Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Προ­τε­ραιό­τη­τα στις δι­κές μας κα­τα­φά­σεις - Συ­νέ­ντευ­ξη με τον Νικόλα Σεβαστάκη


Ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται συγχρόνως ένα λόγο μέριμνας για τη συνοχή της κοινωνίας αλλά και για ένα modus vivendi με αντίπαλες ή με αποκλίνουσες από τη δική του ερμηνείες του δημόσιου συμφέροντος


Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε ο Παύ­λος Κλαυ­δια­νός


Πρό­σφα­τα, στην «Αυ­γή», με α­φορ­μή την ΕΡ­Τ, υ­πο­στή­ρι­ξες ό­τι πί­σω α­πό την πρά­ξη του Πρω­θυ­πουρ­γού διέ­κρι­νες την πρό­θε­ση μιας δε­ξιάς α­να­σύν­θε­σης με την «ερ­γα­λεια­κή χρή­ση» αν­θρώ­πων του «με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κού κέ­ντρου» στο έ­δα­φος μιας νέ­ο-συ­ντη­ρη­τι­κής, κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­σμι­κά, ατ­ζέ­ντας. Μπο­ρού­με να προσ­διο­ρί­σου­με λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο το πε­ριε­χό­με­νο αυ­τής της ατ­ζέ­ντας; Υπάρ­χει ευ­νοϊκό έ­δα­φος να γί­νει α­πο­δε­κτή;

Η α­πό­φα­ση για το μαύ­ρο στην ΕΡΤ μπο­ρεί να δια­βα­στεί με πολ­λούς τρό­πους. Για κά­ποιους το ό­λο ζή­τη­μα πε­ριο­ρί­ζε­ται σε έ­ναν «ά­κομ­ψο» χει­ρι­σμό υ­πα­γο­ρευ­μέ­νο α­πό την ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη μιας προ­α­παι­τού­με­νης δρά­σης του Μνη­μο­νίου. Από ε­κεί η ε­ξή­γη­ση με­τα­το­πί­στη­κε στις κα­θυ­στε­ρή­σεις των με­ταρ­ρυθ­μί­σεων του δη­μό­σιου το­μέα, κα­θυ­στε­ρή­σεις οι ο­ποίες υ­πο­τί­θε­ται ό­τι ο­δη­γούν σε «α­πε­ρί­σκε­πτες» α­πο­φά­σεις αυ­τού του εί­δους. Κα­τά τη γνώ­μη μου, μια τέ­τοια προ­σέγ­γι­ση πα­ρα­βλέ­πει τις συμ­βο­λι­κές-ι­δε­ο­λο­γι­κές δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις πί­σω α­πό τη συ­γκε­κρι­μέ­νη α­πό­φα­ση. Αν δού­με την υ­πό­θε­ση της ΕΡΤ μα­ζί με πολ­λά άλ­λα ε­πει­σό­δια του πρό­σφα­του και­ρού (α­ντι­ρα­τσι­στι­κό, ι­θα­γέ­νεια κ.λπ.) κα­τα­λα­βαί­νου­με ό­τι τα λε­γό­με­να α­τυ­χή­μα­τα χει­ρι­σμών πλαι­σιώ­νο­νται α­πό προ­θέ­σεις. Υπάρ­χει, α­ναμ­φι­σβή­τη­τα, το άγ­χος του πρω­θυ­πουρ­γού και της Νέ­ας Δη­μο­κρα­τίας για τις εκ δε­ξιών α­πώ­λειες. Συγ­χρό­νως, ό­μως, εί­ναι ο­ρα­τή η προ­σπά­θεια για κα­τα­σκευή ε­νός νέ­ου συ­ντη­ρη­τι­κού κοι­νού αι­σθή­μα­τος, το ο­ποίο θα γε­φυ­ρώ­σει τις δύο ευαι­σθη­σίες που βρέ­θη­καν δι­χα­σμέ­νες α­πό την οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή του Μνη­μο­νίου: την κε­ντρο-δε­ξιά των ορ­θο­λο­γι­κών ε­πι­λο­γών και τη δε­ξιά των συ­ναι­σθη­μά­των και των πα­θών, κα­τά κά­ποιον τρό­πο. Αν δια­βά­σει κα­νείς τους λό­γους του Αντώ­νη Σα­μα­ρά και τις γρα­φί­δες των αν­θρώ­πων του, βλέ­πει τη συ­γκε­κρι­μέ­νη πρό­θε­ση να ξε­τυ­λί­γε­ται γύ­ρω α­πό δύο «λε­ξι­λό­για» που στο­χεύουν σε μια μελ­λο­ντι­κή α­να­σύν­θε­ση. Ο λυ­ρι­σμός της πα­τρί­δας σμί­γει με την α­παί­τη­ση για με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή πυγ­μή, για ξε­κα­θά­ρι­σμα με το φα­σμα­τι­κό κρά­τος της α­πέ­θα­ντης με­τα­πο­λί­τευ­σης. Και η σκέ­ψη για την «ευ­ρω­παϊκή πα­ρά­τα­ξη» υ­πη­ρε­τεί τον ί­διο στό­χο: τη δη­μιουρ­γία μιας κοι­νό­τη­τας ό­που οι α­γω­νίες ταυ­τό­τη­τας των συ­ντη­ρη­τι­κών αν­θρώ­πων θα ε­πα­να­συν­δε­θούν με το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο με­ταρ­ρυθ­μι­σμό, ο ο­ποίος ό­μως θα ο­νο­μα­τί­ζε­ται ε­φε­ξής ο μό­νος υ­παρ­κτός ρε­α­λι­σμός. Αυ­τό βε­βαίως συ­να­ντά ε­μπό­δια και γεν­νά­ει α­ντι­φά­σεις και πολ­λά προ­βλή­μα­τα στην κα­θη­με­ρι­νή του δια­χεί­ρι­ση. Η δε­ξιά ταυ­τό­τη­τα χρειά­ζε­ται τη μνή­μη των δει­νών της (λ.χ. την ε­πί­κλη­ση του «κα­τα­στρο­φέα Ανδρέα Πα­παν­δρέ­ου») την ί­δια στιγ­μή που η δια­κυ­βέρ­νη­ση, και μά­λι­στα μα­ζί με το ΠΑ­ΣΟ­Κ, α­παι­τεί τη λή­θη και την πραγ­μα­τι­στι­κή πα­ρα­γνώ­ρι­ση των τραυ­μά­των. Αλλά η πρό­θε­ση μιας συ­ντη­ρη­τι­κής α­να­σύν­θε­σης εί­ναι έ­να α­πό τα στοι­χή­μα­τα αυ­τής της πε­ριό­δου.


Ο πο­λί­της ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο γί­νε­ται α­νί­σχυ­ρος στην ε­πο­χή μας. Εί­ναι α­πο­κλει­σμέ­νος α­πό τις α­πο­φά­σεις, πα­ρα­κο­λου­θεί­ται, ο συ­στη­μι­κός Τύ­πος «συμ­βου­λεύει» να μην υ­πο­λο­γί­ζουν –πα­ντε­λώς– οι πο­λι­τι­κοί το πο­λι­τι­κό κό­στος. Σε τι συ­μπε­ρι­φο­ρές ω­θεί­ται ο πο­λί­της; Πώς μπο­ρεί να γί­νει ξα­νά ι­σχυ­ρός;

Η κρί­ση βιώ­νε­ται κυ­ρίως ως μια ε­μπει­ρία α­πώ­λειας για τους πε­ρισ­σό­τε­ρους. Στην χρό­νια ε­ξέ­λι­ξή της πα­ρά­γει ψυ­χι­κή κό­πω­ση και ε­ναλ­λα­γές δια­θέ­σεων. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι τα συ­ναι­σθή­μα­τα προ­σω­πι­κής μα­ταίω­σης και οι υ­λι­κές δυ­σχέ­ρειες δεν βο­η­θούν στην ι­διό­τη­τα του πο­λί­τη. Πά­ντα, ό­μως, έ­βρι­σκα α­φε­λή την ι­δέα ό­τι η έ­ντα­ση των πιέ­σεων (ή και των κα­τα­πιέ­σεων) «ξε­κα­θα­ρί­ζει» τα μέ­τω­πα και δια­λύει τις «αυ­τα­πά­τες». Λέω κά­τι που πολ­λοί στη ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά το βρί­σκουν ε­νο­χλη­τι­κό: ό­τι η ι­δέα ε­νός α­δια­λεί­πτως ε­νερ­γο­ποιη­μέ­νου πο­λί­τη και του ί­διου του λα­ού ως εν­σαρ­κω­μέ­νης ε­πα­γρύ­πνη­σης και μα­χη­τι­κής «ου­σίας» εί­ναι μια α­πό τις κλη­ρο­νο­μιές των ε­πα­να­στα­τι­κών στιγ­μών του πα­ρελ­θό­ντος. Θα έ­λε­γα μια κλη­ρο­νο­μιά των πο­λε­μι­κώ­ν-θυ­σια­στι­κών ε­πο­χών. Τό­σο οι α­στι­κές ρε­που­μπλι­κα­νι­κές ό­σο και οι σο­σια­λι­στι­κές εκ­δο­χές για τη μα­ζι­κή κι­νη­το­ποίη­ση έ­χουν ό­ρια: υ­πάρ­χουν οι κοι­νω­νι­κές ρου­τί­νες, οι πε­ρι­πλο­κές και οι ρυθ­μοί της α­το­μι­κής ε­μπει­ρίας. Δεν εί­ναι μό­νο ο φό­βος ή η α­να­σφά­λεια για το μέλ­λον που με­τα­τρέ­πουν τον πο­λί­τη σε ι­διώ­τη κα­τά τη γνω­στή ο­ρο­λο­γία. Ίσως θα έ­πρε­πε να έ­χου­με κα­τά νου ό­τι η εν­δυ­νά­μω­ση του πο­λί­τη εί­ναι κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό α­πό την ει­κό­να του «α­κτι­βι­στι­κού» υ­πο­κει­μέ­νου που φτιά­χνει την ταυ­τό­τη­τά του κυ­ρίως σε έ­να δη­μό­σιο χώ­ρο α­ντι­πα­ρα­θέ­σεων και διεκ­δι­κή­σεων. Υπάρ­χει ση­μα­ντι­κή δια­φο­ρά α­νά­με­σα στην πο­λι­τι­κο­ποίη­ση και στη δια­κρι­τή κι­νη­μα­τι­κή κουλ­τού­ρα, η ο­ποία πι­στεύω ό­τι δεν μπο­ρεί να θε­σμο­ποιη­θεί ως κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα του πο­λί­τη πό­σο μάλ­λον ως ι­δεώ­δες του βίου με α­ξιώ­σεις γε­νί­κευ­σης.


Η κε­ντρι­κό­τη­τα της υ­πε­ρά­σπι­σης της δη­μο­κρα­τίας εί­ναι πια δε­δο­μέ­νη στην α­να­νεω­τι­κή και ρι­ζο­σπα­στι­κή α­ρι­στε­ρά, κι αυ­τό εί­ναι κά­τι πο­λύ ση­μα­ντι­κό. Έχει ξα­ναϋπάρ­ξει και στο πα­ρελ­θόν, ας πού­με στη δε­κα­ε­τία του ’60. Η α­ρι­στε­ρά ό­μως, σή­με­ρα, πώς πρέ­πει να το θέ­τει, με τι πε­ριε­χό­με­νο;

Ο σο­σια­λι­σμός με δη­μο­κρα­τία και ε­λευ­θε­ρία εί­ναι ή­δη έ­να πα­λιό σύν­θη­μα. Γεν­νή­θη­κε σε μια δια­δι­κα­σία ρή­ξης με τις ο­λο­κλη­ρω­τι­κές ε­μπει­ρίες στη Σο­βιε­τι­κή Ένω­ση, στην Κί­να και στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη. Υπάρ­χει τα τε­λευ­ταία χρό­νια η ά­πο­ψη που θεω­ρεί αυ­τή τη ρή­ξη έ­να ζή­τη­μα του μα­κρι­νού πα­ρελ­θό­ντος, μια υ­πό­θε­ση για τους ι­στο­ρι­κούς με­λε­τη­τές. Έχω μια πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή α­ντί­λη­ψη: ό­τι η συ­γκε­κρι­μέ­νη ρή­ξη με τις α­πο­λυ­ταρ­χι­κές πα­ρα­δό­σεις και ε­ντός α­ρι­στε­ράς ή­ταν εν πολ­λοίς α­μή­χα­νη και δέ­σμια ε­νός μύ­θου ε­νό­τη­τας ό­λων των α­ρι­στε­ρών α­πέ­να­ντι στο «βα­σι­κό εχ­θρό». Η α­ρι­στε­ρή ε­τε­ρο­δο­ξία, ω­στό­σο, πο­λύ πριν την εμ­φά­νι­ση της α­να­νεω­τι­κής α­ρι­στε­ράς του ‘70, εί­ναι έ­να μεί­ζον η­θι­κό γε­γο­νός του προ­η­γού­με­νου αιώ­να που η α­ξία του διαρ­κεί α­κό­μα. Επει­δή α­κρι­βώς έ­δει­ξε, με συ­γκε­κρι­μέ­νες μαρ­τυ­ρίες πα­ρά με θεω­ρη­τι­κά ε­πι­χει­ρή­μα­τα, τη ση­μα­σία της ε­λευ­θε­ρίας η ο­ποία πα­ρα­δο­σια­κά θεω­ρού­ταν μια «α­στι­κή» ι­δέα.

