Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Ποια εργατική τάξη και ποιο κόμμα; Σχόλια σχετικά με το άρθρο του Δημήτρη Μπελαντή, “Κομμουνιστές χωρίς επανάσταση”


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η διερεύνηση από θεωρητική και ιστορική άποψη, από τον Δημήτρη Μπελαντή, της σχέσης μεταξύ αριστερών κομμάτων και εργατικής τάξης, αποτελούν μια ευπρόσδεκτη απόπειρα ανάδειξης αναλυτικών εργαλείων που θα μπορούσαν να μας επιτρέψουν την καλύτερη κατανόηση της σημερινής σύνθετης κατάστασης, σε ότι αφορά τις σχέσεις λαϊκών τάξεων και αριστερών κομμάτων και οργανώσεων.

Απέναντι στις πολλές εκδοχές κομμάτων και οργανώσεων που διεκδικούν την εκπροσώπηση του κόσμου της εργασίας, ο Δ. Μπελαντής μας θυμίζει πολύ σωστά πως άλλο πράγμα το κόμμα και άλλο η “τάξη”. Και ότι στην πραγματικότητα η εξέλιξη της δυνατότητας ενός κόμματος να εκφράσει μια κοινωνική τάξη, και η αποδοχή από αυτή την τάξη της ιδεολογίας και της στρατηγικής ενός κόμματος, μπορεί να ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις.


Αλλά και η ίδια η συμπεριφορά της εργατικής τάξης και των ξεχωριστών ομάδων της μπορεί να διαφέρουν, ή να διαφοροποιούνται: το σύνολο αυτής της τάξης μπορεί να εκφράζεται κατά κύριο λόγο εκλογικά σε συνδυασμό με ελάχιστες ή υπολογίσιμες οργανωτικές συγκροτήσεις, οι επιδιώξεις και συμπεριφορές των διαφόρων ομάδων της μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, και μπορεί να ενσωματώνονται, να εξεγείρονται ή να επαναστατούν.

Σε σχέση με αυτές τις διαφορετικές καταστάσεις που έχουν παρατηρηθεί, υπήρχε, μας θυμίζει επίσης ο Δ. Μπελαντής, μια αφήγηση της επανάστασης που πραγματοποιεί η ίδια η εργατική τάξη, μέσα από “την ανάδυση ενός εργαζόμενου που αντιλαμβάνεται καλύτερα και συνολικότερα την κοινωνικοποιημένη παραγωγική διαδικασία και έχει γνώσεις και δεξιότητες για να την αναλάβει μέσα από τα συμβούλια και τον εργατικό έλεγχο – ενός εργαζόμενου που αποσπά με αγώνες μορφές κατανόησης και διεύθυνσης της παραγωγικής διαδικασίας από τον διευθυντικό μηχανισμό του κεφαλαίου ...[με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας τάξης που] οικοδομεί τον δικό της 'συλλογικό εργάτη' και τον δικό της 'συλλογικό διανοούμενο'”.

Η πραγματικότητα των εργατικών κινημάτων του 20ού αιώνα δείχνει οτι μόνο στιγμιαία ή εν μέρει ανταποκρίθηκαν σε αυτή την γοητευτική και ορθόδοξη θα μπορούσε να πει κανείς αφήγηση. Οι νικηφόρες εργατικές επαναστάσεις ήταν περισσότερο επαναστάσεις που οδήγησαν στην κυριαρχία των κομμουνιστικών κομμάτων, σε καθεστώτα που δεν εξέφραζαν την θέληση εργατικών τάξεων (που δεν είχε τρόπο να εκφραστεί), και ήταν για αυτό αυταρχικά, ιεραρχημένα και εσωστρεφή. Ως τη στιγμή που οι κυρίαρχες κοινωνικές ομάδες τους, επέλεξαν με διάφορους τρόπους να επιβιώσουν μέσω της ένταξής τους στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό.

Δεν αρκεί όμως σήμερα να επισημάνουμε αυτή την πολυπλοκότητα της εμπειρίας του 20ου αιώνα, γιατί πρέπει να αναδείξουμε και το πόσο βαραίνει αυτή η εμπειρία με διάφορους τρόπους σχετικά με τις προσεγγίσεις που κυριαρχούν στο εσωτερικό της σημερινής αριστεράς. Η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, η κρίση και η εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού έχουν διαλύσει τις οργανωτικές δομές της εργατικής τάξης, και έχουν εξατομικεύσει τις εργασιακές σχέσεις σε πρωτοφανή βαθμό, ενώ έχει καταστραφεί μεγάλο μέρος του παραγωγικού δυναμικού και έχουμε έκρηξη της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας. Βρισκόμαστε δηλαδή σε μία εντελώς νέου τύπου διαχείριση μιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά παρόλα αυτά αντιγράφονται στην αριστερά πολιτικές προσεγγίσεις του παρελθόντος, όπως η αναφορά στα εργατικά συμβούλια των καπιταλιστικών εργοστασίων, η νοσταλγία ενός υποτιθέμενου επαναστατικού σταλινισμού, αλλά και η αναδίπλωση στην ενσωμάτωση μέσω της εκλογικής διαδικασίας και επομένως η αναζήτηση ενός κοινωνικού συμβολαίου με την άρχουσα τάξη.

Με συγχυσμένο τρόπο γίνεται και η αναφορά στα “κινήματα” και τη σχέση τους με το εργατικό κίνημα, καθώς οι οργανώσεις που αναφέρονται στην εργατική τάξη, είτε κάνουν γενικές και ανεπαρκείς αναφορές σε ότι αφορά τα περιβαλλοντικά και οικολογικά κινήματα, είτε δεν εντάσσουν τα άλλα κοινωνικά κινήματα σε ολοκληρωμένες προγραμματικές θέσεις και δράσεις, και τα αντιμετωπίζουν κατά κανόνα ως διαδικασίες και συγκροτήσεις στο περιθώριο των κεντρικών κοινωνικών συγκρούσεων.

Όταν όμως αναδεικνύουμε το σύνολο των αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν την ιστορία των σχέσεων κόμματος και τάξης, όπως και τις χωριστές συμπεριφορές των δυο αυτών οντοτήτων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, δεν έχουμε καταλήξει σε μια κατανόηση των σημερινών χαρακτηριστικών της καπιταλιστικής ταξικής κοινωνίας, ούτε έχουμε καταλήξει στις μορφές που πρέπει να πάρει η συγκρότηση – οργανωτική και πολιτική – του κόσμου της εργασίας, ώστε να επιβάλει ένα σχέδιο για μια κοινωνία ισότητας, δικαιοσύνης και δημοκρατίας.

Είναι καταρχάς εντυπωσιακό το πώς ακόμη και δηλωμένες “αντικαπιταλιστικές” τοποθετήσεις στο πλαίσιο της αριστεράς, δεν κατανοούν την κεντρικότητα της διαδικασίας καταστροφής φυσικών πόρων και περιβάλλοντος. Διότι δεν βρισκόμαστε σε μια περίοδο άλλης μιας κυκλικής κρίσης του καπιταλισμού, αλλά βρισκόμαστε σε μια περίοδο ραγδαίας και καταστροφικής για την πλειοψηφία του πληθυσμού των ανθρώπινων κοινωνιών εξέλιξης, η οποία πρέπει επειγόντως να τεθεί υπό έλεγχο. Και είναι προφανές ότι μόνο η κατάργηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων μπορεί να επιτύχει κάτι τέτοιο, όπως δείχνει διεξοδικά στο τελευταίο της βιβλίο η Naomi Klein.

Ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός δεν είναι μια εκδοχή της κυκλικής αναπαραγωγής του παλιού καλού καπιταλισμού, αλλά ένα σύστημα δημιουργίας και αναπαραγωγής μιας νέας ολιγαρχίας που συσσωρεύει πλούτο και εξουσία, οδηγώντας σε ένα κύκλο διεύρυνσης των ανισοτήτων και συρρίκνωσης παραγωγικών δυνατοτήτων και κοινωνικών θεσμών. Το σύστημα αυτό έχει ως ορατό αποτέλεσμα τόσο τη στασιμότητα της μεγέθυνσης (της διευρυμένης αναπαραγωγής) σε συνθήκες περιορισμού εργατικών εισοδημάτων και κοινωνικών δικαιωμάτων, όσο και την αναπαραγωγή της υπερχρέωσης. Αυτή η μετεξέλιξη του καπιταλισμού που έχει ενθουσιάσει την οικονομική ελίτ και τα μεσαία στρώματα που είναι προσκολλημένα σε αυτήν, μπορεί να υπάρξει μόνο μέσω της πολύπλευρης επίθεσης στον κόσμο της εργασίας. Και δεν μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί χωρίς την απόσπαση του ελέγχου του χρήματος από την ολιγαρχία και τη ριζική αναδιανομή πλούτου και εισοδήματος.

Το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκονται οι τάσεις της αριστεράς που κληρονομήσαμε από τον 20ο αιώνα, οφείλεται στο ότι τόσο η “συνδικαλιστική” μεταρρυθμιστική αριστερά, όσο και η σταλινική-κρατιστική, ή και η συμβουλιακή τις περισσότερες φορές, προσεγγίζουν τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας από τη σκοπιά της ανταλλακτικής αξίας της εργασίας (της πάλης του μισθού με την υπεραξία) και αγνοούν το ζήτημα του καθορισμού της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης, αγνοούν δηλαδή τι συμβαίνει πραγματικά με την υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Η διαδικασία αυτή βρίσκεται στην καρδιά της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, και είναι μια γνωσιακή διαδικασία, που ορίζει τι θα παραχθεί, πώς θα παραχθεί, με ποιές γνώσεις και φυσικά με ποιά ανταλλακτική αξία της εργασίας. Σταθεροποιήθηκε στο μεταπολεμικό μοντέλο με τον τεϋλορικό καταμερισμό εργασίας, τη φορντιστική ρύθμιση, και την οργάνωση της επιστημονικής και τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά η κρίση του μοντέλου αυτού, μια κρίση που οφειλόταν σε τελική ανάλυση στη γνωσιακή ενδυνάμωση της εργατικής τάξης, οδήγησε στην πλήρη αναδιοργάνωση της διαχείρισης του καπιταλισμού, με κεντρικό στόχο την αντιμετώπιση αυτής της ιστορικής αλλαγής.

