Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Αριστερά και Λακανική Σκέψη


Αναδημοσίευση από το μπλογκ των Αναγνώσεων της Αυγής

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Η Λακανική Αριστερά, εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 361

Το βιβλίο δεν ανήκει στην κατηγορία των εισαγωγικών επιστημονικών αφηγήσεων. Πρόκειται για σύγγραμμα πολιτικής θεωρίας και εφαρμοσμένης πολιτικής ανάλυσης. Ο Γ. Σταυρακάκης επιχειρεί και πετυχαίνει τη «χαρτογράφηση» της λακανικής προβληματικής, περί της σχέσης της έννοιας του Πραγματικού με το πολιτικό στοιχείο, χρησιμοποιώντας ως ισχυρά «γεωδαιτικά» στοιχεία τόσο τις επιστημολογικές τομές της λακανικής θεωρίας όσο και την αυστηρή κριτική πολιτικών στοχαστών και φιλοσόφων, που χρησιμοποίησαν με διαφορετική θεωρητική και αναλυτική ένταση ο καθένας τη λακανική ψυχανάλυση στην πολιτική επιστήμη και φιλοσοφία που έγραψαν. Αλλά γιατί «λακανική αριστερά» και όχι «λακανική δεξιά»; Μήπως γιατί οι πολιτικές πεποιθήσεις των Καστοριάδη, Λακλάου, Μουφ, Ζίζεκ, Μπαντιού, στοχαστών που χαρακτηρίζονται ως «λακανικοί» και συνδιαλέγεται μαζί τους ο Γ. Σταυρακάκης, τοποθετούνται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος; Όχι βέβαια! Αν δούμε τη δυναμική ιεραρχία των λακανικών εννοιών, θα καταλάβουμε ότι η πολιτική ανάλυση που είναι δυνατόν να παραχθεί από αυτές, δεν μπορεί να είναι δεξιάς ρητορικής.
Ας τα δούμε όμως όλα αυτά λίγο πιο συγκεκριμένα:


Μια μικρή παράλλαξη

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απάρνησης», επιχειρείται μια αναμέτρηση και κυρίως μια δριμεία κριτική του τρόπου που διασταυρώνεται στο έργο των αριστερών διανοούμενων που προαναφέρθηκαν, το θετικό με το αρνητικό, η έλλειψη με την πλήρωση, το κενό με το συμπαγές, το συμβολικό με το πραγματικό κλπ. Αν όμως προσέξουμε καλύτερα, η ενότητα αυτή δεν αποτελεί μόνο κριτική προσέγγιση της θεωρητικής μεταχείρισης που επιφυλάσσουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς στις λακανικές ιδέες, αλλά κι ένα ιστορικό των εσωτερικών εντάσεων του υλισμού. Αυτή η δεύτερη πτυχή του α’ μέρους του βιβλίου μπορεί να παραχθεί από μια ενδεχομενική ανάγνωσή του, από μια φαινομενική μετατόπιση του αντικειμένου που πραγματεύεται (τις διαλεκτικές της απάρνησης να τις δούμε ως τις περιπέτειες του υλισμού) και που προκαλείται από μια αντίστοιχη μετατόπιση της θέσης ανάγνωσης (μια parallax view θα έλεγε ο Ζίζεκ). Αυτή η άλλη ματιά, ισχυρίζομαι, μπορεί να δικαιολογήσει καλύτερα τον τίτλο του βιβλίου και να αποκαλύψει μια πιο δομική σχέση της λακανικής θεωρίας με την αριστερά, απ’ ότι η «φαινομενολογική» σχέση των εξεταζόμενων συγγραφέων με τον αριστερό ριζοσπαστισμό.


Ουσιοκρατία και Κονστριουξιονισμός

Αν κάτι χαρακτηρίζει τη συντηρητική -δεξιά- σκέψη δεν είναι τόσο ο ιδεαλισμός ή η αναφορά στο άτομο, όσο η ουσιοκρατία. Οι θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου θεωρούν πως ο άνθρωπος είναι υπέρμετρα ατομιστής (το έχει σαν ουσία του) και γιαυτό απαιτείται η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος για να μην επικρατήσει, με καταστρεπτικό τρόπο, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Στη χομπσιανή εκδοχή του κοινωνικού συμβολαίου φαίνεται έκδηλα πως η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος προϋποθέτει ένα «παγωμένο» κοινωνικό σύμπαν, μια απόλυτη ειρήνευση να κοιμίζει το ανθρώπινο κτήνος[1].

