Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Moishe Postone, Κριτική κοινωνική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο & Παραδοσιακός Μαρξισμός


Αναδημοσίευση από poetry must be done by each and everyone και Marxist Reloaded


Κριτική κοινωνική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο & Παραδοσιακός Μαρξισμός
Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse» (των Βασικών γραμμών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας) (1)


του Moishe Postone


Η Κοινωνική κριτική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο

Η κριτική κοινωνική θεωρία δεν ακολούθησε τους εκτεταμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών που διανύουμε. Την σφοδρή και γόνιμη αναγέννηση της Μαρξιστικής σκέψης και επιστημολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 επακολούθησε μία σταθερή στροφή απομάκρυνσης από τον Μαρξισμό από την πλευρά αρκετών θεωρητικών. Η σφαίρα της διανόησης κυριαρχήθηκε από μεταμοντέρνες και ματαστρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις που εμφανίζονταν σε πολλούς ως εύλογες κριτικές του Μαρξισμού. Ωστόσο κατέστη όλο και πιο σαφές ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς την σημερινή εποχή. Αποτυγχάνουν να διαφωτίσουν τις βασικές ιστορικές αλλαγές που έχουν αναδιαρθρώσει τον κόσμο στις πρόσφατες δεκαετίες. Ακόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας, ο Φουκό και ο Ντεριντά εμφανίζονται τώρα ως θεωρητικοί μιας φθίνουσας ιστορικής κοινωνικής διαμόρφωσης - του παρακμάζοντος Φορντισμού. Οι κριτικές τους προσεγγίσεις διασαφηνίζουν όλο και λιγότερο το σύγχρονο κοινωνικό σύμπαν.

Ένα προφανές μειονέκτημα αυτών των μετα-μαρξιστικών πραγματειών είναι η απουσία σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων, μία απουσία που είναι κραυγαλέα επάνω στην αντιμετώπιση της συνεχούς εξέλιξης της παγκοσμιοποίησης. Συγχρόνως είναι ξεκάθαρο πως όσο απαραίτητη κι' αν είναι η ενσωμάτωση αυτών των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων στις κριτικές θεωρίες του παρόντος δεν μπορεί να υπάρξει καμία εύσχημη επιστροφή στον παραδοσιακό Μαρξισμό. Η παραδοσιακή θεωρητική δομή απέτυχε να παρέχει την βάση για μία επαρκή ιστορική ανάλυση των Κομμουνιστικών καθεστώτων της συσσώρευσης. Οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις τους τέθηκαν σε αμφισβήτηση επί τη βάσει της αυξανόμενης σπουδαιότητας των επιστημονικών γνώσεων και της προηγμένης τεχνολογίας στην εξέλιξη της παραγωγής. Και τα ιδανικά της χειραφεσίας τους ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τις τρέχουσες κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες.

Παρ’ όλα αυτά οι τωρινές ιστορικές τάσεις υποδηλώνουν την σπουδαιότητα για την εκπόνηση μίας πιο επαρκούς κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού. Αν και αυτές οι τάσεις περιλαμβάνουν μέσα τους τις εξελίξεις που υπογραμμίζουν τον αναχρονιστικό χαρακτήρα της παραδοσιακής Μαρξιστικής θεωρίας - όπως είναι για παράδειγμα ο πολλαπλασιασμός των νέων κοινωνικών κινημάτων με τα μαζικά οικολογικά κινήματα, τα φεμινιστικά και τα κινήματα των γκέι, τα κινήματα χειραφέτησης των μειονοτήτων, καθώς επίσης, και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια που εκφράζεται σε διάφορα «φονταμενταλιστικά» κινήματα - οι πρόσφατες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από την επανεμφάνιση των οικονομικών εξαρθρώσεων που εξαπλώθηκαν σε όλο τον πλανήτη και την εντατικοποίηση των ένδο-καπιταλιστικών αντιπαλοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν πως μία επαρκής κριτική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αφενός τις σημαντικές νέες του διαστάσεις και αφετέρου την υποκείμενη συνέχεια του ως καπιταλισμού.

Οι Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse) μπορούν να παρέχουν το σημείο εκκίνησης για μία αναζωογονημένη κριτική ανάλυση βασισμένη σε μία θεμελιακή επανεξέταση της καπιταλιστικής φύσης. Αυτό το χειρόγραφο συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1857-58 και αφού εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 δεν είχε γίνει ευρέως γνωστό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έως τις αρχές της δεκαετίας του '70. Καίτοι ο Μαρξ δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί όλες τις πτυχές της ώριμης κριτικής θεωρίας του μέσα στις Βασικές Γραμμές, η γενική κατεύθυνση της για την καπιταλιστική νεωτερικότητα όπως και η φυσιογνωμία και η σημασία των θεμελιακών κατηγοριών αυτής της κριτικής προκύπτουν ξεκάθαρα σε αυτό το χειρόγραφο. Το Κεφάλαιο είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί και υπόκειται εύκολα σε παρανοήσεις καθόσον είναι πολύ αυστηρά δομημένο ως μία έμφυτη κριτική - κριτική που επιχειρήθηκε από μία σκοπιά σύμφυτη με το αντικείμενο της ερευνάς της. Για τον λόγο αυτό οι κατηγορίες του μπορούν να παρεξηγηθούν ως καταφατικές και όχι ως κριτικές. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά, το αντικείμενο της κριτικής του Μαρξ θεωρήθηκε σαν να είναι η σκοπιά της κριτικής του - ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα. Αυτή η παρανόηση δεν αποτελεί πρόβλημα για τις Βασικές Γραμμές αφού αυτές δεν είναι τόσο αυστηρά δομημένες. Επειδή ο Μαρξ ακόμα επεξεργαζόταν την κατηγορική (2) ανάλυση του σ’ αυτό το χειρόγραφο, η στρατηγική του πρόθεση είναι πιο προσιτή απ’ ό,τι στο Κεφάλαιο. Ως εκ τούτου οι Βασικές Γραμμές (Grundrisse) μπορούν να διαφωτίσουν την φύση και την κατεύθυνση της συνεκτικής κριτικής του Μαρξ για την πολιτική οικονομία. Η ανάγνωση υπό το πρίσμα του χειρόγραφου του 1857-8 αυτής της κριτικής μπορεί να παρέχει την βάση για μία καταλληλότερη κριτική θεωρία του σύγχρονου κόσμου από αυτή που είναι εφικτή μέσα στο παραδοσιακό Μαρξιστικό πλαίσιο θεωρίας. (3)


Παραδοσιακός Μαρξισμός

Πριν αναπτύξω λεπτομερώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις αντίστοιχες παραπομπές από τις Βασικές Γραμμές (Grundrisse) θα περιγράψω εν συντομία την έννοια του «παραδοσιακού Μαρξισμού» σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική τάση του Μαρξισμού, αλλά γενικότερα στην εν γένει ανάλυση του καπιταλισμού η οποία βασίζεται ουσιαστικά σε όρους που αφορούν τις ταξικές σχέσεις, που εκπορεύονται από την ατομική ιδιοκτησία και δέχονται την μεσολάβηση της αγοράς. Οι σχέσεις κυριαρχίας γίνονται κατανοητές κυρίως από την σκοπιά της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μέσα σ' αυτήν την γενικευμένη ερμηνευτική δομή ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία διογκούμενη δομική αντίφαση μεταξύ των βασικών κοινωνικών σχέσεων (που ερμηνεύονται ως ατομική ιδιοκτησία και αγορά) και των παραγωγικών δυνάμεων (που ερμηνεύονται ως ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής). Ο σοσιαλισμός κατανοείται πρωταρχικά από την θέση της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό τους σχεδιασμό/συντονισμό εντός ενός βιομηχανοποιημένου πλαισίου. Δηλαδή συλλαμβάνεται ως ένας ακριβοδίκαιος και ρυθμιζόμενος τρόπος διανομής κατάλληλος για την βιομηχανική παραγωγή (αυτή γίνεται αντιληπτή ως μία διαδικασία ουσιαστικά ανεξάρτητη του καπιταλισμού).

Αυτή η καθολική κατανόηση είναι δεσμευμένη σε μια νομοτελειακή επεξήγηση των βασικών κατηγοριών της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Για παράδειγμα η κατηγορία της αξίας θεωρήθηκε γενικά ως μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως η άμεση ανθρώπινη εργασία συνεχώς και παντού δημιουργεί κοινωνικό πλούτο, που στον καπιταλισμό ο κύριος μεσολαβητής του είναι η αγορά. Η θεωρία του Μαρξ για την υπεραξία σύμφωνα με τις συγκεκριμένες γνώμες περιγράφει την ύπαρξη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης υποδηλώνοντας την εργασία που δημιουργεί μονάχα προϊόντα σε πλεόνασμα τα οποία στην συνέχεια ιδιοποιούνται από τον καπιταλιστή.(4)

Αυτή η συγκεκριμένη ερμηνεία βασίζεται σε μία διιστορική αντίληψη της εργασίας ως δραστηριότητας που διαμεσολαβεί τους ανθρώπους και την ίδια την φύση μετασχηματίζοντας την ύλη με τρόπους ηθικής στοχοπροσήλωσης και τίθεται ως προϋπόθεση της κοινωνικής ζωής. Η αντίληψη για την «δουλειά» την τοποθετεί ως πηγή του πλούτου σε όλες τις κοινωνίες και ως έννοια που συγκροτεί ό,τι είναι απολύτως οικουμενικό και πραγματιστικά κοινωνικό. Ωστόσο στον καπιταλισμό, η ιδιαιτερότητα και ο κατακερματισμός των κοινωνικών σχέσεων παρεμποδίζουν την αντίληψη μας ώστε να αποσαφηνίσει εντελώς ρεαλιστικά την έννοια της «δουλειάς». Γι' αυτό και η χειραφέτηση συνειδητοποιείται μέσα σε μία κοινωνική μορφή όπου η υπεριστορική «εργασία» απελευθερωμένη από τις διαστρεβλώσεις της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας έχει ρητά αναδειχθεί ως η κανονιστική αρχή της κοινωνίας. (Βεβαίως αυτή η ιδέα είναι οριοθετημένη μέσα σ' εκείνη της σοσιαλιστικής επανάστασης που πραγματώνεται ως «αυτό-συνείδηση» του προλεταριάτου). Η «εργασία» εδώ προσφέρει την σκοπιά από την οποία πραγματώνεται η κριτική του καπιταλισμού.

Εντός της βασικής εννοιολογικής δομής του «παραδοσιακού Μαρξισμού» υφίσταται ένα ευρύ φάσμα πολύ διαφορετικών θεωρητικών, μεθοδολογικών και πολιτικών προσεγγίσεων. (5) Έστω κι' αν παράχθηκαν πολύ ισχυρές οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές και πολιτισμικές αναλύσεις μέσα σε αυτό το σχήμα οι περιορισμοί του έχουν προ πολλού γίνει ευδιάκριτοι επάνω στο μέτωπο των ιστορικών εξελίξεων του 20ου αιώνα. Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους όρους που θέτει η αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού σήμερα, θα πρέπει τότε να θέσουμε και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κεφαλαίου που αποκόπτεται πλήρως από την παραδοσιακή Μαρξιστική δομή.

Έχει καταστεί σαφές, εξετάζοντας εκ των υστέρων, ότι η κοινωνική / πολιτική /οικονομική / πολιτισμική διαμόρφωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου ήταν ιστορικά ποικιλόμορφη – από τον μερκαντιλισμό μέσω του φιλελεύθερου καπιταλισμού του 19ου αι. και του καπιταλισμού του Φορντισμού με επίκεντρο του το κράτος στον 20ο αι. στον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλισμό. Και αυτό μας υποδεικνύει πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί πλήρως με καμία από τις ιστορικές του διαμορφώσεις με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ζήτημα της φύσης του θεμελιώδους πυρήνα του ως μορφή της κοινωνικής ζωής, δηλαδή αυτό που αφορά την ίδια την φύση του κεφαλαίου.


Grundrisse (Βασικές Γραμμές): ο καπιταλιστικός πυρήνας

Οι Βασικές γραμμές – Grundrisse βοηθούν στην αποσαφήνιση της συνεκτικής αντίληψης του Μαρξ για τον κατεξοχήν πυρήνα του καπιταλισμού και για την ουσία της ιστορικής του υπέρβασης με τρόπους που στοχεύουν πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Μαρξιστικής ερμηνείας. Σε μία παράγραφο κρίσιμης σημασίας του χειρογράφου που τιτλοφορείται «Αντίφαση ανάμεσα στη βάση* της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (μέτρο αξίας) και την ίδια την ανάπτυξη της» (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 536)** ο Μαρξ υποδηλώνει πως αντιλαμβάνεται κατά βάση τον πυρήνα του καπιταλισμού και μαζί τη θεμελιώδη αντίφαση του που γεννά το ιστορικό ενδεχόμενο της μετά-καπιταλιστικής μορφής της κοινωνικής ζωής. Ξεκινάει την παράγραφο δηλώνοντας ότι «Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία». (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538) Ο τίτλος και η αρχική πρόταση της εν λόγω παραγράφου υποδεικνύουν ότι για τον Μαρξ η κατηγορία της αξίας εκφράζει τις βασικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής – εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν με τον πιο θεμελιώδη τρόπο τον ίδιο τον καπιταλισμό ως μορφή της κοινωνικής ζωής. Συγχρόνως η κατηγορία της αξίας εκφράζει μία συγκεκριμένη μορφή πλούτου. Η ανάλυση της αξίας λοιπόν, θα πρέπει να διευκρινίζει αμφότερες αυτές τις όψεις. Ως μορφή πλούτου η αξία έχει γενικώς κατανοηθεί σαν η κατηγορία της διαμεσολάβησης της αγοράς επάνω στον πλούτο που δημιουργεί η εργασία. Κι’ όμως όταν ο Μαρξ αναφέρεται στην «ανταλλαγή» κατά την οποία εξετάζει την «αξιακή σχέση», στα αποσπάσματα που παρατίθενται, δεν εννοεί την ανταλλαγή της κυκλοφορίας αλλά εκείνη της παραγωγής – «την ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία». Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ για την αξία ως «βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» υποδηλώνει ότι αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται απλούστατα ως μία κατηγορία διανομής των εμπορευμάτων δηλαδή ως απόπειρα να θεμελιώσουμε την αποκαλούμενη αυτό-ρυθμιζόμενη αγορά. Αντίθετα, θα πρέπει να νοείται πρωτίστως ως κατηγορία της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.

Στις Βασικές γραμμές – Grundrisse, λοιπόν, η ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αντίφαση που εμφανίζεται στον καπιταλισμό ανάμεσα στις «σχέσεις της παραγωγής» και στις «δυνάμεις της παραγωγής» διαφέρει από εκείνη των παραδοσιακών Μαρξιστικών θεωριών, οι οποίες εστιάζουν κριτικά στον τρόπο της διανομής (αγορά, ατομική ιδιοκτησία) και αντιλαμβάνονται αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις σφαίρες της διανομής και της παραγωγής. Εκείνος κατηγορηματικά, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προσεγγίσεις που εννοιοδοτούν τον ιστορικό μετασχηματισμό με όρους που αφορούν τον τρόπο της διανομής χωρίς να αναλογίζονται την δυνατότητα ότι ο τρόπος της παραγωγής δύναται να μεταμορφωθεί, παίρνοντας ως παράδειγμα την δήλωση του Τζον Στιούαρτ Μιλλ πως «οι νόμοι και οι όροι της παραγωγής πλούτου έχουν τον χαρακτήρα αληθειών του φυσικού κόσμου... Αυτό δεν συμβαίνει με την διανομή του πλούτου, Αυτή είναι ζήτημα αποκλειστικά των ανθρώπινων θεσμών». (6) Αυτός ο διαχωρισμός σύμφωνα με τον Μαρξ είναι αβάσιμος: «Οι ‘‘νόμοι και όροι’’ της παραγωγής του πλούτου και οι ‘‘νόμοι της διανομής του πλούτου’’ είναι οι ίδιοι νόμοι με διαφορετική μορφή, μεταβάλλονται και οι δύο, υφίστανται την ίδια ιστορική διαδικασία και γενικά δεν είναι παρά συνθετικά στοιχεία μιας ιστορικής διαδικασίας» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 642).

Αν η διαδικασία της παραγωγής είναι αλληλένδετη με τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού, εν τούτοις, η πρώτη δεν μπορεί να εξισωθεί με τις δυνάμεις της παραγωγής που τελικώς έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές σχέσεις της παραγωγής. Άντ’ αυτού, η ίδια η διαδικασία της παραγωγής θα πρέπει να θεωρηθεί εγγενώς συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν με άλλα λόγια, ότι η αντίληψη του Μαρξ για την θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να νοείται μεταξύ της βιομηχανικής παραγωγής από την μία πλευρά και της αγοράς μαζί με την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία από την άλλη. Αυτή η αντίφαση απαιτεί περαιτέρω εξέταση.