Η α­ρι­στε­ρά φυ­σι­κά βλέ­πει πά­ντο­τε στην έν­νοια της δη­μο­κρα­τίας κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τη φι­λε­λεύ­θε­ρη δη­μο­κρα­τία, πό­σο μάλ­λον α­πό τα συ­στή­μα­τα των α­ντα­γω­νι­στι­κών ε­κλο­γών. Αλλά οι ε­μπει­ρίες ε­νός αιώ­να έ­δει­ξαν ό­τι χω­ρίς τα «τυ­πι­κά» χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της φι­λε­λεύ­θε­ρης α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κής δη­μο­κρα­τίας υ­πο­νο­μεύο­νται και ό­λες ε­κεί­νες οι ρι­ζο­σπα­στι­κές ποιό­τη­τες τις ο­ποίες α­να­ζή­τη­σαν οι α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές δυ­νά­μεις. Τι εν­νοού­με λέ­γο­ντας ό­τι η υ­πε­ρά­σπι­ση της δη­μο­κρα­τίας έ­χει κε­ντρι­κή ση­μα­σία σή­με­ρα; Κα­τά τη γνώ­μη μου αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι η ση­με­ρι­νή οι­κο­νο­μι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση, εί­τε με Μνη­μό­νια εί­τε με την τυ­πι­κή α­που­σία Μνη­μο­νίων, α­πο­κλί­νει α­πό ση­μα­ντι­κά δε­δο­μέ­να μιας φι­λε­λεύ­θε­ρης δη­μο­κρα­τίας και ό­χι μό­νο α­πό τις κοι­νω­νι­κές κα­τα­κτή­σεις των χρό­νων του κεϊνσια­νού συμ­βι­βα­σμού. Πώς συμ­βαί­νει αυ­τό; Θα έ­λε­γα ό­τι στα ση­με­ρι­νά κα­θε­στώ­τα οι­κο­νο­μίας και δια­κυ­βέρ­νη­σης συρ­ρι­κνώ­νε­ται α­σφυ­κτι­κά ο πλου­ρα­λι­σμός των α­ξιών και στε­νεύουν τα κρι­τή­ρια με βά­ση τα ο­ποία συ­γκρο­τού­νται οι δια­φο­ρε­τι­κές σφαί­ρες ζωής και οι κοι­νω­νι­κοί θε­σμοί. Όλα κα­λού­νται να υ­παχ­θούν σε μια ε­νιαία λει­τουρ­γι­κή και ορ­γα­νω­τι­κή αρ­χή, σε μια θε­με­λιώ­δη νόρ­μα (α­ντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα/ κερ­δώα α­πο­δο­τι­κό­τη­τα). Δεί­τε, για πα­ρά­δειγ­μα, τις κου­βέ­ντες που δι­καιο­λο­γούν την αυ­ταρ­χι­κή ε­πέμ­βα­ση στην ΕΡ­Τ: δια­κι­νούν την ι­δέα ό­τι έ­νας ορ­γα­νι­σμός που δεν που­λά­ει για­τί δεν έ­χει τη με­γά­λη τη­λε­θέ­α­ση των ι­διω­τι­κών κα­να­λιών εί­ναι ά­χρη­στος, ζη­μιο­γό­νος, α­πο­τυ­χη­μέ­νος κ.λπ. Τα ί­δια δη­λα­δή κρι­τή­ρια με­τα­φέ­ρο­νται σε ό­λους τους τύ­πους κοι­νω­νι­κής, ε­πι­στη­μο­νι­κής ή ε­νη­με­ρω­τι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας. Αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι έ­νας μειω­τι­κός οι­κο­νο­μι­σμός που θυ­μί­ζει σε με­γά­λο βαθ­μό την πιο βά­ναυ­ση α­ντί­λη­ψη πε­ρί «ε­ποι­κο­δο­μή­μα­τος» ως α­ντι­πα­ρα­γω­γι­κής πο­λυ­τέ­λειας.

Κά­τι τε­λευ­ταίο για τη δη­μο­κρα­τία: στον α­πό­η­χο της αμ­φι­σβή­τη­σης της δη­μο­κρα­τίας των ε­λίτ α­να­πτύσ­σε­ται ε­δώ και κά­ποια χρό­νια μια ρη­το­ρι­κή της ά­με­σης δη­μο­κρα­τίας ή της δη­μο­κρα­τίας των «α­πό κά­τω». Ήταν η στιγ­μή των πλα­τειών που έ­γι­νε α­ντι­κεί­με­νο α­δι­καιο­λό­γη­της θε­σμι­κής α­πόρ­ρι­ψης αλ­λά και δια­φό­ρων μυ­θο­ποιή­σεων. Μη ξε­χνά­με, ό­μως, τις εκ­τρο­πές που μπο­ρεί να γεν­νή­σει η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή α­πόρ­ρι­ψη ε­νός ή­δη ε­ξαρ­θρω­μέ­νου κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού. Στις πε­ρισ­σό­τε­ρες χώ­ρες της Ευ­ρώ­πης η δυ­σφο­ρία με τις κυ­βερ­νώ­σες ε­λίτ εν­σω­μα­τώ­νε­ται σε έ­να δε­ξιό ρι­ζο­σπα­στι­σμό με σω­βι­νι­στι­κές και πα­τερ­να­λι­στι­κές α­ξίες. Τί­πο­τα δεν εγ­γυά­ται ό­τι η δι­κή μας πε­ρί­πτω­ση δεν θα έ­χει α­ντί­στοι­χες εκ­βά­σεις. Και δεν μι­λώ ε­δώ α­πο­κλει­στι­κά για τη Χρυ­σή Αυ­γή αλ­λά και για «ε­ξη­με­ρω­μέ­νες» και πο­λύ λι­γό­τε­ρο α­κραίες μορ­φές δε­ξιού λαϊκι­σμού. Γι’ αυ­τό λέω ό­τι η α­ρι­στε­ρά δεν έ­χει κα­νέ­να λό­γο να εν­θαρ­ρύ­νει το λό­γο πε­ρί σά­πιου πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος, ό­χι για­τί δεν χρειά­ζο­νται ση­μα­ντι­κές α­να­τρο­πές σε τού­το το πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, αλ­λά διό­τι η φα­ντα­σίω­ση χει­ρουρ­γι­κής ε­ξυ­γίαν­σης των σά­πιων ι­στών δεν εί­ναι κα­θό­λου α­ρι­στε­ρή. Η α­ρι­στε­ρή κρι­τι­κή πρέ­πει να ε­ντάσ­σε­ται, με ρη­τό και διαυ­γή τρό­πο, στο αί­τη­μα της υ­πε­ρά­σπι­σης του πο­λι­τι­κού δια­φω­τι­σμού. Με μια ση­μα­ντι­κή υ­πεν­θύ­μι­ση: ό­τι τό­σο η υ­πο­τί­μη­ση της ερ­γα­σίας ό­σο και η μα­ζι­κή πα­ρα­γω­γή ευά­λω­των αν­θρώ­πων α­πο­τε­λούν ση­μα­ντι­κά κε­φά­λαια κά­θε ση­με­ρι­νής συ­ζή­τη­σης για τη δη­μο­κρα­τία. Δεί­τε τις πα­ρεμ­βά­σεις κά­θε άλ­λο πα­ρά ρι­ζο­σπα­στι­κών θεω­ρη­τι­κών ό­πως η Μάρ­θα Νου­σμπά­ουμ στις Η­ΠΑ ή η Ρε­βό ντ’ Αλόν, ο Το­ντό­ροφ και ο Ρο­ζαν­βα­λόν στη Γαλ­λία: η α­νη­συ­χία για την ε­πι­βο­λή της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης νόρ­μας στους θε­σμούς εί­ναι πλέ­ον συ­νυ­φα­σμέ­νη και με την υ­πε­ρά­σπι­ση και αυ­τής α­κό­μα της «φορ­μα­λι­στι­κής» (ό­πως έ­λε­γαν κά­πο­τε) δη­μο­κρα­τίας.


Στα άρ­θρα σου συ­χνά α­να­φέ­ρε­σαι στο ή­θος στην πο­λι­τι­κή, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νου και του ρι­ζο­σπα­στι­κού ή­θους, ό­πως και στις α­πο­χρώ­σεις οι ο­ποίες, πα­ρα­τη­ρείς στο τε­λευ­ταίο σου βι­βλίο, συ­χνά θυ­σιά­ζο­νται για να α­να­δειχ­θούν οι α­ντι­θέ­σεις, τα μέ­τω­πα, οι σα­φείς γραμ­μές της α­ντι­πα­ρά­θε­σης. Αυ­τά α­φο­ρούν και την α­ρι­στε­ρά, ο λό­γος της, δη­λα­δή, ε­γεί­ρει πα­ρό­μοια ζη­τή­μα­τα, και ποιες οι πη­γές τέ­τοιων σφαλ­μά­τω­ν;