Ο υλισμός αντιπαρατέθηκε στην ουσιοκρατία με τη μορφή του κονστριουξιονισμού. Ο Στίρνερ, στην εποχή του Μαρξ, και ο Καστοριάδης, στη δεκαετία του ‘60, είναι περιπτώσεις κονστριουξιονιστών. Θεωρούν πως ο άνθρωπος δεν έχει ουσία αλλά πως αυτή η ουσία αποτελεί κοινωνική «κατασκευή», μια μη-πραγματικότητα. Οι αναρχικοί, επίσης, θεωρούν το κράτος και το έθνος μια κοινωνική κατασκευή και όχι μια «φύση». Αν, όμως, οι «ουσίες» και οι «φύσεις» είναι κοινωνικές κατασκευές, ένα είδος ψευδούς συνείδησης, τότε θα πρέπει να απαντηθεί το εξής ερώτημα: Αν δεν υπάρχει ουσία τι υπάρχει; Η απάντηση του κονστριουξιονισμού είναι η «κενότητα»[2]. Ο πραγματικός άνθρωπος είναι κενός και γιαυτό απεριόριστα μετασχηματιζόμενος. Η κοινωνία έχει ασυγκράτητες δυνάμεις θέσμισης, σύμφωνα με τον Στίρνερ και τον Καστοριάδη, οι οποίοι έτσι από κονστριουξιονιστές γίνονται ακραίοι νομιναλιστές.

O Μαρξ, αντίθετα, δεν επιμένει στην «κατασκευή» αλλά στην «παραγωγή»[3]. Είναι δυνατόν μια «κατασκευή» να παραγάγει άλλες «κατασκευές». Η ιδεολογία είναι μια τέτοια «κατασκευή» που παράγεται και παράγει. Άρα, δεν είναι μόνο η κενότητα στη θέση της ουσίας, ως άλλη ουσία. Δεν υπάρχει ουσία στα ανθρώπινα πράγματα γιατί, κατά τον Μαρξ, υπάρχει μια διαδικασία παραγωγής που επιτρέπει το μετασχηματισμό τους. Ναι, υπάρχουν «κατασκευές» αλλά ορισμένες από αυτές αποκτούν μια τέτοια υλική-διαμορφωτική δύναμη (όπως η κατασκευή «έθνος»), που από μορφές ψευδούς συνείδησης γίνονται πραγματικοί ιστορικοί παράγοντες, πιο πραγματικοί από την ίδια την πραγματικότητα. Ορισμένες από τις «κατασκευασμένες» ιδεολογίες δεν είναι οι απλές ιδεολογίες αλλά οι κυρίαρχες και έτσι ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν γίνεται μια «φυσική» διαδικασία αλλά αποτελεί προϊόν της πάλης των τάξεων.

Ο Λακάν, από τη μεριά του, θεωρεί ότι το υποκείμενο είναι θεμελιωδώς διχασμένο. Προσδιορίζεται βέβαια από το συμβολικό επίπεδο, από το Όνομα του Πατρός, αλλά το Πραγματικό κάνει την παρουσία του, κάθε φορά, μέσω μιας υλικότητας που δεν αναπαρίσταται. Η κενότητα του υποκειμένου είναι «σχισμή» που αναπνέει. Το κενό επιδρά με το μη κενό, η έλλειψη με την πλήρωση, η αρνητικότητα με τη θετικότητα. Έτσι, ενώ ο Καστοριάδης καταλήγει στην ανακάλυψη της χιμαιρικής θετικότητας του ανθρώπου, ο Λακάν μας λέει ότι οι αγκυλώσεις υπάρχουν ακόμα και στις πιο δυναμικές καταστάσεις θέσμισης. Ακόμα και αν το υποκείμενο δεν έχει ουσία, αλλά χαρακτηρίζεται από την κενότητα του Στίρνερ, παρόλα αυτά είναι ένα υποκείμενο ενιαίο. Εξίσου ενιαίο είναι και το «αυτόνομο υποκείμενο» του Καστοριάδη. Το υποκείμενο του Λακάν όμως είναι διχασμένο, όπως διχασμένο είναι και το κοινωνικό σώμα στον Μαρξ.


Απόλαυση (jouissance) και υπεραξία

Τα πράγματα δεν κατασκευάζονται απλώς αλλά παράγονται, όπως παράγονται και τα νοήματα από τη συμβολική τάξη. Όμως, το να παραδεχθούμε απλώς ότι τα πράγματα παράγονται, με κάποιο τρόπο, χωρίς να δούμε για ποιο λόγο παράγονται και για ποιο λόγο διατηρούνται, μετασχηματίζονται ή καταρρέουν οι τρόποι παραγωγής τους, είναι σαν να επιστρέφουμε στην ουσιοκρατία. Είναι εξαιρετικά βολική σκέψη! Τα πράγματα άρχισαν κάποτε να παράγονται γιατί κάποιος ή μια ανάγκη τα ζήτησε, και έκτοτε συνεχίζουν και παράγονται. Το νόημα παράγεται από ένα κυρίαρχο σημαίνον που «ράβει» όλη την σημαίνουσα αλυσίδα και τη συγκρατεί. Έτσι γινόταν πάντα, έτσι συνεχίζεται και γίνεται. Όμως, γιατί ορισμένες «ραφές» ξηλώνονται ενώ άλλες αντέχουν και στις πιο σκληρές συνθήκες; Ο Γ. Σταυρακάκης, ευφυώς, έχει εντοπίσει την έλλειψη στο έργο του Λακλάου. Ο τελευταίος, ενώ έχει συμπεριλάβει όλη την σημειωτική–ρηματική θεμελίωση του Πολιτικού που του προσφέρει η έννοια του Συμβολικού, και ενώ έχει αποδεχθεί την αρνητική διάσταση του Πραγματικού (ως αυτού που δεν επιδέχεται συμβολοποίηση) στη διαμόρφωση των πολιτικών δομών, δεν έχει προχωρήσει, όσο θα έπρεπε, στην αποδοχή του «συμπτώματος» και της «απόλαυσης» ως των θετικών διαστάσεων του Πραγματικού. Οι νοηματικές και πολιτικές δομές, όπως και τα συμπτώματα, που αντιστέκονται με πετυχημένο τρόπο στη φθορά και τελικά ηγεμονεύουν, δεν το οφείλουν μόνο στη συμβολική «ραφή» αλλά και στο είδος της «απόλαυσης» που προσφέρουν και που το υποκείμενο δεν θέλει να εγκαταλείψει. Η «απόλαυση» όμως δεν περιορίζεται μόνο στο να εξηγεί την ανθεκτικότητα κοινωνικών δομών και ταυτοτήτων. Από συμπληρωματικός όρος της συμβολικής τάξης και της δημιουργικής της δύναμης γίνεται ο πραγματικά κυρίαρχος όρος της ψυχικής παραγωγής και του σύμπαντος των συμπτωμάτων. Γίνεται υπεραπόλαυση! Όπως ακριβώς η παραγωγή αγαθών στο καπιταλισμό δεν εξηγείται από τις ανάγκες που καλύπτουν αυτά τα αγαθά αλλά από κάτι που ο Μαρξ ανέδειξε τον «συμπτωματικό» του χαρακτήρα[4], την εκμετάλλευση. Στον καπιταλισμό η παραγωγή δεν είναι η ικανοποίηση της ζήτησης αλλά η αναζήτηση της υπεραξίας.


Ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού. Κατασκευή ή μεταστροφή της ιστορίας;

Δεν θα μπούμε στην ουσία της σφοδρής αλλά δικαιολογημένης κριτικής που κάνει ο Γ. Σταυρακάκης στον Ζίζεκ, στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και στην εμφάνιση της επαναστατικής-«απροϋπόθετης» πράξης που, υποτίθεται, καταλύει όλη τη συμβολική τάξη. Θα πρέπει να ειπωθεί όμως και σε σχέση με τα προηγούμενα το εξής: Η απάντηση του υλιστικού κονστριουξιονισμού στην αντιδραστική ουσιοκρατία γεννά δύο είδη φαντασιώσεων. Η πρώτη φαντασίωση είναι η χιμαιρική–ουτοπική φαντασίωση: Όπως έχει κατασκευαστεί το κράτος και το έθνος των αστών, έτσι και το αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο μπορεί να κατασκευάσει τη δική του κοινωνία. Η εκρηκτική δημιουργικότητα –θετικότητα- των κοινωνικών υποκειμένων που ξεπηδά από την κατάλυση της συμβολικής τάξης της αστικής εξουσίας μετασχηματίζει ριζικά το κοινωνικό και το πολιτικό.

Η δεύτερη φαντασίωση περιγράφεται πολύ καλά από τον Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», στο σημείο που μιλά για την απαίτηση του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος να δημιουργηθούν, μέσω κρατικής βοήθειας, παραγωγικοί συνεταιρισμοί σε βιομηχανία και γεωργία. Στο σημείο αυτό ο Μαρξ λέει: «Η σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας αντί να ξεπηδά από την επαναστατική διαδικασία μετατροπής της κοινωνίας, ξεπηδά από την κρατική βοήθεια... μπορεί κανένας να χτίσει μια καινούργια κοινωνία όπως φτιάχνει έναν καινούργιο σιδηρόδρομο». Πρόκειται για το πρόγραμμα της κεντρώας σοσιαλδημοκρατίας. Πρόκειται για την πίστη στην απεριόριστη θετικότητα του κομματικού βολονταρισμού και του κράτους-εργαλείου.

Τα παραπάνω προγράμματα είναι ορθολογικά αλλά μη ρεαλιστικά. Η απόλυτη εμπιστοσύνη στις υποκειμενικές δυνάμεις δεν είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης αλλά καταφυγή σε ένα φαντασιακό και απλουστευμένο σύμπαν, δηλαδή, φόβος για την κοινωνική πολυπλοκότητα. Η λακανική προβληματική της διαλεκτικής σχέσης της αρνητικότητας με τη θετικότητα, της συμβολικής τάξης με το Πραγματικό, μας λέει ότι εκεί που συγκροτείται η εξουσία, εκεί στο ίδιο σημείο υπάρχουν οι όροι αμφισβήτησης της. Εκεί που συγκροτείται η αντίσταση και η αποδόμηση της εξουσίας, εκεί ακριβώς μπορεί η εξουσία να επανασυγκροτηθεί. Εκεί που υπάρχει η έλλειψη, υπάρχει το πλεόνασμα. Η αστική κοινωνία είναι μια κόλαση για τον εργάτη, γι’ αυτόν που δεν διαθέτει ιδιοκτησία, όμως ποια είναι η απάντηση; Μια καταφυγή στην ουτοπία θα συνιστούσε επιστροφή σε προηγούμενες κοινωνικές μορφές, όπως αυτές του κοινοτισμού, που όμως δεν θα διέθεταν καμία αναπαραγωγική δύναμη. Μια αγκύλωση σε ένα «καλό» κράτος θα ήταν επένδυση στον όρο της αστικής αντίφασης που θέλουμε να υπερβούμε.

Ανακεφαλαιώνοντας: Τόσο ένα είδος μαρξισμού όσο και η λακανική θεωρία μπορούν να συναντηθούν στο πεδίο που επιχειρούνται οι αγώνες ενός υλισμού απέναντι σε κάθε μορφής ιδεαλισμό. Αυτή η συνάντηση, μάλιστα, συμβαίνει και στον τόπο ενός συγκεκριμένου υλισμού. Ο τόπος συνάντησης δεν είναι ο υλισμός των «κατασκευών» αλλά ο υλισμός της «εκμετάλλευσης» όλων των αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας, ο υλισμός της έντασης μεταξύ αρνητικότητας και θετικότητας. Έτσι, η επιθυμία παραμένει ο ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού και του πολιτικού, μόνο που αυτός ο μετασχηματισμός δεν θα πάρει τη μορφή μιας νέας «κατασκευής» αλλά τη μορφή μιας νέας χρήσης των κοινωνικών αντιφάσεων. Αντί για μια «σοσιαλιστική κατασκευή» δίπλα στις «αστικές κατασκευές» επιχειρείται κάτι πιο δύσκολο και ίσως πιο συναρπαστικό: Η μεταστροφή του ιστορικού πεδίου με άξονα την έννοια της εκμετάλλευσης.