Όταν ο Μαρξ μιλάει για την παραγωγή που βασίζεται στην αξία την περιγράφει ως τρόπο παραγωγής που «προϋπόθεση της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, (δηλαδή) η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538). Εκείνο που χαρακτηρίζει την αξία ως μορφή πλούτου, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι ό,τι συνίσταται από την δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας στην διαδικασία της παραγωγής η οποία προσμετρείται χρονικά. Η αξία είναι μια κοινωνική μορφή που εκφράζει και μαζί βασίζεται επάνω στην δαπάνη του άμεσου εργασιακού χρόνου. Αυτή η μορφή για τον Μαρξ βρίσκεται μέσα στην ίδια την καρδιά του κεφαλαίου. Ως κατηγορία των θεμελιακών κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν τον καπιταλισμό η αξία εκφράζει αυτό που είναι και παραμένει το βασικό θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο η παραγωγή που βασίζεται στην αξία δημιουργεί μία δυναμική που οδηγεί σε εντεινόμενη όξυνση μεταξύ του θεμέλιου λίθου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αποτελεσμάτων της δικής του ιστορικής εξέλιξης:

"Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή –η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγια της εφαρμογής αυτής της επιστήμης στην παραγωγή... (Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης, ιδιαίτερα της φυσικής επιστήμης, και μαζί της όλων των άλλων, συνδέεται κι αυτή πάλι με την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής.) Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται –κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας– στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)**

Η αντίθεση μεταξύ αξίας και “πραγματικού πλούτου” είναι μεταξύ μίας μορφής πλούτου που βασίζεται επάνω στον “χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας” και μίας που δεν εξαρτάται στον άμεσο χρόνο εργασίας. Αυτή η αντίθεση είναι ζωτικής σημασίας ώστε να κατανοήσουμε την θεωρία της αξίας του Μαρξ και την αντίληψη του πάνω στην βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημειώνει ολοφάνερα ότι η αξία δεν αναφέρεται ως επί το πλείστον στον κοινωνικό πλούτο, αλλά είναι μία ιστορικά συγκεκριμένη, πιθανώς παροδική κατηγορία που νοηματοδοτεί το θεμέλιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πέραν τούτου, η αξία δεν είναι αμιγώς μία κατηγορία της αγοράς που συλλαμβάνει έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της κοινωνικής διανομής του πλούτου. Μία τέτοια ερμηνεία με επίκεντρο την αγορά –που σχετίζεται με την θέση του Μιλλ πως ο τρόπος της διανομής είναι ιστορικά ευμετάβλητος όχι όμως και ο τρόπος της παραγωγής– συνεπάγεται την ύπαρξη μιας υπεριστορικής μορφής πλούτου που κατανέμεται διαφορετικά σε ξεχωριστές κοινωνίες. Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ, η αξία είναι ιστορικά μία ειδική μορφή του κοινωνικού πλούτου και είναι ουσιαστικά εγγενής σ’ ένα ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της παραγωγής. Συνεπώς αυτό μας δείχνει ότι διαφορετικές μορφές της κοινωνίας συσχετίζονται με διαφορετικές μορφές του πλούτου. (Ο προβληματισμός του Μαρξ σ’ αυτό το σημείο δείχνει ότι η μορφή του πλούτου, το είδος της εργασίας και η ακριβής διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων διαφέρουν σε ποικίλους κοινωνικούς σχηματισμούς.)

Αρκετοί ισχυρισμοί που ασπάζονται την ανάλυση του Μαρξ επάνω στην μοναδικότητα της εργασίας ως πηγή της αξίας –τόσο υποστηρικτικοί όσο και επικριτικοί– παραβλέπουν την διάκριση του, μεταξύ ‘‘πραγματικού πλούτου” (ή ‘‘υλικού πλούτου”) και αξίας. Ωστόσο οι Βασικές Γραμμές – Grundrisse υποδεικνύουν ότι η «εργατική θεωρία της αξίας» δεν είναι μία θεωρία για την μοναδικότητα των ιδιοτήτων της εργασίας αορίστως, αλλά μία ανάλυση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αξίας ως μορφής πλούτου και ως εκ τούτου εξυπακούεται και ως ανάλυση της εργασίας που υποθετικά τον συγκροτεί. Επομένως είναι αποπροσανατολιστικό να επιχειρηματολογούμε υπέρ η κατά της θεωρίας του Μαρξ για την αξία σαν να επρόκειτο για την θεωρία της εργασίας του (υπεριστορικού) πλούτου – δηλαδή σαν ο Μαρξ να έχει συγγράψει μία πολιτική οικονομία αντί για την κριτική της πολιτικής οικονομίας. (7) Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως η ερμηνεία του Μαρξ για την κατηγορία της αξίας ως μίας συγκεκριμένης ιστορικά κατηγορίας αποδεικνύει ότι η ανάλυση του για την σύγχρονη κοινωνία είναι άψογη, αλλά προϋποθέτει ότι αυτή η ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη με τους δικούς της ιστορικά καθορισμένους όρους και όχι σαν να ήταν μία διιστορική θεωρία της πολιτικής οικονομίας και μάλιστα του είδους εκείνου που ο Μαρξ επέκρινε εντονότατα.

Αύτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αξία μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ είναι μία κριτική κατηγορία που αποκαλύπτει, αφενός την ιστορική ιδιαιτερότητα της μορφής του πλούτου, και αφετέρου της παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Η παράγραφος που παρατίθεται πιο πάνω δείχνει πως σύμφωνα με τον Μαρξ, η μορφή της παραγωγής που βασίζεται στην αξία αναπτύσσεται με τρόπο που φανερώνει την πιθανή ιστορική αυτοαναίρεση αυτής της αξίας. Σε μία ανάλυση που φαίνεται απολύτως σχετική με τις σύγχρονες συνθήκες ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι καθώς η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή αναπτύσσεται, η αξία καθίσταται ως μέτρο του κοινωνικού πλούτου όλο και λιγότερο κατάλληλη. Και αντιπαραβάλλει την αξία, μία μορφή πλούτου που είναι δέσμια με την δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου, με την γιγάντια πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας: η αξία καθίσταται αναχρονιστική με τους όρους των δυνατοτήτων του συστήματος παραγωγής που αυτή δημιουργεί. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνητικής τάσης θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αξίας.

Εν τούτοις αυτή η ιστορική δυνατότητα δεν σημαίνει απλά και μόνο πως όλο και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων είναι πλέον εφικτό να παραχθούν επάνω στην βάση του υφιστάμενου τρόπου βιομηχανικής παραγωγής και να κατανεμηθούν πιο δίκαια. Η λογική της αυξανόμενης αντίφασης, μεταξύ του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ και της αξίας, που εμφανίζει την πιθανότητα ο πρώτος να εκτοπίσει την τελευταία ως η (καθ)οριστική μορφή του πλούτου, υποδηλώνει επίσης και την δυνατότητα μίας διαφορετικής παραγωγικής διαδικασίας που θα βασίζεται επάνω σε μια καινούργια και πιο απελευθερωτική κοινωνική οργάνωση της εργασίας:

"Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας... Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της. Σ΄ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ΄ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ' αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)

Η συγκεκριμένη παράγραφος των Βασικών Γραμμών – Grundrisse καθιστά απολύτως σαφές ότι για τον Μαρξ η υπέρβαση του καπιταλισμού έχει ως συνέπεια την απενεργοποίηση της αξίας ως κοινωνικής μορφής του πλούτου, και εκείνη με τη σειρά της συνεπάγεται και το ξεπέρασμα του προκαθορισμένου τρόπου παραγωγής, που αναπτύχθηκε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο χρόνος της εργασίας πλέον δεν θα χρησιμεύει ως μέτρο του πλούτου και η παραγωγή του πλούτου αυτού δεν θα πραγματοποιείται στο εξής, κυρίως από την άμεση ανθρώπινη εργασία στην διαδικασία της παραγωγής: «Από την στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί την μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει –αναγκαστικά– ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Με άλλα λόγια ο Μαρξ αναλύει τις βασικές καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, την μορφή του πλούτου τους, την υλική μορφή της παραγωγής του και τον τρόπο που όλες αυτές είναι αλληλένδετες: η παραγωγή που επαφίεται στην αξία, ο τρόπος της παραγωγής που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και η βιομηχανική παραγωγή που βασίζεται στην εργασία των προλετάριων συνδέονται ουσιαστικώς στην ανάπτυξη της ανάλυσης του. Όθεν ο αυξανόμενα αναχρονιστικός χαρακτήρας της αξίας δηλοποιεί επίσης τον αυξανόμενα αναχρονιστικό χαρακτήρα της βιομηχανικής παραγωγικής διαδικασίας που εξελίσσεται μέσα στον καπιταλισμό. Η υπέρβαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, συνεπάγεται τον εκ βάθρων μετασχηματισμό της υλικής μορφής της παραγωγής, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι δουλεύουν.

Παρ’ όλα αυτά η σοσιαλιστική κοινωνία, σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν θα αναδυθεί αυτομάτως ως το αποτέλεσμα μίας γραμμικής, επαναστατικής ιστορικά εξέλιξης. Ο ριζικός μετασχηματισμός της παραγωγικής διαδικασίας που σκιαγραφείται ανωτέρω δεν είναι ένα οιονεί αυτόματο επακόλουθο της αστραπιαίας αύξησης της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης ή της εφαρμογής τους. Είναι περισσότερο μια δυνατότητα που παρουσιάζεται από την αυξανόμενη εσωτερική κοινωνική αντίφαση. Μολονότι η διαδρομή της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί την δυνατότητα μιας νέας, απελευθερωτικής κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, η γενική της συνειδητοποίηση είναι αδύνατη εντός του καπιταλισμού.

"Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία."
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 539)**

Το ζήτημα του ‘‘αναγκαίου’’ και του ‘‘υπερεργασιακού’’(πλεονασματικού)*** χρόνου εργασίας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εδώ πλήρως. Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, καίτοι ο καπιταλισμός τείνει να αναπτύσσει ισχυρότατες παραγωγικές δυνάμεις οι δυνατότητες των οποίων καθιστούν τάχιστα απαρχαιωμένη την οργάνωση της παραγωγής που είναι βασισμένη στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου, η δομή της οργάνωσης είναι αυτή που δεν επιτρέπει την πλήρη πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Η μόνη μορφή πλούτου που συγκροτεί το κεφάλαιο είναι αυτή που βασίζεται επάνω στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου. Γι’ αυτό τον λόγο ανεξαρτήτως της αυξανόμενης ασυμφωνίας μεταξύ της αξίας ως μέτρου και του υλικού πλούτου, η αξία εν τέλει δεν αντικαθίσταται από μία νέα μορφή πλούτου. (8) Άντ’ αυτού και σύμφωνα με τον Μαρξ, παραμένει η απαραίτητη δομική προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας (παρ’ ότι εκείνος υποστηρίζει σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, εμφανώς κριτικά πως αυτή δεν είναι ρεαλιστική).

Στην βάση των κατηγοριών του, της αξίας, του εμπορεύματος και του κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει πως ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία εγγενή αναπτυξιακή δυναμική. Ωστόσο αυτή η δυναμική παραμένει εντός των καπιταλιστικών ορίων: δεν υπερβαίνει την ίδια της την κατάσταση. Οι κατηγορίες καθηλώνουν αμφότερες, τόσο την δυναμική όσο και τα όρια της: εκείνο που καθίσταται ως «υπερεργασία» (σ.τ.μ. πλεονασματική) υπό τους όρους της παραγωγής του υλικού πλούτου παραμένει δομικά ‘‘αναγκαίο’’ για το κεφάλαιο. Ο καπιταλισμός δίνει την αφορμή για το ενδεχόμενο της αναίρεσης του, χωρίς όμως αυτή να σημαίνει αυτόματα ότι αυτός θα εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Ήτοι η δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας ενώ παραμένει κεντρική και απαραίτητη για το κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι η πρώτη καθίσταται αναχρονιστική από τις εξελίξεις που προκαλούνται από το τελευταίο, δημιουργεί μια εσωτερική όξυνση. Όπως έχω αναπτύξει λεπτομερώς στο «Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» ο Μαρξ αναλύει την φύση της βιομηχανικής παραγωγής και την αναπτυξιακή της τροχιά με αναφορά σε αυτή την όξυνση (Postone 1993: 307-66).

Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse υποδεικνύουν πως η ιδέα του Μαρξ για την δομική αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να ταυτίζεται άμεσα με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, όπως είναι η ταξική πάλη. Επίσης αποκαλύπτουν ότι η κατανόηση του Μαρξ για την καπιταλιστική αντίφαση δεν αναφέρεται με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο σε μία αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. (9) Ως εκ τούτου διαφέρει θεμελιακά από εκείνη του παραδοσιακού Μαρξισμού. Στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse ο Μαρξ δεν αναλύει την αντίφαση του καπιταλισμού ως εκείνης που βρίσκεται μεταξύ της διαδικασίας της παραγωγής και της αξίας, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής παραγωγής και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού. Αντιθέτως ο ίδιος αντιμετωπίζει την πρώτη όπως έχει διαμορφωθεί από την τελευταία: η παραγωγή του καπιταλισμού είναι ‘‘ο τρόπος της παραγωγής που βασίζεται στην αξία’’. Καθ’ αυτήν την έννοια στα τελευταία του γραπτά, ο Μαρξ αναφέρεται κατηγορηματικά στον βιομηχανικό τρόπο της παραγωγής ως «ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής… (τεχνολογικά εξ ίσου)» (Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, Εκδόσεις Α/Συνέχεια: 1990 // Marx, Karl 1994: 428). Αυτά τα χωρία από τις Βασικές Γραμμές – Grundrisse υπονοούν ότι είναι η υλική μορφή της παραγωγής που πρόκειται να μετασχηματιστεί ταυτόχρονα με την υπέρβαση του καπιταλισμού. Επίσης διαψεύδουν την ιδέα πως η κριτική θεωρία του Μαρξ είναι ένα είδος επαναστατικής τεχνολογικής αιτιοκρατίας. (10) Απεναντίας εκείνος πραγματεύεται την τεχνολογία και την διαδικασία της παραγωγής ως εκ της κοινωνίας συγκροτούμενες: είναι αυτές οι δύο που μορφοποιούνται από την αξία. Επομένως δεν θα πρέπει απλά να ταυτίζονται με τις “δυνάμεις της παραγωγής” που έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, παρ’ όλο που η τεχνολογία και η διαδικασία της παραγωγής διαπλάθονται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενσωματώνουν μαζί τους μία ανακολουθία. Η ανάλυση του Μαρξ κάνει διάκριση μεταξύ της πραγματικότητας από την μορφή που έχει λάβει η παραγωγή που συνίσταται από την αξία και της ροπής της – μιας ροπής που καθηλώνει την πιθανότητα μιας νέας μορφής παραγωγής. Αυτή η διάκριση σε τελευταία ανάλυση προέρχεται από την αντιφατική φύση των καπιταλιστικών σχέσεων, τις οποίες ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, τις θεμελιώνει επάνω στον διπλό χαρακτήρα των κατηγοριών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνικής ζωής.

Είναι σαφές από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν πως όταν ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές περιγράφει την υπέρβαση της αντίφασης του καπιταλισμού και δηλώνει ότι «η εργατική μάζα πρέπει η ίδια να ιδιοποιείται την υπερεργασία της» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 541) δεν υπαινίσσεται μόνο την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας και την χρήση των προϊόντων που είναι σε πλεόνασμα με ένα πιο ορθολογικό, δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο. Η ιδιοποίηση για την οποία ο Μαρξ κάνει λόγο περιλαμβάνει επίσης την αυτοπαθή εφαρμογή της δυνατότητας, που είναι ενσωματωμένη στην προηγμένη καπιταλιστική παραγωγή, επάνω στην ίδια την διαδικασία της παραγωγής. Το σύστημα της κοινωνικής αναπαραγωγής στο οποίο, ο πλούτος του δημιουργείται διά μέσου του σφετερισμού του άμεσου εργασιακού χρόνου και της δουλειάς των εργαζομένων ως γραναζιών ενός παραγωγικού μηχανισμού, είναι εφικτό να καταργηθεί. Αυτές οι δύο πλευρές του βιομηχανικού καπιταλιστικού τρόπου της παραγωγής είναι συνδεδεμένες, σύμφωνα με τον Μαρξ. Συνεπώς η υπέρβαση του καπιταλισμού όπως παρουσιάζεται στις Βασικές Γραμμές εμμέσως προβλέπει το ξεπέρασμα αμφότερων των τυπικών και ουσιαστικών πτυχών του τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στην μισθωτή εργασία. Συνεπάγεται την κατάργηση ενός συστήματος διανομής που είναι βασισμένο επάνω στην ανταλλαγή εργασιακής δύναμης ως εμπορεύματος για έναν μισθό με τον οποίο αποκτώνται τα μέσα κατανάλωσης: και συνεπάγεται επίσης την κατάργηση ενός συστήματος παραγωγής που βασίζεται επάνω στην προλεταριακή εργασία, δηλαδή από την μονόπλευρη και κατακερματισμένη εργασία που είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση της εργασίας η μαρξική αντίφαση πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία διογκούμενη αντίφαση μεταξύ του είδους της εργασίας που οι άνθρωποι εκτελούν υπό καπιταλιστικές συνθήκες και του είδους της εργασίας που θα μπορούσαν να εξασκούν εάν η αξία καταργούταν καθώς και της παραγωγικής τάσης που αναπτύχθηκε εξαρτώμενη του καπιταλισμού και που θα χρησιμοποιούταν αυτομάτως για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την τυραννία της αλλοτριωμένης κοινωνικής οργάνωσης που συντίθεται από την ίδια τους την εργασία. Μακριά από τη συνεπαγωγή της συνειδητοποίησης του προλεταριάτου, η υπέρβαση του καπιταλισμού ενέχει την υλική κατάργηση της προλεταριακής εργασίας. Η χειραφέτηση της εργασίας απαιτεί την χειραφέτηση από την (αλλοτριωμένη) εργασία.

Αυτή η ερμηνεία, παρέχοντας την βάση για μία ιστορική κριτική της συγκεκριμένης μορφής της παραγωγής εντός του καπιταλισμού (καθώς επίσης και της αφηρημένης διαμεσολάβησης και κυριαρχίας που εκφράζονται με τις κατηγορίες της αξίας και του κεφαλαίου) ρίχνει άπλετο φως στον πολύ γνωστό ισχυρισμό του Μαρξ πως ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της προϊστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας (Καρλ Μαρξ: Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας // Marx 1987: 264). Η έννοια της υπέρβασης της προλεταριακής εργασίας υποδηλώνει ότι η «προϊστορία» θα πρέπει να νοηθεί αναφορική με εκείνους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους η αδιάλειπτη παραγωγή πλεονάσματος είναι υπαρκτή και κυρίως βασίζεται στην άμεση ανθρώπινη εργασία. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι κοινό στις κοινωνίες που το πλεόνασμα δημιουργείται από τους σκλάβους, τους δουλοπάροικους ή τη μισθωτή εργασία. Ωστόσο ο σχηματισμός που βασίζεται επάνω στην μισθωτή εργασία, σύμφωνα με τον Μαρξ, χαρακτηρίζεται μοναδικά από μία δυναμική που μπορεί να προκαλέσει το ιστορικό ενδεχόμενο να καταστεί εφικτή η υπέρβαση του παραγωγικού πλεονασμού προϊόντων ο οποίος στηρίζεται στην ανθρώπινη εργασία ως εσωτερικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός θα μπορούσε να είναι δημιουργημένος μέσα στον οποίο «η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 538).

Για τον Μαρξ, λοιπόν, το τέλος της προϊστορίας σημαίνει την υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί απλώς και μόνο με την συγχώνευση της υπάρχουσας χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Η πραγμάτευση της παραγωγής από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές υποδεικνύει πως εκτός από τον διχασμό των δύο συγκεκριμένων τρόπων εργασίας, συνεπάγεται επίσης και ο προκαθορισμός των χαρακτηριστικών τους, που βρίσκει την προέλευση του στην υπάρχουσα μορφή της παραγωγής. Ο διχασμός τους θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο με την μετατροπή αμφότερων των υφιστάμενων τρόπων της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, δηλαδή με την ιστορική συγκρότηση μιας νέας δομής και συνάμα κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Μία τέτοια καινούργια δομή καθίσταται εφικτή, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ όταν το πλεόνασμα της παραγωγής παύει πλέον να στηρίζεται πρωταρχικά στην άμεση ανθρώπινη εργασία.

Το παράθεμα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse επάνω στην θεμελιακή αντίφαση του καπιταλισμού καθιστά σαφές, λοιπόν, πως η κριτική θεωρία του Μαρξ πρέπει ουσιαστικά να είναι κατανοητή ως η κριτική της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αντί να είναι η κριτική του καπιταλισμού από την σκοπιά της εργασίας (όπως υφίσταται στον παραδοσιακό Μαρξισμό). Αυτό έχει εκτεταμένες επιπτώσεις επάνω στην πρόσληψη του Κεφαλαίου και σκιαγραφεί μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην κριτική του Μαρξ επάνω στην πολιτική οικονομία και της διαδεδομένης (παρ)ερμηνείας της ως μίας πολιτικής οικονομίας της κατάκρισης. Βεβαίως δεν είναι εφικτή η λεπτομερής επεξεργασία μιας τέτοιας ανάγνωσης στο Κεφάλαιο, επάνω στην βάση των Βασικών Γραμμών, εντός της δομής του παρόντος κεφαλαίου. Όμως για να είμαστε σε θέση να σκαριφίσουμε περιληπτικά τα κύρια σημεία της είναι σημαντικό να εξετάσουμε εν συντομία μία άλλη κρίσιμη ενότητα των Βασικών Γραμμών με τίτλο «Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 66).

------------------------------------
Υποσημειώσεις:

(1) Ευχαριστίες του συγγραφέα στους: Ρόμπιν Μπέιτς και Τζέικ Σμιθ για τον αμοιβαία ανατροφοδότηση κριτικού αναστοχασμού.

(2) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με τον όρο «κατηγορηματικός», χρησιμοποιώ τον όρο «κατηγορικός» για να αναφερθώ στην προσπάθεια του Μαρξ να κατανοήσει τις μορφές του σύγχρονου κοινωνικού βίου με την βοήθεια των κατηγοριών της συνεκτικής κριτικής του.

(3) Μερικοί από τους ισχυρισμούς που παρουσιάζονται εδώ έχουν αναπτυχθεί και στο: «Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx's Critical Theory» (Postone 1993).

(4) Δες για παράδειγμα: G.A. Cohen, History, Labour and Freedom (Cohen 1988: 209-38); Maurice Dobb, Political Economy and Capitalism (Dobb 1940: 70-8); Jon Elster, Making Sense of Marx (Elster 1985: 127); Ronald Meeks, Studies in the Labour Theory of Value (Meeks 1956); John Roemer, Analytical Foundations of Marxian Economic Theory (Roemer 1981: 158-9); Ian Steedman, 'Ricardo, Marx, Sraffa' (Steedman 1981: 11-19); Paul Sweezy, The Theory of Capitalist Development (Sweezy 1968: 52-3).

(5) Αυτό περιλαμβάνει αμφότερα τα κυρίαρχα σκέλη των πιο πρόσφατων κριτικών ερμηνειών του Μαρξ – του Στρουκτουραλισμού και της Κριτικής Θεωρίας. Για παράδειγμα ο Αλτουσέρ διατύπωσε μια επιστημολογικά εξεζητημένη και δριμεία κριτική του «ιδεαλισμού της εργασίας» και της σχετιζόμενης ιδέας περί των ανθρώπων ως υποκειμένων: εισήγαγε την έννοια των κοινωνικών σχέσεων ως δομών που δεν είναι αναγώγιμες στην ανθρωπολογική διυποκειμενικότητα. Παρ' όλα αυτά, η εστίαση του επάνω στο ζήτημα της υπεραξίας από την άποψη της εκμετάλλευσης καθώς επίσης και επάνω στην φυσική, «υλική» διάσταση της παραγωγής είναι συσχετισμένη με αυτό που σε τελευταία ανάλυση είναι μία παραδοσιακή κατανόηση του καπιταλισμού (Althusser and Balibar 1970. 145-54, 165-82). Ο Λούκατς και ορισμένα μέλη της σχολής της Φρανκφούρτης επιχειρώντας να ανταποκριθούν θεωρητικώς στον ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού -που εξελισσόταν από μία μορφή που τοποθετούσε την αγορά στον πυρήνα της σε μία γραφειοκρατική μορφή που την αντικαθιστούσε με την τοποθέτηση του Κράτους στο κέντρο της- σιωπηρά παραδέχτηκαν τις ανεπάρκειες της κριτικής θεωρίας της νεωτερικότητας που προσδιόριζε τον καπιταλισμό αποκλειστικά με όρους του 19ου αιώνα, ήτοι με τους όρους της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ωστόσο κι' εκείνοι παρέμειναν δεσμευμένοι σε ορισμένες από τις προϋποθέσεις της εν λόγω κοντόφθαλμης θεωρίας. (βλ: Πόστοουν 1993: σελ 71-120).

(6) Τζ. Στ. Μιλλ: Αρχές Πολιτικής Οικονομίας (2η έκδοση Λονδίνο 1849 τ.1 σελ. 240) παρατίθεται από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse σελ: 642 Τετράδιο VII, 44.

(7) Ο Τζον Έλστερ μας παρέχει ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επιχειρηματολογεί εναντίον της θεωρίας του Μαρξ για την αξία και την υπεραξία αρνούμενος «ότι οι εργάτες έχουν μια μυστηριώδη ικανότητα να δημιουργούν εκ του μηδενός» και άντ' αυτού υποστηρίζει πως «η ικανότητα του ανθρώπου να κεφαλαιοποιεί το περιβάλλον καθιστά δυνατό ένα πλεόνασμα πέρα και πάνω από ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης» (Elster 1985: 141). Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της δημιουργίας του πλούτου κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ισχυρισμός του Έλστερ λαμβάνει ανεπιφύλακτα την αξία ως διιστορική κατηγορία, συσκοτίζοντας ως εκ τούτου την διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ «αξίας» και «πραγματικού πλούτου».

(8) Η ιδέα πως η αξία, για τον Μαρξ, δεν είναι μία γενική κατηγορία του πλούτου, αλλά ορίζει την μορφή του πλούτου και τις κοινωνικές σχέσεις που υφίστανται στην ‘καρδιά’ της καπιταλιστικής νεωτερικότητας έχει παρανοηθεί από στοχαστές τόσο ανόμοιους μεταξύ τους όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο Ντάνιελ Μπελλ και ο Αντόνιο Νέγκρι. Αμφότεροι ο Χάμπερμας με τον Μπελλ υποστήριξαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είχε εκτοπιστεί ιστορικά και πως η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί μία ‘‘επιστημονική και τεχνολογική θεωρία της αξίας’’. Και οι δυο τους τοιουτοτρόπως συσκότισαν τον διάχωρισμό του Μαρξ ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘πραγματικό πλούτο’’ και ως εκ τούτου την διαλεκτική δυναμική που εκείνος είχε αναπτύξει (Habermas 1973: 222-9); (Bell 1973: xiv). Ο Νέγκρι ισχυρίστηκε ότι η περιγραφή του Μαρξ σε αυτό που έχω εκθέσει ως μία μετα-καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στις Βασικές Γραμμές στην πραγματικότητα περιγράφει τον σύγχρονο καπιταλισμό, ο οποίος δεν βασίζεται πλέον στον Νόμο της Αξίας, αλλά στον ‘‘Νόμο της Προσταγής’’ (Negri 1989: 144ff.). Τέτοιες θέσεις αντικαθιστούν σιωπηρά μια γραμμική θεώρηση της ιστορίας σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αναγκαιότητα και τον πλεονασμό.

(9) Το επιχείρημα πως η πρωταρχική καπιταλιστική αντίφαση για τον Μαρξ είναι δομική και δεν αναφέρεται απλά στον κοινωνικό ανταγωνισμό έχει τεθεί επίσης κι’ από τον Άντονυ Γκίντενς. Όμως εκείνος εντοπίζει αυτή την αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, δηλαδή μεταξύ των αστικών σχέσεων της διανομής και της βιομηχανικής παραγωγής (Giddens 1979: 135-41). 

(10) Για μία τέτοια γνώμη, δες: G. A. Cohen, Forces and Relations Of Production (Cohen 1986: 19-22).

* (σ.τ.μ.) Η σηματοδότηση των λέξεων σε μορφή BOLD - μαύρα γράμματα ή ITALIC - πλάγια γράμματα, γίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα ώστε να δώσει την απαιτούμενη έμφαση στη σημασία των συγκεκριμένων όρων.

** (σ.τ.μ.) Τα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών - Grundrisse που παρατίθενται είναι παρμένα από την μετάφραση της Ελληνικής έκδοσης: Καρλ Μαρξ - Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις: Στοχαστής. Όσα αποσπάσματα έχουν μεταφερθεί από άλλη ελληνική έκδοση, τα στοιχεία της 'εκδοσης αυτής αναφέρονται μετά το πέρας κάθε κομματιού. Τα αποσπάσματα των άλλων συγγραφικών έργων που παρατίθενται στο δοκίμιο του Πόστοουν και έχουν δίπλα τους τα στοιχεία της Αγγλικής έκδοσης, έχουν μεταφραστεί εκ νέου γιατί, αφενός δεν υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητα πρόσβασης σε όσα από αυτά είναι ήδη μεταφρασμένα στην Ελληνική εκδοτική σφαίρα. αφετέρου ορισμένα από αυτά προέρχονται από συγγραφικά έργα που δεν έχουν Ελληνική μετάφραση.

*** (σ.τ.μ.) μεταφέρω τον αντίστοιχο όρο από το κείμενο του Μαρξ όπως αυτός είναι μεταφρασμένος στην Ελληνική έκδοση των Βασικών Γραμμών ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να κάνει την ανάλογη αντιστοιχία από το άνωθι εδάφιο. Η πλέον δόκιμη λέξη είναι αυτή του «πλεονασματικού» χρόνου εργασίας που την χρησιμοποιεί και ο Πόστοουν από την αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου.


Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Αριστερά και Λακανική Σκέψη


Αναδημοσίευση από το μπλογκ των Αναγνώσεων της Αυγής

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Η Λακανική Αριστερά, εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 361

Το βιβλίο δεν ανήκει στην κατηγορία των εισαγωγικών επιστημονικών αφηγήσεων. Πρόκειται για σύγγραμμα πολιτικής θεωρίας και εφαρμοσμένης πολιτικής ανάλυσης. Ο Γ. Σταυρακάκης επιχειρεί και πετυχαίνει τη «χαρτογράφηση» της λακανικής προβληματικής, περί της σχέσης της έννοιας του Πραγματικού με το πολιτικό στοιχείο, χρησιμοποιώντας ως ισχυρά «γεωδαιτικά» στοιχεία τόσο τις επιστημολογικές τομές της λακανικής θεωρίας όσο και την αυστηρή κριτική πολιτικών στοχαστών και φιλοσόφων, που χρησιμοποίησαν με διαφορετική θεωρητική και αναλυτική ένταση ο καθένας τη λακανική ψυχανάλυση στην πολιτική επιστήμη και φιλοσοφία που έγραψαν. Αλλά γιατί «λακανική αριστερά» και όχι «λακανική δεξιά»; Μήπως γιατί οι πολιτικές πεποιθήσεις των Καστοριάδη, Λακλάου, Μουφ, Ζίζεκ, Μπαντιού, στοχαστών που χαρακτηρίζονται ως «λακανικοί» και συνδιαλέγεται μαζί τους ο Γ. Σταυρακάκης, τοποθετούνται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος; Όχι βέβαια! Αν δούμε τη δυναμική ιεραρχία των λακανικών εννοιών, θα καταλάβουμε ότι η πολιτική ανάλυση που είναι δυνατόν να παραχθεί από αυτές, δεν μπορεί να είναι δεξιάς ρητορικής.
Ας τα δούμε όμως όλα αυτά λίγο πιο συγκεκριμένα:


Μια μικρή παράλλαξη

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απάρνησης», επιχειρείται μια αναμέτρηση και κυρίως μια δριμεία κριτική του τρόπου που διασταυρώνεται στο έργο των αριστερών διανοούμενων που προαναφέρθηκαν, το θετικό με το αρνητικό, η έλλειψη με την πλήρωση, το κενό με το συμπαγές, το συμβολικό με το πραγματικό κλπ. Αν όμως προσέξουμε καλύτερα, η ενότητα αυτή δεν αποτελεί μόνο κριτική προσέγγιση της θεωρητικής μεταχείρισης που επιφυλάσσουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς στις λακανικές ιδέες, αλλά κι ένα ιστορικό των εσωτερικών εντάσεων του υλισμού. Αυτή η δεύτερη πτυχή του α’ μέρους του βιβλίου μπορεί να παραχθεί από μια ενδεχομενική ανάγνωσή του, από μια φαινομενική μετατόπιση του αντικειμένου που πραγματεύεται (τις διαλεκτικές της απάρνησης να τις δούμε ως τις περιπέτειες του υλισμού) και που προκαλείται από μια αντίστοιχη μετατόπιση της θέσης ανάγνωσης (μια parallax view θα έλεγε ο Ζίζεκ). Αυτή η άλλη ματιά, ισχυρίζομαι, μπορεί να δικαιολογήσει καλύτερα τον τίτλο του βιβλίου και να αποκαλύψει μια πιο δομική σχέση της λακανικής θεωρίας με την αριστερά, απ’ ότι η «φαινομενολογική» σχέση των εξεταζόμενων συγγραφέων με τον αριστερό ριζοσπαστισμό.


Ουσιοκρατία και Κονστριουξιονισμός

Αν κάτι χαρακτηρίζει τη συντηρητική -δεξιά- σκέψη δεν είναι τόσο ο ιδεαλισμός ή η αναφορά στο άτομο, όσο η ουσιοκρατία. Οι θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου θεωρούν πως ο άνθρωπος είναι υπέρμετρα ατομιστής (το έχει σαν ουσία του) και γιαυτό απαιτείται η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος για να μην επικρατήσει, με καταστρεπτικό τρόπο, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Στη χομπσιανή εκδοχή του κοινωνικού συμβολαίου φαίνεται έκδηλα πως η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος προϋποθέτει ένα «παγωμένο» κοινωνικό σύμπαν, μια απόλυτη ειρήνευση να κοιμίζει το ανθρώπινο κτήνος[1].

Ο υλισμός αντιπαρατέθηκε στην ουσιοκρατία με τη μορφή του κονστριουξιονισμού. Ο Στίρνερ, στην εποχή του Μαρξ, και ο Καστοριάδης, στη δεκαετία του ‘60, είναι περιπτώσεις κονστριουξιονιστών. Θεωρούν πως ο άνθρωπος δεν έχει ουσία αλλά πως αυτή η ουσία αποτελεί κοινωνική «κατασκευή», μια μη-πραγματικότητα. Οι αναρχικοί, επίσης, θεωρούν το κράτος και το έθνος μια κοινωνική κατασκευή και όχι μια «φύση». Αν, όμως, οι «ουσίες» και οι «φύσεις» είναι κοινωνικές κατασκευές, ένα είδος ψευδούς συνείδησης, τότε θα πρέπει να απαντηθεί το εξής ερώτημα: Αν δεν υπάρχει ουσία τι υπάρχει; Η απάντηση του κονστριουξιονισμού είναι η «κενότητα»[2]. Ο πραγματικός άνθρωπος είναι κενός και γιαυτό απεριόριστα μετασχηματιζόμενος. Η κοινωνία έχει ασυγκράτητες δυνάμεις θέσμισης, σύμφωνα με τον Στίρνερ και τον Καστοριάδη, οι οποίοι έτσι από κονστριουξιονιστές γίνονται ακραίοι νομιναλιστές.

O Μαρξ, αντίθετα, δεν επιμένει στην «κατασκευή» αλλά στην «παραγωγή»[3]. Είναι δυνατόν μια «κατασκευή» να παραγάγει άλλες «κατασκευές». Η ιδεολογία είναι μια τέτοια «κατασκευή» που παράγεται και παράγει. Άρα, δεν είναι μόνο η κενότητα στη θέση της ουσίας, ως άλλη ουσία. Δεν υπάρχει ουσία στα ανθρώπινα πράγματα γιατί, κατά τον Μαρξ, υπάρχει μια διαδικασία παραγωγής που επιτρέπει το μετασχηματισμό τους. Ναι, υπάρχουν «κατασκευές» αλλά ορισμένες από αυτές αποκτούν μια τέτοια υλική-διαμορφωτική δύναμη (όπως η κατασκευή «έθνος»), που από μορφές ψευδούς συνείδησης γίνονται πραγματικοί ιστορικοί παράγοντες, πιο πραγματικοί από την ίδια την πραγματικότητα. Ορισμένες από τις «κατασκευασμένες» ιδεολογίες δεν είναι οι απλές ιδεολογίες αλλά οι κυρίαρχες και έτσι ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν γίνεται μια «φυσική» διαδικασία αλλά αποτελεί προϊόν της πάλης των τάξεων.

Ο Λακάν, από τη μεριά του, θεωρεί ότι το υποκείμενο είναι θεμελιωδώς διχασμένο. Προσδιορίζεται βέβαια από το συμβολικό επίπεδο, από το Όνομα του Πατρός, αλλά το Πραγματικό κάνει την παρουσία του, κάθε φορά, μέσω μιας υλικότητας που δεν αναπαρίσταται. Η κενότητα του υποκειμένου είναι «σχισμή» που αναπνέει. Το κενό επιδρά με το μη κενό, η έλλειψη με την πλήρωση, η αρνητικότητα με τη θετικότητα. Έτσι, ενώ ο Καστοριάδης καταλήγει στην ανακάλυψη της χιμαιρικής θετικότητας του ανθρώπου, ο Λακάν μας λέει ότι οι αγκυλώσεις υπάρχουν ακόμα και στις πιο δυναμικές καταστάσεις θέσμισης. Ακόμα και αν το υποκείμενο δεν έχει ουσία, αλλά χαρακτηρίζεται από την κενότητα του Στίρνερ, παρόλα αυτά είναι ένα υποκείμενο ενιαίο. Εξίσου ενιαίο είναι και το «αυτόνομο υποκείμενο» του Καστοριάδη. Το υποκείμενο του Λακάν όμως είναι διχασμένο, όπως διχασμένο είναι και το κοινωνικό σώμα στον Μαρξ.


Απόλαυση (jouissance) και υπεραξία

Τα πράγματα δεν κατασκευάζονται απλώς αλλά παράγονται, όπως παράγονται και τα νοήματα από τη συμβολική τάξη. Όμως, το να παραδεχθούμε απλώς ότι τα πράγματα παράγονται, με κάποιο τρόπο, χωρίς να δούμε για ποιο λόγο παράγονται και για ποιο λόγο διατηρούνται, μετασχηματίζονται ή καταρρέουν οι τρόποι παραγωγής τους, είναι σαν να επιστρέφουμε στην ουσιοκρατία. Είναι εξαιρετικά βολική σκέψη! Τα πράγματα άρχισαν κάποτε να παράγονται γιατί κάποιος ή μια ανάγκη τα ζήτησε, και έκτοτε συνεχίζουν και παράγονται. Το νόημα παράγεται από ένα κυρίαρχο σημαίνον που «ράβει» όλη την σημαίνουσα αλυσίδα και τη συγκρατεί. Έτσι γινόταν πάντα, έτσι συνεχίζεται και γίνεται. Όμως, γιατί ορισμένες «ραφές» ξηλώνονται ενώ άλλες αντέχουν και στις πιο σκληρές συνθήκες; Ο Γ. Σταυρακάκης, ευφυώς, έχει εντοπίσει την έλλειψη στο έργο του Λακλάου. Ο τελευταίος, ενώ έχει συμπεριλάβει όλη την σημειωτική–ρηματική θεμελίωση του Πολιτικού που του προσφέρει η έννοια του Συμβολικού, και ενώ έχει αποδεχθεί την αρνητική διάσταση του Πραγματικού (ως αυτού που δεν επιδέχεται συμβολοποίηση) στη διαμόρφωση των πολιτικών δομών, δεν έχει προχωρήσει, όσο θα έπρεπε, στην αποδοχή του «συμπτώματος» και της «απόλαυσης» ως των θετικών διαστάσεων του Πραγματικού. Οι νοηματικές και πολιτικές δομές, όπως και τα συμπτώματα, που αντιστέκονται με πετυχημένο τρόπο στη φθορά και τελικά ηγεμονεύουν, δεν το οφείλουν μόνο στη συμβολική «ραφή» αλλά και στο είδος της «απόλαυσης» που προσφέρουν και που το υποκείμενο δεν θέλει να εγκαταλείψει. Η «απόλαυση» όμως δεν περιορίζεται μόνο στο να εξηγεί την ανθεκτικότητα κοινωνικών δομών και ταυτοτήτων. Από συμπληρωματικός όρος της συμβολικής τάξης και της δημιουργικής της δύναμης γίνεται ο πραγματικά κυρίαρχος όρος της ψυχικής παραγωγής και του σύμπαντος των συμπτωμάτων. Γίνεται υπεραπόλαυση! Όπως ακριβώς η παραγωγή αγαθών στο καπιταλισμό δεν εξηγείται από τις ανάγκες που καλύπτουν αυτά τα αγαθά αλλά από κάτι που ο Μαρξ ανέδειξε τον «συμπτωματικό» του χαρακτήρα[4], την εκμετάλλευση. Στον καπιταλισμό η παραγωγή δεν είναι η ικανοποίηση της ζήτησης αλλά η αναζήτηση της υπεραξίας.


Ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού. Κατασκευή ή μεταστροφή της ιστορίας;

Δεν θα μπούμε στην ουσία της σφοδρής αλλά δικαιολογημένης κριτικής που κάνει ο Γ. Σταυρακάκης στον Ζίζεκ, στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και στην εμφάνιση της επαναστατικής-«απροϋπόθετης» πράξης που, υποτίθεται, καταλύει όλη τη συμβολική τάξη. Θα πρέπει να ειπωθεί όμως και σε σχέση με τα προηγούμενα το εξής: Η απάντηση του υλιστικού κονστριουξιονισμού στην αντιδραστική ουσιοκρατία γεννά δύο είδη φαντασιώσεων. Η πρώτη φαντασίωση είναι η χιμαιρική–ουτοπική φαντασίωση: Όπως έχει κατασκευαστεί το κράτος και το έθνος των αστών, έτσι και το αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο μπορεί να κατασκευάσει τη δική του κοινωνία. Η εκρηκτική δημιουργικότητα –θετικότητα- των κοινωνικών υποκειμένων που ξεπηδά από την κατάλυση της συμβολικής τάξης της αστικής εξουσίας μετασχηματίζει ριζικά το κοινωνικό και το πολιτικό.

Η δεύτερη φαντασίωση περιγράφεται πολύ καλά από τον Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», στο σημείο που μιλά για την απαίτηση του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος να δημιουργηθούν, μέσω κρατικής βοήθειας, παραγωγικοί συνεταιρισμοί σε βιομηχανία και γεωργία. Στο σημείο αυτό ο Μαρξ λέει: «Η σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας αντί να ξεπηδά από την επαναστατική διαδικασία μετατροπής της κοινωνίας, ξεπηδά από την κρατική βοήθεια... μπορεί κανένας να χτίσει μια καινούργια κοινωνία όπως φτιάχνει έναν καινούργιο σιδηρόδρομο». Πρόκειται για το πρόγραμμα της κεντρώας σοσιαλδημοκρατίας. Πρόκειται για την πίστη στην απεριόριστη θετικότητα του κομματικού βολονταρισμού και του κράτους-εργαλείου.

Τα παραπάνω προγράμματα είναι ορθολογικά αλλά μη ρεαλιστικά. Η απόλυτη εμπιστοσύνη στις υποκειμενικές δυνάμεις δεν είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης αλλά καταφυγή σε ένα φαντασιακό και απλουστευμένο σύμπαν, δηλαδή, φόβος για την κοινωνική πολυπλοκότητα. Η λακανική προβληματική της διαλεκτικής σχέσης της αρνητικότητας με τη θετικότητα, της συμβολικής τάξης με το Πραγματικό, μας λέει ότι εκεί που συγκροτείται η εξουσία, εκεί στο ίδιο σημείο υπάρχουν οι όροι αμφισβήτησης της. Εκεί που συγκροτείται η αντίσταση και η αποδόμηση της εξουσίας, εκεί ακριβώς μπορεί η εξουσία να επανασυγκροτηθεί. Εκεί που υπάρχει η έλλειψη, υπάρχει το πλεόνασμα. Η αστική κοινωνία είναι μια κόλαση για τον εργάτη, γι’ αυτόν που δεν διαθέτει ιδιοκτησία, όμως ποια είναι η απάντηση; Μια καταφυγή στην ουτοπία θα συνιστούσε επιστροφή σε προηγούμενες κοινωνικές μορφές, όπως αυτές του κοινοτισμού, που όμως δεν θα διέθεταν καμία αναπαραγωγική δύναμη. Μια αγκύλωση σε ένα «καλό» κράτος θα ήταν επένδυση στον όρο της αστικής αντίφασης που θέλουμε να υπερβούμε.

Ανακεφαλαιώνοντας: Τόσο ένα είδος μαρξισμού όσο και η λακανική θεωρία μπορούν να συναντηθούν στο πεδίο που επιχειρούνται οι αγώνες ενός υλισμού απέναντι σε κάθε μορφής ιδεαλισμό. Αυτή η συνάντηση, μάλιστα, συμβαίνει και στον τόπο ενός συγκεκριμένου υλισμού. Ο τόπος συνάντησης δεν είναι ο υλισμός των «κατασκευών» αλλά ο υλισμός της «εκμετάλλευσης» όλων των αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας, ο υλισμός της έντασης μεταξύ αρνητικότητας και θετικότητας. Έτσι, η επιθυμία παραμένει ο ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού και του πολιτικού, μόνο που αυτός ο μετασχηματισμός δεν θα πάρει τη μορφή μιας νέας «κατασκευής» αλλά τη μορφή μιας νέας χρήσης των κοινωνικών αντιφάσεων. Αντί για μια «σοσιαλιστική κατασκευή» δίπλα στις «αστικές κατασκευές» επιχειρείται κάτι πιο δύσκολο και ίσως πιο συναρπαστικό: Η μεταστροφή του ιστορικού πεδίου με άξονα την έννοια της εκμετάλλευσης.


Ισχυρές, ανίσχυρες και φαινομενικά ανίσχυρες ταυτότητες

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απόλαυσης», αποτελεί το εμπειρικό κομμάτι της προβληματικής του Γ. Σταυρακάκη, στο οποίο επιχειρείται μια αναλυτική προσέγγιση σύγχρονων ισχυρών ή αδύναμων ταυτοτικών συγκροτήσεων, όπως της «εθνικής ταυτότητας», της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» και του «καταναλωτισμού». Η προσέγγιση των υπό εξέταση ταυτοτήτων γίνεται με βάση τις στρατηγικές έννοιες της jouissance - απόλαυσης και της συγκίνησης, με στόχο τη διερεύνηση των συνεπειών που έχουν στη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας οι τρόποι με τους οποίους παράγονται αυτές οι ταυτότητες, καθώς και τα είδη των απολαύσεων, των παθών και των συναισθημάτων που κυκλοφορούν εντός τους. Η εμπειρική προσέγγιση γίνεται με έναν ενθουσιώδη τρόπο, από τον συγγραφέα, που αποκαλύπτει εύστοχα τις συνέπειες του περάσματος των «δυτικών» κοινωνιών από την εποχή των «απαγορεύσεων» στην εποχή των «επιβεβλημένων» ηδονών. Το είδος του λιμπιντικού δυναμικού και ο τρόπος που αυτό παροχετεύεται στα υποκείμενα που συμμετέχουν σε μια ταυτοτική κατασκευή προσδιορίζουν την ευκολία ή τη δυσκολία με την οποία μπορεί να τροποποιηθεί αυτή, αλλά και την επιτυχία ή την αποτυχία της ίδιας της διαδικασίας της ταύτισης.

Στο σημείο αυτό υπάρχει και η εξής ένσταση–ερώτημα, ως προς τον τρόπο που ο συγγραφέας προσεγγίζει την «ευρωπαϊκή ταυτότητα» στο έκτο κεφάλαιο, δηλαδή ως μια ρηματική δομή αδύναμων αποτελεσμάτων ταύτισης, αν την συγκρίνουμε με τις αντίστοιχες ισχυρές ταυτότητες που μελετά στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου και που στηρίζονται στην ιδέα του έθνους.

Είναι δυνατόν να εμφανιστεί μια ταυτότητα (ας πούμε η «ευρωπαϊκή») ως μια κατασκευή χαμηλού λιμπιντικού δυναμικού που συνεχώς «αποτυχαίνει» να δημιουργεί ισχυρές δεσμεύσεις σε υποκείμενα, ενώ στη πραγματικότητα να πρόκειται για μια ισχυρή ταυτότητα που φαίνεται ως ανίσχυρη αλλά δεν είναι; Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποδοσφαιρική ιδεολογία κάποιου υποκειμένου (το σε ποια ομάδα κατατάσσει τον εαυτό του αλλά και πόσο φανατικός οπαδός θεωρείται) δημιουργεί ισχυρότερα αποτελέσματα από την ευρωπαϊκή ιδεολογία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένας διαχειριστικός και τεχνοκρατικός λόγος για την οικονομία δεν επιφέρει αποτελέσματα ταύτισης, τόσα όσα επιφέρει ένα φλογερό σύνθημα υποστήριξης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Όμως εδώ απαιτείται αρκετή προσοχή, διότι είναι πολύ πιθανόν να ισχύει ένα φαινόμενο παραγνώρισης-φετιχισμού του δυναμικού της ταυτότητας. Μπορεί τα αποτελέσματα ταύτισης να μην είναι τόσο ισχυρά, αλλά η κοινωνική δραστικότητα της ταυτότητας να είναι πανίσχυρη. Για παράδειγμα, η «απόλαυση του καπιταλιστή»[5] μπορεί να μην εμφανίζεται με τη μορφή των συνήθων λαϊκότροπων και παθιασμένων συναισθημάτων αλλά να διαθέτει κρυφή ένταση. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» είναι απεριόριστη και «τσακίζει» διαρκώς το κοινωνικό σώμα μέσα από τους φαινομενικά «ξενέρωτους» τεχνοκρατικούς κώδικες. Το νοιώθουμε ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή των μνημονίων. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» αποτελεί πυρηνικό στοιχείο πολλών σύγχρονων ταυτοτήτων και ιδεολογικών πρακτικών, φαινομενικά ανίσχυρων και «ειρηνικών», αλλά φαντασιωτικά επιβλητικών και ιμπεριαλιστικών, και αυτό σίγουρα είναι ένα θέμα σοβαρό για περαιτέρω διερεύνηση.

Ο Πέτρος Σταύρου είναι οικονομολόγος

-----------------------------------------
[1] Δες την ενδιαφέρουσα σειρά αναρτήσεων με τον τίτλο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν» στο http://stodivanimetolacan.blogspot.gr/2012/03/blog-post_16.html.
[2] Στο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν».
[3] Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Η Φιλοσοφία του Μαρξ», Εκδόσεις Νήσος, 1996.
[4] Ο Λακάν έχει αναγνωρίσει τον Μαρξ ως τον εφευρέτη του συμπτώματος. Από τη σκοπιά της θεωρίας της αξίας θα λέγαμε ότι το «χρήμα» είναι η μετωνυμία της «αξίας».
[5] Juan Domingo Sanchez Estop, « Οι τέσσερις λόγοι – που είναι πέντε – του Jacques Lacan: Μια κριτική της (όχι μόνο) πολιτικής οικονομίας, Περιοδικό «Θέσεις», Τεύχος 111, Απρίλιος – Ιούνιος 2010.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Μαρξισμός- Αναρχισμός: Τόσο κοντά- τόσο μακριά


Αναδημοσίευση από argiros.net

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες το βιβλίο του Γιώργου Ρούση "Μαρξ- Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος" εκδ: Γκοβόστης, όσο και το "Αναρχισμός: μια μαρξιστική κριτική" του John Molyneux εκδ: μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, δεν μπορώ παρά να διακρίνω κοινά σημεία ανάμεσα σε αυτά τα ρεύματα.

Εννοώντας βέβαια ως μαρξιστικό κομμουνισμό το ρεύμα που γέννησε ο Μαρξ-Ένγκελς, φτάνοντας στο απόγειο του με την Ρώσικη επανάσταση του Λένιν-Τρότσκι- Ρόζας Λούξεμπουργκ- Γκράμσι. Και ουδόλως το ορθόδοξο ρεύμα του σοβιετικού, σταλινικού και μετασταλινικου κομμουνισμού που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η κυρίαρχη ιδεολογία ενός εκμεταλλευτικού συστήματος του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ενώ ως αναρχισμό παίρνουμε υπόψη μας μια πλειάδα ρευμάτων, πλην ίσως το ρεύμα του αναρχοατομικισμού που έχει πιο κοινά χαρακτηριστικά με τον φιλελευθερισμό και το ρεύμα του αναρχισμού ως «τρόπου ζωής» που οδηγεί την εναλλακτικότητα σε ένα νιτσεϊσμό, φλερτάροντας με τον ανορθολογισμό.


Κοινά σημεία και διαφορές

Α) Και τα δυο ρεύματα αγωνίζονται για το τέλος των ταξικών κοινωνιών, για το τέλος της εκμετάλλευσης, για μια κοινωνία ακρατική, αταξική με τους ελεύθερους παραγωγούς και τις ολοκληρωμένες ατομικότητες- προσωπικότητες να αυτοκυβερνώνται. Βέβαια με την υπενθύμιση πως στον μαρξιστικό κομμουνισμό το υποκείμενο είναι οι εργαζόμενοι, ενώ στον αναρχισμό τα εξεγερμένα άτομα. Με το ρεύμα όμως του αναρχοσυνδικαλισμού από την άλλη να απολυτοποιεί με τρόπο δογματικό το επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης, όπως και ποικίλα ρεύματα του κομμουνισμού να απολυτοποιούν το ρόλο του κόμματος.

Β) Και τα δυο ρεύματα- με τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους- επιλεγούν τον επαναστατικό δρόμο, τον δρόμο της επαναστατικής ανατροπής και όχι της διαχείρισης του υπάρχοντος κόσμου ή το δρόμο του κοινοβουλίου. Φυσικά η συντριπτική μερίδα των κομμουνιστών επιλέγει να δίνει την μάχη παντού, διακρίνοντας τα επίπεδα της πολιτικής δράσης, ενώ οι αναρχικοί μένουν μόνο στην κοινωνική δράση.

Και από κει νομίζουμε πως εδράζεται η κύρια διαφωνία ανάμεσα στα δύο ρεύματα. Το ρεύμα της κομμουνιστικής προοπτικής θεωρεί αναγκαίο βήμα την κατάκτηση της εξουσίας ή καλύτερα την οικοδόμηση μιας άλλης εξουσίας που θα βγει μέσα από τα σπλάχνα της παλαιάς, ακολουθώντας την διαλεκτική μέθοδο, όπου η άρνηση οδηγεί στην άρνηση της άρνησης και στην συνέχεια σε μια νέα κατάφαση. Με πρωτοπορία στο αγώνα μια πολιτική δύναμη, κόμμα ή μέτωπο και την εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεσμένα να ακολουθούν. Απόρροια μιας πραγματικότητας που λέει πως ο κόσμος δεν έχει όλος την ίδια συνείδηση, άρα η ύπαρξη μιας πρωτοπορίας είναι αντικειμενικό γεγονός.

Ενώ το αναρχικό ρεύμα- ακολουθώντας από την μια τις ποικίλες εκδοχές του φυσικού δικαίου και από την άλλη την γραμμή της αρνητικότητας- πιστεύει πως η κατάκτηση της όποιας εξουσίας και ιδιαίτερα της κεντρικής εξουσίας ή η οικοδόμησης μιας άλλης- κεντρικά καθοριζόμενης εξουσίας- αποτελεί την ταφόπλακα της επαναστατικής διαδικασίας.

Θεωρώντας πως δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπάρξει κανενός είδους μεταβατική φάση ανάμεσα στο σύστημα του καπιταλισμού και στην ελεύθερη κοινωνία. Μεταβατική φάση που θα οικοδομήσει μια μορφή κράτους που θα πρέπει να οδηγείται στην απονέκρωση. Ταυτόχρονα θεωρεί πως οποιοδήποτε μορφή πολιτικής παρέμβασης και ιδιαίτερα το κόμμα αλλοτριώνει, νοθεύει την επαναστατική διαδικασία.


Τα δίκαια και τα άδικα των κριτικών

Και εν μέρει ίσως και να δικαιώνονται με την κατάληξη των πειραμάτων του υπαρκτού σοσιαλισμού με το κόμμα-κράτος και την δικτατορία της γραφειοκρατίας που εκφύλισαν την κομμουνιστική προοπτική. Κατάληξη που οι αιτίες της φυσικά δεν βρίσκονται μόνο στο πρόσωπο του Στάλιν ή των γραφειοκρατών του αλλά και στην ανεπάρκειες της επαναστατικής ηγεσίας των μπολσεβίκων και στην ήττα της επανάστασης στην δύση που οδήγησε στην λογική του «σοσιαλισμού σε μόνο μια χώρα». Με τα αίτια να είναι πιο βαθιά και αντανακλά την ανεπάρκεια της εργατικής τάξης ως επαναστατικού υποκειμένου.

Από την άλλη βέβαια η άρνηση των αναρχικών να συγκρουστούν με την κεντρική εξουσία με στόχο την κατάκτηση της, επιλέγοντας την πολιτική της οικοδόμησης παράλληλων αντιεξουσιών, οδήγησε στην τραγωδία της Ισπανικής Επανάστασης 1936-39. Με το μαζικότατο και ηρωικό αναρχοσυνδικαλισμό ρεύμα να στηρίζει τελικά το αντεπαναστατικό ρεφορμιστικό λαϊκό μέτωπο, συμμετέχοντας στην κυβέρνηση του. Είναι η μοναδική φορά που το αναρχικό και αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε μια επαναστατική διαδικασία στο 20ό αιώνα, με εκατομμύρια αγωνιστές του αναρχικού ρεύματος να πέφτουν ηρωικά από τις φασιστικές σφαίρες ή από τις μηχανογραφίες των σταλινικών του λαϊκού μετώπου.

Όσο για τον αντικομματισμό των αναρχικών αυτός μάλλον δεν είναι καθόλου συνεπής. Δεκάδες αναρχικές ομάδες λειτουργούν ως «κόμματα» ή «κομματίδια», με τους «ηγέτες» να δράνε δίχως να υπάρχει κανενός είδους έλεγχος από τα υπόλοιπα μέλη. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως ο γενάρχης- κατά κάποιο τρόπο- αυτού του ρεύματος , ο Μιχαήλ Μπακούνιν από την μια εκθείαζε τον αντικειμενικό επαναστατικό ένστικτο του λαού και ειδικότερα των χωρικών και από την άλλη μιλούσε για μια αόρατη επαναστατική αρχή που θα καθοδηγούσε τις μάζες.


Βαρβαρότητα ή ανατροπή

Σήμερα οι ποικίλες μορφές του «ορθοδόξου» και «αιρετικού» μαρξιστικού κομμουνιστικού ρεύματος αδυνατούν να πείσουν τις πλατειές μάζες των εργαζόμενων πως έχουν την λύση στο ερώτημα: Μετά το καπιταλισμό τι;;; Την ίδια στιγμή ο αναρχικός χώρος που έδειξε ένα πρωτόγνωρο δυναμισμό τα προηγούμενα χρόνια, ιδιαίτερα το Δεκέμβρη του 08, δείχνει αδυναμία να απαντήσει στην επιθετικότητα του κράτους και του κεφαλαίου. Δείχνει αδυναμία να προστατευτεί από τα λάθη και τις προβοκάτσιες του κράτους.

Και όμως το σύστημα βρίσκεται στην πιο βαθιά του κρίση από την δεκαετία του 30. Όπως και τότε, έτσι και τώρα για να βγει, καταστρέφει παραγωγικές δυνάμεις, με την προοπτική του πολέμου, του εκφασισμού και της βαρβαρότητας να είναι προ των πυλών.

Η άλλη λύση είναι να το ανατρέψουμε, με τις δυνάμεις της επαναστατικής ανατροπής να δείχνουν ανέτοιμες να απαντήσουν στο ζήτημα της ανατροπής του συστήματος. Και όμως δεν θα έπρεπε να ήταν έτσι. Γράφοντας αυτό το κείμενο μέσα στον «αντικαπιταλιστικό μου θύλακα», κάποια στιγμή-ίσως και σύντομα- θα σας μιλήσω για αυτόν, διάβασα στην χαοτική δημοκρατία του ιντερνέτ, πως η Σουηδία ετοιμάζεται να καταργήσει το πραγματικό χρήμα από τις συναλλαγές.

Όχι δεν περνάει στο κομμουνισμό, θα συνεχίσει να πουλάει όπλα και φάρμακα, θα συνεχίσει να συσσωρεύει πλούτο. Απλά η τεχνολογία, οι κάρτες και τα nfc chips των smartphones /tablets σε αυτό το πολύ αναπτυγμένο καπιταλισμό δημιουργούν τις προϋποθέσεις οι συναλλαγές να γίνονται δίχως χρήμα, πραγματικό χρήμα. Δημιουργούν τις κομμουνιστικές δυνατότητες στα σπλάχνα του καπιταλισμού. Ενώ πάλι διάμεσου της νέας τεχνολογίας μπορεί να συνδυαστεί τόσο η προοπτική της γενικευμένης αυτοδιαχείρισης, όσο και ο κεντρικός δημοκρατικός προγραμματισμός. Με αποτέλεσμα η μεταβατική φάση να είναι μια σχετικά σύντομη περίοδος.

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: Όσο δυναμώνουν οι αντικειμενικές δυνατότητες, τόσο δείχνει αδύναμος ο υποκειμενικός παράγοντας, πολιτικός, και κοινωνικός. Οι ήττες του εργατικού- λαϊκού κινήματος, οι αδυναμίες της αριστεράς και του αναρχικού κινήματος καθώς και οι πολλαπλά πεδία της ηθικής, πνευματικής και υλικής αποξένωσης επιδρούν αρνητικότατα.

Να όμως πεδίο δόξης λαμπρό για την κοινή ανατρεπτική δράση της επαναστατικής αριστεράς και του αναρχικού χώρου. Εκκινώντας απο 3 πεδία: 1) το πεδίο της κοινωνικής αλληλεγγύης, 2) το πεδίο των εργατικών αγώνων 3) το πεδίο του αντιφασιστικού αγώνα. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στο δρόμο του αγώνα…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Immanuel Wallerstein, Προς τα πού πηγαίνουμε;


Αναδημοσίευση από aristeroblog, Τάξεις και Ηθική

Προς τα πού πηγαίνουμε;
του Immanuel Wallerstein* (1)


Έχω γράψει πολλές φορές για τη διαρθρωτική κρίση στο παγκόσμιο σύστημα, πιο πρόσφατα στο New Left Review το 2010 (2) . Εδώ λοιπόν, θα συνοψίσω τη θέση μου απλά, χωρίς να την υποστηρίξω με κάθε λεπτομέρεια. Θα υποστηρίξω τη θέση μου ως ένα σύνολο υποθέσεων. Δεν συμφωνούν όλοι με αυτές τις υποθέσεις, οι οποίες αποτελούν την δική μου εικόνα για το ‘’πού βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή;’’. Με βάση αυτή την εικόνα, προτείνω να συζητήσουμε για το ερώτημα ‘’πού πηγαίνουμε;’’

Υπόθεση Νο 1: Όλα τα συστήματα, από το αστρονομικό σύμπαν έως τα απλούστερα φυσικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων φυσικά και των ιστορικών κοινωνικών συστημάτων, έχουν ζωή. Εμφανίζονται σε κάποια χρονική στιγμή και αυτό πρέπει να εξηγηθεί πως συμβαίνει. Έχουν "κανονική" ζωή, οι κανόνες της οποίας πρέπει επίσης να εξηγούνται. Η λειτουργία της ‘’κανονικής’’ ζωής τους, τείνει, με την πάροδο του χρόνου, να τα οδηγεί μακριά από την ισορροπία και από το σημείο αυτό εισέρχονται σε μια δομική κρίση και στον απαιτούμενο χρόνο, παύουν να υπάρχουν. Η λειτουργία της ‘’κανονικής’’ ζωής τους πρέπει να αναλυθεί υπό το πρίσμα των κυκλικών διακυμάνσεων τους (cyclical rhythms), καθώς και των πάγιων τάσεων (secular trends) τους. Οι κυκλικές διακυμάνσεις αποτελούν ενότητες συστηματικών διακυμάνσεων (φάσεις ανάπτυξης και ύφεσης), μετά τις οποίες το σύστημα επιστρέφει (κανονικά) σε ισορροπία. Ωστόσο, πρόκειται για μια μεταβαλλόμενη ισορροπία, δεδομένου ότι, στο τέλος μιας ύφεσης, ποτέ το σύστημα δεν επιστρέφει ακριβώς εκεί που ήταν στην αρχή της ανάπτυξης. Αυτό συμβαίνει επειδή οι πάγιες τάσεις (αργές, μακροπρόθεσμες άνοδοι σε ορισμένα συστημικά χαρακτηριστικά), ωθούν αργά την καμπύλη προς τα πάνω, όπως αυτό μπορεί να μετρηθεί με κάποιο ποσοστό του εν λόγω χαρακτηριστικού του συστήματος.

Τελικά, οι πάγιες τάσεις μετακινούν το σύστημα πολύ κοντά στις ασύμπτωτες του, και έτσι αυτό δεν είναι σε θέση να συνεχίσει την φυσιολογική, κανονική, αργή τάση ανόδου. Στη συνέχεια, το σύστημα αρχίζει να διακυμαίνεται έντονα ​​και επαναλαμβανόμενα, γεγονός που οδηγεί σε ένα σταυροδρόμι, που σημαίνει, μια χαοτική κατάσταση στην οποία η σταθερή ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί. Σε μια τέτοια χαοτική κατάσταση, υπάρχουν δύο έντονα αποκλίνουσες πιθανότητες: επαναδημιουργίας τάξης μέσα από το χάος, ή ενός νέου σταθερού συστήματος. Την περίοδο αυτή μπορούμε να ονομάσουμε δομική κρίση του συστήματος και υπάρχει μια συστημικών διαστάσεων μάχη – για τα ιστορικά κοινωνικά συστήματα, μια πολιτική μάχη- πάνω στην οποία μπορεί συλλογικά να ‘’επιλεγούν’’ δύο πιθανές εναλλακτικές διέξοδοι.

Υπόθεση Νο 2: είναι η περιγραφή των πιο σημαντικών χαρακτηριστικών σχετικά με το πώς η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία έχει λειτουργήσει ως ένα ιστορικό κοινωνικό σύστημα. Ο κινητήριος βασικός στόχος των καπιταλιστών σε ένα καπιταλιστικό σύστημα είναι η ατελείωτη συσσώρευση του κεφαλαίου, οπουδήποτε και με οποιοδήποτε τρόπο αυτή η συσσώρευση μπορεί να επιτευχθεί. Δεδομένου ότι η συσσώρευση αυτή απαιτεί απαλλοτρίωση της υπεραξίας, αυτή η κατεύθυνση είναι που επισπεύδει την εξέλιξη της ταξικής πάλης.

Σοβαρή συσσώρευση κεφαλαίου είναι δυνατή μόνο όταν μία επιχείρηση ή μια μικρή ομάδα επιχειρήσεων, έχει μια σχετικά μονοπωλιακή θέση στην παγκόσμια παραγωγή. Η κατάχτηση μιας τέτοιας σχετικά μονοπωλιακής θέσης εξαρτάται από την ενεργό υποστήριξη ενός ή περισσοτέρων κρατών. (Επιχειρήσεις με μονοπωλιακή θέση χαρακτηρίζονται ως ηγετικές βιομηχανίες που ενθαρρύνουν την προώθηση σημαντικών οριζόντιων και κάθετων διασυνδέσεων.) Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, όλες αυτές οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις βρίσκονται υπό την απειλή υποβάθμισης και αυτοδιάλυσης, δεδομένου ότι οι νέοι παραγωγοί (που προσελκύονται από το πολύ υψηλό επίπεδο του κέρδους) είναι σε θέση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να εισέλθουν στην αγορά και να μειώσουν το βαθμό μονοπώλησης της. Ο αυξημένος ανταγωνισμός μειώνει τις τιμές πώλησης, αλλά επίσης μειώνει το επίπεδο του κέρδους και ως εκ τούτου τη δυνατότητα σημαντικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Μπορούμε να ονομάσουμε τη σχέση μονοπωλιακών και ανταγωνιστικών παραγωγικών δραστηριοτήτων ως σχέση κέντρου-περιφέρειας.

Η ύπαρξη ενός μονοπωλίου επιτρέπει την επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας με όρους ανάπτυξης και επιτρέπει την διάχυση οφέλους προς τα κάτω για μεγάλα τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού. Η εξάντληση της μονοπωλιακής θέσης οδηγεί σε συστημική στασιμότητα που μειώνει το ενδιαφέρον των καπιταλιστών για συσσώρευση μέσω παραγωγικών δραστηριοτήτων. Βιομηχανίες με πάλαι ποτέ ηγετική θέση στρέφονται σε άλλες περιοχές με χαμηλότερο κόστος παραγωγής, προτιμώντας αυξημένο κόστος συναλλαγών (μεταφορών), με στόχο μειωμένο κόστος παραγωγής (κυρίως κόστος εργασίας). Οι χώρες στις οποίες μετατοπίζονται οι βιομηχανίες θεωρούν ότι αυτή την μετεγκατάσταση συνιστά "ανάπτυξη", αλλά ουσιαστικά είναι αποδέκτες ξεσκαρταρίσματος πάλαι ποτέ κυρίαρχων βασικών λειτουργιών σε χώρες του κέντρου. Εν τω μεταξύ, η ανεργία αυξάνεται στις ζώνες στις οποίες οι βιομηχανίες έχουν μεταφερθεί και η διάχυση πλεονεκτημάτων προς τα κάτω αντιστρέφεται, ή αντιστρέφεται εν μέρει.

Αυτή η κυκλική διαδικασία, συχνά αποδίδεται με τον όρο μακρά κύματα Κοντράτιεφ, τα οποία στο παρελθόν είχαν την τάση να διαρκούν κατά μέσο όρο πενήντα με εξήντα χρόνια για το σύνολο του κύκλου (3) . Τέτοια κύματα έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία πεντακόσια χρόνια. Μια συστημική συνέπεια είναι μια σταθερή επιβράδυνση στις πιο ευνοημένες οικονομικά ζώνες, χωρίς όμως να αλλάζει η αναλογία των ευνοημένων ζωνών

Μια δεύτερη σημαντική κυκλική διακύμανση στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, αφορά την εμπλοκή των διακρατικών σχέσεων. Όλα τα κράτη μέσα στο παγκόσμιο σύστημα είναι θεωρητικά κυρίαρχα, αλλά στην πραγματικότητα, (πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί που θέτουν τα συστήματα διακρατικών σχέσεων.) εξαιρετικά περιορισμένα από τις διαδικασίες του διακρατικού συστήματος. Ορισμένες χώρες, είναι ισχυρότερες από άλλες, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην εσωτερική κατάτμηση και απέναντι στην εξωτερική διείσδυση. Παρ’ όλα αυτά, κανένα κράτος δεν είναι απολύτως κυρίαρχο.

Σε ένα σύστημα πολλών κρατών, υπάρχουν αρκετά μακροί κύκλοι κατά τους οποίους ένα κράτος καταφέρνει να γίνει, για ένα σχετικά σύντομο διάστημα, ηγεμονική δύναμη. Για να είναι ηγεμονική δύναμη, απαιτείται η κατάχτηση μιας μονοπωλιακής γεωπολιτικής θέσης, μέσω της οποίας το εν λόγω κράτος είναι σε θέση να επιβάλει τους κανόνες του στο σύστημα στο σύνολό του, με τρόπο που να ευνοεί τη μεγιστοποίηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου σε επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός των συνόρων του.

Η κατάχτηση μιας ηγεμονικής θέσης δεν είναι εύκολη και έχει επιτευχθεί πραγματικά μόνον τρεις φορές στο 500 χρόνια της ιστορίας του σύγχρονου κόσμου: με τις Ηνωμένες Επαρχίες (Ολλανδία) στα μέσα του δέκατου έβδομου αιώνα, το Ηνωμένο Βασίλειο (Βρετανία) στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες στα μέσα του εικοστού αιώνα.(4)

Η αληθινή ηγεμονία δεν διήρκεσε κατά μέσο όρο περισσότερο από είκοσι πέντε χρόνια. Όπως η μονοπωλιακή θέση των βιομηχανιών, έτσι και η μονοπωλιακή γεωπολιτικής θέση ενός κράτους, είναι διαρκώς σε αμφισβήτηση και υπό την απειλή υποβάθμισης και ανατροπής. Άλλα κράτη βελτιώνουν τη οικονομική και στη συνέχεια την πολιτική και πολιτιστική τους θέση και γίνονται λιγότερο πρόθυμα να δεχτούν την πρωτοκαθεδρία της πρώην ηγεμονικής δύναμης.

Υπόθεση Νο 3: είναι μια ανάγνωση του τι συνέβη στον σύγχρονο κόσμο-σύστημα από το 1945 έως το 2010. Θα χωρίσω αυτό το διάστημα σε δύο περιόδους: από το 1945 έως το 1970 περίπου και από το 1945 έως το 2010. Για άλλη μια φορά, θα συνοψίσω αυτά που έχω υποστηρίξει στο παρελθόν λεπτομερειακά. Η περίοδος 1945-1970 περίπου, ήταν περίοδος μίας μεγάλης οικονομικής επέκτασης στην παγκόσμια οικονομία και μάλιστα με διαφορά η πιο επεκτατική περίοδος κατά το σχήμα Κοντράτιεφ (Kontratieff A -period) στην ιστορία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Όταν η μονοπωλιακή θέση καταργήθηκε, το κοσμοσύστημα εισήλθε σε μια περίοδο καθόδου κατά το σχήμα Κοντράτιεφ (Kontratieff Β- period), στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι καπιταλιστές, από το 1970 έχουν μετατοπίσει το ενδιαφέρον τους από το χώρο παραγωγής στην χρηματοπιστωτική σφαίρα. Το παγκόσμιο σύστημα εισήλθε έκτοτε στην πιο εκτεταμένη και συνεχόμενη σειρά κερδοσκοπικών φουσκών στην ιστορία του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος, με το μεγαλύτερο επίπεδο πολλαπλής χρέωσης.

Η περίοδος 1945 έως το 1970 περίπου, ήταν επίσης η περίοδος πλήρους ηγεμονίας των ΗΠΑ στον κοσμοσύστημα. Από την στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν κάνει μια συμφωνία με το άλλοτε μοναδικό στρατιωτικά ισχυρό κράτος, τη Σοβιετική Ένωση, (μια συμφωνία που ονομάστηκε ‘’συμφωνία της Γιάλτας"), η ηγεμονία των ΗΠΑ ήταν ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο. Αλλά, στη συνέχεια, αυτή η γεωπολιτική ηγεμονία καταργήθηκε και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εισέλθει σε μια περίοδο παρακμής της ηγεμονίας τους, η οποία κλιμακώθηκε από αργή πτώση σε μια διαρκώς επιταχυνόμενη καθίζηση κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζορτζ Μπους (5) Η ηγεμονία των ΗΠΑ ήταν πολύ πιο εκτεταμένη και συνολική από εκείνες των προηγούμενων ηγεμονικών δυνάμεων, για αυτό και η κατάρρευση της αναμένεται να είναι η ταχύτερη και πιο ολοκληρωτική από ποτέ.

Υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να μπει στην εικόνα: η παγκόσμια επανάσταση του 1968, που σημειώθηκε κυρίως μεταξύ 1966 και 1970, και έλαβε χώρα και στις τρεις μεγάλες γεωπολιτικές ζώνες του κοσμοσυστήματος της εποχής: Στον πανευρωπαϊκό κόσμο («Δύση»), στο σοσιαλιστικό μπλοκ ("Ανατολή"), και τον τρίτο κόσμο («Νότος»)(6) .

Υπάρχουν δύο κοινά στοιχεία σε αυτές τις τοπικές πολιτικές εξεγέρσεις. Η πρώτη ήταν η καταδίκη όχι μόνο της αμερικανικής ηγεμονίας, αλλά και της Σοβιετικής "συμπαιγνίας" με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το δεύτερο ήταν η απόρριψη όχι μόνο το κυρίαρχου «κεντρώου φιλελευθερισμού», αλλά και της πραγματικότητας ότι τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα ("Παλιά Αριστερά») είχαν ουσιαστικά γίνει αντανακλάσεις του κεντρώου φιλελευθερισμού (όπως είχαν γίνει και τα κυρίαρχα συντηρητικά ρεύματα) (7).

Αν και οι πραγματικές εξεγέρσεις του 1968 δεν διήρκησαν πάρα πολύ, υπήρχαν δύο κύριες συνέπειες στην πολιτική-ιδεολογική σφαίρα. Το πρώτο ήταν ότι ο κεντρώος φιλελευθερισμός έκλεισε τη μακρά βασιλεία του (1848-1968) ως το μόνο νόμιμο ιδεολογική σύστημα και τόσο η ριζοσπαστική αριστερά όσο και η συντηρητική Δεξιά ανέλαβαν τους ρόλους τους ως αυτόνομοι ιδεολογικοί αντίπαλοι στο κοσμοσύστημα.

Η δεύτερη συνέπεια, για την αριστερά, ήταν το τέλος της νομιμοποίησης της απαίτησης της Παλιάς Αριστεράς να είναι ο κύριος εθνικός πολιτικός παράγοντας για λογαριασμό της αριστεράς, στον οποίο όλα τα άλλα κινήματα έπρεπε να υποταχτούν. Οι λεγόμενοι λησμονημένοι λαοί (γυναίκες, εθνοτικές / φυλετικές / θρησκευτικές "μειονότητες", "αυτόχθονα" έθνη, άνθρωποι μη – ετερόφυλου σεξουαλικού προσανατολισμού), καθώς και αυτοί που ασχολούνταν με οικολογικά θέματα ή την ειρήνη, υποστήριξαν το δικαίωμά τους να θεωρούνται βασικοί παράγοντες, στο ίδιο επίπεδο με τα ιστορικά υποκείμενα των παραδοσιακών αντισυστημικών κινημάτων. Απέρριψαν οριστικά την αξίωση των παραδοσιακών κινημάτων να ελέγχουν τις πολιτικές τους δραστηριότητες και ανέδειξαν με επιτυχία το νέο αίτημά τους για αυτονομία. Μετά το 1968, τα παλιά αριστερά κινήματα προσχώρησαν στην πολιτική απαίτηση αυτών των ρευμάτων για άμεση ισότιμη τοποθέτηση αυτών των αιτημάτων, αντί αυτά να αναβάλλονται σε ένα μετα-επαναστατικό μέλλον.


Πολιτικά, αυτό που συνέβη στα είκοσι πέντε χρόνια που ακολούθησαν από το 1968, είναι ότι η αναγεννημένη παγκόσμια δεξιά ύψωσε το ανάστημα της πιο αποτελεσματικά από ό, τι η περισσότερο κατακερματισμένη αριστερά. Η παγκόσμια δεξιά, με επικεφαλής τους Ρεπουμπλικάνους του Ρέιγκαν και τους Συντηρητικούς της Θάτσερ, μετασχημάτισε τον παγκόσμιο διάλογο καθώς και τις πολιτικές προτεραιότητες.

Το τσιτάτο "παγκοσμιοποίηση" αντικατέστησε τον προηγούμενο τσιτάτο "ανάπτυξη". Η λεγόμενη ‘’συναίνεση της Ουάσιγκτον’’ υποστήριξε την ιδιωτικοποίηση των κρατικών παραγωγικών επιχειρήσεων, τη μείωση των κρατικών δαπανών, το άνοιγμα των συνόρων για την ανεξέλεγκτη είσοδο εμπορευμάτων και κεφαλαίων, καθώς και τον προσανατολισμός της παραγωγής στις εξαγωγές. Οι πρωταρχικοί στόχοι ήταν να ανατραπούν όλα τα κέρδη των λαϊκών στρωμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου ανόδου κατά το σχήμα Κοντράτιεφ (Kontratieff A -period). Η παγκόσμια δεξιά προσπάθησε να μειώσει όλα τα βασικά κόστη της παραγωγής, να καταστρέψει το κράτος πρόνοιας σε όλες τις εκδοχές του και να επιβραδύνει την πτώση της ισχύος των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα.

Η Θάτσερ επινόησε το σύνθημα "Δεν υπάρχει εναλλακτική» ή ΤΙΝΑ (There Is No Alternative). Για να εξασφαλιστεί πραγματικά ότι δεν θα υπήρχε εναλλακτική λύση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που υποστηρίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, έθετε ως προϋπόθεση για κάθε οικονομική βοήθεια σε χώρες με δημοσιονομικές κρίσεις, την απόλυτη συμμόρφωση με τις αυστηρές απαιτήσεις του νεοφιλελευθερισμού.

Οι δρακόντειες αυτές τακτικές, εφαρμόστηκαν για περίπου είκοσι χρόνια, φέρνοντας την κατάρρευση των καθεστώτων της παλιάς Αριστεράς ή τη μετατροπή των κομμάτων της παλιάς Αριστεράς σε υπερασπιστές του δόγματος της υπεροχής της αγοράς. Αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αναδύθηκε σε σημαντικό βαθμό μια λαϊκή αντίσταση κατά της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον, της οποίας τρεις κύριες στιγμές ήταν η εξέγερση των Ζαπατίστας στην Τσιάπας στις 1η Ιανουαρίου του 1994, οι διαδηλώσεις κατά τη σύνοδο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Σιάτλ, που διέλυσαν την προσπάθεια θέσπισης παγκόσμιων περιορισμών στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και η ίδρυση του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ στο Πόρτο Αλέγκρε το 2001


Η ασιατική κρίση χρέους του 1997 και η κατάρρευση της φούσκας της αγοράς κατοικίας των ΗΠΑ το 2008 μας έφεραν στην σημερινή δημόσια συζήτηση για τη λεγόμενη χρηματοπιστωτική κρίση στο κοσμοσύστημα, η οποία, στην πραγματικότητα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προ-τελευταία φούσκα στη διαδοχική σειρά κρίσεων χρέους από το 1970.

Υπόθεση Νο 4 είναι η περιγραφή του ότι η δομική κρίση, στην οποία το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή, εξελίσσεται διαρκώς από το 1970 και θα συνεχίσει να υφίσταται, πιθανά μέχρι το 2050 περίπου. Το κύριο χαρακτηριστικό της δομικής κρίσης είναι το χάος. Το χάος δεν είναι μια κατάσταση ολοκληρωτικά τυχαίων γεγονότων. Πρόκειται για μια κατάσταση ταχύτατων και συνεχών διακυμάνσεων σε όλες τις παραμέτρους του ιστορικού συστήματος. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο την παγκόσμια οικονομία, το σύστημα διακρατικών σχέσεων και τα πολιτιστικά-ιδεολογικά ρεύματα, αλλά και τη διαθεσιμότητα των πόρων ζωής, τις κλιματικές συνθήκες και τις πανδημίες.


Οι συνεχείς και σχετικά γρήγορες μετατοπίσεις στις άμεσες συνθήκες, καθιστούν ακόμη και τους βραχυπρόθεσμους υπολογισμούς, εξαιρετικά προβληματικούς, για τα κράτη, τις επιχειρήσεις, τις κοινωνικές ομάδες και τα νοικοκυριά. Η αβεβαιότητα κάνει τους παραγωγούς πολύ επιφυλακτικούς όσον αφορά την παραγωγή, δεδομένου ότι είναι περισσότερο από αβέβαιο το αν θα υπάρχουν πελάτες για τα προϊόντα τους. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, καθώς η μειωμένη παραγωγή σημαίνει μείωση της απασχόλησης, που σημαίνει λιγότεροι πελάτες για τους παραγωγούς. Η αβεβαιότητα αυτή επιδεινώνεται από τις ραγδαίες μεταβολές στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Η κερδοσκοπία της αγοράς είναι η καλύτερη εναλλακτική λύση για όσους διαθέτουν πόρους. Αλλά ακόμη και η κερδοσκοπία απαιτεί ένα επίπεδο βραχυπρόθεσμης διασφάλισης που μειώνει τον κίνδυνο σε ελεγχόμενα επίπεδα. Καθώς ο βαθμός κινδύνου αυξάνει, η κερδοσκοπία γίνεται σχεδόν ένα παιχνίδι καθαρής τύχης, στο οποίο υπάρχουν περιστασιακοί μεγάλοι νικητές και κυρίως μεγάλοι χαμένοι.

Σε επίπεδο νοικοκυριού, ο βαθμός της αβεβαιότητας ωθεί την κοινή γνώμη τόσο στο να υποβάλλονται αιτήματα για προστασία και προστατευτισμό όσο και στο να αναζητούνται εξιλαστήρια θύματα, καθώς και οι πραγματικοί κερδοσκόποι. Η λαϊκή ανησυχία καθορίζει τη συμπεριφορά των πολιτικών φορέων, ωθώντας τους σε λεγόμενες εξτρεμιστικές θέσεις. Η άνοδος του εξτρεμισμού («Το κέντρο δεν μπορεί να κρατήσει") ωθεί τόσο σε εθνικό όσο και παγκόσμιο επίπεδο σε πολιτικές καταστάσεις αδιεξόδου.

Μπορεί να υπάρχουν στιγμές ανάπαυλας για συγκεκριμένα κράτη ή για το παγκόσμιο σύστημα στο σύνολό του, αλλά αυτές οι στιγμές μπορούν επίσης γρήγορα να αναιρεθούν. Ένα από τα στοιχεία που αναιρεί αυτές τις στιγμές ανάπαυλας, είναι οι απότομες αυξήσεις στο κόστος όλων των βασικών εισροών τόσο για την παραγωγή όσο και για την καθημερινή ζωή, δηλαδή οι αυξήσεις στο κόστος για ενέργεια, τρόφιμα, νερό, καθαρό αέρα. Επιπλέον, τα κεφάλαια για την πρόληψη ή τουλάχιστον για τη μείωση των ζημιών της κλιματικής αλλαγής καθώς και για τις πανδημίες, είναι ανεπαρκή.

Τέλος, η σημαντική αύξηση του βιοτικού επιπέδου τμημάτων των πληθυσμών των λεγόμενων χωρών BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και κάποιων άλλων), επιτείνει στην πραγματικότητα τα προβλήματα της συσσώρευσης κεφαλαίου για τους καπιταλιστές, διαχέοντας την υπεραξία και μειώνοντας έτσι τα ποσά που είναι διαθέσιμα για το λεπτό στρώμα των ανώτερων στρωμάτων. Η ανάπτυξη των λεγόμενων αναδυόμενων οικονομιών, στην πραγματικότητα αυξάνει την πίεση στους υπάρχοντες φυσικούς πόρους και ως εκ τούτου περιπλέκει, επίσης, το πρόβλημα της ενεργού ζήτησης για τις χώρες αυτές, απειλώντας την ικανότητά τους να διατηρήσουν την οικονομική τους ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας ή των δύο δεκαετιών.


Νταβός έναντι Πόρτο Αλέγκρε


Σε τελική ανάλυση, (τα παραπάνω), δεν αποτελούν μια όμορφη εικόνα και αναδεικνύουν το πολιτικό ερώτημα: ‘’Τι μπορούμε να κάνουμε σε αυτή την κατάσταση;’’

Αλλά πρώτα, ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές στην πολιτική μάχη;

Σε μια δομική κρίση, η μόνη βεβαιότητα είναι ότι το υπάρχον σύστημα, η καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία, δε μπορεί να επιβιώσει. Αυτό που είναι αδύνατο να γνωρίζουμε είναι το ποιός θα είναι ο διάδοχος αυτού του συστήματος.

Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τη μάχη ως ένα αγώνα ανάμεσα σε δύο ομάδες που έχω ονομάσει ενδεικτικά "το πνεύμα του Νταβός» και «το πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε."

Οι στόχοι των δύο ομάδων είναι εντελώς αντίθετοι.

Οι υπέρμαχοι του "πνεύματος του Νταβός", θέλουν ένα διαφορετικό σύστημα, κάποιο που ενώ θα είναι "μη-καπιταλιστικό", θα εξακολουθεί να διατηρεί τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του ισχύοντος συστήματος: ιεραρχία, εκμετάλλευση, και (κοινωνική) πόλωση.

Οι υπέρμαχοι του "πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε", θέλουν ένα είδος συστήματος που ποτέ δεν υπήρξε μέχρι τώρα, κάποιο που να είναι σχετικά δημοκρατικό και εξισωτικό.

Ονομάζω αυτές τις δύο θέσεις "πνεύματα", επειδή δεν υπάρχουν κεντρικές οργανώσεις και στις δύο πλευρές αυτού του αγώνα, και μάλιστα, οι υποστηρικτές στο εσωτερικό κάθε ρεύματος, είναι βαθιά διχασμένοι ως προς τη στρατηγική τους.


Οι υποστηρικτές του ‘’πνεύματος του Νταβός’’, διίστανται μεταξύ εκείνων που προτείνουν σιδερένια γροθιά στην επιδίωξη συντριβής των αντιπάλων σε όλα τα επίπεδα και σε όσους επιθυμούν να προσεταιριστούν υποστηρικτές του μετασχηματισμού, χρησιμοποιώντας πλαστά σημάδια προόδου (όπως "πράσινος καπιταλισμός" ή "μείωση της φτώχειας’’).

Διαίρεση υπάρχει και μεταξύ των υποστηρικτών του ‘’πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε’’. Υπάρχουν εκείνοι που θέλουν μια στρατηγική και ένα αναδημιουργημένο κόσμο με οριζόντια και αποκεντρωμένη οργάνωση και επιμένουν για τα δικαιώματα των ομάδων καθώς και των ατόμων ως μόνιμο χαρακτηριστικό ενός μελλοντικού παγκόσμιου συστήματος. Και υπάρχουν εκείνοι που αναζητούν και πάλι να δημιουργήσουν μια νέα διεθνή, κάθετη στη δομή της, με ομογενοποίηση των μακροπρόθεσμων στόχων της.


Τα παραπάνω αποτελούν μια πολύ μπερδεμένη πολιτική εικόνα, επιτεινόμενη από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των πολιτικών κατεστημένων και των αντανακλάσεων τους στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αυθεντίες και ακαδημαϊκοί, εξακολουθούν να επιμένουν να αναφέρονται σε μια περαστική, στιγμιαία δυσκολία σε ένα ουσιαστικά ισόρροπο καπιταλιστικό σύστημα Αυτό δημιουργεί μια ομίχλη μέσα στην οποία είναι δύσκολο να συζητήσουμε τα πραγματικά προβλήματα. Ωστόσο, πρέπει.

Νομίζω ότι είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ της βραχυπρόθεσμης πολιτικής δράσης (βραχύς ορίζοντας είναι τα επόμενα τρία έως πέντε έτη) και ενός μεσοπρόθεσμου σχεδίου δράσης, με στόχο να καταστήσουμε ικανό το ‘’πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε’’ να επικρατήσει στη μάχη για μια νέα «τάξη εξόδου από το χάος" που συλλογικά θα "επιλεγεί."

Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, ένας συλλογισμός υπερισχύει όλων των άλλων: να ελαχιστοποιήσουμε το πόνο. Οι χαοτικές διακυμάνσεις προκαλούν τεράστιο πόνο σε αδύναμα κράτη, ασθενέστερες ομάδες ή νοικοκυριά, σε όλα τα μέρη του κόσμου. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, όλο και περισσότερο χρεωμένες, όλο και περισσότερο στερούμενες οικονομικών πόρων, κάνουν συνεχώς επιλογές όλων των ειδών. Ο αγώνας για να διασφαλιστεί ότι οι περικοπές στα έσοδα θα πέσουν κατά το δυνατό λιγότερο στην πλάτη των ασθενέστερων και κατά το δυνατόν περισσότερο στους ισχυρότερους, είναι μια συνεχής μάχη. Είναι μια μάχη η οποία, βραχυπρόθεσμα, απαιτεί οι αριστερές δυνάμεις να επιλέγουν πάντοτε το λεγόμενο μικρότερο κακό, όσο και αν αυτό είναι δυσάρεστο. Φυσικά, μπορεί κάποιος πάντα να συζητήσει πιο είναι το μικρότερο κακό σε μια δεδομένη κατάσταση, αλλά δεν υπάρχει ποτέ εναλλακτική στο να επιλέξεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Διαφορετικά, κάποιος μεγιστοποιεί αντί να ελαχιστοποιεί τον πόνο.

Η μεσοπρόθεσμη επιλογή είναι το ακριβώς αντίθετο. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στο πνεύμα του Νταβός και το πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε. Δεν υπάρχουν συμβιβασμοί. Είτε θα έχουμε ένα πολύ καλύτερο κοσμοσύστημα (σχετικά δημοκρατικό και εξισωτικό) ή θα έχουμε κάποιο που θα είναι τουλάχιστον εξίσου κακό και, πολύ πιθανόν, πολύ χειρότερο. Η στρατηγική για αυτήν την επιλογή είναι να κινητοποιηθούμε για την υποστήριξη της, παντού, κάθε στιγμή, με κάθε τρόπο.

Βλέπω μια πανσπερμία τακτικών που μπορεί να μας κινήσει προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η πρώτη τακτική είναι να δίνουμε μεγάλη έμφαση στην σοβαρή επιστημονική ανάλυση, όχι σε μια συζήτηση που θα διεξάγεται μόνο από τους διανοούμενους, αλλά από το σύνολο των πληθυσμών του κόσμου. Πρέπει να είναι μια συζήτηση που να διαπνέεται από ανοιχτό πνεύμα ανάμεσα σε όλους όσους εμπνέονται από το ‘’πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε’’, όπως και να το ορίζουν. Αυτό φαίνεται ανώδυνο όταν το προτείνεις. Αλλά είναι γεγονός, ότι ποτέ δεν είχαμε κάτι τέτοιο πραγματικά στο παρελθόν και χωρίς αυτό δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα προχωρήσουμε, πολύ λιγότερο να επικρατήσουμε.

Μια δεύτερη τακτική είναι να απορρίψουμε κατηγορηματικά το στόχο της οικονομικής ανάπτυξης και να την αντικαταστήσουμε με το στόχο της μέγιστης απο-εμπορευματοποίησης –αυτό που τα κινήματα των ιθαγενών λαών της Αμερικής καλούν Buen Vivir (δικαίωμα στην καλή ζωή). Αυτό σημαίνει, όχι μόνο να αντιστεκόμαστε στην αυξημένη τάση εμπορευματοποίησης των τελευταίων τριάντα ετών, της εκπαίδευσης, των δομών υγείας, του σώματος, του νερού και του αέρα, αλλά και την απο-εμπορευματοποίηση της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής. Το πώς γίνεται αυτό δεν είναι άμεσα εμφανές, θα γνωρίζουμε τι συνεπάγεται μόνο με τον ευρύτατο πειραματισμό σε αυτή την κατεύθυνση.

Μια τρίτη προσέγγιση είναι μια προσπάθεια για τη δημιουργία τοπικών και περιφερειακών ζωνών αυτο-επάρκειας, ιδιαίτερα στα βασικά στοιχεία της ζωής όπως η τροφή και η στέγη. Η παγκοσμιοποίηση που θέλουμε δεν είναι ένας ενιαίος καθολικός καταμερισμός της εργασίας, αλλά μια ‘’εναλλακτική παγκοσμιοποίηση’’ πολλαπλών αυτονομιών που διασυνδέονται αναζητώντας τους να δημιουργήσουν μια «οικουμενική οικουμενικότητα» (universal universalism), που θα αποτελείται από τις πολλαπλές οικουμενικότητες που υπάρχουν. Πρέπει να υπονομεύσουμε τις απαιτήσεις περιφερειακών οικουμενικοτήτων να επιβληθούν στις υπόλοιπες.(8)


Μία τέταρτη προσέγγιση προέρχεται άμεσα από τη σημασία των αυτονομιών. Πρέπει να αγωνιστούμε αμέσως για τον τερματισμό της ύπαρξης ξένων στρατιωτικών βάσεων, από οποιονδήποτε, οπουδήποτε, για οποιοδήποτε λόγο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη μεγαλύτερη συλλογή στρατιωτικών βάσεων, αλλά δεν είναι το μόνο κράτος που έχει τέτοιες βάσεις. Φυσικά, η μείωση των βάσεων θα μας επιτρέψει επίσης να μειώσουμε το ποσό των πόρων του κόσμου που ξοδεύονται για στρατιωτικά μηχανήματα, εξοπλισμό και προσωπικό και να επιτραπεί έτσι η διάθεση των πόρων αυτών για καλύτερη χρήση.

Μία πέμπτη τακτική που πηγαίνει μαζί με τις τοπικές αυτονομίες, είναι η επιθετική επιδίωξη τερματισμού των θεμελιωδών κοινωνικών ανισοτήτων λόγω φύλου, φυλής, εθνότητας, θρησκείας, σεξουαλικότητας - και υπάρχουν και άλλες. Αυτό είναι τώρα ένας ευσεβής πόθος για την παγκόσμια αριστερά, αλλά αποτελεί μια πραγματική προτεραιότητα για όλους μας; Δεν το νομίζω.


Και, φυσικά, δεν μπορούμε να περιμένουμε έναν καλύτερο κοσμοσύστημα γύρω στο 2050 εάν, εν τω μεταξύ, προκύψει κάποια από τις τρεις εν αναμονή υπερ-καταστροφές: αμετάκλητη κλιματική αλλαγή, μεγάλες πανδημίες και πυρηνικός πόλεμος.


Μήπως έχω δημιουργήσει ένα αφελή κατάλογο μη πραγματοποιήσιμων τακτικών από την παγκόσμια αριστερά και τους υποστηρικτές του ‘’πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε’’, για τα επόμενα 30-50 χρόνια; Δε νομίζω.

Το μόνο ενθαρρυντικό χαρακτηριστικό μιας συστημικής κρίσης είναι ο βαθμός στον οποίο αυξάνει τη βιωσιμότητα του οργανισμού, αυτού που αποκαλούμε "ελεύθερη βούληση". Σε μια κανονική λειτουργία ενός ιστορικού συστήματος, ακόμη και μια μεγάλη κοινωνική προσπάθεια, περιορίζεται ως προς τα αποτελέσματά της, λόγω της αποτελεσματικότητας των πιέσεων για επιστροφή στην κατάσταση ισορροπίας. Αλλά όταν το σύστημα είναι μακριά από την ισορροπία, κάθε μικρή δράση έχει μεγάλη επίδραση, καθώς και το σύνολο των δράσεων μας- που γίνονται σε κάθε νανοδευτερόλεπτο, σε κάθε νανοδιάστημα- δύναται να ( δύναται, δεν είναι βέβαιο ότι θα ) προσθέσει ότι απαιτείται για να γείρει η πλάστιγγα της συλλογικής "επιλογής’’ στο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε.

Notes

↩ This essay is based on a talk given at the conference, “Global Crisis: Rethinking Economy and Society,” University of Chicago, December 3-5, 2010, Session on “Understanding the Crisis Historically.”
↩ Immanuel Wallerstein, “Structural Crises,” New Left Review, no. 62 (March-April 2010): 133-42. An earlier, more extensive discussion of this topic is to be found in Utopistics, or, Historical Choices of the Twenty-first Century (New York: The New Press, 1998), esp. chapter 2.
↩ For a broader explanation of how Kondratieff cycles work, see the Prologue to the new edition of Volume III of The Modern World-System (Berkeley, CA: University of California Press, 2011).
↩ For a broader explication of how the hegemonic cycle works, see the Prologue to the new edition of Volume II of The Modern World-System (Berkeley, CA: University of California Press, 2011).
↩ See my “Precipitate Decline: The Advent of Multipolarity,” Harvard International Review (Spring 2007): 54-59.
↩ See my “1968, Revolution in the World-System: Theses and Queries,” Theory and Society, XVIII (July 4, 1989): 431-49; also with Giovanni Arrighi and Terence K. Hopkins, “1989, the Continuation of 1968,” Review, XV, no. 2 (Spring 1992): 221-42.
↩ On the explanation of the ways in which radicals and conservatives became avatars of centrist liberalism, see “Centrist Liberalism as Ideology,” chapter 1, The Modern World-System, IV: The Triumph of Centrist Liberalism, 1789-1914 (Berkeley, CA: University of California Press, 2011).
↩ I have argued the case for this in European Universalism: The Rhetoric of Power (New York: The New Press, 2006).

(O Immanuel Wallerstein είναι Senior Ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Yale.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Φουκώ-Μαρξ: Η νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της βιοεξουσίας


Αναδημοσίευση από: Εποχή, Red Notebook


Ανανεώνοντας σε βάθος την αναλυτική της εξουσίας o Φουκώ συνάρθρωνε μια τυπολογία των κοινωνικών αγώνων, διακρίνοντας τρεις θεμελιώδεις κατηγορίες. Η πρώτη αντιστοιχεί στους αγώνες που στρέφονται εναντίον των μορφών εξουσιαστικής επιβολής – κοινωνικής, θρησκευτικής, εθνικής. Η δεύτερη περιλαμβάνει τους αγώνες που αποτελούν μαχητική έκφραση της αντίστασης κατά των σχέσεων εκμετάλλευσης που υπεξαιρούν από τον εργαζόμενο το αντικείμενο του παραγωγικού μόχθου του. Η τρίτη, πιο άμεσα κεντροθετημένη στην μικροφυσική της εξουσίας, συστεγάζει την πολλαπλότητα των αντιστάσεων απέναντι σε σχήματα καθυπόταξης του ατόμου σε καταναγκαστικούς και εσωτερικευμένους κανόνες. Φρονούσε δε ότι αυτό που διακρίνει την εποχή μας έγκειται στην πρωτοκαθεδρία των αγώνων που αντιμάχονται την υποταγή της υποκειμενικότητας σε κανονιστικά πρότυπα ετεροκαθορισμού. Αυτοί οι αγώνες τέμνουν εγκάρσια την πολυμορφία των πολιτικών καθεστώτων και των εθνικών χώρων, αναπτύσσονται γύρω από τοπικές μικροεστίες εξουσίας – πατριαρχική οικογένεια, ανδροκρατικά προνόμια, εμπορευματοποιημένη ιατρική αυθεντία, θεσμική αυθαιρεσία κρατικών μηχανισμών κλπ.- και τέλος επικεντρώνονται στον άμεσο αντίπαλο χωρίς να κατευθύνονται και να συγκλίνουν σ’ έναν κύριο εχθρό.

Αναμφίβολα η τυπολογία του Φουκώ απεικονίζει ιδανικά την ετερογενή κατανομή των πολύμορφων κινημάτων χειραφέτησης που αναπτύχθηκαν ραγδαία από τις αρχές του ΄60 και μετά. Όλοι οι πολιτικο-κοινωνικοί δείκτες συνηγορούν πλέον με τη διαπίστωση ότι έχουμε εισέλθει σε μια φάση αλλαγής εποχής όπου οι πολυεστικά αναδυόμενοι αγώνες διέπονται από ομόρροπες τάσεις σύγκλισης και συμπύκνωσης σε επιλογές αντίστασης απέναντι σε ανανεωμένες μορφές εκμετάλλευσης, πλανητικά εξαπλούμενες με την προέλαση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που κατοχυρώνει παντού, με την καταστρεπτική του δύναμη, τον τίτλο του κύριου εχθρού. Απ’ αυτή την άποψη είμαστε οι προνομιακοί μάρτυρες μιας «αφύπνισης της ιστορίας» σύμφωνα με την ευτυχή έκφραση του Μπαντιού. Η θεαματική επιστροφή αυτής της κατηγορίας αγώνων συμπίπτει με τις βίαιες επιλογές του κλυδωνιζόμενου νεοφιλευθερισμού που συσπάται για να απορροφήσει το ωστικό κύμα της πρόσφατης ιστορικής κρίσης. Συθέμελα κλονισμένος και σε κατάσταση πανικού για κάποιο διάστημα φιλοδοξεί πλέον να ανακάμψει με ένα πέρασμα στο όριο (passage à lalimite), και δη παροξυστικά επιταχυνόμενο. Συγκεκριμένα επιλέγει την ριζοσπαστικοποίηση των μορφών εκμετάλλευσης και την φρενήρη επέκτασή τους στο σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των μεσαίων, σχετικά εύπορων κοινωνικών στρωμάτων που αποτελούσαν οργανική συνιστώσα του καπιταλιστικού κοινωνικού συμβολαίου.

Η κηδεμονευόμενη Ελλάδα κομίζει την δραματική απόδειξη αυτής της υπόθεσης. Η μνημονιακή στρατηγική φιλοδοξεί να διαγράψει από τον κοινωνικό χάρτη τα ενδιάμεσα στρώματα συμπαρασύροντας το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας στο καθοδικό σπιράλ της πτωχοποίησης και της ένδειας. Με τεχνικούς όρους το φιλόδοξο ζητούμενο είναι η εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή η βίαιη και εξοντωτική πτώση του επιπέδου ζωής ως εναλλακτική στρατηγική στην αδύνατη νομισματική υποτίμηση ελλείψει εθνικού νομίσματος. Η στρατηγική του οδοστρωτήρα υποκρύπτει ωστόσο ένα αθέατο ζητούμενο, μη αναγώγιμο στη λογιστική της δημοσιονομικής ισορροπίας και προωθούμενο από την δυναμική του περάσματος στο όριο. Πρόκειται για την ενορχηστρωμένη παλινδρόμηση σε αναβαθμισμένες μορφές υπερεκμετάλλευσης, ομογάλακτες με αυτές που εξέθρεψε η άγρια επέκταση της εξουσίας του καπιταλισμού τον 19ο αιώνα και ομοούσιες με αυτές που διαδίδονται καρκινικά στον ασιατικό χώρο και εγείρουν μια εκφοβιστική πρόκληση ανταγωνιστικότητας απέναντι στην καλοταϊσμένη ηγεμονία της Δύσης. Κατά κάποιο τρόπο, η φρανκενσταϊνική φιλοδοξία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού είναι να δημιουργήσει ένα νέο είδος: τον λευκό κινέζο– έλληνα, βούλγαρο, ισπανό, λετονό… Τα τελευταία χρόνια, ήδη πριν την κρίση, στρατηγικοί αναλυτές και αυτόκλητοι προασπιστές του πεπρωμένου της διακηρύττουν εν χορώ ότι η Δύση δεν θα μπορέσει να σηκώσει το γάντι της ασιατικής πρόκλησης εάν δεν ισοπεδώσει δύο εσωτερικά εμπόδια.

Πρώτον, θα πρέπει αν αποσυνδέσει τις πολιτικές αποφάσεις από το ενδεχομενικά αστάθμητο παιχνίδι των κατ’επίφασιν δημοκρατικών διαδικασιών που διαπλέκονται με την κοινοβουλευτική νομιμότητα – πρόκειται για αυτό που ο Μπαλιμπάρ έχει αποκαλέσει «εξουδετέρωση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης». Και δεύτερον, θα πρέπει να πετσοκόψει με κατεπείγοντα ζήλο τις δαπάνες υγείας, τουτέστιν να δώσει άμεσα την χαριστική βολή στο κράτος Πρόνοιας. Αποκαλυπτική από αυτή την άποψη είναι μια πρόσφατη επιθετική και άκρως δυσοίωνη μελέτη που εκπόνησε ο σιδηρούς ιδεολογικός βραχίονας του νεοφιλελευθερισμού ιματισμένος ως οίκος αξιολόγησης, οι StandardandPoor’s, και την οποία κοινοποίησε στις διευθυντικές ελίτ του G 20 εν είδει προειδοποιητικής βολής. Προεξοφλεί με απειλητικούς τόνους την επικείμενη υποβάθμιση όλων των χωρών του G 20, εάν δεν υιοθετηθούν άμεσα μέτρα κατεδάφισης των συστημάτων υγείας. Σε αντίθετη περίπτωση απολύτως καμία χώρα από τον ανθό του καπιταλισμού δεν θα είναι σε θέση να επιδείξει το πολυπόθητο και γελοίο τριπλό Α. Ο δημογραφικός μαρασμός της Δύσης και η επιταχυνόμενη γήρανση των πληθυσμών της, που επέρχεται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σε συνδυασμό με τον πολλαπλασιασμό νέων δαπανηρών ιατρικών τεχνολογιών και την ενσωμάτωσή τους σε θεραπευτικά πρωτόκολλα ανοιχτά σε όλο και ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, οδηγούν αμείλικτα στην επιδείνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων υπό το βάρος των διογκούμενων δαπανών υγείας. Οργανωτική μήτρα της κοινωνικής κατίσχυσης του καπιταλισμού, η βιοεξουσία μεταλλάσσεται πλέον σε μαύρη τρύπα της οικονομίας του. Αντίθετα, αποφαίνεται η μελέτη των StandardandPoor’s, «το γεγονός ότι οι περισσότερες ασιατικές χώρες δεν έχουν ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης όπως αυτό που ισχύει στη Δύση σημαίνει ότι η βραδυφλεγής δημογραφική βόμβα δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις». Τουτέστιν, ο θάνατος υποδεικνύεται ως ο ιδανικός εγγυητής της καπιταλιστικής κερδοφορίας! Η φυσική εξόντωση των ανεπιθύμητων πληθυσμών αποθεώνεται ως η κατ’ εξοχήν στρατηγική για να αντιστραφεί η πτωτική τάση του κέρδους. Αυτή η μακάβρια συνταγή που εμπνέει αθόρυβες βίο-πολιτικές θανάτου εφαρμόζεται πλέον πειραματικά στην μνημονιακή Ελλάδα όπου ήδη καταγράφεται η αποκαλυψιακή καταστροφή του συστήματος υγείας. Δεν θα επεκταθώ εδώ στην καταιγιστική λήψη μέτρων διάλυσης που την υλοποιούν. Προς εξυγίανση των κοινωνικών δαπανών, το νέοφιλελεύθερο κράτος σπεύδει να συνάψει στρατηγική συμμαχία με τον θάνατο. Ωστόσο η απλή καταγγελία της λογιστικής διαχείρισης της υγείας αφήνει στο σκοτάδι την ιστορική μετάλλαξη των κοινωνιών που κυοφορούνται στις νεοφιλελεύθερες θερμοκοιτίδες της Δύσης.

Θα υποστηρίξω λοιπόν την θέση ότι μια πραγματική μετάλλαξη εξαπλώνεται στον τρόπο λειτουργίας της βιοεξουσίας, η οποία ως γνωστόν έπαιξε ένα στρατηγικό ρόλο στη μορφοποίηση της εξουσίας στη Δύση και στην επέκτασής της σ’ όλες τις όψεις της ζωής. Η βιοεξουσία συγκροτήθηκε γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος ιστορικός άξονας διαμόρφωσε μια ανατομο-πολιτική που παρήγαγε πειθαρχημένα σώματα, υποταγμένα σε τεχνικές ντρεσαρίσματος και επαύξησης της αποδοτικότητάς τους. Σήμερα ο νεοφιλελευθερισμός ξανασχεδιάζει αυτό τον άξονα με ανατριχιαστική ωμότητα. Μαθαίνουμε για παράδειγμα ότι οι κινέζοι εργάζονται στα εργαστήρια της Apple 80 με 90 ώρες την εβδομάδα!

Ο δεύτερος άξονας συγκροτήθηκε ως μια βίο-πολιτική του είδους, αντικείμενο της οποίας ήταν ο πληθυσμός και στόχος η ομαλοποιητική διαχείρισή του. Εκ πρώτης όψεως αυτή η διαχείριση επιστρατεύει μορφές ορθολογικότητας στηριζόμενες στον λόγο της επιστήμης, οι οποίες προάγουν στρατηγικές βελτίωσης της ζωής και αποτροπής του θανάτου. Η εξουσία του ηγεμόνα υπαγόρευε τον θάνατο και επέτρεπε τη ζωή. Η βιοεξουσία υπαγορεύει τη ζωή και επιτρέπει τον θάνατο, όπως σημειώνει ο Φουκώ. Ενσωματώνοντας ωστόσο στους μηχανισμούς της όλες τις παραμέτρους που καθορίζουν τις εκφάνσεις της ζωής, η βιοεξουσία αποδείχτηκε ικανή όχι μόνο να διαχειριστεί τη ζωή αλλά επίσης να προγραμματίσει το Ολοκαύτωμα, σύμφωνα με την ιστορική διατύπωση του Φουκώ. Ο ευγονισμός, ο ρατσισμός και φυσικά ο ναζισμός έφεραν θεαματικά στο φως την εγγενώς διφορούμενη συγκρότηση της βιοεξουσίας. Σήμερα με την κίνηση περάσματος στο όριο, με αυτό το εγκληματικό ‘πέρασμα στην πράξη’, ο μαινόμενος νεοφιλελευθερισμός αποδεικνύεται φορέας μιας βούλησης ριζικού επανασχεδιασμού των Δυτικών κοινωνιών και σε αυτή την προοπτική ανασυγκροτεί το σύστημα της βιοεξουσίας γύρω από τον θανατηφόρο πόλο της. Η βιοεξουσία αποβάλλει τον διπολικό χαρακτήρα της και μεταλλάσσεται σε μήτρα θανατηφόρων βίο-πολιτικών. Εδώ αποκαλύπτεται το άδηλο διακύβευμα : αυτό που βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη δεν είναι εξομοιώσιμο με έναν απλό εξορθολογισμό των δαπανών υγείας ή με το επιλεκτικό ξήλωμα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας. Το ζητούμενο για τον ‘οριακό’ νεοφιλελευθερισμό είναι να προγραμματίσει τον αργό, διακριτικό και πολιτικά ορθό θάνατο των περιττών πληθυσμών, των οποίων η ύπαρξη δυναστεύει τις κοινωνικές δαπάνες και εμποδίζει τις δυτικές οικονομίες να απογειώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Ενδεικτικό και μακάβριο σύμπτωμα : η εξώθηση των ‘περιττών’ ανθρώπων στην αυτοκτονία.

Για την νεοφιλελεύθερη πολιτική βούληση, συνταξιούχοι, μη ανακυκλώσιμοι άνεργοι, ανεκπαίδευτοι, χρόνια ψυχικά πάσχοντες, κατατρεγμένοι μετανάστες, άτομα με ειδικές ανάγκες καθώς και τμήματα τη νεολαίας δεν αποτελούν πλέον ενσωματώσιμους πληθυσμούς και νόμιμες κοινωνικές ομάδες αλλά παράνομες υπάρξεις και αντιμετωπίζονται ως η σκαρταδούρα της ανθρωπότητας. Αποτελούν πλέον υπονομευτικές ετερογένειες η ύπαρξη των οποίων αντιβαίνει στο ιδεώδες πλαίσιο αναπαραγωγής του κεφαλαίου και μεγιστοποίησης του κέρδους. Στην ‘οριακή’ καμπή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού η βίο-πολιτική μεταλλάσσεται μονοσήμαντα σε βίο-πολιτική θανάτου.

Δημήτρις Βεργέτης, ψυχαναλυτής, διευθυντής του περιοδικού αληthεια