Από τη στιγμή που είχε εκλείψει το μονοπώλιο της γνώσης και των θεσμών παραγωγής και διαχείρισής της από την αστική τάξη και τις σύμμαχες κοινωνικές ομάδες, η μόνη μέθοδος για τη σταθεροποίηση της ταξικής κυριαρχίας ήταν ο συνδυασμός εξαγοράς, διάσπασης και εξατομίκευσης του κόσμου της εργασίας. Η κερδοφορία (δηλαδή τα υπερκέρδη που κινούν τις καπιταλιστικές οικονομίες) βασίζεται στην ειδική σχέση τραπεζικού κεφαλαίου και καινοτόμων παραγωγικών δυνατοτήτων που προσφέρει ένα ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ειδίκευσης, ή αντίθετα στην υπερεκμετάλλευση μιας αποδιοργανωμένης εργατικής μάζας, ικανής όμως να προσαρμόζεται σε συχνές αλλαγές χάρη στο υψηλό πλέον μορφωτικό της επίπεδο. Έχει φανεί καθαρά οτι αυτή η διαχείριση σήμανε το τέλος του ρυθμισμένου, αναπαραγόμενου και μεγεθυνόμενου καπιταλισμού, που κατέφυγε αντίθετα στην έκρηξη των χρεών και των ανισοτήτων, στο πλαίσιο των εθνικών οικονομιών όπως και στην παγκόσμια οικονομία. Ενός καπιταλισμού που παρέμεινε ενοποιημένος, μετά την μερική ή πλήρη καταστροφή των φορντιστικών θεσμών, μόνο μέσω του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Η έλλειψη κατανόησης από όλες σχεδόν τις αποχρώσεις της αριστεράς αυτής της μετεξέλιξης του καπιταλισμού και του βάθους και χαρακτήρα της κρίσης του, τις έχει εγκλωβίσει σε προσεγγίσεις όπου κυριαρχούν οι γενικόλογες αναφορές στην εργατική τάξη, οι άκριτες επικλήσεις της δράσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, και η πλήρης απουσία ενός σχεδίου για την οργανωτική και προγραμματική ανασυγκρότηση του κόσμου της εργασίας, με αφετηρία την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Και δεν γίνεται επίσης κατανοητό ότι οι ριζοσπαστικές αμφισβητήσεις των καπιταλιστικών σχέσεων δεν προκύπτουν μόνο από τη μετεξέλιξη της δράσης συνδικαλιστικών οργανώσεων (που σε πολλές περιπτώσεις επιδιώκουν να ενταχθούν στις κυρίαρχες ταξικές συμμαχίες). Αλλά και από νέες παραγωγικές συγκροτήσεις που έχουν ως προτεραιότητα τον εκτός καπιταλιστικών σχέσεων καθορισμό της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης, με τις δομές της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, με την ομότιμη παραγωγή, με την αξιοποίηση εγκαταλειμμένου παραγωγικού δυναμικού και ακόμα και με πρωτοβουλίες με ένταση εθελοντικής εργασίας, ή και ριζοσπαστικές και δημοκρατικές μορφές δράσης εργαζομένων σε δημόσιες επιχειρήσεις. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις μετα-καπιταλιστικών εγχειρημάτων, εγκαταλείπεται η λογική της πάλης για την ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης, και υιοθετούνται λογικές που συνδυάζουν την μακροπρόθεσμη προοπτική κάλυψης αναγκών, την ισότητα των εισοδημάτων (ή την ισότιμη προσφορά χρόνου εργασίας) και τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων και διαχείριση.

Σε τι διαφέρουν αυτές οι νέες πρακτικές σχετικά με την παραδοσιακή προσέγγιση του εργατικού ελέγχου σε μεγάλα εργοστάσια, όπου αναμενόταν στο παρελθόν να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την ανάληψη της ευθύνης για το σχεδιασμό και τη διαχείριση της παραγωγής από τους ίδιους τους εργαζόμενους; Από επιτροπές σε χώρους εργασίας θα προέκυπταν κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με τον Γκράμσι, οι οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης, όλοι αυτοί που πρέπει να είναι ικανοί να σχεδιάσουν και να διαχειριστούν, σε διάλογο προφανώς και συνεργασία με το σχεδιασμό και τη διαχείριση σε ένα ανώτερο επίπεδο της παραγωγικής ιεραρχίας. Δεν πρέπει προφανώς να αποκλείσει κανείς το ρόλο που μπορεί να παίξουν στην μετάβαση σε μια μετα-καπιταλιστική οικονομία και κοινωνία, οι εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις ιδιωτικές ή δημόσιες, όπως και οι εργαζόμενοι στη διοίκηση, αλλά χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι αυτή η μετάβαση δεν μπορεί να είναι απλά η μεταβίβαση της εξουσίας στους εργαζόμενους σε υπαρκτές επιχειρήσεις και υπαρκτούς θεσμούς. Ο νεο-φιλελευθερισμός έχει πετάξει εκτός απασχόλησης, και εκτός δικαιωμάτων εργασιακών και κοινωνικών, το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου της εργασίας, έχει στρέψει το σύνολο των μακροοικονομικών πολιτικών προς την εξυπηρέτηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και έχει εφαρμόσει τομεακές πολιτικές οι οποίες έχουν αρνητικές επιπτώσεις για τον παραγωγικό ιστό, για τις κοινωνικές υπηρεσίες και για τις εργασιακές σχέσεις.

Αυτές οι διαπιστώσεις σημαίνουν ότι οι εργαζόμενοι σε χώρους μεγάλων ιδιωτικών ή δημόσιων συγκεντρώσεων, δεν μπορούν να δουν τη δράση τους ως απλή προέκταση των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων, αλλά πρέπει να περάσουν στην επεξεργασία και υλοποίηση προγραμμάτων δράσης με ευρύτερη οικονομική και κοινωνική σημασία, μέσω των οποίων μπορούν να διαμορφωθούν κοινωνικές συμμαχίες ακόμα και για αιτήματα αμυντικού χαρακτήρα. Και βέβαια σημαίνουν ότι οι πρωτοβουλίες εργαζομένων εκτός της καπιταλιστικής αγοράς, και ειδικότερα εκτός της αγοράς εργασίας, πρέπει να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο σε ότι αφορά τόσο την ανασυγκρότηση παραγωγής και υπηρεσιών, όσο και την απασχόληση του διαθέσιμου δυναμικού εργαζομένων και ανέργων. Πρόκειται για τη ανάγκη γενίκευσης μιας προσέγγισης που αποδίδει πρωτεύοντα ρόλο σε γνωσιακές διαδικασίες προγραμματικής επεξεργασίας και σχεδιασμού, που είναι δυνατό να συγκροτηθούν στις σημερινές συνθήκες επέκτασης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι γίνεται κατανοητή αυτή η ανάγκη σε επίπεδο πολιτικών στελεχών, στελεχών συνδικαλιστικών οργανώσεων, κινηματικών διαδικασιών και απασχολουμένων σε θεσμούς παραγωγής γνώσης.

Ο τρόπος σκέψης στην κομμουνιστική αριστερά ιδιαίτερα, έχει πάντοτε στραφεί γύρω από την ανάλυση της εξέλιξης του καπιταλισμού, τη σύγκρουση κεφαλαίου και εργασίας, την προοπτική της ανατροπής του καπιταλισμού από την εργατική τάξη και τη μορφή της εργατικής εξουσίας. Από εκεί και πέρα όλα θα βρουν το δρόμο τους. Όπως χαρακτηριστικά είχε γράψει η Χάνα Άρεντ, τα εργατικά συμβούλια είναι πολιτικά όργανα και όχι διαχειριστικά. Σήμερα όμως, που δεν επιτρέπεται καμία αισιοδοξία σε ότι αφορά την αέναη “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων”, δεν έχουμε μόνο να μοιράσουμε μια πολύ σχετική αφθονία, αλλά είμαστε αναγκασμένοι να δράσουμε με βάση προβολές στο μέλλον των σημερινών τάσεων και των σημερινών αναγκών. Η περιβαλλοντική στρατηγική από μόνη της βασίζεται πριν απ' όλα σε επιστημονικές προβλέψεις σχετικά το τι θα συμβεί κατά τις επόμενες δεκαετίες (προβλέψεις που δυστυχώς επαληθεύονται) από τις οποίες πρέπει να προκύψει ένας αρκετά αυστηρός σχεδιασμός. Ο κόσμος της εργασίας πρέπει να υιοθετήσει μια περιβαλλοντική και οικολογική στρατηγική με βάση τις σημερινές γνώσεις, όπως πρέπει να σχεδιάσει με μακροχρόνιες βλέψεις ένα παραγωγικό σύστημα όπου η κάλυψη των αναγκών είναι δομικό χαρακτηριστικό και όχι το αποτέλεσμα μιας μελλοντικής “ανάπτυξης”.


Αν δει κανείς την πολιτική δραστηριότητα από αυτή τη σκοπιά, μπορεί να συμβάλει με έναν πιο επίκαιρο τρόπο στη συζήτηση για το χαρακτήρα των πολιτικών οργανώσεων της αριστεράς. Η ταξική συνείδηση σήμερα δεν είναι η ικανότητα καταγγελίας και περιγραφής των επιπτώσεων της νεο-φιλελεύθερης διαχείρισης, τις οποίες όλοι γνωρίζουν, αλλά δεν μπορεί παρά να είναι η γνώση των δυνατοτήτων ενός άλλου προσανατολισμού για τα παραγωγικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Και όταν μιλάμε για γνώση εννοούμε ένα συγκροτημένο πρόγραμμα το οποίο περιγράφει τους στόχους και τα μέσα για την επίτευξη αυτών των δυνατοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι ένα κόμμα πρέπει να είναι ένας μηχανισμός παραγωγής προγραμματικής γνώσης, ο οποίος προσφέρει, συζητάει και αναθεωρεί τα αποτελέσματα αυτής της παραγωγής, σε συνεργασία με τις διάφορες μορφές κοινωνικής δράσης και τους θεσμούς άσκησης πολιτικών. Ένας μηχανισμός που προτείνει λύσεις, συνολικές και μερικές, σχετικά με τους τρόπους αξιοποίησης της ανθρώπινης εργασίας, σε δομές δημοκρατικής οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής.


Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Μπροστά στο 2016. Ή, μήπως, το 1937;


του Χρήστου Λάσκου


Οταν αλλάζει ο χρόνος συνηθίζουν οι άνθρωποι να κάνουν απολογισμούς και προβλέψεις. Δεδομένου, όμως, πως ο απολογισμός για το έτος που φεύγει δεν είναι και πολύ ευχάριστος (και όχι μόνο για τους αριστερούς) -στο μέτρο που ξεκίνησε με την ελπίδα να έρχεται, συνέχισε με μειωμένες προσδοκίες και κατέληξε με μηδενικές- ίσως είναι καλύτερα ν’ ασχοληθούμε με προγνώσεις.

Τι μπορούμε, λοιπόν, να υποθέσουμε πως θα συμβεί τον χρόνο που έρχεται ως προς τα μεγάλα και τα καθοριστικά; Αν κρίνουμε από την κατάσταση την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχουν ίσως δυνατότητες για σχετικά ασφαλείς προγνώσεις.

Με πρώτη κι εύκολη, μάλλον, πως η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση δεν πρόκειται να ξεπεραστεί ούτε το 2016 –ίσως, μάλιστα, βρεθούμε μπροστά σε μια νέα όξυνση, όπως το 1937 σε σχέση με το 1929.

Στην πραγματικότητα, σε αυτό συγκλίνουν όλοι οι σοβαροί αναλυτές, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προτίμησης –από μεγάλα φαντς μέχρι έγκυρους ακαδημαϊκούς. Ο πιο ασφαλής δείκτης είναι η πορεία των παραγωγικών επενδύσεων, η οποία χαρακτηρίζεται από σχεδόν μηδενικούς ρυθμούς αύξησης, αν όχι από μείωση, 8 ολόκληρα χρόνια έπειτα από το εναρκτήριο κραχ στις ΗΠΑ.

Πράγμα που πείθει, π.χ., τους νεοκεϊνσιανούς τύπου Σάμερς και Κρούγκμαν να προτείνουν ως μόνη λύση, προκειμένου να μην επανέλθει το 2008, την αποενοχοποίηση της φούσκας, «από όπου και αν προέρχεται»: στο μέτρο που οι παραγωγικές επενδύσεις δεν φτουράνε, ας τρομπάρουμε κι άλλο το χρηματοπιστωτικό σκέλος γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε με νέο κραχ.

Είναι φανερό πως πρόκειται για λύση απελπισίας, αν αναλογιστούμε πόσο μελάνι ξόδεψαν οι συγκεκριμένοι για να πείσουν πως στη βάση της κρίσης βρισκόταν η αστάθεια, που συνδέεται με τον υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα και την έλλειψη ρύθμισής του.

Σήμερα, λοιπόν, όχι λόγω ασυνέπειας, αλλά λόγω αδιεξόδου, παρόλο που το παγκόσμιο δημόσιο –κυρίως, όμως, ιδιωτικό- χρέος αυξήθηκε ακόμη περισσότερο μέσα στην κρίση, γελοιοποιώντας ουσιαστικά τις νεοφιλελεύθερες συνταγές, οι ίδιοι είναι που προτείνουν νομισματικές πολιτικές που ενισχύουν και άλλο τις φούσκες.

Τι άλλο να κάνουν, όμως; Οταν ακόμη και οι αναδυόμενες, με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία πρώτες, που αποτέλεσαν τις κύριες δυνάμεις ανάσχεσης της ολοκληρωτικής, πιθανά, κατάρρευσης μετά το 2008, φανερά «δεν αισθάνονται καθόλου καλά» πλέον, είναι αναμενόμενο πως όλοι πιάνονται από τα μαλλιά τους.

Ποσοτική χαλάρωση, «τύπωμα χρήματος» με τους πιο ευφάνταστους τρόπους, «χαλάρωση της λιτότητας» με περαιτέρω, όμως, συμπίεση των δικαιωμάτων των εργαζομένων –να οι ιδέες, για να συνεχίσει το πράγμα κουτσά-στραβά μέχρις ότου ο καλός Θεός της καπιταλιστικής ανάπτυξης κάνει το θαύμα του.

Γιατί, υπό τις παρούσες συνθήκες, μόνο σε θαύματα –με όλο το μεταφυσικό βάρος της λέξης– οι, όλων των αποχρώσεων, υποστηρικτές του καπιταλισμού μπορούν να ελπίσουν.

Οι μαρξιστές το λένε καλά, νομίζω, στην ανάλυσή τους. Δεδομένου πως το αποκλειστικό κίνητρο της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους, στη βάση της κρίσης βρίσκεται η έλλειψη κερδοφόρων παραγωγικών επιλογών για τους κατόχους κεφαλαίου.

Έλλειψη, η οποία, ειρωνικώ τω τρόπω, προκύπτει ακριβώς λόγω του τεράστιου συσσωρευμένου κεφαλαίου που δύσκολα μπορεί να υπεραξιωθεί χωρίς την καταστροφή ενός μεγάλου μέρους του. Ας θυμηθούμε πώς συνέβη αυτό την τελευταία φορά: η Μεγάλη Κρίση του 1929 δεν ξεπεράστηκε παρά με την τρομακτική καταστροφή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Έτσι δουλεύει ο καπιταλισμός. Ολα τα άλλα, με πρώτη και καλύτερη την άγρια επίθεση στον κόσμο της εργασίας, που αυξάνει την άμεση εκμετάλλευση και διαμορφώνει το κοινωνικό τοπίο με όρους 19ου αιώνα και Καρόλου Ντίκενς, ενισχύουν ασύλληπτα και προκλητικά τη θέση των κατόχων κεφαλαίου -και των πλούσιων, γενικότερα. Το πρόβλημα, όμως, που αφορά την επανεκκίνηση της συσσώρευσης –της «ανάπτυξης», δηλαδή– δεν το λύνουν.

Γιατί το πρόβλημα, όπως πάντα στην Ιστορία του καπιταλισμού, είναι η υπερσυσσώρευση. Και αυτή μόνο με καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων λύνεται. Ενώ οι κυρίαρχοι του κόσμου σήμερα ούτε το πλασματικό κεφάλαιο, που αποτελείται από υπερσυσσωρευμένα χρέη, διανοούνται «θεραπευτικά» να διαγράψουν.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο όσοι αντιλαμβάνονται τον καπιταλισμό ως ύβρι πλανητικών διαστάσεων –και χωρίς να βάλουμε στο ζύγι την οικολογική διακινδύνευση ή την πλανητική διατροφική απειλή.

Γι’ αυτό έχουν δίκιο οι μαρξιστές. Και επειδή έχουν δίκιο είναι η ανάλυσή τους πολύ περισσότερο ακριβής και συνεκτική από αυτή τόσο των νεοκλασικών όσο και των κεϊνσιανών όλων των ειδών.

Συνιστά, δε, δυστύχημα πως η, παρ’ ολίγον μαρξιστική, ελληνική κυβέρνηση βασίζει όλη της την αφήγηση στην «ανάπτυξη» που θα έρθει μέσα στο 2016! Η «ανάπτυξη» δεν θα έρθει –μιμούμενη, ίσως, την ελπίδα. Μόνο τα βάσανα της πλειοψηφίας θα συνεχιστούν –αποφεύγοντας τη «ρήξη», με μόνη βεβαιότητα τη συνέχιση της κοινωνικής καταστροφής. Όποιος βγάζει νόημα, ας το πει.


Πηγή Εφημερίδα των συνταχτών

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Τι [θα μπορούσε (;) να] είναι το παράλληλο πρόγραμμα;


του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Η συζήτηση για το παράλληλο πρόγραμμα, ή καλύτερα για ένα εναλλακτικό πρόγραμμα, τι είναι ακριβώς; Η αναζήτηση διορθώσεων του υπαρκτού προγράμματος του “μνημονίου”, ή η υλοποίηση πολιτικών που συνδέονται με ένα διαφορετικό στρατηγικό σχέδιο, το οποίο εξυπακούει μια πλήρη ρήξη με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση;

Το σχέδιο στο οποίο περιλαμβάνεται η “μνημονιακή” λογική παραμένει η νεοφιλελεύθερη στρατηγική, της οποίας οι κύριοι στόχοι είναι η εξασφάλιση και διατήρηση της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των κοινωνικών υπηρεσιών, ο εκμηδενισμός της συλλογικής οργάνωσης των μισθωτών, και η εξατομίκευση του κόσμου της εργασίας. Έχει σημασία αυτή τη στιγμή να κατανοήσουμε ότι βρισκόμαστε σε μια πολύ προχωρημένη φάση υλοποίησης του νεοφιλελεύθερου προγράμματος, καθώς έχει επιβληθεί μια διαχείριση της οικονομίας η οποία εξασφαλίζει τα εξής:


- σταθεροποίηση της εξυπηρέτησης του εξωτερικού χρέους και της βιωσιμότητας του τραπεζικού συστήματος στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού,

- πολύ προχωρημένη διαδικασία ιδιωτικοποίησης δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών,

- εξασφάλιση της κερδοφορίας του ιδιωτικού τομέα που έχει απομείνει, με ταυτόχρονη “απεργία” επενδύσεων και δραματικά ποσοστά ανεργία, ιδιαίτερα των νέων,

- αποδυνάμωση έως εξαφάνιση του συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα,

- αποδεδειγμένη και συνεχιζόμενη ανεπάρκεια των περιβαλλοντικών πολιτικών,

- οριακή κατάσταση των κοινωνικών υπηρεσιών και της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.


Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα των μνημονίων της τελευταίας 5ετίας, καθώς η προηγούμενη περίοδος χαρακτηριζόταν από την ενίσχυση του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος, την απώλεια παραγωγικού δυναμικού την ίδια στιγμή που υποστηριζόταν η κερδοφορία της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, την επέκταση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και της αδήλωτης εργασίας, και την αμφισβήτηση της χρηματοδότησης των κοινωνικών υπηρεσιών. Η υπερχρέωση της οικονομίας που οδήγησε στην κρίση του 2009, ήταν η κινητήρια δύναμη της μεγέθυνσης κατά την τελευταία περίοδο της δεκαετίας του 2000.

Πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι η κατάσταση αυτή αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μια συγκυριακή κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και πολύ λιγότερο ως μια τελική φάση κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι μια ιδιαίτερη ελληνική περίπτωση, αλλά η οξύτερη και προφητική εκδοχή μιας ευρύτερης κρίσης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών. Είναι με άλλα λόγια δύσκολο να σκεφτεί κανείς πόσο μεγαλύτερες διαστάσεις πρέπει να πάρει η κοινωνική, παραγωγική και περιβαλλοντική καταστροφή, για να αντιληφθούμε ότι η συζήτησή μας αφορά πλέον με άμεσο τρόπο τη μετάβαση σε μια μετα-καπιταλιστική εποχή. Σε μια τέτοια εποχή καλούμαστε να ετοιμάσουμε το σχεδιασμό μιας άμεσης εξέλιξης προς μια κοινωνία ισότητας, με αξιοπρεπή εργασία και βιοτικό επίπεδο για τα μέλη της, ικανής να προστατεύει το περιβάλλον και ειδικότερα τους φυσικούς πόρους, ενώ θα αναπαράγεται με βάση αυτές τις στρατηγικές επιλογές.

Ξεκινώντας από το σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα, πρέπει να εγκαταλείψουμε τη λογική της κλασσικής κεϋνσιανής “ανάπτυξης”, καθώς αυτή η λογική  – όπως μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε – κάνει ότι δεν καταλαβαίνει τα ζητήματα περιβαλλοντικής στρατηγικής, και παραπέμπει στο μακρινό μέλλον την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, ειδικότερα δε της ανεργίας. Είμαστε υποχρεωμένοι να υιοθετήσουμε μια λογική σχεδιασμού με στόχους οι οποίοι υπηρετούν άμεσες περιβαλλοντικές και κοινωνικές ανάγκες, προσαρμόζοντας την εξέλιξη της παραγωγής και τη συνολική εξέλιξη της οικονομίας σε αυτό το σχεδιασμό. Χρειάζεται να τεθούν στόχοι που είναι δυνατόν να επιτευχθούν μέσω της διαμόρφωσης μιας ευρείας συναίνεσης μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και ομάδων οι οποίες έχουν κάθε συμφέρον να τους υποστηρίξουν. Όταν μιλάμε για σχεδιασμό αναφερόμαστε στη δημοκρατική εμπλοκή της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων σε ότι αφορά τις πολιτικές στοχεύσεις και τις μεθόδους υλοποίησής τους, που πρέπει όμως να ξεκινήσει από την παρουσίαση σχετικών προτάσεων από την πλευρά των αρμόδιων εθνικών και περιφερειακών θεσμών.

Η ανάγκη επεξεργασίας ενός τέτοιου σχεδιασμού, τόσο σε εθνικό, όσο και σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, πρέπει να αποτελεί την αφετηρία της επεξεργασίας ενός αριστερού προγράμματος, με σαφή οικολογικό και κοινωνικό προσανατολισμό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι ένα σημερινό παράλληλο πρόγραμμα μπορεί να έχει αυτή την πληρότητα. Δεν μπορεί όμως το πρόγραμμα αυτό να συμβολίζει απλώς με μεμονωμένες παρεμβάσεις έναν διαφορετικό προσανατολισμό, αλλά πρέπει να θέτει θεσμικές και κοινωνικές βάσεις ικανές να παράγουν αυτό το νέο σχεδιασμό, να συγκροτούν ταυτοχρόνως κοινωνικές συμμαχίες ικανές να στηρίξουν πολιτικά μια νέα στρατηγική, και να αποδομούν το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.

Αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι σήμερα μια δοκιμασμένη τακτική, αλλά μια υπόθεση εργασίας σε ότι αφορά τη δυνατότητα αντιμετώπισης της δραματικής αποδυνάμωσης και αποδιοργάνωσης του κόσμου της εργασίας, και της εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας κεφαλαιούχων, πλουσίων και μεσοαστών που στηρίζει ως τώρα επιτυχώς το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Βρισκόμαστε σε μια ανεξερεύνητη περιοχή στην πραγματικότητα, ενώ γνωρίζουμε ήδη από την εμπειρία της Λατινικής Αμερικής ότι ακόμα και εκτεταμένες πρωτοβουλίες ανασυγκρότησης του κόσμου της εργασίας και του πλήθους των ανέργων και φτωχών, δεν κατορθώνουν εύκολα να επιβάλουν μια αλλαγή οικονομικής στρατηγικής, καθώς ο καπιταλιστικός τομέας της οικονομίας ακολουθεί τη δική του λογική, την οποία δεν τροποποιεί ακόμη και σε στιγμές έντονης οικονομικής και πολιτικής κρίσης (όπως στη Βραζιλία κατά την τρέχουσα περίοδο).

Ανεξάρτητα από την πληρότητα που μπορεί να έχει ένα παράλληλο πρόγραμμα σήμερα, δεν μπορεί να αποφύγει το να εγκαινιάσει τρεις απαραίτητες στρατηγικές κατευθύνσεις: τον σχεδιασμό αλλαγών στον παραγωγικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό τομέα, την εφαρμογή ενός συστήματος διοίκησης αυτού του σχεδιασμού με την ενεργό συμμετοχή των εργαζομένων και της κοινωνίας, και την πραγματοποίηση μιας αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου, η οποία αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την εξεύρεση πρόσθετων πόρων και την ενίσχυση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το σημαντικό είναι βέβαια ο βαθμός στον οποίο προχωράει ένας τέτοιος προσανατολισμός, αλλά ακόμη περισσότερο ο βαθμός στον οποίο οι πολιτικές και οι δράσεις που υλοποιούνται ενισχύουν τις δυνάμεις της εργασίας, τις οργανώνουν, τους επιτρέπουν να αναλαμβάνουν έναν ενεργό ρόλο στο επίπεδο του σχεδιασμού και της υλοποίησης της ανασυγκρότησης.

Σχετικά με τη συγκρότηση του κόσμου της εργασίας, και την οργάνωση του σε σχέση με την παραγωγή και τη λήψη αποφάσεων για την παραγωγή, έχουν μεγάλη σημασία η στήριξη της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, η υποστήριξη της ανάληψης επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους (περιπτώσεις ΒΙΟΜΕ, “Λαναρά”), αλλά και η προώθηση της συμμετοχής των εργαζομένων στη διοίκηση δημοσίων επιχειρήσεων ή υπηρεσιών, όπως και μεγάλων ιδιωτικών (πρόκειται για μια κατεύθυνση ανάδειξης  κυβερνητικών ή συνδικαλιστικών πρωτοβουλιών που έχει ως σήμερα παραμεληθεί).

Η προώθηση της λογικής του σχεδιασμού, σε εθνικό, περιφερειακό, ή τοπικό επίπεδο, προϋποθέτει τόσο τη δραστηριοποίηση μελετητικών ομάδων (σε συνεργασία ή όχι με ερευνητικά και πανεπιστημιακά ιδρύματα), όσο και την ενεργοποίηση διαδικασιών διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων με ευρεία κοινωνική συναίνεση, σε ότι αφορά τους στόχους του σχεδιασμού και τις μεθόδους και διαδικασίες υλοποίησής του.

Σημαντικό ρόλο σε σχέση με την επεξεργασία και υλοποίηση ενός παράλληλου προγράμματος, έχει η σύνδεση κοινωνικών στόχων ή και στόχων που συνδέονται με την απασχόληση, με μεθόδους ανακατανομής του εισοδήματος και του πλούτου. Είναι μια προοπτική δίκαιη και υλοποιήσιμη, η οποία δεν μπορεί  μόνο να βρει νέους πόρους, αλλά νομιμοποιεί και την αξιοποίησή τους για κοινωνικούς και παραγωγικούς σκοπούς. Η ανασυγκρότηση της χώρας, με αφετηρία τα σημερινά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας, τη σημερινή ανισότητα σε ότι αφορά την κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου, δεν μπορεί να υλοποιηθεί με το σεβασμό και τη διατήρηση του σημερινού βαθμού ανισότητας.


Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

«Ήταν ένας μάγος», Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ [Αφιέρωμα στον Λουί Αλτουσέρ]


Τον περασμένο Φεβρουάριο, η γαλλική μηνιαία επιθεώρηση Le Magazine Littéraire (τεύχος 551), δημοσίευσε ένα αφιέρωμα στη μνήμη του γάλλου κομμουνιστή φιλοσόφου Λουί Αλτουσέρ. Τέσσερις γνωστοί παλιοί μαθητές του, τέσσερις διανοητές που γνώρισαν τον Αλτουσέρ και δούλεψαν μαζί του, οι Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ζάκ Ρανσιέρ, Μπερνάρ-Ανρί Λεβί και Ζάν-Κλώντ Μιλνέρ, μίλησαν για το δάσκαλό τους, το φιλόσοφο που αποτέλεσε βασική αναφορά για πολλές γενιές διανοούμενων στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.


Φιλόσοφος μαθητής του Αλτουσέρ από το 1960, Ζακ Ρανσιέρ δημοσίευσε πρόσφατα το έργο «Figures de l' histoire» και το «Le fil perdu: Essai sur la fiction moderne» (ed. La Fabrique).

Μετάφραση: Χρύσα Χαρίση
Επιμέλεια: Αναστασία Ματσούκα


- Σε ποιο πλαίσιο έλαβε χώρα το σεμινάριο του Αλτουσέρ για το «Κεφάλαιο»;

Στην πραγματικότητα το σεμινάριο άρχισε το φθινόπωρο του 1964. Το έργο «Για τον Μαρξ» εμφανίστηκε ένα χρόνο αργότερα, αλλά έχουμε ήδη διαβάσει τα άρθρα που το συνθέτουν. Ο Αλτουσέρ δεν ήταν απλά ένας θεωρητικός που θα θαυμάζαμε τη σκέψη του. Ήταν, επίσης, ένας μάγος που είχε μια εξαιρετική προσωπική λάμψη και ασχολείτο με εκπληκτικούς θεωρητικούς αυτοσχεδιασμούς. Αλλά υπήρχαν ακόμη οι συνθήκες, ο μεγάλος αναβρασμός της δεκαετίας του '60, η επανάσταση στην Κούβα, οι μάχες της αποαποικιοποίησης, ο μαοϊσμός, η ιδέα μιας νέας επαναστατικής εποχής ήταν στο απόγειό της. Σε αυτό το σημείο, ο Αλτουσέρ πρότεινε πολύ απλά να φέρουμε το θεωρητικό όπλο μιας επανεκκίνησης του μαρξισμού. Επρόκειτο, ταυτόχρονα, για μια επιστροφή του μαρξισμού στην πρωτότυπη καθαρότητά του και με σκοπό την ανάδειξή του ως σύγχρονου όλων των μεγάλων θεωρητικών καινοτομιών της εποχής: της στρουκτουραλιστικής ανθρωπολογίας του Λεβί Στρως, της λακανικής ψυχανάλυσης, της αρχαιολογίας της γνώσης του Φουκώ, κοντολογίς όλων όσων περικλείει η λέξη «στρουκτουραλισμός». Αλλά ο Αλτουσέρ δεν ήταν ο καθηγητής που δίδασκε αυτόν τον ανανεωμένο μαρξισμό. Ήταν ο δάσκαλος που τον υπέδειξε σαν καθήκον προς εκτέλεση και μας μετέτρεψε σε παράγοντες αυτής της επανεφεύρεσης.


- Ποια ήταν τα στάδια αυτού του έργου που συνέδεαν φιλοσοφία και πολιτική;

Υπήρχε ήδη το σεμινάριο για τον νεαρό Μαρξ που είχε υπογραμμίσει την απόσταση από τις παραλλαγές των ουμανιστών και υπαρξιστών του μαρξισμού, Έπειτα, το σεμινάριο για τον στρουκτουραλισμό που ήθελε να καθορίσει την καινοτομία αυτού του παραδείγματος και να δείξει την αναλογία του με τη σκέψη του Μαρξ. Υπήρχε αυτό το σεμινάριο για το «Κεφάλαιο» που έπρεπε να ελευθερώσει σε αυτό το κείμενο την αληθινή φιλοσοφία, τη μη αναγνωρισμένη ακόμα από τον Μαρξ. Και το τρελό της υπόθεσης: ήμασταν εμείς, νεαροί φοιτητές, που είχαμε σαν αποστολή να διαβάσουμε εκ νέου το «Κεφάλαιο» και να ξαναξεκινήσουμε τον μαρξισμό στη θεωρία. Σε ό, τι αφορά εμένα, είχα την αρχική εργασία: έπρεπε να εισαγάγω το σεμινάριο δείχνοντας τη διακοπή ανάμεσα στα «ιδεολογικά» κείμενα του νεαρού Μαρξ και την «επιστήμη» του «Κεφαλαίου». Τώρα, αν και ήξερα σε βάθος τα πρώτα, δεν είχα διαβάσει ποτέ το δεύτερο. Το ανακάλυψα ενώ έπρεπε να πω την αλήθεια. Το αποτέλεσμα για εμένα ήταν μια τρελή κούρσα, κάτι παραπάνω από μια ανακάλυψη του «ορθολογικού πυρήνα» της μαρξιστικής διαλεκτικής: μια ανάγνωση του Μαρξ κατά τρόπο στρουκτουραλιστικό που όξυνε την απόσταση ανάμεσα στο αληθινό κίνημα του στρουκτουραλισμού και την αντίληψη των εγκλωβισμένων εργατών στο φαινομενικό κίνημα. Το σεμινάριο είχε στην πραγματικότητα έναν χαρακτήρα αρκετά ακαδημαϊκό: ένα είδος δημόσιων διαλέξεων με μια διαδοχή παρουσιάσεων που πρόσφεραν λιγότερα από αυτά που είχαν υποσχεθεί. Αλλά, κατά κάποιον τρόπο, η πράξη αυτής της πρωτόλειας ιδιοποίησης της θεωρίας ήταν πιο αποτελεσματική. Με το να υπόσχεσαι περισσότερα από αυτά που μπορείς να κάνεις, ανοίγεις έναν χώρο έρευνας, προκαλείς καινούργιες δυναμικές για δράση.


- Η αιχμηρή θεωρία του Αλτουσέρ παρήγαγε μια πολιτική ανανέωση; Αναφέρετε αυτήν την δημιουργική του ικανότητα στο «Μάθημα του Αλτουσέρ»;

Υπάρχουν δύο επίπεδα να εξετάσουμε. Από άποψη δογματικού περιεχομένου, η νέα ερμηνεία που προτείνει ο Αλτουσέρ έκανε μια κριτική σε αυτόν τον εξελικτικό μαρξισμό που περίμενε το σοσιαλιστικό μέλλον της ιστορικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, τονίζοντας τη στρουκτουραλιστική λογική των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και προτείνοντας μια λογική ασυνέχειας της ιστορίας, ξαναέθεσε σε πρώτο πλάνο το τεράστιο χάσμα μεταξύ του καπιταλιστικού παρόντος και του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Ενάντια στην ιδέα της «ειρηνικής μετάβασης« που υποστήριζε το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα, θύμισε την ύπαρξη της επαναστατικής αλλαγής. Η αλήθεια είναι πως αυτή η απόσταση αντισταθμίστηκε, αν δεν ακυρώθηκε, από την ακαμψία της αντίθεσης μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας. Επέστρεψε στη μαρξιστική πρωτοπορία, που τέθηκε ως μόνη κάτοχος της αληθινής γνώσης ανάμεσα στις τυφλωμένες μάζες, αυτή τη γνώση που ο αντι-ιστορικισμός της αφαίρεσε. Στην πραγματικότητα, βέβαια, το δογματικό περιεχόμενο και οι ασάφειές του είχαν μικρότερη σημασία από την πράξη εγκαθίδρυσης ενός πεδίου άμεσης αποτελεσματικότητας της θεωρίας. Η διάσημη θεώρηση της συγχώνευσης της μαρξιστικής θεωρίας και του εργατικού κινήματος που αποτελούσε το δόγμα των κομμουνιστικών κομμάτων σήμαινε στην ουσία ότι η ερμηνεία του μαρξισμού και η μετάφρασή του για συγκεκριμένη δράση ήταν υπόθεση των πολιτικών αρχών αυτών των κομμάτων.


- Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της έννοιας της «θεωρητικής πρακτικής»;

Με τον τρόπο αυτό, ο Αλτουσέρ αυτονόμησε τη θεωρία του Μαρξ και την απέσπασε τους κομμουνιστικούς μηχανισμούς που πίστευαν ότι ήταν οι μόνοι που γνώριζαν πώς έπρεπε να τη χρησιμοποιήσουν. Κρίθηκε, αργότερα, ως υπαίτιος μιας «θεωρητικιστικής» παρέκκλισης που είχε ξεχάσει την πολιτική. Αλλά αυτή είναι μια κριτική εντελώς υποκριτική: ο υποτιθέμενος «θεωρητικισμός» δεν λησμονούσε καθόλου την πολιτική, ήταν μια πολιτική πλήρως προσδιορισμένη που άρπαζε τον μαρξισμό από τους θεσμικούς του κατόχους για να τον μοιραστεί με όλους: με όλους τους αναγνώστες, αλλά, πρώτα απ' όλα, με αυτούς που έψαχναν τότε το όπλο για μια καινούργια επαναστατική δράση. Αυτός ήταν ο λόγος, πέρα από τις προθέσεις του Αλτουσέρ, και εν τέλει ενάντια σε αυτές, για τον οποίο ο ίδιος προώθησε τις ρήξεις με τον ορθόδοξο κομμουνισμό: αυτές των αριστερίστικων κινημάτων στην Ευρώπη ή εκείνες των νέων ριζοσπαστικών επαναστατικών κινημάτων στην Λατινική Αμερική. Αυτό που έχουμε τελικά βιώσει είναι ότι το πολιτικό αποτέλεσμα μιας θεωρίας δεν είναι τόσο το περιεχόμενο των διατυπώσεών της όσο η θέση που υιοθετεί για να προβεί στις όποιες διατυπώσεις.


- Είχατε επεξεργαστεί εκείνη την εποχή την ιδέα σας για την κοινή σε όλους δυνατότητα να θεμελιώσουν τη δύναμη της σκέψης και τη δυναμική της χειραφέτησης;

Η αρχή αυτή δεν ήταν ακόμη εντελώς δική μου την εποχή που εργαζόμουν σε αυτό το σεμινάριο για το «Κεφάλαιο». Εκείνη την περίοδο μοιραζόμουν ακόμη, αφελώς, τη στάση των κατόχων της «επιστήμης» ως προς τα δυστυχή θύματα της «αυθόρμητης» ιδεολογίας. Πίσω από αυτή την συνείδηση, υπήρχε η ευρέως αποδεκτή παραδοχή ότι αιτία της υποταγής είναι η άγνοια και, επομένως, η επιστήμη είναι το όπλο της ελευθερίας. Γι' αυτό ο Αλτουσέρ –κι εμείς σε συνέχειά του– πολεμούσαμε βίαια τα φοιτητικά κινήματα που αμφισβήτησαν τα θεσμικά όργανα της γνώσης.

Το κίνημα του 1968 έκανε μια κριτική αυτής της θέσης από τα γεγονότα. Όχι μόνο αυτά τα «ιδεολογικά» θέματα αποδεικνύονταν ικανά να ενεργοποιήσουν ένα κοινωνικό παγκόσμιο κίνημα με πρωτοφανή δύναμη, αλλά, επίσης, αυτό το κίνημα έθετε στο παρόν, για όλους, τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας κόσμος χωρίς ιεραρχία.


- Τι ήρθε να επισημάνει κατά τη γνώμη σας το κίνημα του Μάη του 1968;

Αυτό που έδειξε, και αυτό που είδα να επιβεβαιώνεται μέσω μιας μακράς εργασίας στην ιστορία της εργατικής χειραφέτησης, είναι ότι η υποταγή ή η άρνηση δεν είναι υπόθεση της άγνοιας ή της επιστήμης. Η γνώση των νόμων του καπιταλιστικού συστήματος δεν προκαλεί από μόνη της την ανατροπή του. Και η λογική των πρωτοπόρων που είναι υπεύθυνοι να οδηγήσουν τον μετασχηματισμό της άνισης γνώσης σε ισότιμη συμμετοχή αναπαράγει επ' αόριστον την ιεραρχία, διαχωρίζοντας αυτούς που «γνωρίζουν» από αυτούς που «αγνοούν».

Αυτό που θεμελιώνει την υποταγή δεν είναι η άγνοια, αλλά η δυσπιστία: το συναίσθημα ότι δεν υπάρχει άλλος πιθανός κόσμος, ότι δεν είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε έναν άλλον ή ότι οι άλλοι δεν είναι ικανοί να τον δημιουργήσουν. Η χειραφέτηση είναι η ρήξη αυτής της λογικής της δυσπιστίας. Είναι η επιβεβαίωση μιας ικανότητας που καθένας διαθέτει ως δυνατότητα: μια ικανότητα που για να την ασκήσει κανείς, προϋποτίθεται ότι υπάρχει σε όλους. Η ύπαρξη της ικανότητας αυτής αποδεικνύεται από την άσκησή της. Είναι πρώτα απ' όλα η χειραφέτηση: η απόδειξη από την ύπαρξη νέων δυνατοτήτων σκέψης και πράξης, νέων τρόπων να μείνουμε ενωμένοι. Πώς μπορούμε να φανταστούμε έναν άλλο κόσμο με ανθρώπους που θεωρούμε κολλημένους σε αυτόν εδώ; Και πώς μπορούμε να παραγάγουμε έργα σκέψης αν θεωρούμε ότι αυτή η σκέψη είναι η ενεργοποίηση μιας ικανότητας που δεν είναι παρά προνόμιο λίγων; Η σκέψη είναι μια εργασία που έχει νόημα μόνο ως εφαρμογή μιας κοινής πνευματικής ικανότητας. Η άσκησή της προϋποθέτει τη ρήξη με τη λογική του καταμερισμού της εργασίας που κάνει μια κοινή δύναμη ορισμένο επάγγελμα.


Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Συνέντευξη με τον Χρήστο Λάσκο - «Να μιλάμε για την καθολική χειραφέτηση»


Ο Χρήστος Λάσκος, οικονομολόγος, εκπαιδευτικός και ένα από τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που αποχώρησαν μετά τη μνημονιακή στροφή, ήταν πρόσφατα ομιλητής στην ΑΣΟΕΕ στην εκδήλωση της Πρωτοβουλίας για την Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Στη σελίδα αυτή, μιλάει στον Γιώργο Πίττα για την Πρωτοβουλία αλλά και για τη σημερινή εικόνα της κρίσης και της Αριστεράς.


-Τι είναι η Πρωτοβουλία για τη Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς; Πώς αποφασίσατε να ξεκινήσετε αυτήν την πρωτοβουλία και ποιοι οι στόχοι;

Η Πρωτοβουλία για την Δικτύωση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι μια πρώτη προσπάθεια ανθρώπων που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την νεολαία του, μαζί με άλλους που για πολύ διάστημα και με πολύ δραστήριο τρόπο ενεργοποιούνται στα κοινωνικά κινήματα και στις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης να διαμορφωθεί ένας χώρος ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης. Μέσα στο συγκείμενο της διαρκώς επιδεινούμενης καπιταλιστικής κρίσης και της άγριας επίθεσης του κεφαλαίου, που επιχειρεί την υπέρβασή της προς αποκλειστικό όφελός του –με στόχους, μάλιστα, που υπερβαίνουν κατά πολύ τα «άμεσα» και επιχειρούν να διαμορφώσουν στρατηγικά δεδομένα για πολλές δεκαετίες μπροστά.

Είναι δεδομένο πως ο καπιταλισμός μέσα στην κρίση –η οποία, ίσως αποδειχτεί η μεγαλύτερη στην ιστορία- ψάχνει τη δυνατότητα να «τελειώνει  μια και καλή» με τις κατώτερες τάξεις, τα δικαιώματα και τις προσδοκίες τους. Επιδιώκει, δηλαδή, ένα ξεκαθάρισμα ιστορικών λογαριασμών, ώστε να «αποικιοποιήσει» συνολικά τον πλανήτη και τον ανθρώπινο βιόκοσμο.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα αποτελεί ένα πολύ σημαντικό πεδίο του ταξικού πολέμου. Αν η Χιλή ήταν πριν από 40 χρόνια ο χώρος, όπου παίχτηκε η πρώτη πράξη κατίσχυσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, η Ελλάδα, αντίστοιχα αποτελεί το πρώτο πεδίο για την επικράτηση της «τελικής καπιταλιστικής αγριότητας».

Τα γεγονότα εδώ αποκτούν, λοιπόν, μια διεθνή ιστορική σημασία.

Και είναι γι’ αυτό που η πολιτική της κυβέρνησης δεν μπορούσε παρά να βρει αντίθετο ένα μεγάλο τμήμα όσων έφτιαξαν και μεγάλωσαν το ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντάς τον πραγματική ελπίδα σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο για τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους. Από τον Ιούλιο, δε, κι έπειτα δεν υπήρχε άλλος δρόμος από τον πλήρη διαχωρισμό και την ανοιχτή αντιπαράθεση.

Αυτά που παίζονται αφορούν κάτι πολύ περισσότερο από μιαν υπαναχώρηση στο πλαίσιο ενός «λελογισμένου ρεαλισμού» ένεκα των συσχετισμών. Πρόκειται αντικειμενικά για προσχώρηση στη λογική του αντιπάλου –και, όπως είναι φυσικό, και στην πρακτική.


-Πώς θα σχολίαζες τις προεκλογικές υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ότι τουλάχιστον με αυτόν στην κυβέρνηση είναι δυνατόν τα μνημόνια να έχουν «κοινωνικό πρόσημο»; Πιστεύεις ότι είναι εφικτό κάτι τέτοιο σήμερα, είτε αφορά αλλαγές στην οικονομική πολιτική είτε ευρύτερα κοινωνικά-πολιτικά ζητήματα, παιδεία κλπ; 

Θέλω να το πω με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια. Η φιλολογία περί «λείανσης» της βαρβαρότητας και αξιοποίησης των «ρωγμών και διακένων» αποτελεί κλασική περίπτωση αυταπατών, που οδηγούν μετά βεβαιότητας στην εγκαθίδρυση μιας μορφής new speak και του σύστοιχου κυνισμού. Το έχουμε δει να συμβαίνει στην ιστορία και στις «καλύτερες οικογένειες».

Δεν υπάρχει καμία περίπτωση άσκησης στοιχειωδώς φιλολαϊκής πολιτικής σε ένα πλαίσιο μνημονιακού ζουρλομανδύα. Καμία περίπτωση.

Ο άγριος καπιταλισμός της εποχής μας όχι μόνο κατασπαράζει κάθε χώρο που είχε διατηρήσει βαθμούς αυτονομίας από το αγοραίο κύκλωμα, αλλά σιγά σιγά κανιβαλίζει τον ίδιο του τον εαυτό, τις ίδιες τις συστημικές συνθήκες της ύπαρξης και της αναπαραγωγής του.

Επί του συγκεκριμένου, τα μνημόνια δεν είναι μια οικονομικοπολιτική συνθήκη, μεταξύ άλλων, που θα μπορούσαν να μείνουν, σε ένα βαθμό έστω, ανέγγιχτες.

Τα μνημόνια είναι η συγκεφαλαίωση της ταξικής σύγκρουσης στην χώρα μας σήμερα. Είναι μηχανή ολοκληρωτικής κοινωνικής εκθεμελίωσης, ένα κολοσσιαίο πείραμα κοινωνικής μηχανικής, που επιχειρεί –και προσώρας, πολύ πετυχημένα- να καταστρέψει όλες τις βιοτικές σταθερές και «διασφαλίσεις» της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Τα μνημόνια δεν λειαίνονται. Ή καταργούνται ή επιβάλλονται ολοκληρωτικά.

Άλλωστε, ο ΣΥΡΙΖΑ το είχε με πολύ εμβρίθεια και αναλυτική επάρκεια αποδείξει χρόνια πριν γίνει κυβέρνηση. Δεν χρειάζεται, για να πειστούμε πως πολύ κακώς πολιτεύεται η σημερινή κυβέρνηση, παρά μόνο να ανατρέξουμε σε αυτές τις αναλύσεις.


-Ποια είναι συνολικότερα, η κριτική σου στο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα;

Η πρακτική της ελληνικής κυβέρνησης νομιμοποιεί μέσω της αποδοχής των μνημονίων την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική. Γίνεται το πιο βασικό μέρος μιας Μεγάλης Συναίνεσης, σαφώς και επιθετικά εχθρικής απέναντι στα συμφέροντα των κατώτερων τάξεων.

Ό,τι κι αν λέγεται, αυτό είναι που συμβαίνει –και ανεξαρτήτως προθέσεων, τις οποίες για κάποιους ακόμη δεν αμφισβητώ. Μόνο που δεν μπορεί, ως προς το πολιτικό αποτέλεσμα, παρά να μας αφήνουν παγερά αδιάφορους –για να μην επισημάνω τη σχέση μεταξύ καλών προθέσεων και κόλασης.

Θυμίζω τους 4 πυλώνες του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ: κατάργηση των μνημονίων –διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, δημόσιος έλεγχος και ιδιοκτησία των τραπεζών, ριζική αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, παραγωγικός μετασχηματισμός με ενίσχυση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Με πρώτο βήμα, όπως με σαφήνεια προσδιόριζε το εκλογικό πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, την επαναφορά της εργατικής νομοθεσίας και του κατώτατου μισθού στα προ μνημονίων επίπεδα.

Το 99% του προγράμματος δεν επιχειρήθηκε καν να εφαρμοστεί.

Σε ό,τι αφορά δε την διαπραγμάτευση, τίποτε από ό,τι συνεδριακά είχε αποφασιστεί δεν υλοποιήθηκε: στάση πληρωμών, έλεγχος κεφαλαίων, επιλογή εναλλακτικής χρηματοδότησης και παράλληλου νομίσματος. Τίποτε απολύτως.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να επιτρέψουμε να περάσει η άποψη πως έγιναν όλα όσα ήταν δυνατόν και «χάσαμε». Τίποτε από όσα ήταν δημοκρατικά προαποφασισμένο πως θα γίνουν δεν επιχειρήθηκε καν. Τόσο που έφτασε να μας «τη λένε» ακόμη και μετριοπαθείς νεοκεϋνσιανοί, όπως ο Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτζ ή ο Μινχάου.


-Πώς βλέπεις, συνοπτικά, το ευρύτερο διεθνές οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο με την ελπίδα όπως υποστηρίζει, έτσι να οδηγηθεί στην «ανάκαμψη»;

Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στην ασφαλή πρόγνωση πως όχι μόνο δεν θα έχουμε σύντομα υπέρβαση της παγκόσμιας κρίσης υπερσυσσώρευσης, αλλά μάλλον πάμε για ένα δεύτερο ισχυρό επεισόδιο τύπου 2008. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε πως η επικρατούσα καπιταλιστική στρατηγική είναι η «σταθεροποίηση μέσα από επαναλαμβανόμενες νέες χρηματοπιστωτικές φούσκες». Η καταστροφή κεφαλαίου όχι μόνο δεν επέρχεται, αλλά οι συνθήκες υπερσυσσώρευσης διαρκώς επιδεινώνονται. Το παγκόσμιο χρέος έχει αυξηθεί στα χρόνια της κρίσης κατά 50 τρισεκατομμύρια, ένα ολόκληρο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Όποιος, λοιπόν, επενδύει στην «ανάκαμψη» βαυκαλίζεται. Αν και δεν νομίζω πως ούτε οι ίδιοι της κυβέρνησης το πιστεύουν.

Ξέρουν πως το μνημόνιο δεν βγαίνει –ξέρουν πως τα πράγματα δεν θα βελτιωθούν. Τότε, θα μου πείτε, τι κάνουν; Αμφιβάλλω αν μπορούν και οι ίδιοι να απαντήσουν.


-Υπάρχει τελικά ζωή «μετά το 3ο μνημόνιο»; Υπάρχουν προοπτικές για την αριστερά μέσα στις νέες συνθήκες, τι πρωτοβουλίες μπορεί να πάρει σε κινηματικό, πολιτικό, ιδεολογικό επίπεδο και σε ποια κατεύθυνση;

Τα πράγματα σίγουρα έχουν δυσκολέψει μετά από τα γεγονότα του καλοκαιριού. Η ελπίδα δεν ήρθε, η απελπισία επεκτείνεται. Και μαζί η αντιπολιτική και η απόσυρση.

Θέλει μεγάλη προσπάθεια. Κυρίως πρέπει να επικρατήσει ανάμεσα σε όσες δυνάμεις κατανοούν την ανάγκη για μετωπική σύγκρουση με την πολιτική των μνημονίων η ανοιχτή διάθεση «να χτυπάμε μαζί» έστω κι αν βαδίζουμε χωριστά.

Επιπλέον, τα περιθώρια έχουν στενέψει δραματικά. Η αντικαπιταλιστική διάσταση της παρέμβασης πρέπει να είναι όλο και περισσότερο εμφανής, όλο και περισσότερο αποφασιστική –με όλα τα ταξικά και διεθνιστικά παρεπόμενα.

Αν δεν μιλήσουμε για καπιταλισμό και κομμουνισμό σήμερα πότε θα το κάνουμε;

Να μιλάμε πολύ για καπιταλισμό, να μιλάμε πολύ για τον κομμουνισμό και την καθολική χειραφέτηση. Και αυτό είναι πρώτιστο καθήκον.

Έτσι μπορεί να υπάρξει ζωή ξανά. Αλλιώς…


Πηγή εργατική αλληλεγγύη

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Το έθνος της αριστεράς


του Άκη Γαβριηλίδη


Καθ’ όλο τον εικοστό αιώνα, διεξήχθησαν παθιασμένες συζητήσεις για το λεγόμενο «εθνικό ζήτημα», για το τι είναι «το έθνος» (συνήθως με οριστικό άρθρο στον ενικό), ποια η ουσία του, ποια πρέπει να είναι η στάση της αριστεράς απέναντι σε αυτό, και άλλα μεταφυσικά ερωτήματα.

Στο παρόν σημείωμα, δεν σκοπεύω να ξανανοίξω τα ζητήματα αυτά. Χρησιμοποιώ στον τίτλο τον όρο «έθνος» για να υπονοήσω κάτι διαφορετικό: όχι τη στάση της αριστεράς απέναντι στη φαντασιακή κοινότητα του έθνους, αλλά τη φαντασιακή ιδέα ότι η ίδια η αριστερά αποτελεί μια διακριτή κοινότητα, ένα οιονεί χωριστό έθνος-κράτος (εν κράτει) μέσα στην υπόλοιπη κοινωνία, για το οποίο ισχύουν άλλα μέτρα και σταθμά.

Την ιδέα αυτή δεν την προβάλλει και δεν την διακηρύσσει ρητά κανείς ως δική του, εμπράκτως όμως την ακολουθούν πολλοί, με ποικίλες πολιτικές προτιμήσεις και διαθέσεις, άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές προς την αριστερά ή κάποια εκδοχή της. Ας πούμε, την ακολουθεί από την πρώτη της φράση μια έκκληση συλλογής υπογραφών που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2015 στο διαδίκτυο με τίτλο Οι κόκκινες γραμμές υπάρχουν όταν τηρούνται:

"Αυτή η πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών κατά οποιασδήποτε συμφωνίας με τους δανειστές που θα περιλαμβάνει νέα μέτρα λιτότητας απευθύνεται στον κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων [η υπογράμμιση δική μου], που δεν του αξίζει να παραμένει σε αυτή την παραλυτική αναμονή, ούτε να ανεχτεί –πολύ περισσότερο να αναγκαστεί να υπερασπιστεί– μορφές μνημονιακής διολίσθησης."

Η υπογραφή συμφωνίας της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές, και η λιτότητα, είναι προφανώς ζητήματα που αφορούν ολόκληρη την ελληνική κοινωνία –για να μην πούμε ολόκληρη την Ευρώπη. Κατά δεύτερον, όποιος καταφεύγει σε ένα μέσο τόσο ευρύ και εξωστρεφές όσο η συλλογή υπογραφών (και όχι π.χ. η ίδρυση ενός κόμματος, η οποία προϋποθέτει ιδεολογική ομοφωνία –και αυτό όχι πάντα), λογικά επιδιώκει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους γύρω από το αίτημά του. Αυτό θα ίσχυε γενικώς, αλλά ισχύει ακόμη περισσότερο σε μια συγκυρία στην οποία σημειώνονται οι μεγαλύτερες ανατροπές και αναστατώσεις πολιτικών εντάξεων και ταυτοτήτων, και οι θεαματικότερες μετακινήσεις ψηφοφόρων, που έχουν υπάρξει στην ελληνική ιστορία. Κι ωστόσο, η έκκληση, πριν καλά-καλά εξηγήσει τι ακριβώς ζητά, φροντίζει να ξεκαθαρίσει από ποιους το ζητά: δεκτές γίνονται μόνο υπογραφές από τον «κόσμο της Αριστεράς [με Α κεφαλαίο] και των κινημάτων»! Δηλαδή οι συντάκτες έχουν την μακάρια βεβαιότητα ότι υπάρχει ένας σαφής και ευδιάκριτος «κόσμος» που αποτελείται μόνο από την αριστερά και τα κινήματα, και απευθύνονται μόνο σε αυτόν. Ο κόσμος αυτός προφανώς έχει δικές του ανάγκες, διαφορετικές από εκείνες των κοινών θνητών. Στους άλλους μπορεί να αξίζει να παραμένουν σε παραλυτική αναμονή και να ανέχονται μορφές μνημονιακής διολίσθησης, στους αριστερούς όμως όχι.

Αλλά και αν υπάρχουν και άλλοι που δεν τις ανέχονται, δεν μας ενδιαφέρει∙ δεν θέλουμε τις υπογραφές τους! Το να αναγνωρίζεται κανείς στην ταυτότητα του αριστερού ή/ και του κινηματία τίθεται ως προαπαιτούμενο: εδώ με το καλημέρα δίνεται στον αναγνώστη το μήνυμα «εάν δεν είσαι ήδη ένας από μας μην μπεις καν στον κόπο να το διαβάσεις, δεν σε αφορά».

Αυτή η έλλειψη φιλοδοξιών είναι αδικαιολόγητη και αυτοκαταστροφική πολιτικά. Πόσοι να είναι τέλος πάντων αυτοί που, αν τους ρωτούσαμε, θα αυτοτοποθετούνταν σε αυτόν τον «κόσμο»; Νομίζω ότι η αριθμητική «οροφή» αυτής της κατηγορίας είναι το 4%: όσοι ήδη ψήφιζαν τον ΣΥΡΙΖΑ από τότε που δημιουργήθηκε.

Το να επιμένεις να αυτοπεριορίζεσαι σε ένα ακροατήριο που δεν υπερβαίνει το 4%, αποτελεί ηττοπάθεια. Τη στιγμή που 30% του εκλογικού σώματος δείχνει ότι ξεπερνά τις αναστολές του απέναντι στην αριστερά, οι αριστεροί δίνουν την εντύπωση ότι αισθάνονται αμηχανία και ενόχληση απ’ αυτό, σαν να προτιμούν να μείνουν λίγοι και καλοί.

Και φυσικά δεν μπορεί κανείς να αναμένει κάποιο άξιο λόγου πολιτικό αποτέλεσμα από μια τέτοια πρωτοβουλία. Διότι το να βγει μία έκκληση υπογεγραμμένη μόνο από τον «κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων», ποια χρησιμότητα μπορεί να έχει; Τη χρησιμότητα μίας ταυτολογίας· δηλαδή καμία απολύτως. Το ότι όσοι ήδη αυτοκατανοούνται ως αριστεροί είναι κατά της λιτότητας, δεν είναι είδηση για κανέναν· το ξέραμε ήδη. Και πράγματι, έτσι έγινε: η δημοσίευση του κειμένου πέρασε τελείως απαρατήρητη, δεν επηρέασε καμία εξέλιξη.

Μια ανάλογη εμμονή και ένας ανάλογος προβληματισμός για το πού πρέπει να τεθούν τα όρια, για το τι είναι αριστερά και τι μη αριστερά, παρατηρείται σε ένα άρθρο του Δημήτρη Μπελαντή στο Rednotebook με τίτλο Για την επόμενη ημέρα… (ενν. από τις τελευταίες εκλογές). Και εδώ, το κείμενο δεν αρχίζει από κάποια αναφορά στην εκλογική και γενικότερη συμπεριφορά του κόσμου, ή τέλος πάντων σε κάποια οποιαδήποτε πολιτική εξέλιξη, στις πιθανές αιτίες, διασυνδέσεις ή συνέπειές της, αλλά με μία διατριβή περί αριστεροσύνης:

"Κατά πρώτον, κλείνει η μακρά «περίοδος ΣΥΡΙΖΑ» [υπογραμμίζω εγώ] υπό την έννοια ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος και εγχειρήματος, έστω ρεφορμιστικού, με έντονες κινηματικές καταβολές τουλάχιστον ως το 2012, το οποίο φιλοδόξησε να εκπροσωπήσει τις λαϊκές τάξεις (…). Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα θεμελιακά άλλο κόμμα, αν θεωρηθεί όντως πολιτικό κόμμα και όχι απλώς ένα δίκτυο εξουσίας και συμφερόντων γύρω από τον Ηγέτη και την κλειστή ομάδα του. Μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ακόμη και ως Αριστερά, αν δεχθούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία και η ευρωαριστερά ως σύνολα αντιστοιχούν πλέον στο κοινωνικό φαντασιακό ως Αριστερά …"

κ.λπ. κ.λπ.

Με κάθε σοβαρότητα, λοιπόν, υποστηρίζεται εδώ ότι ένα κόμμα, το οποίο κέρδισε δύο εκλογικές αναμετρήσεις (συν ενδιαμέσως ένα δημοψήφισμα) υπό πρωτόγνωρες συνθήκες πίεσης, έχει … κλείσει τον κύκλο του! Και μάλιστα, ότι αυτό το συμπέρασμα συνάγεται από το «αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του Σεπτέμβρη» –όχι π.χ. από κάποια ενέργεια ή ανακοίνωση του κόμματος αυτού ή κάποιου στελέχους του. Με άλλα λόγια, τώρα που το κόμμα αυτό πήρε 36%, έπαψε να «εκπροσωπεί τις λαϊκές τάξεις», ενώ μέχρι το 2012, όταν έπαιρνε 4%, προφανώς τις εκπροσωπούσε.

Μήπως ο αρθρογράφος ζει σε άλλο πλανήτη;

Όχι! Απλώς φαντάζεται ως άλλο πλανήτη τον μικρόκοσμο στον οποίο ζει. Και δείχνει την ίδια αδιαφορία για όλη αυτή την κίνηση και την έξοδο των μαζών από τις προηγούμενες ταυτότητες, και την ίδια δυσφορία, αγοραφοβία, άγχος από την κατάρρευση των ορίων.

Αν λοιπόν υποστηρίζει μια θέση τόσο προκλητικά τυφλή απέναντι στα στοιχειώδη δεδομένα της εμπειρίας, αυτό συμβαίνει διότι γι’ αυτόν, ακριβώς, κριτήριο δεν αποτελεί η πολιτική πραγματικότητα, αλλά κάποιο αφηρημένο υπερεγωτικό πρότυπο που έχει στο μυαλό του. Όταν λέει ότι «έκλεισε η περίοδος» του ΣΥΡΙΖΑ, δεν εννοεί ότι το κόμμα αυτό ηττήθηκε, απέτυχε, εξαφανίστηκε, ούτε καν ότι η πολιτική του έχει αρνητικά αποτελέσματα· το άρθρο καθόλου δεν εξετάζει τα αποτελέσματα αυτά. Το μόνο που κάνει είναι να μετράει με το αριστερόμετρο.

Χώρια που ούτε και αυτή τη μέτρηση καταλήγει σε κάποιο θετικό συμπέρασμα: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αριστερό κόμμα με την Χ έννοια, μπορεί όμως και να είναι με την Ψ –εκείνη «του κοινωνικού φαντασιακού».

Σε αυτά τα «είπα-ξείπα», ο αρθρογράφος δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει, ή να αναρωτηθεί και ο ίδιος: γιατί –και για ποιον- είναι κρίσιμο αυτό το ερώτημα;

Αν το έκανε, ίσως να διαπίστωνε ότι αυτό που ανήκει στο φαντασιακό δεν είναι η Α ή η Β απάντηση, αλλά το ίδιο το ερώτημα. Δεν έχει να κερδίσει απολύτως τίποτε όποιος δώσει την «ορθή» απάντηση σε αυτό.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα τελευταία χρόνια σχεδόν ένας στους τρεις ψηφοφόρους επέλεξε κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ψήφιζε μέχρι τώρα. Μερικοί μάλιστα άλλαξαν πάνω από μία φορά.

Φυσικά, οι μαζικότερες μετακινήσεις είχαν ως προορισμό τον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι άνθρωποι όμως αυτοί δεν στράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή έφτασε μια στιγμή που πείστηκαν ότι είναι αριστερός. Αυτό το ήξεραν και πριν, αλλά δεν τον ψήφιζαν.

Άλλοι ήταν οι λόγοι.

Και αφού δεν τον προτίμησαν λόγω της υποτιθέμενης πίστης του σε κάποιες αφηρημένες αρχές, δεν θα τον εγκαταλείψουν εάν αποδειχθεί ότι τελικά δεν είναι πιστός στις αρχές αυτές. Αυτό εξάλλου έχει ήδη αποδειχθεί: αν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε με βεβαιότητα από το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών, είναι αυτό.

Από τη διάσπαση του 68, ίσως και ακόμα παλιότερα, η ενασχόληση με το ερώτημα ποιος είναι πραγματικός αριστερός αποτέλεσε βασικό στοιχείο των αγορεύσεων και των διαμαχών μεταξύ των διάφορων εκδοχών της κομμουνιστικής παράδοσης.

Όλο αυτό το διάστημα, όμως, όλες ανεξαιρέτως οι εκδοχές, ορθόδοξες, ανανεωτικές, τροτσκιστικές, μαοϊκές κ.λπ. συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: ότι ο «κόσμος της εργασίας», και η αριστερά ως πρωτοπορία αυτού, συνιστούν το καθολικό, το μέσο για να φτάσουμε στην οικουμενική απελευθέρωση της κοινωνίας, ενώ κάθε άλλη επίδοξη πρακτική αμφισβήτησης ή μετασχηματισμού είναι καταδικασμένη στη μερικότητα, την αποσπασματικότητα· ήταν «πολιτική ταυτοτήτων». Αυτή την επίκριση-απόρριψη είχαμε ακούσει αρκετοί π.χ. στο γύρισμα του αιώνα, την εποχή των Κοινωνικών Φόρουμ, από διαφόρους που τότε ανήκαν στις αντίστοιχες οργανώσεις των προαναφερθεισών εκδοχών, ενώ και σήμερα πολλοί απ’ αυτούς στελεχώνουν τόσο τον τωρινό ΣΥΡΙΖΑ όσο και τους τωρινούς εξ αριστερών αντιπάλους του. Αλλά και από κάποιους του τότε ή/ και του νυν αντιεξουσιαστικού χώρου.

Έτσι πως τα έφερε η ιστορία, είναι νομίζω πιο εύκολο να δούμε τώρα ότι, αν υπάρχει μία πολιτική άξια αυτού του χαρακτηρισμού, αυτή φυσικά είναι πρώτα απ’ όλα η ίδια η πολιτική των (αυτόκλητων) πρωτοποριών.

Αν κοιτάξουμε το λόγο της παλαιομοντερνιστικής αριστεράς, ελληνικής και διεθνούς, θα διαπιστώσουμε ότι αυτός γίνεται όλο και περισσότερο αυτοαναφορικός· όλο και περισσότερο έχει ως αντικείμενο όχι το εκάστοτε πολιτικό διακύβευμα που υποτίθεται ότι πραγματεύεται, όχι την κοινωνία στο σύνολό της, αλλά την αριστερά την ίδια –ή την αριστεροσύνη. Όταν ένας αριστερός καταπιάνεται να μιλήσει ή να γράψει για ένα συμβάν, μία πολιτική εξέλιξη, δεν τον απασχολεί πρωτίστως να αναδείξει ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες, οι διασυνδέσεις, τα αποτελέσματά της, αλλά ποια μπορεί να θεωρηθεί ως μια «γνήσια», «πραγματική» αριστερή στάση απέναντι σε αυτήν· τα δε υπόλοιπα εξετάζονται μόνο ευκαιριακά και μέσα από το πρίσμα αυτού του πρωταρχικού ερωτήματος.

Για την ακρίβεια, για έναν τέτοιο τύπο λόγου, ο χαρακτηρισμός «πολιτική ταυτοτήτων» ίσως ευσταθεί μόνο ως προς τον δεύτερο όρο –τον επιθετικό προσδιορισμό κατά γενική της ιδιότητας- και όχι ως προς το προσδιοριζόμενο. Διότι όταν κανείς έχει ως βασικό μέλημα το gatekeeping, την αστυνόμευση των ορίων, δεν κάνει πολιτική. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να μετασχηματίσεις. Την πραγματικότητα, τους άλλους ανθρώπους, ενδεχομένως και τον εαυτό σου. Όποιος όμως λειτουργεί ως θεματοφύλακας παραδεδομένων αξιών προσπαθεί απλώς να παραμείνει ίδιος με τον εαυτό του, ανέπαφος. Έτσι, δεν επηρεάζεται μεν, αλλά ούτε και επηρεάζει κανέναν.



Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Οι δυναμικές της χειραφέτησης




του Δημήτρη Αργυρού


Το τόλμησα, καλά δεν έκανα και επανάσταση, ένα βιβλίο έβγαλα, ικανοποιώντας μια ανάγκη επικοινωνίας και αναστοχασμού, μέσα και από κείμενα που χουν δημοσιευτεί σε αυτό το σάιτ. Κείμενα που ξαναδουλεύτηκαν, διορθώθηκαν, και τυπώθηκαν στο χαρτί, σε ένα βιβλίο. Σε αυτό το περίεργο πράγμα, που μόνο πράγμα δεν είναι, αλλά είναι μια ζωντανή ύπαρξη, που κοινωνεί και επικοινωνεί, και που πάρα την εξέλιξη της ιστορίας και της τεχνολογίας, ένα βιβλίο είναι ένα βιβλίο, με χαρτί, χρώματα, μυρωδιά, με την αισθητική του ομορφιά, ακόμη και με τις ατέλειές του ή και τα λάθη του.

Το βιβλίο είναι από μόνο μια «μορφή ζωής», ένα υπέροχο οργανωμένο σύστημα «γλωσσικών παιγνίων», μια ενεργής καθολική ουτοπία. Για αυτό το λόγο και μόνο που έβγαλα  ένα βιβλίο , γέννησα ένα παιδί, νιώθω υπέροχα και ευτυχής. Τώρα από εκεί και πέρα το πόσο μακριά θα πάει, το αν θα γοητεύσει ή γρήγορα θα ξεχαστεί, αν θα ζήσει ή θα χαθεί, είναι ένα ζήτημα που με αφορά σε ένα βαθμό- έργο μου είναι και αν είναι καλό ή κακό έργο, έχω την κύρια ευθύνη- αλλά άπτεται και ευρυτέρων ζητημάτων που με ξεπερνούν.

Φυσικά σε τελευταία ανάλυση αποφασίζουν οι αναγνώστες, αν και κατά πόσο άξιζε να εκτεθεί σε δημοσιότητα. Οι αναγνώστες του σήμερα, του αύριο, αλλά και του μέλλοντος. Ένα βιβλίο άλλωστε αξίζει, μόνο αν το δεις από την οπτική της αιωνιότητας, που θα έλεγε και ο Σπινόζα.Το τόλμησα και βρίσκεται στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων, στα Γιάννενα βρίσκεται σίγουρα στο πάντα φιλόξενο βιβλιοπωλείο του «Αναγνώστη», αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορείτε να το ζητήσετε από οποιοδήποτε άλλο βιβλιοπωλείο, αντίτυπα θα βρείτε και στους αυτοδιαχειριζόμενους κοινωνικούς χώρους.

Το θέμα του βιβλίου βρίσκεται στο στοχασμό και στον αναστοχασμό των ροών και των δυναμικών της χειραφέτησης. Χειραφέτηση οικονομική, πολιτική, κοινωνική, χειραφέτηση καθολικά ανθρώπινη. Χειραφέτηση από τα δεσμά που θέτει η εξουσία,  η πάσης φύσεως εξουσία, ακόμη και από την εξουσία που βάζουμε εμείς στον εαυτό μας και αυτοπεριοριζόμαστε. Γιατί το κάνουμε;; Μα γιατί φοβόμαστε να ζήσουμε ελεύθεροι, τόσο με την αρνητική έννοια του «από», όσο και από την θετική έννοια του «με».

Ροές και δυναμικές που δεν βρίσκονται στο κεφάλι μας, δεν γεννιούνται από την σκέψη μας, αλλά από την ίδια την πραγματικότητα που υφίστανται  με θετικό και αρνητικό τρόπο. Και που για να απελευθερωθούν είναι αναγκαία και δυνατή μια δράση -σωματική και διανοητική- των υποκειμένων, και στην συγκεκριμένη περίπτωση των ανθρώπινων υποκειμένων. Μιλάω για ανθρώπινα υποκείμενα και όχι για ταξικά, γιατί θεωρώ πως σε τελευταία ανάλυση το ταξικό, εγκλωβίζει δυναμικές, παρόλο που σε μια πρώτη ανάγνωση, μπορεί να τις απελευθερώνει ως δυνάμεις αντίστασης, μα όχι χειραφέτησης.

Στα πλαίσια αυτής της χειραφετικής δυναμικής που γεννιέται συναντάω το ζήτημα των ΑμεΑ ως ένα πολιτικό -με την πιο πλατιά νοηματοδότηση- ζήτημα. Ενώ στο τέλος του βιβλίου ανοίγω την συζήτηση για δυο κοινωνικές μάχες της προηγούμενης περιόδου που έγιναν  στα Γιάννενα και στην Ήπειρο, με πανελλήνια όμως  αναφορά. Την μάχη της ΔΩΔΩΝΗΣ και την μάχη του «ΞΕΝΙΑ», που κλείνει ήδη 10 χρόνια. Μια συζήτηση που ελπίζω να ανοίξει την διάθεση και για άλλες εκδόσεις, συζήτηση, έρευνα και αναστοχασμό.

Καλό διάβασμα, κριτική και γιατί όχι και πολεμική.

Δ. ΑΡΓΥΡΟΣ

Ακολουθεί το δελτίο τύπου των εκδόσεων.

ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΡΦΩΝ
ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΙΟΥ 30, ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Τηλ.: 210 3818840
syneditions@gmail.com • http://ekdoseisynadelfwn.wordpress.com

Δημήτρης Αργυρός
Οι δυναμικές της χειραφέτησης
Από το «δικαστήριο της ιστορίας»
στους «ελεύθερους συνεταιρισμένους παραγωγούς»

Σχήμα: 14Χ20,5 • Σελίδες: 272 • Τιμή: 12 ευρώ • ISBN 978-960-9797-43-6

Ο Δημήτρης Αργυρός με αυτή τη συλλογή κειμένων αναζητεί νέους δρόμους στην υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης και απελευθέρωσης με αφετηρία, όχι κάποιο «θεόπνευστο σχέδιο» που έχει εκπονήσει κάποια «φωτισμένη πρωτοπορία», αλλά την προσπάθεια αυτοχειραφέτησης των ανθρώπων μέσω της επιλογής να γίνουν ελεύθεροι συνεταιρσμένοι παραγωγοί.

Η βάση των κειμένων του βιβλίου είναι οι φιλοσοφικές, πολιτικές και κοινωνικές αναζητήσεις μου στον δικτυακό τόπο sufir3d (www.argiros.net). Αναζητήσεις και αναστοχασμοί που έχουν για καμβά τον αγώνα του ανθρώπου, του ελεύθερου ανθρώπου, να άρει τον κόσμο της αλλοτρίωσης, τον κόσμο της σκλαβιάς, τον κόσμο της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Τον αγώνα να διεκδικήσει το όνειρο, το όραμα, το πρόταγμα, το διακύβευμα μιας κοινωνίας, μιας ανθρωπότητας δίχως αποξένωση, σκλαβιά και καταπίεση.

Έναν κόσμο ελευθερίας, καθολικής ελευθερίας, για τον ίδιο και τους συνανθρώπους του, για την ίδια την ανθρωπότητα, τη φύση και την κοσμικότητα. Μια ουτοπία που γεννιέται ως άρνηση μέσα στα σπλάχνα αυτού του κόσμου της λησμονιάς. Ως κατάφαση και απόρροια της ελεύθερης επιλογής των ελεύθερων συνεταιρισμένων παραγωγών, που αρνούνται συνειδητά να συνεχίζουν να παίζουν στο δίπολο αφέντης-εργάτης, που αρνούνται και τους δύο πόλους της αντίφασης/αντίθεσης.

Δ. Α.


Ο Δημήτρης Αργυρός γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στα Γιάννενα. Εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου στην ηπειρώτικη γαλακτοβιομηχανία «ΔΩΔΩΝΗ». Μεταπτυχιακός φοιτητής φιλοσοφίας στο ΦΠΨ Ιωαννίνων. Ενεργός πολίτης μέσα από τα κοινωνικά κινήματα, μέλος του ΝΑΡ για την κομμουνιστική απελευθέρωση και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. ΑμεΑ, οργανωτικός γραμματέας του Σωματείου Αναπήρων Ιωαννίνων, πρώην αντιπρόεδρος του Σωματείου Εμποροϋπαλλήλων και Ιδιωτικών Υπαλλήλων του Νομού Ιωαννίνων, νυν εκπρόσωπος στο Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων.


Πηγή Sufir3d


Σημείωση ιστολογίου: καλοτάξιδη να είναι αυτή η απόπειρα σύνθεσης Χέγκελ, Λένιν και Νέγκρι από ένα συγγραφέα, η καρδιά του οποίου δεν έπαψε να φλέγεται από τον πόθο της παγκόσμιας χειραφετητικής υπόθεσης και του πανανθρώπινου δημοκρατικού σοσιαλισμού. -Κ.