Ο ρι­ζο­σπα­στι­σμός δεν εί­ναι μια ε­νιαία υ­πό­στα­ση, α­μι­γώς θε­τι­κή ή πά­ντο­τε α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή. Υπάρ­χουν πολ­λές ποι­κι­λίες ρι­ζο­σπα­στι­σμού, α­κό­μα και πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κές λο­γι­κές λαϊκής ε­ξέ­γερ­σης και α­νυ­πα­κοής. Ανα­φέρ­θη­κα ή­δη στο δε­ξιό ρι­ζο­σπα­στι­σμό που συν­δυά­ζει το θέ­μα της κα­τα­δυ­νά­στευ­σης του α­πλού αν­θρώ­που με την προσ­δο­κία ε­νός αυ­ταρ­χι­κού κρά­τους των ι­σχυ­ρών και α­διά­φθο­ρων «ο­δη­γών». Ή α­κό­μα μπο­ρού­με να α­να­φερ­θού­με και στον ι­διό­τυ­πο ρι­ζο­σπα­στι­σμό ό­σων ζη­τούν την α­πο­φα­σι­στι­κή υ­πέρ­βα­ση των συμ­βα­τι­κών κα­νό­νων και θε­σμι­κών ε­μπο­δίων για την «α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της οι­κο­νο­μίας». Ο ρι­ζο­σπα­στι­σμός μπο­ρεί να προέρ­χε­ται και α­πό τις ί­διες τις προω­θη­μέ­νες ε­λί­τ, οι ο­ποίες ε­πι­διώ­κουν να α­παλ­λα­γούν α­πό χρο­νο­βό­ρες και α­τέρ­μο­νες δια­δι­κα­σίες ε­λέγ­χων, α­πό τις κα­θυ­στε­ρή­σεις των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών δια­δι­κα­σιών κ.λπ. Για να έλ­θω ό­μως στο ε­ρώ­τη­μα για το ρι­ζο­σπα­στι­κό α­ρι­στε­ρό ή­θος. Έχω γρά­ψει ο­ρι­σμέ­να ε­πι­κρι­τι­κά κεί­με­να για συ­γκε­κρι­μέ­να φαι­νό­με­να. Το κυ­ριό­τε­ρο πρό­βλη­μα για μέ­να εί­ναι μια α­ντί­λη­ψη πε­ρί κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής σύ­γκρου­σης που με­τα­τρέ­πει με μιας τις α­ντι­θέ­σεις σε α­πλοϊκούς δι­χα­σμούς. Αυ­τή η α­ντί­λη­ψη ελ­κύε­ται α­πό μια τε­λε­σι­γρα­φι­κή γλώσ­σα πρό­θυ­μη να με­τα­χει­ρι­στεί α­νι­στό­ρη­τες λε­κτι­κές υ­περ­βο­λές για να ε­πι­βε­βαιώ­σει την κρι­τι­κή και μα­χη­τι­κή της λει­τουρ­γία.

Προ­φα­νώς η πρα­κτι­κή πο­λι­τι­κή γλώσ­σα δεν μπο­ρεί να δια­χει­ρι­στεί α­πο­χρώ­σεις. Αλλά η γλώσ­σα μας δη­μιουρ­γεί ε­θι­σμούς και μα­νιέ­ρες στους κοι­νω­νούς της. Ανά­με­σα σε μια χλια­ρή πε­ρι­γρα­φή γι’ αυ­τό που ι­σχύει σή­με­ρα και στη γκρο­τέ­σκ ρη­το­ρι­κή πε­ρί δι­κτα­το­ρίας και γε­νο­κτο­νιών (α­κού­γο­νται αυ­τές οι λέ­ξεις πο­λύ συ­χνά) υ­πάρ­χουν πολ­λές άλ­λες δυ­να­τό­τη­τες. Το ρι­ζο­σπα­στι­κό ή­θος δεν πρέ­πει να συγ­χέε­ται με τη μο­νό­το­νη δια­κή­ρυ­ξη ε­μπό­λε­μων κα­τα­στά­σεων. Για­τί κα­τά βά­θος οι άν­θρω­ποι, α­κό­μα και ό­σοι βρί­σκο­νται σε κα­τά­στα­ση θυ­μού, δεν α­να­ζη­τούν πλέ­ον πε­ρισ­σό­τε­ρους λό­γους για να θυ­μώ­νουν ή για να εί­ναι «αρ­παγ­μέ­νοι»: ο κοι­νω­νι­κός και ψυ­χι­κός χρό­νος έ­χει με­τα­βλη­θεί α­πό το 2011 και το 2012. Και αυ­τό άλ­λω­στε πά­ει να α­ξιο­ποιή­σει με τους δι­κούς του ό­ρους ο Αντώ­νης Σα­μα­ράς με την ι­στο­ρία πε­ρί success story και νέ­ας ψυ­χο­λο­γίας. Το δε­σπό­ζον ε­ρώ­τη­μα εί­ναι πλέ­ον οι ό­ροι και οι δυ­να­τό­τη­τες μιας α­να­συ­γκρό­τη­σης της κοι­νω­νι­κής ζωής πέ­ρα φυ­σι­κά α­πό κά­θε λο­γι­κή ε­πι­στρο­φής στην ψευ­δή «κα­νο­νι­κό­τη­τα» των χρό­νων του 2000.


Με­γά­λο πο­σο­στό του λα­ού προ­σβλέ­πει στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για να α­να­τρέ­ψει το μνη­μό­νιο και τις συ­νέ­πειές του, πράγ­μα αυ­τό κα­θε­αυ­τό πο­λύ σο­βα­ρό. Αυ­τό, ως κε­ντρι­κό κα­θή­κον, ι­στο­ρι­κό, εί­ναι λο­γι­κό να κυ­ριαρ­χεί στην πο­λι­τι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής α­ρι­στε­ράς. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, έ­να ζή­τη­μα μή­πως –μι­λώ­ντας ξα­νά για τα φυ­σιο­γνω­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά– ο­δη­γη­θεί σε μο­νο­μέ­ρεια; Πώς θα μπο­ρού­σε να α­πο­φευχ­θεί αυ­τό;