Ισχυρές, ανίσχυρες και φαινομενικά ανίσχυρες ταυτότητες

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απόλαυσης», αποτελεί το εμπειρικό κομμάτι της προβληματικής του Γ. Σταυρακάκη, στο οποίο επιχειρείται μια αναλυτική προσέγγιση σύγχρονων ισχυρών ή αδύναμων ταυτοτικών συγκροτήσεων, όπως της «εθνικής ταυτότητας», της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» και του «καταναλωτισμού». Η προσέγγιση των υπό εξέταση ταυτοτήτων γίνεται με βάση τις στρατηγικές έννοιες της jouissance - απόλαυσης και της συγκίνησης, με στόχο τη διερεύνηση των συνεπειών που έχουν στη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας οι τρόποι με τους οποίους παράγονται αυτές οι ταυτότητες, καθώς και τα είδη των απολαύσεων, των παθών και των συναισθημάτων που κυκλοφορούν εντός τους. Η εμπειρική προσέγγιση γίνεται με έναν ενθουσιώδη τρόπο, από τον συγγραφέα, που αποκαλύπτει εύστοχα τις συνέπειες του περάσματος των «δυτικών» κοινωνιών από την εποχή των «απαγορεύσεων» στην εποχή των «επιβεβλημένων» ηδονών. Το είδος του λιμπιντικού δυναμικού και ο τρόπος που αυτό παροχετεύεται στα υποκείμενα που συμμετέχουν σε μια ταυτοτική κατασκευή προσδιορίζουν την ευκολία ή τη δυσκολία με την οποία μπορεί να τροποποιηθεί αυτή, αλλά και την επιτυχία ή την αποτυχία της ίδιας της διαδικασίας της ταύτισης.

Στο σημείο αυτό υπάρχει και η εξής ένσταση–ερώτημα, ως προς τον τρόπο που ο συγγραφέας προσεγγίζει την «ευρωπαϊκή ταυτότητα» στο έκτο κεφάλαιο, δηλαδή ως μια ρηματική δομή αδύναμων αποτελεσμάτων ταύτισης, αν την συγκρίνουμε με τις αντίστοιχες ισχυρές ταυτότητες που μελετά στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου και που στηρίζονται στην ιδέα του έθνους.

Είναι δυνατόν να εμφανιστεί μια ταυτότητα (ας πούμε η «ευρωπαϊκή») ως μια κατασκευή χαμηλού λιμπιντικού δυναμικού που συνεχώς «αποτυχαίνει» να δημιουργεί ισχυρές δεσμεύσεις σε υποκείμενα, ενώ στη πραγματικότητα να πρόκειται για μια ισχυρή ταυτότητα που φαίνεται ως ανίσχυρη αλλά δεν είναι; Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποδοσφαιρική ιδεολογία κάποιου υποκειμένου (το σε ποια ομάδα κατατάσσει τον εαυτό του αλλά και πόσο φανατικός οπαδός θεωρείται) δημιουργεί ισχυρότερα αποτελέσματα από την ευρωπαϊκή ιδεολογία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένας διαχειριστικός και τεχνοκρατικός λόγος για την οικονομία δεν επιφέρει αποτελέσματα ταύτισης, τόσα όσα επιφέρει ένα φλογερό σύνθημα υποστήριξης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Όμως εδώ απαιτείται αρκετή προσοχή, διότι είναι πολύ πιθανόν να ισχύει ένα φαινόμενο παραγνώρισης-φετιχισμού του δυναμικού της ταυτότητας. Μπορεί τα αποτελέσματα ταύτισης να μην είναι τόσο ισχυρά, αλλά η κοινωνική δραστικότητα της ταυτότητας να είναι πανίσχυρη. Για παράδειγμα, η «απόλαυση του καπιταλιστή»[5] μπορεί να μην εμφανίζεται με τη μορφή των συνήθων λαϊκότροπων και παθιασμένων συναισθημάτων αλλά να διαθέτει κρυφή ένταση. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» είναι απεριόριστη και «τσακίζει» διαρκώς το κοινωνικό σώμα μέσα από τους φαινομενικά «ξενέρωτους» τεχνοκρατικούς κώδικες. Το νοιώθουμε ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή των μνημονίων. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» αποτελεί πυρηνικό στοιχείο πολλών σύγχρονων ταυτοτήτων και ιδεολογικών πρακτικών, φαινομενικά ανίσχυρων και «ειρηνικών», αλλά φαντασιωτικά επιβλητικών και ιμπεριαλιστικών, και αυτό σίγουρα είναι ένα θέμα σοβαρό για περαιτέρω διερεύνηση.

Ο Πέτρος Σταύρου είναι οικονομολόγος

-----------------------------------------
[1] Δες την ενδιαφέρουσα σειρά αναρτήσεων με τον τίτλο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν» στο http://stodivanimetolacan.blogspot.gr/2012/03/blog-post_16.html.
[2] Στο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν».
[3] Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Η Φιλοσοφία του Μαρξ», Εκδόσεις Νήσος, 1996.
[4] Ο Λακάν έχει αναγνωρίσει τον Μαρξ ως τον εφευρέτη του συμπτώματος. Από τη σκοπιά της θεωρίας της αξίας θα λέγαμε ότι το «χρήμα» είναι η μετωνυμία της «αξίας».
[5] Juan Domingo Sanchez Estop, « Οι τέσσερις λόγοι – που είναι πέντε – του Jacques Lacan: Μια κριτική της (όχι μόνο) πολιτικής οικονομίας, Περιοδικό «Θέσεις», Τεύχος 111, Απρίλιος – Ιούνιος 2010.

1 σχόλιο:

  1. Γειά σου Weltschmerz

    ''Τα πράγματα δεν κατασκευάζονται απλώς αλλά παράγονται, όπως παράγονται και τα νοήματα από τη συμβολική τάξη. Όμως, το να παραδεχθούμε απλώς ότι τα πράγματα παράγονται, με κάποιο τρόπο, χωρίς να δούμε για ποιο λόγο παράγονται και για ποιο λόγο διατηρούνται, μετασχηματίζονται ή καταρρέουν οι τρόποι παραγωγής τους, είναι σαν να επιστρέφουμε στην ουσιοκρατία. Είναι εξαιρετικά βολική σκέψη! Τα πράγματα άρχισαν κάποτε να παράγονται γιατί κάποιος ή μια ανάγκη τα ζήτησε, και έκτοτε συνεχίζουν και παράγονται''.

    ΑΥΤΟ και αν είναι ουσιοκρατία! Πρέπει να δούμε, αναφέρεται, για ποιό ''λόγο'' τα πράγματα παράγονται, τα πράγματα άρχισαν να παράγονται επειδή ''κάποιος ή μια ανάγκη τα ζήτησε'', κλπ. Έχουμε δηλαδή μια ουσιοκρατία όχι της ''παραγωγής'', αλλά της κατανάλωσης. Βάσει των παραπάνω, η κατανάλωση και η έλλειψη προηγούνται εν είδει ''ουσίας''. Στο πολιτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει μια υπερβολική έμφαση στην κατανάλωση και την ιδεολογία ή αλλιώς στη ''συμβολική'' διάσταση.
    Μπορεί όμως, ούτε κάτι να παρήχθη ''από μόνο του'', στη θετικότητά του, ούτε να προυπήρξε μια ''ανάγκη'', δηλαδή μια ακόμη θετικότητα, και μια έλλειψη που το ζήτησαν. Η τρίτη δυνατότητα είναι η παραγωγή να επιλύει προβλήματα. Το πρόβλημα είναι μια σχέση εσωτερικού-εξωτερικού, χωρίς να είναι μεταφυσική ανάγκη ή έλλειψη ούτε παραγωγική θετικότητα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή