλά υπομένει τις αντιξοότητες και δεν ξεριζώνεται. Μπορώ να πω ότι με συγκίνησε η από μέρους της επιμονή στην ανάληψη της ευθύνης της παρόρμησής της, που σε κάποια στιγμή φτάνει κοντά στο να έχει μοιραίο κόστος για τη ζωή του μικρού της παιδιού. Δεν πρόκειται τόσο για κάποιου είδους πρόταξη του εγωισμού απέναντι στις υποχρεώσεις και τις επιταγές που προϋποθέτει ο κοινωνικός ρόλος του γονέα, σε αντίθεση με ό,τι θα έσπευδαν να ψελλίσουν οι ανά τον κόσμο βλάκες ή ανυπόμονοι θεατές, αλλά για απόλυτη πράξη δέσμευσης και ανάληψης ευθύνης, δηλαδή για ενέργημα της υψίστης ηθικής τάξης. Το ότι ο μικρός Marcel τη γλυτώνει είναι ευτυχές, αφού θα ήταν πολύ δύσκολο να ξεπεράσει κανείς την πένθιμη όψη της ιστορίας σε άλλη εκδοχή – ο von Trier εδώ έκλεισε το μάτι σε όσους θυμούνται την εναρκτήρια σκηνή του Αντιχρίστου, όπου όντως το μωρό πεθαίνει επειδή οι γονείς του αντί να το προσέχουν γαμιούνται. Όλα συμβαίνουν στο περιθώριο του υπερεγωτικού καθωσπρεπισμού και της υποκρισίας που τον συνοδεύει. Ο φιλελεύθερος ορθολογισμός δεν έχει θέση εδώ, εφόσον απωθεί συμπεριφορές και πρακτικές σαν αυτές της ηρωίδας, ενώ ταυτόχρονα τις προϋποθέτει. Για να θυμηθούμε πάλι τον Lacan: ο Kant μαζί με τον de Sade. Και ο Trier αμείλικτος: épater les bourgeois! Συναφής προς αυτό το ζήτημα είναι και η αντίθεση, που επίσης παραπέμπει στον «Αντίχριστο», μεταξύ φύσης και κοινωνίας, δυτικού ορθολογισμού και μιας ανορθόλογης, άλογης ή παράλογης προσήλωσης στο ένστικτο, η οποία αποδίδεται στη θηλυκή συμπεριφορά. Ο Seligman είναι ο μοντέρνος, ανεκτικός διαφωτιστής, ο κοσμοπολίτης, ο φιλελεύθερος ανθρωπιστής, το τέκνο της σύζευξης Αθήνας-Ιερουσαλήμ, ο μορφωμένος Εβραίος πάνω στον οποίο χτίστηκε ο σύγχρονος ευρωπαϊκός πολιτισμός. Η Joe, αυθόρμητη και διαχυτική, είναι η κατάφαση της ζωής και της δύναμής της και η χαρά που προκύπτει -ίσως όχι ανενδοίαστα- από αυτήν την κατάφαση. Ο Trier μας δίνει την ιστορία μιας βασανισμένης ηρωίδας μέσα από την οποία προκύπτει για μια ακόμη φορά ο θαυμασμός, ο φόβος και η αγάπη του για τις γυναίκες. Δεν ενστερνίζομαι, λοιπόν, όχι εξ ολοκλήρου τουλάχιστον, την άποψη της Ευαγγελίας Λεδάκη, όταν γράφει πως «ο Τρίερ μέσα σε σύντομο διάστημα κάνει το "Nymphomaniac", όπου πρωτοφανώς απενεχοποιεί τη γυναίκα ηρωίδα, μετά από χρόνιες επιθέσεις, διασυρμούς και ταπεινώσεις στις οποίες είχε υποβάλει τους γυναικείους χαρακτήρες του, αρχής γενομένης με το Δαμάζοντας τα κύματα (1996). Ακόμα κι αν δεχτούμε πως ήδη στον Αντίχριστο (2009) είχε προσφέρει κάποια ελάχιστη διέξοδο στο γυναικείο αρχέτυπο που επεξεργάζεται -έστω κι αν αυτή ήταν η τρέλα- το Nymphomaniac είναι η πρώτη ταινία του που στέκεται στο πλευρό των γυναικών αντί απέναντί τους».


Οι θρησκευτικοί επιτονισμοί είναι σαφείς...

...και συνεχίζουν όσα είδαμε στην προαναφερθείσα ταινία. Η Joe είναι η νέα Εύα όπως ο Χριστός είναι ο νέος Αδάμ και όπως ο Χριστός έχει στη διάρκεια της ταινίας τη δική της Mεταμόρφωση. Η πορεία προς τη θέωση περνά μέσα από αμφισβήτηση, βασανιστήρια, ενοχές, συγχώρεση, κατάποση του περιεχομένου του «ποτηρίου τούτου» ως εάν να το διάλεξε η ίδια, και, ασφαλώς, αγάπη.


Αλλάζει ο άνθρωπος;

Ένα θέμα που μου τράβηξε το ενδιαφέρον είναι η δίχως βολονταριστικές αυταπάτες κατάφαση της δυνατότητας των ανθρώπων να αλλάζουν, μέσω μιας δύσκολης, προσεκτικής και διαρκούς ασκητικής της επιθυμίας. Η πρωταγωνίστρια προσπαθεί ανεπιτυχώς να αλλάξει τρόπο ζωής, αλλά δεν το βάζει κάτω, σε πείσμα των αποτυχιών. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν εύκολα, αλλά αυτό και μόνο αρκεί ώστε να το επιχειρούν αδιάκοπα.


Η αγάπη, καίτοι σπάνια, υπάρχει και επέρχεται ως συμβάν

Η πρωταγωνίστρια περνά ξυστά από μια τέτοια συνάντηση με έναν από τους εραστές της, τον Jerôme, ο οποίος επανέρχεται στη ζωή της αρκετές φορές, παίζοντας ρόλο πυξίδας και σημείου αναφοράς. Παραδέχεται ότι αισθάνεται διαφορετικά μαζί του, αλλά η συνύπαρξή τους παραμένει εύθραυστη στην καθημερινότητα και τις ανάγκες που έχει – άλλωστε, η συγκρότηση αυτού του Δύο που είναι ο έρωτας είναι μονοπάτι δύσβατο, γέφυρα που ούτε ίχνη της δε θα μείνουν στο πέρασμα του χρόνου, μολονότι, σε πείσμα όλων αυτών, αναφέρεται στην Αιωνιότητα.


Κείμενα

-Γιώργος Νικολαϊδης, «"Απόλαυσε!". Για το "Nymphomaniac", του Λαρς Φον Τρίερ», Red NoteBook, 18 Φλεβάρη 2014.

-Ευαγγελία Λεδάκη, «Το Nymphomaniac διαμέσου του Shame: το σώμα σε ταραχή και το κινηματογραφικό σύμπτωμα», «Αναγνώσεις» της Αυγής, 29 Μαρτίου 2014.

Ευρωπαϊσμός ή διεθνισμός; Διεθνισμός, βέβαια


του Χρήστου Λάσκου


Αφορμή για τις σκέψεις που καταγράφονται παρακάτω αποτέλεσε το άρθρο του Στάθη Κουβελάκη στην «Εποχή» της περασμένης Κυριακής. Εκεί, ο Κουβελάκης, απαντώντας σε προηγούμενο κείμενο του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου, υποστηρίζει πως όσοι -ή, τουλάχιστον, πολλοί από όσους- προσέρχονται στη συζήτηση, που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς σχετικά με την οικονομική κρίση, θέτοντας το δίλημμα «διεθνισμός ή εθνική περιχαράκωση», κατά μια έννοια υποπίπτουν σε λαθροχειρία, στο μέτρο που ό,τι παρουσιάζουν ως διεθνισμό είναι στην πραγματικότητα ένας εμμονικός, «ανανεωτικής» κοπής, ευρωπαϊσμός. Πρόκειται για καίριο ζήτημα και η διευκρίνισή του έχει μεγάλη σημασία: είναι τόσος ο κερματισμός μας και τόσο κρίσιμη πολιτικά η συνένωση του συνόλου των αριστερών δυνάμεων που καλό είναι να αποσαφηνιστεί τι, τουλάχιστον, θεωρεί πως λέει ένα μεγάλο τμήμα όσων, στο πλαίσιο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τοποθετούμαστε στην «άλλη» από τον Στάθη Κουβελάκη όχθη σε ό,τι αφορά τα αιτούμενα της περιόδου. Μερικά διεκρινιστικά σχόλια μόνο, λοιπόν, τα οποία πιθανόν στο μέλλον θα απαιτήσουν περισσότερες διευκρινίσεις:

1. Είμαστε διεθνιστές και όχι ευρωπαϊστές. Οι περισσότεροι από τους τελευταίους, άλλωστε, ήδη έχουν επιλέξει το δρόμο τους από την περίοδο του τελευταίου συνεδρίου του ΣΥΝ. Ο λόγος που τοποθετούμαστε τόσο επίμονα σχετικά με αυτό το ζήτημα, είναι πως διαβλέπουμε ως μείζονα κίνδυνο μια αριστερή πολιτική που προτάσσει τα συμφέροντα της «χώρας» έναντι των εργατικών, ανεξαρτήτως προθέσεων. Η παράδοση της ελληνικής Αριστεράς, οι ήττες και η πολιτική της καχεξία, άλλωστε, έχουν καθοριστεί σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από τον διαχρονικά κυρίαρχο στις τάξεις της εθνικοανεξαρτησιακό πατριωτισμό, παρά από τον οιονδήποτε ευρωπαϊσμό.

2. Προς επίρρωση, μάλιστα, είναι νομίζω προφανές, σε όποιον παρακολουθεί προσεκτικά τη σχετική συζήτηση την τελευταία περίοδο, πως η διεθνιστική κατανόηση της ιστορίας που χωρίς αμφιβολία χαρακτηρίζει τον Κουβελάκη επηρεάζει ελάχιστους από τους υποστηρικτές της άποψης περί «στάσης πληρωμών» κ.λπ. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι αφορά την αντίληψη περί της άρθρωσης του εθνικού με το διεθνές.

3. Δεν είναι τυχαίο, από αυτήν την άποψη, πως η μεγάλη πλειοψηφία των υποστηρικτών της «στάσης πληρωμών» θεωρεί ότι μείζων αιτία της σημερινής κρίσης είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού, η παραγωγική του ανικανότητα (άλλη διατύπωση του «η χώρα δεν παράγει τίποτε»), η «διαφθορά» και άλλα τέτοια. Όπως ακριβώς δεν είναι τυχαίο πως η «πρόταση εξόδου» αξονίζεται γύρω από μια ιδέα για «παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας, με την οποία άμεσα συνδέεται η επιμονή για επιστροφή στη δραχμή.

4. Για τους παραπάνω λόγους, μεταξύ άλλων, στην τοποθέτηση αυτή, όσο κι αν αναζητήσεις, δεν θα βρεις καμιά σχεδόν αναφορά σε κάποια από τις μαρξιστικές ερμηνείες της κρίσης. Θα βρεις πολλά για χρέη, ελλείμματα, πιστωτές, δάνεια και (υπερβολική) κατανάλωση, ελάχιστα, όμως, για υπερσυσσώρευση, κερδοφορία και εκμετάλλευση. Είναι ως εάν η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση να ενέσκηψε και ως θρυαλλίδα να ενέπλεξε τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό στα επίχειρα των «ιδιομορφιών» του, τις οποίες εν πολλοίς πληρώνει. Γι’ αυτό και είναι τόσο συχνή, νομίζω, η αναφορά στην νεοπαοικιοκρατία και τη μπανανία.

5. Το γεγονός πως ήδη αυτή η τοποθέτηση έχει εκφραστεί και στην κατεύθυνση του νέου ΕΑΜ και της μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας για την ανόρθωση της χώρας, κάνει τα πράγματα ακόμη πιο προβληματικά. Ενώ, δηλαδή, πράγματι οι παρούσες συνθήκες οδηγούν σε επιδείνωση της κατάστασης και τους μικρομεσαίους καπιταλιστές ή ελευθεροεπαγγελματίες, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως ο στόχος της επίθεσης είναι η μισθωτή εργασία. Αν η ανεργία ή η μεγάλη μείωση των εργατικών εισοδημάτων φέρνει εξ επαγωγής προβλήματα και στους επιχειρηματίες, στο μέτρο που μειώνει π.χ. δραματικά τη ζήτηση για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, αυτό δεν τους κάνει συμμάχους των εργαζομένων, τους οποίους εξίσου ή και περισσότερο από άλλους εκμεταλλεύονται στο δικό τους μικροεπίπεδο.

6. Είναι γνωστό πως ένας από τους κυριότερους λόγους για το δημοσιονομικό πρόβλημα είναι μια ταξικότατη φορολογική πολιτική, που απαλλάσσοντας –ή και υποβοηθώντας ανοιχτά τη φοροαποφυγή και φοροκλοπή- ευρύτατα κοινωνικά στρώματα διαμόρφωνε ταυτόχρονα την κοινωνική εκείνη συμμαχία που αποτέλεσε για δεκαετίες το βασικό υποστήριγμα του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Δεν ευνοήθηκε από αυτά μόνο το περίφημο «μεγάλο κεφάλαιο», αλλά το κεφάλαιο συνολικά –και, ακόμη, στρώματα πέρα από το κεφάλαιο. Η εργατική τάξη δεν έχει κανένα ισοδύναμο όφελος να συνεισφέρει σε αυτά τα στρώματα, ώστε να τα κάνει συμμάχους της. Το πιθανότερο είναι να γίνει η ίδια ένα ισχυρά υποταγμένο υποκείμενο, εάν δεν υπάρξει μια πειστική αριστερή στρατηγική που πρώτο μέλημα έχει την εξυπηρέτηση των δικών της ταξικών συμφερόντων.

7. Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία η ιεράρχηση των αιτημάτων που θέτουμε προγραμματικά. Η σαφώς ταξική -και καθόλου συνδικαλίζουσα- έγκληση, που θέτει ως πρώτο στόχο το «να πληρώσουν οι καπιταλιστές και τα στηρίγματά τους» μεταξύ άλλων και μέσα από μια ισχυρά προοδευτική φορολογική πολιτική, είναι λογικά πρότερη της ενασχόλησης με το χρέος και τη ριζική αναδιαπραγμάτευσή του, στο μέτρο που αποτελεί προϋπόθεση μιας εξέλιξης στα δημοσιονομικά με εργατικό πρόσημο. Χωρίς αυτό το άμεσα ταξικό περιεχόμενο, οποιαδήποτε «επίλυση» των ζητημάτων αυτών θα είναι συντριβή των κατώτερων τάξεων.

8. Η πρόταξη της διεθνούς διάστασης τόσο των προβλημάτων όσο και των λύσεων που πρέπει να επιδιώξει η Αριστερά, κάνει, νομίζω, πολύ αληθοφανέστερη την πρότασή της. Κάθε μέρα που περνάει, δίνει όλο και περισσότερα επιχειρήματα στην αριστερή θέση για την κοινότητα των συμφερόντων των εργαζομένων σε διεθνές επίπεδο. Η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Βρετανία, η Γαλλία, η ίδια η Γερμανία και οι ΗΠΑ, με τις «ιδιομορφίες» τους η καθεμιά υποδεικνύουν αυτήν την κοινότητα. Γι’ αυτό και τα αιτήματα για ενιαία δημοσιονομική πολιτική, που αντιμετωπίζει τις ασυμμετρίες σε επίπεδο Ευρώπης ή για δανεισμό από την ΕΚΤ με επιτόκιο 1% ή και λιγότερο μπορούν να ενοποιήσουν τους αγώνες σε ηπειρωτικό επίπεδο και να τους καταστήσουν αποτελεσματικούς. Είναι η μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών λαών που θα ωφεληθεί από τέτοιες ρυθμίσεις και είναι εύκολα αποδείξιμο κάτι τέτοιο. Αυτό είναι, άλλωστε, που τρέμουν οι περίφημες «αγορές» πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε αθέτηση πληρωμών σε εθνικό επίπεδο. Είναι εντυπωσιακό, λοιπόν, ότι καταμαρτυρείται στην άποψη αυτή παραπομπή στις ελληνικές καλένδες του «πανευρωπαϊκού συντονισμού».

* * *

Ξέρω πως ο Στ. Κουβελάκης, όταν προτείνει όσα προτείνει, δεν έχει στο μυαλό του κάποια πορεία προς την «ανόρθωση της χώρας» και την «παραγωγική της ανασυγκρότηση». Το γεγονός πως τα έχουν οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους δεν έχει σημασία; Το θέτω έτσι όπως το κάνει και ο ίδιος όταν επικαλείται το «επιχείρημα της μεγάλης συμφωνίας»: «Γιατί, άραγε, όλοι αυτοί οι κατά τα άλλα αποκλίνοντες σε πλήθος θέματα αριστεροί να συγκλίνουν σε αυτήν την ατζέντα;».

Εξάλλου και εμείς -οι ευρωπαϊστές, που δεν είμαστε ευρωπαϊστές- έχουμε πλήρη συναίσθηση πως «η ΕΕ και η ευρωζώνη είναι μηχανισμοί στυγνής εκμετάλλευσης και κυριαρχίας των ισχυρών επί των αδυνάτων», όπως και τα εθνικά καπιταλιστικά κράτη, άλλωστε. Αυτή η διαπίστωση, ωστόσο, δεν είναι επαρκής για να απαντήσουμε στο ερώτημα «τι να κάνουμε;». Έτσι δεν είναι;

Πηγή Εποχή, Red NoteBook

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Ζαν-Λυκ Νανσύ: Η κοινότητα δεν υπήρξε ποτέ* - αποσπάσματα


Η χριστιανική, νεωτερική, ανθρωπιστική συνείδηση περί «απώλειας της κοινότητας» κατά πάσαν πιθανότητα είναι η υπερβατολογική αυταπάτη ενός λόγου που ξεπερνά τα όρια της δυνατής εμπειρίας του, η οποία στη βάση της είναι η εμπειρία της κλεμμένης εμμένειας. Η κοινότητα δεν υπήρξε, ή μάλλον, εάν είναι βέβαιο ότι η ανθρωπότητα γνώρισε (ή γνωρίζει ακόμη, εκτός του βιομηχανικού κόσμου) κοινωνικούς δεσμούς τελείως άλλους από αυτούς που γνωρίζουμε εμείς, η κοινότητα δεν υπήρξε σύμφωνα με όσα εμείς προβάλλουμε γι’ αυτήν πάνω σε διαφορετικές κοινωνικότητες. Δεν υπήρξε στους Ινδιάνους Γκουαγιακί, δεν υπήρξε σε μια εποχή που οι άνθρωποι ζούσαν σε καλύβες, δεν υπήρξε μέσα στο εγελιανό «πνεύμα ενός λαού», ούτε μέσα στη χριστιανική αγάπη [1]. Δεν ήρθε η Gesellschaft (μαζί με το κράτος, τη βιομηχανία, το κεφάλαιο) να διαλύσει μία προηγούμενη Gemeinschaft. Ίσως θα ήταν ορθότερο, παρακάμπτοντας όλες αυτές τις περιστροφές της εθνολογικής ερμηνείας και όλες τις οφθαλμαπάτες της προέλευσης ή του «άλλοτε», να πούμε ότι η Gesellschaft –η «κοινωνία», η αποσυνδετική διασύνδεση των δυνάμεων, των αναγκών και των σημείων- πήρε τη θέση κάποιου πράγματος για το οποίο δεν έχουμε όνομα ούτε έννοια, κάποιου πράγματος που εκπορευόταν ταυτόχρονα από μία επικοινωνία πολύ ευρύτερη από εκείνη του κοινωνικού δεσμού (με τους θεούς, το σύμπαν, τα ζώα, τους νεκρούς, με τους αγνώστους) και από έναν κατακερματισμό, πολύ πιο περιχαρακωμένο, πολύ πιο πολλαπλασιασμένο, αυτής της ίδιας σχέσης, που συχνά επέφερε πολύ πιο σκληρά αποτελέσματα (μοναξιάς, απόρριψης, εγκατάλειψης) απ’ όσο θα αναμέναμε εμείς ως ένα κοινοτικό μίνιμουμ εντός του κοινωνικού δεσμού. Η κοινωνία δεν έγινε στα ερείπια μιας κοινότητας. Έγινε μέσα από την εξαφάνιση ή μέσα από τη διατήρηση πραγμάτων –φυλών ή αυτοκρατοριών- τα οποία δεν είχαν ίσως περισσότερες σχέσεις με αυτό που εμείς αποκαλούμε «κοινότητα» απ’ ό,τι με αυτό που αποκαλούμε «κοινωνία». Κατά τρόπο ώστε, η κοινότητα, μακράν του να αποτελεί αυτό που η κοινωνία διέρρηξε ή έχασε, είναι αυτό που μας συμβαίνει –ερώτημα, προσδοκία, συμβάν, επιταγή- με βάση την κοινωνία.

Δεν υπήρξε λοιπόν καμία απώλεια, και γι’ αυτό το λόγο τίποτα δεν χάθηκε. Οι μόνοι που χαθήκανε είμαστε εμείς, που πάνω μας πέφτει βαριά ο «κοινωνικός δεσμός» (οι σχέσεις, η επικοινωνία) όπως το δίχτυ μιας οικονομικής, τεχνικής, πολιτικής, πολιτιστικής παγίδας. Εγκλωβισμένοι στους κόμβους του, πλάσαμε τη φαντασίωση της χαμένης κοινότητας.



* *



Αυτό που «χάθηκε» από την κοινότητα –η εμμένεια και η οικειότητα μιας θείας κοινωνίας- χάθηκε μόνο υπό την έννοια ότι μία τέτοια «απώλεια» είναι συστατική της ίδιας της «κοινότητας».

Αυτό δεν είναι απώλεια: η εμμένεια είναι, αντιθέτως, αυτό ακριβώς που, εάν συνέβαινε, θα καταργούσε αυτοστιγμεί την κοινότητα, ή ακόμα και την επικοινωνία, ως τέτοια. Το κατεξοχήν παράδειγμα, ή μάλλον η ίδια η αλήθεια, ενός τέτοιου γεγονότος, είναι ο θάνατος. Στο θάνατο (…) δεν υπάρχει πλέον κοινότητα, ούτε επικοινωνία: υπάρχει μόνο η διαρκής ταυτότητα των ατόμων.

Γι’ αυτό το λόγο, τα πολιτικά ή συλλογικά εγχειρήματα που κυριαρχούνται από μία βούληση απόλυτης εμμένειας έχουν ως αλήθεια τους την αλήθεια του θανάτου. Η εμμένεια, η κοινωνιακή σύντηξη [fusion communielle] περικλείει μια λογική που δεν είναι άλλη από τη λογική της αυτοκτονίας της κοινότητας που ρυθμίζεται απ’ αυτήν. Η λογική της ναζιστικής Γερμανίας δεν ήταν μόνο η λογική της εξόντωσης του άλλου, του υπανθρώπου που είναι εξωτερικός προς την κοινωνία του αίματος και του χώματος, αλλά επίσης, δυνάμει, και η λογική της θυσίας όλων εκείνων που, μέσα στην «Άρια» κοινότητα, δεν πληρούσαν τα κριτήρια της καθαρής εμμένειας, κατά τρόπο ώστε –αφού τέτοια κριτήρια ήταν προφανώς αδύνατο να οριστούν- μία εύλογη κατάληξη θα ήταν να αναπαραστήσουμε την όλη διαδικασία ως μία αυτοκτονία του ίδιου του γερμανικού έθνους. Εξάλλου, δεν θα ήταν εσφαλμένο να λέγαμε ότι αυτή πράγματι συνέβη, από ορισμένες απόψεις της πνευματικής πραγματικότητας αυτού του έθνους.

--------------------------------------------------------------- 
[1] Στο πρωτότυπο η ελληνική λέξη με λατινικά στοιχεία – σ.τ.μ.

* Απόσπασμα από το βιβλίο τού Jean-Luc Nancy La communauté désoeuvrée, Christian Bourgois, Παρίσι 2004 [1986], σ.33-36. Μετάφραση – σημειώσεις: Άκης Γαβριηλίδης.


Νανσύ: να διακόψουμε το ναζιστικό μύθο*

Γνωρίζουμε τη σκηνή: κάποιοι άνδρες είναι συναθροισμένοι, και κάποιος τους αφηγείται κάτι. Αυτοί οι συναθροισμένοι άνδρες δεν ξέρουμε ακόμη αν αποτελούν μια συνέλευση, αν είναι μία ορδή ή μία φυλή [tribu]. Aλλά τους λέμε «αδελφούς», επειδή είναι συναθροισμένοι, και επειδή ακούν την ίδια αφήγηση.

Εκείνος που διηγείται, δεν ξέρουμε ακόμη αν είναι δικός τους, ή αν είναι ξένος. Τον λέμε δικό τους, αλλά διαφορετικό απ’ αυτούς, επειδή έχει το χάρισμα, ή απλώς το δικαίωμα –εκτός κι αν είναι το καθήκον- να αφηγείται.

Δεν ήταν συναθροισμένοι πριν από την αφήγηση, η εξιστόρηση είναι αυτό που τους συναθροίζει. Πριν, ήταν διασκορπισμένοι (τουλάχιστον αυτό λέει, ενίοτε, η ίδια η αφήγηση), έσμιγαν, συνεργάζονταν ή αντιπαρατίθενταν χωρίς να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Αλλά ένας απ’ αυτούς στάθηκε ακίνητος μια μέρα, ή ίσως εμφανίστηκε, σαν να γύριζε από μια παρατεταμένη απουσία, από μια μυστήρια εξορία. Στάθηκε σε έναν μοναδικό τόπο, παράμερα από τους άλλους αλλά σε κοινή θέα, σε έναν λοφίσκο ή σε ένα δέντρο κεραυνοβολημένο, και ξεκίνησε την εξιστόρηση που συνάθροισε τους άλλους.

Τους λέει την ιστορία τους, ή τη δική του, μια ιστορία που όλοι ξέρουν, αλλά που μόνο αυτός έχει το χάρισμα, το δικαίωμα ή το καθήκον να αφηγείται. Είναι η ιστορία της καταγωγής τους: από πού προέρχονται, ή πώς προέρχονται από την ίδια την Καταγωγή –αυτοί, ή οι γυναίκες τους, ή τα ονόματά τους, ή όσοι άρχουν μεταξύ τους. Είναι λοιπόν εξίσου, ταυτόχρονα, η ιστορία της απαρχής του κόσμου, της απαρχής της συνάθροισής τους, ή της απαρχής της ίδιας της αφήγησης (και αυτό μας λέει επίσης, επ’ ευκαιρία, ποιος την δίδαξε στον παραμυθά, και πώς αυτός έχει το χάρισμα, το δικαίωμα ή το καθήκον να την αφηγείται).

Μιλά, εξιστορεί, ενίοτε τραγουδάει, ή μιμείται. Είναι ο ίδιος του ο ήρωας, και εκείνοι είναι εναλλάξ οι ήρωες της αφήγησης και εκείνοι που έχουν το δικαίωμα να την ακούν και το καθήκον να την μάθουν. Για πρώτη φορά, σε αυτή την ομιλία τού αφηγητή, η γλώσσα τους δεν χρησιμεύει σε τίποτε άλλο παρά στην αρμολόγηση και την παρουσίαση της αφήγησης. Δεν είναι πλέον η γλώσσα των ανταλλαγών τους, αλλά εκείνη της συνένωσής τους –η ιερή γλώσσα μιας θεμελίωσης και ενός όρκου. Ο αφηγητής τούς την διανέμει.

* * *

Είναι μια σκηνή πολύ αρχαία, αμνημόνευτη, και δεν συνέβη μία φορά, αλλά επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον, με τη συχνότητα όλων των συναθροίσεων των ορδών, που έρχονται να μάθουν την προέλευσή τους από φυλές, από αδελφότητες, από λαούς, από πολιτείες –συναθροισμένες γύρω από φωτιές αναμμένες παντού μέσα στη νύχτα των αιώνων, για τις οποίες δεν ξέρουμε ακόμη αν άναψαν για να ζεστάνουν τους άνδρες, για να απομακρύνουν τα ζώα, για να ψήσουν τροφή, ή μήπως για να φωτίσουν το πρόσωπο του αφηγητή, για να φαίνεται όταν λέει, ή τραγουδά, ή μιμείται την ιστορία (καλυμμένος ίσως από μία μάσκα), και για να κάψουν μια θυσία (ίσως με την ίδια του τη σάρκα) προς τιμήν των προγόνων, των θεών, των ζώων ή των ανδρών που δοξολογεί η ιστορία.

Η ιστορία μοιάζει συχνά συγκεχυμένη, δεν είναι πάντα συνεκτική, μιλάει για περίεργες δυνάμεις, για πολλαπλές μεταμορφώσεις, επίσης είναι βάναυση, άγρια, ανελέητη, αλλά καμιά φορά προκαλεί το γέλιο. Ονομάζει άγνωστα ονόματα, όντα που ποτέ δεν είδαμε. Αλλά όσοι είναι συναθροισμένοι τα καταλαβαίνουν όλα, καταλαβαίνουν τους εαυτούς τους και τον κόσμο ακούγοντας, και καταλαβαίνουν γιατί έπρεπε να συναθροιστούν, και γιατί έπρεπε κάποιος να τους το διηγηθεί αυτό.

* * *

Γνωρίζουμε καλά αυτή τη σκηνή. Πολλοί παραμυθάδες μάς την αφηγήθηκαν [1], αφού προηγουμένως μας συνάθροισαν σε αδελφότητες ειδημόνων, προορισμένες να γνωρίζουν ποιες ήταν οι καταγωγές μας. Οι κοινωνίες μας, μας είπαν, προέρχονται από αυτές ακριβώς τις συναθροίσεις, και οι πεποιθήσεις μας, οι γνώσεις μας, οι λόγοι μας και τα ποιήματά μας προέρχονται από αυτές τις αφηγήσεις.

Τις αφηγήσεις αυτές τις αποκάλεσαν μύθους. Η σκηνή που γνωρίζουμε καλά είναι η σκηνή του μύθου, η σκηνή της επινόησής του, της εξιστόρησής του και της μετάδοσής του.

Δεν είναι μια σκηνή ανάμεσα σε άλλες: είναι ίσως η ουσιώδης σκηνή κάθε σκηνής, κάθε σκηνογραφίας και κάθε σκηνικού· είναι ίσως η σκηνή πάνω στην οποία αναπαριστούμε τα πάντα, ή εμφανίζουμε όλες τις αναπαραστάσεις μας, εάν ο μύθος ορίζεται πριν απ’ όλα, όπως το θέλει ο Λεβί-Στρως [2], από το ότι με αυτόν, ή σε αυτόν, ο χρόνος γίνεται χώρος. Με το μύθο, η ροή παίρνει μορφή, το διαρκές πέρασμα σταθεροποιείται σε έναν παραδειγματικό τόπο δείξης και αποκάλυψης.

* * *

Επίσης ξέρουμε, πλέον, ότι η σκηνή αυτή είναι η ίδια μυθική.

Είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, ακόμα πιο προφανώς μυθική όταν είναι η σκηνή της ίδιας της γέννησης του μύθου, διότι αυτή η γέννηση συγχέεται τότε, ούτε λίγο ούτε πολύ, με την ίδια την προέλευση της ανθρώπινης συνείδησης και ομιλίας –και ο Φρόιντ, που μπορούμε να ορίσουμε ως τον τελευταίο επινοητή, ή μάλλον ως τον τελευταίο δραματουργό της σκηνής αυτής, την κηρύσσει ο ίδιος μυθική [3]. Αλλά η σκηνή είναι εξίσου μυθική όταν είναι απλώς η σκηνή, φαινομενικά λιγότερο υποθετική και περισσότερο θετική, της μετάδοσης του μύθου, ή η σκηνή –που θα μπορούσαμε να την πούμε εθνολογικο-μεταφυσική- μιας ανθρωπότητας δομημένης από τη σχέση της προς τους μύθους της: διότι πάντοτε πρόκειται για τη λειτουργία του μύθου ως προέλευσης ή αρχής [principe]. Ο μύθος είναι η προέλευση και αφορά την προέλευση: επιφέρει μία μυθική θεμελίωση, και μέσω της σχέσης αυτής θεμελιώνει τον εαυτό του (μια συνείδηση, έναν λαό, μια διήγηση).

Αυτή ακριβώς η θεμελίωση ξέρουμε ότι είναι μυθική. Ξέρουμε πλέον, όχι μόνο ότι κάθε «ανασυγκρότηση» της αρχικής ανάδυσης της μυθικής εξουσίας είναι «ένας μύθος», αλλά επίσης ότι η μυθολογία είναι δική μας εφεύρεση, και ότι ο μύθος ως τέτοιος είναι μία «ανεύρετη μορφή» [4]. Ξέρουμε καλά –μέχρις ενός σημείου- ποια είναι τα περιεχόμενα των μύθων, αλλά δεν ξέρουμε τι θα πει αυτό: ότι είναι μύθοι. Ή μάλλον, ξέρουμε ότι, αν δεν επινοήσαμε τις ιστορίες, ωστόσο επινοήσαμε τη λειτουργία των μύθων που διηγούνται αυτές τις ιστορίες. Η ανθρωπότητα που αναπαρίσταται στη σκηνή του μύθου, η ανθρωπότητα που γεννιέται η ίδια παράγοντας τον μύθο –η ανθρωπότητα που, ακριβώς μυθεύει και, σε αυτή τη μύθευση, γίνεται πραγματικά ανθρώπινη-, αποτελεί μια σκηνή εξίσου φανταστική με όλες τις πρωταρχικές σκηνές. Όλοι οι μύθοι είναι πρωταρχικές σκηνές, όλες οι πρωταρχικές σκηνές είναι μύθοι (ο Φρόιντ παίζει και εδώ το ρόλο του επινοητή). Και ξέρουμε επίσης ότι η ιδέα μιας «νέας μυθολογίας», η ιδέα να προβούμε σε μια νέα ποιητικο-θρησκευτική θεμελίωση, είναι ταυτόχρονη με τη νεωτερική επινόηση ή εκ νέου επινόηση της μυθολογίας, την εποχή του ρομαντισμού. Ο ρομαντισμός ο ίδιος θα μπορούσε να οριστεί ως η επινόηση της σκηνής του θεμελιωτικού μύθου, ως η ταυτόχρονη συνείδηση της απώλειας της ισχύος αυτού του μύθου και ως η επιθυμία ή η θέληση να ξαναβρεθεί αυτή η ζωντανή ισχύς της καταγωγής, ταυτόχρονα με την καταγωγή αυτής της ισχύος. Για τον Νίτσε, που εν μέρει τουλάχιστον κληρονομεί αυτή τη ρομαντική επιθυμία μιας «νέας μυθολογίας», η ελεύθερη δημιουργός ισχύς την οποία αρέσκεται να αποδίδει, περισσότερο από κάθε άλλον, στο λαό των [αρχαίων] Ελλήνων, πηγάζει από το «μυθικό συναίσθημα του ελεύθερου ψέματος» [5]: η επιθυμία του μύθου απευθύνεται ρητά στη μυθική (πλασματική) φύση του (δημιουργού) μύθου. Ο ρομαντισμός, ή η θέληση για ισχύ του μύθου …

Η διατύπωση αυτή στην πραγματικότητα ορίζει, πέρα από το ρομαντισμό και πέρα από τη νιτσεϊκή μορφή του, μια ολόκληρη νεωτερικότητα: όλη αυτή την ευρεία νεωτερικότητα η οποία περικλείει, σε μια περίεργη συμμαχία που μορφάζει, την ποιητικο-εθνολογική νοσταλγία μιας πρώτης ανθρωπότητας που μυθεύει και τη θέληση να αναγεννηθεί η γηραιά ευρωπαϊκή νεωτερικότητα με τη νεκρανάσταση των πιο αρχαίων της μύθων, και με την ένθερμη σκηνοθέτησή τους: εννοώ, φυσικά, το ναζιστικό μύθο [6].

Τα ξέρουμε όλα αυτά: είναι μία γνώση που μας κόβει την ανάσα, και που μας αφήνει, αποκλεισμένους, όπως σε κάθε εσχατιά της ανθρωπότητας. Δεν θα επανέλθουμε σε μια μυθική ανθρωπότητα της πρωταρχικής σκηνής, ούτε θα ξαναβρούμε τι μπορούσε να σημαίνει «ανθρωπότητα» πριν από τη φωτιά του άριου μύθου. Ξέρουμε εξάλλου ότι αυτές οι δύο εσχατιές συνδέονται, ότι η επινόηση του μύθου συνδέεται με τη χρήση της ισχύος του. Αυτό δεν πάει να πει ότι οι στοχαστές του μύθου, από το 19ο αιώνα, είναι υπεύθυνοι για το ναζισμό· πάει να πει όμως ότι η σκέψη του μύθου, η μυθική σκηνογραφία, ανήκει στο ίδιο σύνολο με την υλοποίηση –και τη σκηνοθέτηση- ενός «Volk»και ενός «Reich» με την έννοια που έδωσε στις έννοιες αυτές ο ναζισμός. Ο μύθος, πράγματι, είναι πάντοτε «λαϊκός» και «χιλιαστικός» –τουλάχιστο σύμφωνα με τη δική μας εκδοχή, με την εκδοχή που η δική μας μυθική σκέψη δίνει στο πράγμα που αποκαλείται «μύθος» (διότι είναι πιθανό για άλλους, για τους «πρωτόγονους» παραδείγματος χάρη, αυτό το ίδιο πράγμα να είναι τελείως αριστοκρατικό και εφήμερο …).

Υπ’ αυτή την έννοια, δεν έχουμε πλέον τίποτα να κάνουμε με το μύθο. Θα έμπαινα στον πειρασμό να πω: δεν έχουμε πια καν το δικαίωμα να μιλάμε, να ενδιαφερόμαστε γι’ αυτόν. Η ίδια η ιδέα του μύθου συνοψίζει ίσως από μόνη της όλο αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε άλλοτε την παραίσθηση, άλλοτε την απάτη της αυτοσυνείδησης ενός κόσμου νεωτερικού που αυτοεξαχνίστηκε στη θρυλική αναπαράσταση της ίδιας του της ισχύος. Η ιδέα του μύθου συγκεντρώνει ίσως από μόνη της όλη την αξίωση της Δύσης να ιδιοποιηθεί την ίδια της την καταγωγή, ή να της αποσπάσει το μυστικό της, για να μπορεί επιτέλους να ταυτιστεί, απολύτως, γύρω από την ίδια της την εκφορά και την ίδια της τη γέννηση. Η ιδέα του μύθου παρουσιάζει ίσως από μόνη της την ίδια την Ιδέα της Δύσης, στη διαρκή της αναπαράσταση και ενόρμηση μιας αναδρομής στις ίδιες της τις πηγές, για να αναγεννηθεί εκεί ως προορισμός της ανθρωπότητας. Υπ’ αυτή την έννοια, επαναλαμβάνω, δεν έχουμε πλέον τίποτα να κάνουμε με το μύθο.

* * *

Εκτός κι αν αυτό θα ήταν, όπως συμβαίνει συχνά, ο πιο σίγουρος τρόπος για να αφήσουμε αυτό που θέλουμε να ξεφορτωθούμε ελεύθερο να αναπτυχθεί και να γίνει ακόμα πιο απειλητικό. Ίσως δεν αρκεί να ξέρουμε ότι ο μύθος είναι μυθικός. Η γνώση αυτή είναι ίσως ανεπαρκής, ίσως μάλιστα να περιέχεται ήδη, ιδεατά, μέσα στο μύθο. Ίσως θα πρέπει επιπλέον να αποσυναρμολογήσουμε αυτή τη λογική του μύθου, για να προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τι μπορούμε να κάνουμε, όχι με το μύθο, αλλά με αυτό το τέλος του μύθου στο οποίο τα πάντα φαίνεται να οδηγούν.

Σε αυτή την κατάσταση ο Μπατάιγ είχε δώσει το όνομα απουσία μύθου. Για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω, εγώ θα αντικαταστήσω αυτή την έκφραση με εκείνη της διακοπής του μύθου. Το επίδικο αντικείμενο δεν είναι ένα δίλημμα ανάμεσα στην απουσία του μύθου και την παρουσία του. Αν υποθέσουμε ότι «ο μύθος» προσδιορίζει πέρα από τους μύθους, ή και ενάντια στον ίδιο το μύθο, κάτι που δεν μπορεί απλώς να εξαφανιστεί, το επίδικο θα ήταν ένα πέρασμα στο όριο του μύθου, στο πέρασμα σε ένα όριο όπου ο ίδιος ο μύθος θα τελούσε όχι τόσο υπό κατάργηση αλλά υπό αναστολή, υπό διακοπή. Η υπόθεση αυτή δεν εκπροσωπεί ίσως τίποτε άλλο από αυτό που είχε κατά νου ο Μπατάιγ όταν πρότεινε να θεωρήσουμε την ίδια την απουσία μύθου ως μύθο: η διατύπωση αυτή, τυπικά τουλάχιστον, ορίζει μία εσχατιά, έναν μύθο διακεκομμένο, ή έναν μύθο υπό διακοπή. Πράγμα που δεν είναι το ίδιο με αυτό που κάποτε αποκαλούσαμε «απομυθοποίηση».

--------------------------------------------
[1] Θα έπρεπε να αναφέρουμε πάρα πολλούς, αν θέλαμε να είμαστε πλήρεις. Ας πούμε ότι η πλήρης εκδοχή αυτής της σκηνής δουλεύτηκε από τον Χέρντερ μέχρι τον Όττο, περνώντας από τους Σλέγκελ, Σέλλινγκ, Γκαίρρες, Μπαχόφεν, Βάγκνερ, την εθνολογία, Φρόιντ, Κερένυι, Γιόλλες, Κασσίρερ. Χωρίς να ξεχνάμε τον Γκαίτε. Πρόσφατα, ένας Γερμανός θεωρητικός συγκέντρωσε και αναπροσάρμοσε όλα τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της σκηνής, επαναλαμβάνοντας και αυτός τη ρομαντική έκκληση για μια «νέα μυθολογία» (αναμιγνύοντας ταυτόχρονα και αυτός, ως όφειλε, το μοτίβο ενός τέλους ή ακριβέστερα ενός αυτοξεπεράσματος της μυθολογίας): Manfred Frank, Der kommende Gott [Ο θεός που έρχεται], Frankfurt a.M., Suhrkamp, 1982. Αλλά τα τελευταία χρόνια το μυθολογικό θέμα ξανακούγεται λίγο-πολύ παντού.

[2] Claude Lévi-Strauss, Le Regard éloigné [Το απομακρυσμένο βλέμμα], Paris, Plon, 1983, σ. 301.

[3] Πρβλ. Συλλογική ψυχολογία και ανάλυση του εγώ, Παράρτημα Β.

[4] Marcel Detienne, L’invention de la mythologie, Paris, Gallimard 1981. Σε ένα πιο πρόσφατο άρθρο του(«Le mythe, en plus ou en moins», l’Infini no 6, άνοιξη 1984), ο Μ. Ντετιέν, που αυτή τη φορά μιλάει για την «φευγαλέα και άπιαστη ουσία του μύθου», μου φαίνεται ότι προσκομίζει ολοένα περισσότερα στοιχεία, πραγματολογικά και θεωρητικά, για ένα στοχασμό όπως αυτός που προτείνω εδώ. Όσο για την επινόηση, τις παραλλαγές και τις απορίες του λόγου περί μύθου, πρβλ. πολλές από τις συμβολές και τις συζητήσεις που περιέχονται στο Terror un Spiel – Probleme der Mythenrezeption, München 1971.

[5] Απόσπασμα του 1982. Παρατίθεται στο Terror un Spiel, σ. 25.

[6] Πρβλ. Léon Poliakov, le Mythe aryen, Paris, 1971· Robert Cecil, The Myth and the Master Race – A. Rosenberg and Nazi Ideology, New York, 1972· Ph. Lacoue – Labarthe & Jean-Luc Nancy, “Le mythe nazi” in les Mécanismes du fascisme, Colloque de Schiltigheim, Strasbourg, 1980 [= Ο μύθος του ναζισμού, Εστία, Αθήνα 2008]. Θα έπρεπε όμως να μελετήσουμε ευρύτερα την είσοδο του μύθου στη νεωτερική πολιτική σκέψη, για παράδειγμα στον Σορέλ, και παλιότερα στον Βάγκνερ –και γενικότερα τις σχέσεις του μύθου με την ιδεολογία κατά την έννοια της Χάννα Άρεντ, καθώς και την ιδεολογία του μύθου … Θα αρκεστώ εδώ σε μία περιθωριακή και ελλειπτική διευκρίνιση· ο Τόμας Μανν έγραφε τον Κερένυι το 1941: «Πρέπει να αποσπάσουμε το μύθο από τον διανοητικό φασισμό, και να αντιστρέψουμε τη λειτουργία του σε ανθρώπινη κατεύθυνση». Μου φαίνεται ότι ακριβώς αυτό δεν πρέπει να κάνουμε: η λειτουργία του μύθου, ως τέτοια, δεν είναι δυνατό να αντιστραφεί· πρέπει να την διακόψουμε. ( Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τόμας Μανν δεν είχε σκεφθεί ή προαισθανθεί τίποτε πέρα από όσα λένε ρητά οι διατυπώσεις αυτές).

* Ένα δεύτερο απόσπασμα από το βιβλίο τού Jean-Luc Nancy La communauté désoeuvrée, Christian Bourgois, Παρίσι 2004 [1986], σ. 109-120, μετά το Ζαν-Λυκ Νανσύ: Η κοινότητα δεν υπήρξε ποτέ. Επιλογή αποσπασμάτων και ελληνικού τίτλου, μετάφραση : Α.Γ.