Όλα τα πα­ρα­πά­νω έ­χουν ά­με­ση σχέ­ση και με την υ­πό­θε­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και της προο­πτι­κής του. Κα­τά τη γνώ­μη μου, η ε­πι­κέ­ντρω­ση στο α­ντι-μνη­μό­νιο ή­ταν πα­ρα­γω­γι­κή πο­λι­τι­κά μέ­χρι και τις προ­η­γού­με­νες ε­κλο­γές. Η ά­νο­δος της νε­ο­να­ζι­στι­κής α­κρο­δε­ξιάς και η δια­σπο­ρά α­ντι­μνη­μο­νια­κών φω­νών προς τις πιο α­πί­θα­νες και γρα­φι­κές κα­τευ­θύν­σεις, ε­πι­βάλ­λει και­ρό τώ­ρα μια στο­χα­στι­κή προ­σαρ­μο­γή: την έμ­φα­ση σε αυ­τό που θέ­λεις πλέ­ον να ε­πι­τύ­χεις ως Αρι­στε­ρά και ό­χι σε ό­λα ό­σα α­πο­δεί­χτη­καν κα­κά. Με μια λέ­ξη: προ­τε­ραιό­τη­τα στις δι­κές σου κα­τα­φά­σεις, στο δι­κό σου ί­χνος αλ­λα­γών και ό­χι πλέ­ον στο να ζω­γρα­φί­ζεις με με­λα­νά χρώ­μα­τα τις ευ­θύ­νες των άλ­λων για την παι­δεία, την υ­γεία, το κρά­τος. Αυ­τή η στο­χα­στι­κή προ­σαρ­μο­γή δεν έ­χει κα­μιά σχέ­ση με μια α­φε­λή ά­πο­ψη που υ­πο­βαθ­μί­ζει τη ση­μα­σία των Μνη­μο­νίων τα ο­ποία συ­νι­στούν, πέ­ρα α­πό ε­πι­μέ­ρους ση­μεία, «αρ­χι­τε­κτο­νι­κά» υ­πο­δείγ­μα­τα για την α­να­διάρ­θρω­ση μέ­σω υ­πο­τί­μη­σης. Πα­ρα­φρά­ζο­ντας τον Ινγκράο θα έ­λε­γα ό­τι ε­δώ και και­ρό το «α­ντι­μνη­μο­νια­κό» δεν αρ­κεί. Ού­τε η α­να­βίω­ση μιας συν­θη­μα­το­λο­γίας η ο­ποία με­τα­τρέ­πει το έ­θνος και ο­λό­κλη­ρο σχε­δόν τον ελ­λη­νι­κό λαό σε θύ­μα­τα μιας συλ­λο­γι­κής τι­μω­ρίας α­πό την πλευ­ρά των ε­λίτ και της τρόι­κας. Πο­λύ α­πλά διό­τι μπο­ρεί κά­ποιος να βρί­ζει την Μέρ­κελ και την τρόι­κα και συγ­χρό­νως να α­δια­φο­ρεί πα­γε­ρά για τις Νέες Μα­νω­λά­δες, να αρ­νεί­ται με­τά βδε­λυγ­μίας έ­ναν α­ντι­ρα­τσι­στι­κό νό­μο ή να φα­ντα­σιώ­νε­ται την α­ντι­κα­τά­στα­ση του «κοι­νο­βου­λίου των κλε­φτών» α­πό μια ο­μά­δα σο­φών κε­φα­λών του έ­θνους με τη συμ­με­το­χή και των αρ­χη­γών των τριών ό­πλων! Να, για πα­ρά­δειγ­μα, οι τε­λευ­ταίες δη­λώ­σεις Πο­λύ­δω­ρα που στο ό­νο­μα του α­ντι-τροϊκα­νού με­τώ­που νο­μι­μο­ποιούν τη «συ­νεν­νό­η­ση» με τη Χρυ­σή Αυ­γή.

Θα πει κά­ποιος: ό­λα αυ­τά μή­πως ο­δη­γούν σε μια ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά που δεν θα εί­ναι και τό­σο ρι­ζο­σπα­στι­κή, που θα με­τα­το­πί­ζε­ται προς το «κέ­ντρο»; Ξέ­ρε­τε την ά­πο­ψή μου γι’ αυ­τό το θέ­μα α­πό την αρ­θρο­γρα­φία μου στην «Αυ­γή». Επι­μέ­νω, λοι­πόν, ό­τι σε κά­θε χώ­ρα του δυ­τι­κού πο­λι­τι­κού κύ­κλου, έ­νας ο­ρι­σμέ­νος εν­διά­με­σος χώ­ρος έ­χει δο­μι­κή θέ­ση. Δεν α­πο­τε­λεί, ό­πως πι­στεύουν πολ­λοί, πο­λι­τι­κή α­ντα­νά­κλα­ση των ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νων με­σαίων στρω­μά­των, ο­πό­τε αν λό­γω κρί­σης τα με­σο­στρώ­μα­τα «στρι­μώ­χνο­νται», παύει και ο εν­διά­με­σος χώ­ρος να έ­χει λό­γο ύ­παρ­ξης. Η ε­κτί­μη­ση πε­ρί μιας πό­λω­σης που ε­ξα­φα­νί­ζει τους εν­διά­με­σους υ­πο­τι­μά το βά­θος της ε­ξα­το­μί­κευ­σης αλ­λά και τις ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές στις κουλ­τού­ρες και στα ή­θη ό­λων των στρω­μά­των και ό­χι α­πλώς των μι­κρο­α­στι­κών ή ε­κεί­νων που δια­θέ­τουν α­κό­μα πό­ρους. Πο­λύ α­πλά υ­πάρ­χει έ­νας κό­σμος που δεν α­να­γνω­ρί­ζε­ται στον μαρ­ξο­γε­νή α­ντι­κα­πι­τα­λι­σμό ού­τε στις α­ντι­λή­ψεις πε­ρί συλ­λο­γι­κής δρά­σης και στους ε­σω­τε­ρι­κούς κώ­δι­κες της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς. Εί­ναι έ­νας κό­σμος που δεν κα­τε­βαί­νει στο δρό­μο, συγ­χρό­νως ό­μως α­ντι­λαμ­βά­νε­ται πολ­λά α­πό τα δει­νά της ση­με­ρι­νής κα­τά­στα­σης των πραγ­μά­των. Εί­ναι έ­νας κό­σμος, τέ­λος, ο ο­ποίος διεκ­δι­κεί­ται τό­σο α­πό δη­μο­κρα­τι­κές ό­σο και α­πό α­ντι­δη­μο­κρα­τι­κές έ­ξεις, δια­σχί­ζε­ται α­πό πα­νι­κούς α­πώ­λειας αλ­λά και α­πό ε­πι­θυ­μίες για την εύ­ρε­ση μιας νέ­ας ι­σορ­ρο­πίας στην α­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νη ζωή του. Η Αρι­στε­ρά δεν γί­νε­ται λι­γό­τε­ρο ρι­ζο­σπα­στι­κή αν α­να­γνω­ρί­σει την πε­ρι­πλο­κό­τη­τα των στά­σεων και των η­θών. Αν α­να­γνω­ρί­σει ε­ντέ­λει ό­τι μια κοι­νω­νία, α­κό­μα και στις φά­σεις της με­γά­λης ύ­φε­σης, δια­θέ­τει δια­φο­ρο­ποιη­μέ­νους η­θι­κούς και πο­λι­τι­στι­κούς κώ­δι­κες. Δεν πρέ­πει, άλ­λω­στε, να ξε­χνά­με ό­τι ό­σο και αν η κρί­ση έ­φτια­ξε «μέ­τω­πα», την ί­δια στιγ­μή ε­ξέ­θρε­ψε και τους κα­τα­κερ­μα­τι­σμούς και τις ο­ρι­ζό­ντιες διαι­ρέ­σεις. Για αυ­τό και ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ χρειά­ζε­ται συγ­χρό­νως έ­ναν λό­γο μέ­ρι­μνας για τη συ­νο­χή της κοι­νω­νίας αλ­λά και για έ­να modus vivendi με α­ντί­πα­λες ή με α­πο­κλί­νου­σες α­πό τη δι­κή του ερ­μη­νείες του δη­μό­σιου συμ­φέ­ρο­ντος. Μια α­ρι­στε­ρή κυ­βερ­νη­τι­κή δυ­να­μι­κή προϋπο­θέ­τει τό­σο τις έλ­λο­γες συ­γκρού­σεις με πο­λι­τι­κές ε­πι­λο­γές ό­σο και την ορ­γά­νω­ση συ­ναι­νέ­σεων και μορ­φών πα­ρα­γω­γι­κής πο­λι­τι­κής συ­νύ­παρ­ξης. Ανά­με­σα σε έ­ναν α­κραίο πραγ­μα­τι­σμό, ο ο­ποίος α­γνο­εί τις το­μές α­ξιών και τα­ξι­κών α­να­φο­ρών, και σε έ­ναν ι­δε­ο­λο­γι­σμό, ο ο­ποίος βλέ­πει την κοι­νω­νία ως κοι­νω­νι­κό κί­νη­μα, ως μια «με­γά­λη πλα­τεία», ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ μπο­ρεί να προ­χω­ρή­σει σε μια δια­φο­ρε­τι­κή λο­γι­κή. Του­λά­χι­στον αυ­τό θα εί­χε εν­δια­φέ­ρον αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι κά­ποια και­νού­ρια ε­πει­σό­δια της κρί­σης δεν αλ­λά­ξουν άρ­δην τα δε­δο­μέ­να…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget