Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Υπάρχει «καλή δραχμή»; Μικρή συμβολή στη δημόσια συζήτηση για την Ελλάδα


του Μισέλ Ισόν*


Η συνθηκολόγηση της κυβέρνησης Τσίπρα μπροστά στα τελεσίγραφα της τρόικας είναι μια επώδυνη ήττα για όλους τους οπαδούς μιας πολιτικής εναλλακτικής στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα που επικρατεί στην Ευρώπη. Μπορούμε να θυμίσουμε σύντομα και όχι με ιεραρχική σειρά της αιτίες αυτής της ήττας: υποτίμηση της βιαιότητας των «θεσμών», αυτού του μίγματος οικονομικού φανατισμού και πολιτικής βούλησης, που αποβλέπει στην καταπολέμηση κάθε εναλλακτικής πολιτικής· απουσία προετοιμασίας των υλικών όρων μιας ρηκτικής διαδικασίας, η οποία κυρίως περνά από τη μονομερή παύση των πληρωμών των τοκοχρεολυσίων του δημόσιου χρέους· μη διαμόρφωση ευνοϊκού συσχετισμού δύναμης στο ιδεολογικό πεδίο μέσα στην ίδια τη χώρα, που είναι απαραίτητος για μια τέτοια ρήξη· ανικανότητα αξιοποίησης της δυναμικής του «όχι» στο δημοψήφισμα, που, με μια λογική εθνικής ενότητας, οδήγησε στην υιοθέτηση μέτρων τα οποία η κυβέρνηση είχε ζητήσει από τους πολίτες να απορρίψουν· απουσία πολιτικής ανταπόκρισης από την πλευρά άλλων κυβερνήσεων και υποτονική στήριξη από την πλευρά του κοινωνικού κινήματος.


ΤΙΝΑ και από τους οπαδούς της εξόδου;

Το συμπέρασμα που συχνά συνάγεται από αυτή τη διαπίστωση, είναι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική που να μπορεί να εφαρμοστεί εντός της ευρωζώνης. Για τον Στάθη Κουβελάκη, «έχει γίνει φανερό ότι δεν είναι δυνατή η ρήξη με τις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές λιτότητας παραμένοντας στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια αυταπάτη που κοστίζει πολύ ακριβά. Η ιδέα του “καλού ευρώ” και της “παρακίνησης της Ευρώπης”, η επίμονη άρνηση ενός σχεδίου Β και ο εγκλεισμός σε μια εξαντλητική διαδικασία διαπραγμάτευσης οδήγησαν στην πιο μεγάλη καταστροφή για την ευρωπαϊκή αριστερά που στοχεύει στον κοινωνικό μετασχηματισμό από την εποχή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ.»

Ο Ζακ Σαπίρ καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: «Στην πραγματικότητα, δεν είναι δυνατή οποιαδήποτε αλλαγή της ΕΕ εκ των έσω. Η “ριζοσπαστική αριστερά” οφείλει να θέσει ως πρώτο στόχο τη ρήξη, τουλάχιστο με τους θεσμούς που το περιεχόμενό τους είναι νεοαποικιακό, δηλαδή τους θεσμούς της ευρωζώνης, και οφείλει να σκεφτεί ποιες συμμαχίες μπορεί να συνάψει με βάση αυτό το στόχο. Η ώρα της επιλογής έχει φτάσει γι’ αυτήν: ή θα προχωρήσει στη ρήξη ή θα καταδικαστεί στην εξαφάνιση».

Είναι πιθανό να μην απομένει σήμερα άλλη επιλογή από την έξοδο από την ευρωζώνη. Αυτό μπορεί να το συζητήσουμε. Όμως αυτό δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να συναγάγουμε από εδώ ένα νέο στρατηγικό προσανατολισμό για την Ευρώπη στο σύνολό της. Αυτή η διλημματική τοποθέτηση του ζητήματος –ή κάποια μορφή συνθηκολόγησης ή έξοδος  από την ευρωζώνη– είναι μια αφυδατωμένη σύλληψη του προβλήματος, που εξαφανίζει όλα τα ενδιάμεσα στοιχεία οικοδόμησης του συσχετισμού δύναμης.


Μόνη εναλλακτική το Grexit;

Υπό το φως της ελληνικής εμπειρίας πολλοί σήμερα συντάσσονται με την έξοδο από την ευρωζώνη σαν τη μόνη εναλλακτική οδό. Αυτό όμως, για μια ακόμη φορά, καταλήγει στη σύγχυση δύο πεδίων δημόσιας συζήτησης: το ένα αφορά την Ελλάδα σήμερα, το άλλο είναι πιο γενικό και αφορά τη στρατηγική ρήξης στην Ευρώπη.

Θα ήθελα να θυμίσω μια κριτική που έχω δεχθεί στη θέση μου αυτή: «Ενδιαφέρουσα άποψη, αλλά γιατί πάντοτε τοποθετείστε κατά της εξόδου από την ευρωζώνη; Φαίνεται σαν να χρειάζεστε πάρα πολύ χρόνο, για να κατανοήσετε ότι το ευρώ και τα προγράμματα προσαρμογής που επιβάλλονται στην Ελλάδα πάνε μαζί. Η άποψή σας δεν έχει συνοχή». Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήμουν «κατά της εξόδου από την ευρωζώνη». Παραθέτω προς απόδειξη ένα απόσπασμα άρθρου μου, που δημοσιεύτηκε ήδη το 2011: «Η έξοδος από την ευρωζώνη δεν είναι πια μέσα σ’ αυτό το σχήμα ένα προαπαιτούμενο. Αντίθετα, είναι ένα όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έσχατη καταφυγή. Η ρήξη θα έπρεπε μάλλον να γίνει σε δύο σημεία, που θα μπορούσαν να παράσχουν πραγματικά περιθώρια χειρισμού: εθνικοποίηση τραπεζών και ακύρωση του χρέους».


Κεντρικό ζήτημα το χρέος

Το ζήτημα – κλειδί για την Ελλάδα είναι ο μη διαχειρίσιμος χαρακτήρας του χρέους. Τα μέτρα που χρειάζονται πρώτα απ’ όλα για να αντιμετωπιστεί, είναι ένα μονομερές μορατόριουμ πληρωμών και κατόπιν μια ολική ή μερική διαγραφή του χρέους. Αλλά αυτά τα μέτρα δεν απαιτούν έξοδο από την ευρωζώνη. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω πώς μπορεί να υπάρξει λογική σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο τύπους μέτρων.

Ας υποθέσουμε ότι η Ελλάδα βγαίνει από την ευρωζώνη. Πρώτη εκδοχή: εξακολουθεί να καταβάλλει τις δόσεις χρέους. Δεν είναι λογικό θα πει κάποιος, αλλά πολλοί συνήγοροι της εξόδου από την ευρωζώνη παραδόξως δεν αποκλείουν ρητά αυτή την εκδοχή. Αν το χρέος έπρεπε να αποπληρωθεί σε ευρώ, το πραγματικό βάρος του (σε δραχμές) θα μεγάλωνε εξαιτίας της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος. Αν αποπληρωνόταν σε δραχμές, αυτό θα σήμαινε μερική διαγραφή του, κατά 20%, εάν, για παράδειγμα, η δραχμή υποτιμηθεί κατά 20%. Όμως αυτή η εκδοχή νομικά αποκλείεται.

Οπωσδήποτε, οι πιστωτές δεν θα αποδέχονταν αυτή την εξέλιξη, χωρίς να αντιδράσουν επιβάλλοντας αντίποινα με τη μέθοδο των κερδοσκοπικών επιθέσεων κατά του νέου νομίσματος. Αυτή η ίδια παρατήρηση ισχύει και στη δεύτερη περίπτωση, όταν η έξοδος από την ευρωζώνη συνοδεύεται –λογικά– με διαγραφή του χρέους ολική ή μερική. Όπως επισημαίνει ο Γιάννης Μηλιός, είναι εύκολο να φανταστείς «μια κατάσταση όπου η Ελλάδα, με το που θα βγει από την ευρωζώνη, δεν θα μπορεί να βρει τα αναγκαία αποθεματικά, ώστε να στηρίξει τη συναλλαγματική αξία του νέου νομίσματος και θα χρειαζόταν να δανειστεί από χώρες της ευρωζώνης ή εκτός αυτής. Όμως, κάθε δάνειο στη σημερινή φάση του καπιταλισμού οδηγεί σε πρόγραμμα λιτότητας. Πώς, λοιπόν, θα χρηματοδοτηθεί η χώρα, για να στηρίξει τη συναλλαγματική αξία του νέου νομίσματος;»


Το ζήτημα του εξωτερικού ισοζυγίου

Οι πιστωτές, συνεπώς, θα είναι πάντοτε παρόντες και το πέρασμα στη δραχμή θα τους έδινε ένα βαρύ όπλο. Το όπλο αυτό θα έχανε την αποτελεσματικότητά του μόνο αν οι εξωτερικές συναλλαγές της Ελλάδας είχαν ισοσκελισμένο ισοζύγιο. Εδώ έρχεται το δεύτερο επιχείρημα υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη: χάρη στην υποτίμηση του νέου νομίσματος οι εξαγωγές θα αυξάνονταν απότομα και το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών να ισορροπούσε.

Ωστόσο, σ’ αυτό το σενάριο ξεχνάμε δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας: κάθε επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας θα μεταφραζόταν σε αύξηση των εισαγωγών κυρίως ειδών διατροφής, φαρμάκων και πετρελαίου (που οι τιμές του θα επιβαρύνονταν λόγω της υποτίμησης). Μπορεί και πρέπει προφανώς να υιοθετηθεί βιομηχανική και αγροτική πολιτική που ελαχιστοποιεί αυτή την εξάρτηση, αλλά τα αποτελέσματά της δεν θα είναι άμεσα ορατά.


Οι ταξικοί συσχετισμοί δεν αλλάζουν με το νόμισμα

Το άλλο πράγμα που ξεχνάμε είναι ότι προτεραιότητα των καπιταλιστών είναι η ανόρθωση των κερδών τους. Η πρόσφατη πείρα δείχνει ότι η πτώση των μισθών στην Ελλάδα δεν μεταφράστηκε σε πτώση των τιμών, αλλά σε διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους στα εξαγόμενα εμπορεύματα, σε τέτοιο σημείο που η Κομισιόν αναρωτήθηκε για το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό: μετατρέποντας το θέμα του νομίσματος στο άλφα και το ωμέγα του ελληνικού ζητήματος, ξεχνάμε ολοκληρωτικά τους ταξικούς συσχετισμούς εντός της ελληνικής κοινωνίας. Η έξοδος από την ευρωζώνη από μόνη της δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη δομή της ολιγαρχίας.

Ένα πλεονέκτημα της εξόδου θα ήταν η δυνατότητα χρηματοδότησης του δημοσιονομικού ελλείμματος από την κεντρική τράπεζα, δηλαδή ανεξάρτητα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση η έξοδος από την ευρωζώνη δεν αποτελεί προαπαιτούμενο όρο για την αναζήτηση άλλων τρόπων χρηματοδότησης. Η εθνικοποίηση των τραπεζών θα μπορούσε να είναι ένας άλλος πιθανός δίαυλος χρηματοδότησης, ή ακόμα η ανάκτηση του δημόσιου ελέγχου επί της κεντρικής τράπεζας. Θα ήταν μια άλλη μορφή ρήξης, που δεν έχει να κάνει με την επίκληση ενός «καλού ευρώ».


Ο κίνδυνος μιας ακόμη ευκολίας

Οι οπαδοί της εξόδου από την ευρωζώνη κατάφεραν να περιορίσουν τη συζήτηση στα στενά πλαίσια αυτής της διλημματικής επιλογής: ένα ειδυλλιακό «καλό ευρώ» ή έξοδος από την ευρωζώνη; Ο απολογισμός από την ελληνική εμπειρία οδηγεί στον περιορισμό της συζήτησης για στρατηγικής σημασίας ζητήματα σ’ αυτό το διλημματικό ερώτημα. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά πρόκειται για μια ευκολία.

Στη δραματική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα, δεν υπάρχει ήρεμη διέξοδος. Η έξοδος από την ευρωζώνη για την Ελλάδα σήμερα θα μπορούσε να έχει μικρότερο κόστος από την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου, που είναι τρομερότερο από τα προηγούμενα. Δεν θα είναι, όμως, ανθόσπαρτος δρόμος, κι αυτό πρέπει να το πούμε εντίμως. Υπάρχει ο κίνδυνος να τη θεωρήσουμε σαν λύση για όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, είτε πρόκειται για τις παραγωγικές δομές είτε για την εξουσία της ολιγαρχίας.

Η έξοδος από την ευρωζώνη παρουσιάζεται πάντοτε σαν ένα είδος μαγικού ραβδιού, που επιτρέπει να αποφύγουμε την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, καθώς και τις εσωτερικές αντιθέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Λες και η έξοδος αυτή θα ισοδυναμούσε με έξοδο από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πλούσιοι της Ελλάδας δεν θα έπαυαν να φοροδιαφεύγουν επειδή θα έβγαινε η χώρα από το ευρώ. Ούτε οι έλληνες εφοπλιστές θα αποδέχονταν να χρηματοδοτήσουν με τους φόρους τους το συνταξιοδοτικό σύστημα.


Οι ταξικές σχέσεις δεν μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα

Αυτή η προσήλωση στο ζήτημα του νομίσματος είναι επικίνδυνη, στο βαθμό που θέτει σε δεύτερη μοίρα μια σειρά από ζητήματα που σχετίζονται με τις ταξικές σχέσεις, οι οποίες ισχύουν πάνω από σύνορα. Η Ελλάδα δεν είναι ένα «προλεταριακό κράτος» υπό το ζυγό του ευρώ, είναι ένας κοινωνικός σχηματισμός που δομείται γύρω από τις ταξικές σχέσεις. Το σύνολο των κεφαλαίων που διέφυγαν τα τελευταία δέκα χρόνια είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με το σύνολο του ελληνικού χρέους. Αυτό δεν έχει να κάνει με το ευρώ και την επιστροφή στη δραχμή. Τίποτε δεν θα άλλαζε με τη μια ή την άλλη επιλογή. Αντίθετα, θα επέτρεπε στα διαφυγόντα κεφάλαια να επιστρέψουν κατά ένα μέρος, για να πραγματώσουν την υπεραξία που θα αποκτούσαν σε περίπτωση υποτίμησης του νέου νομίσματος.

Οι οπαδοί της εξόδου από την ευρωζώνη θα ανταπαντούσαν ότι θα είχαμε άλλα πλεονεκτήματα, όπως η δυνατότητα μιας φορολογικής μεταρρύθμισης. Όμως αυτά τα στοιχεία τού προγράμματος πέρασαν σε δεύτερη μοίρα και είναι εξάλλου δύσκολο να αποδειχθεί ότι η έξοδος από την ευρωζώνη θα διευκόλυνε την εφαρμογή τους. Αντί να προσάπτουμε στον Τσίπρα ότι δεν προετοίμασε ένα σχέδιο Β, όπως η έξοδος από την ευρωζώνη, θα έπρεπε να τον κατηγορούμε γιατί δεν επέβαλε έλεγχο κεφαλαίων από την πρώτη μέρα, πράγμα που απέκλεισε για να διαβεβαιώσει τους θεσμούς για την καλή θέλησή του.


Η πραγματικότητα και η αξιωματική λογική

Η επιχειρηματολογία υπέρ της εξόδου από την ευρωζώνη στηρίζεται τελικά σε ένα αξίωμα που διατυπώθηκε κατά βάση από τον Ζακ Σαπίρ πρόσφατα: «Τα ζητήματα του νομίσματος και της παύσης πληρωμών είναι στενά συνδεδεμένα». Ο Σαπίρ συντάσσει τον κατάλογο των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη: 1ο το ζήτημα των αποθεματικών της κεντρικής τράπεζας, 2ο το ζήτημα της ρευστότητας, 3ο το ζήτημα του χρέους, 4ο το ζήτημα των εμπορικών τραπεζών. Υπογραμμίζει δε ότι είναι «πολύ σημαντικό η ελληνική κυβέρνηση να αναγγείλει την παύση πληρωμών την ίδια στιγμή που θα πάψει το ευρώ να είναι το νόμιμο νόμισμα στο ελληνικό έδαφος».

Αυτή η ταυτόχρονη απόφαση εγκατάλειψης του ευρώ και παύσης πληρωμών είναι αμφισβητήσιμη. Ο συλλογισμός λογικά θα έπρεπε να έχει διαφορετική ακολουθία: πρώτα η στάση πληρωμών, γιατί είναι αναγκαίος όρος για τον αναπροσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας, κατόπιν τα συνοδευτικά μέτρα αυτής της πράξης, δηλαδή η εθνικοποίηση των τραπεζών, ο έλεγχος της κεντρικής τράπεζας, ο έλεγχος κεφαλαίων, η πιθανή έκδοση παράλληλου νομίσματος. Είναι ένα πρόγραμμα με συνοχή, που συνεπάγεται θεμελιώδεις ρήξεις με τους ευρωπαϊκούς κανόνες του παιχνιδιού, αλλά δεν προϋποθέτει έξοδο από την ευρωζώνη.


Η αναγκαιότητα της εξόδου οφείλει να αποδειχθεί

Η έξοδος από την ευρωζώνη δεν συνιστά από μόνη της πρόγραμμα. Δεν είναι παρά ένα εργαλείο που ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί. Η αναγκαιότητά του πρέπει να αποδειχθεί, δεν αρκεί η γοητεία του. Η φετιχοποίηση του νομίσματος προκαλεί αστάθεια στη διαδικασία συγκρότησης ενός τέτοιου προγράμματος, διαμορφώνει αυταπάτες περί «καλής δραχμής», που αξίζουν όσο και οι φαντασιώσεις περί «καλού ευρώ» και υποβιβάζει τα κοινωνικά προβλήματα σε μια εθνικο-νομισματική λογική.

Ο Γιάννης Μηλιός, πρώην υπεύθυνος του ΣΥΡΙΖΑ για τα οικονομικά ζητήματα, το εξηγεί πολύ καλά: «Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να πάψει το κοινωνικό κίνημα που αντιτίθεται στο νεοφιλελευθερισμό και τον καπιταλισμό, επειδή η Ελλάδα έχει το ευρώ για νόμισμα. Όμως, οφείλουμε να ξεκινήσουμε από αυτό το κίνημα και όχι το αντίθετο. Είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι το ζήτημα της εξόδου από την ευρωζώνη είναι δευτερεύον. Από μια άποψη, που δεν είναι θεωρητική αλλά πολιτική (γιατί σχετίζεται με τη μεταβολή του συσχετισμού πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων), θεωρώ το ευρώ ως ψευδοπρόβλημα. Δεν μετέχω στις συζητήσεις περί νομίσματος, γιατί παραμερίζουν το κύριο ζήτημα, το οποίο είναι η ανατροπή τής μακροπρόθεσμης στρατηγικής των ελλήνων και ευρωπαίων καπιταλιστών που ευνοεί τη λιτότητα».


*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο alencontre.org στις 27 Ιουλίου 2015.


Πηγή Εποχή


Υπάρχει «καλό ευρώ»;



του Ηλία Ιωακείμογλου


Εάν υπάρχει «καλή δραχμή», αναρωτιέται ο Μισέλ Iσόν, γνωστός Γάλλος οικονομολόγος της 4ης Διεθνούς, σε άρθρο του θέλοντας να συμβάλει στη δημόσια συζήτηση που υποτίθεται ότι διεξάγεται στην Ελλάδα γύρω από το δίλημμα ευρώ έναντι δραχμής. Το άρθρο του αναλώνεται σε μια προσπάθεια να καταδείξει ότι δεν υπάρχει «καλή δραχμή», αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που θα υπάρξουν στη διάρκεια μιας ενδεχόμενης μετάβασης από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα. Καμία έκπληξη λοιπόν που δημοσιεύθηκε στην «Εποχή», σε μια εφημερίδα που έχει προσχωρήσει στο στρατόπεδο του μεταλλαγμένου, μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ.

Με δε­δο­μέ­νη τώρα την απή­χη­ση που είχε το άρθρο του Μισέλ Ισόν ακόμη και σε κύ­κλους που στέ­κο­νται κρι­τι­κά ένα­ντι του μνη­μο­νια­κού ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ (μετά και από την ανα­δη­μο­σί­ευ­ση του άρ­θρου στο rednotebook), αξί­ζει να συ­νε­χί­σου­με τη δου­λειά που ξε­κί­νη­σε ο Γάλ­λος οι­κο­νο­μο­λό­γος από εκεί που την άφησε, θέ­το­ντας δη­λα­δή εμείς το ερώ­τη­μα εάν υπάρ­χει «καλό ευρώ». Γιατί όποιος ρω­τά­ει μόνο εάν υπάρ­χει «καλή δραχ­μή», αφή­νει τη δου­λειά μι­σο­τε­λειω­μέ­νη.


Με το ευρώ, εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση για πάντα

Το ευρώ, λοι­πόν, είναι εκ φύσεως «κακό», διότι επιβάλλει σε κάθε οι­κο­νο­μία της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης να αντι­με­τω­πίζει τις μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κές της ανι­σορ­ρο­πίες με τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης, δη­λα­δή με τρόπο που στρέφεται ευθέως κατά των ερ­γα­ζόμενων τάξεων και των συν­δι­κα­λι­στι­κών τους ορ­γα­νώσεων. Το ευρώ επιβάλλει τη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης ανεξάρτητα από τους θε­σμούς που ορί­ζουν τον τρόπο λει­τουρ­γί­ας της Ευ­ρω­ζώ­νης, της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας και των άλλων βαθ­μί­δων της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης. Είναι η θε­σμο­θε­τη­μένη μορφή της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης - και όλοι μας πλέον γνω­ρί­ζου­με τι ση­μαί­νει εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση. Επο­μέ­νως, δεν είναι μια πο­λι­τι­κή (και μόνο κα­τα­χρη­στι­κά την απο­κα­λού­με έτσι), διότι στην έν­νοια της πο­λι­τι­κής εμπε­ριέ­χε­ται η έν­νοια της επι­λο­γής. Στην πε­ρί­πτω­ση, όμως, της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, από τη στιγ­μή που υιο­θε­τείς το ευρώ, δεν υπάρ­χει επι­λο­γή, πρό­κει­ται για δια­δι­κα­σία προ­σαρ­μο­γής που ακο­λου­θεί ανα­γκα­στι­κά κάθε χώρα της Ευ­ρω­ζώ­νης όταν πρέ­πει να μειω­θούν οι τιμές της ένα­ντι των αντα­γω­νι­στών της, για λει­τουρ­γία χτι­σμέ­νη μέσα στην δομή του οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος, ανα­γκα­στι­κή και υπο­χρε­ω­τι­κή - και αυτό που της προσ­δί­δει αυτόν τον ανα­γκα­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα είναι η υιο­θέ­τη­ση του ευρώ ως εθνι­κού νο­μί­σμα­τος. Δεν χρειά­ζε­ται, δη­λα­δή, να υπάρ­ξει πο­λι­τι­κή από­φα­ση, επί­ση­μη ανα­κοί­νω­ση και εναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα της δια­δι­κα­σί­ας ώστε να εκ­κι­νή­σει η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση - θα ξε­κι­νή­σει μόνη της, έχει αυ­τό­μα­το πι­λό­το που εγκα­τα­στά­θη­κε εδώ με την υιο­θέ­τη­ση του ευρώ. Ούτε μπο­ρεί κά­ποιος να απαλ­λα­γεί από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή απαλ­λά­χθη­κε από τα μνη­μό­νια (που βε­βαί­ως ενι­σχύ­ουν και διευ­ρύ­νουν τα απο­τε­λέ­σμα­τά της). Η Ισπα­νία και η Ιτα­λία δεν υπά­χθη­καν σε μνη­μό­νιο, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης ξε­κί­νη­σε εκεί και ανα­πτύ­χθη­κε πλή­ρως. Ούτε απαλ­λάσ­σε­ται μια χώρα από την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση επει­δή μεί­ω­σε το εξω­τε­ρι­κό χρέος της.

Για να γίνει κα­τα­νοη­τό, όμως, για ποιο λόγο ισχύ­ουν αυτά, πρέ­πει να κά­νου­με έναν μικρό απο­λο­γι­σμό των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων.


Μι­κρός απο­λο­γι­σμός των εσω­τε­ρι­κών υπο­τι­μή­σε­ων

Ας ξε­κι­νή­σου­με με την αφή­γη­ση της δια­δι­κα­σί­ας της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης από τους ίδιους τους κα­θε­στω­τι­κούς οι­κο­νο­μο­λό­γους στην ιδε­α­τή, στην κα­θα­ρή μορφή της, στην «αγνό­τη­τα» που εμ­φα­νί­ζει στο εσω­τε­ρι­κό της δικής τους θε­ω­ρί­ας. και ας δούμε μετά τι πραγ­μα­τι­κά έχει απο­δώ­σει αυτή η εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση.

Το κα­θε­στω­τι­κό δι­ή­γη­μα της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πάει ως εξής:

Μέρος πρώτο: Στην οι­κο­νο­μία επι­βάλ­λε­ται ένα αρ­νη­τι­κό σοκ, μια μεγάλη εκού­σια ή ακού­σια μείωση της ζήτησης, που οδη­γεί αμέ­σως σε μείωση της πα­ρα­γω­γής και της απα­σχό­λη­σης, και συ­να­κό­λου­θα σε άνοδο της ανερ­γίας - η οι­κο­νο­μία λοι­πόν εισέρχε­ται σε περίοδο ύφεσης. Καθώς δεν υπάρχει εθνι­κό νόμισμα να υπο­τι­μη­θεί για να μειώ­σει τις εγ­χώ­ριες τιμές και να αυξήσει έτσι την αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα και τη μειω­μέ­νη ζήτηση,[1] ανοίγεται ανα­γκα­στι­κά ο δρόμος σε έναν άλλον τρόπο προ­σαρ­μο­γής της οι­κο­νο­μίας, αυτόν που ονο­μά­ζε­ται «εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση» (και πε­ρι­γρά­φε­ται αμέ­σως πα­ρα­κά­τω ως δεύ­τε­ρο και τρίτο μέρος της κα­θε­στω­τι­κής αφή­γη­σης).

Μέρος δεύ­τε­ρο: Στο νέο, μειω­μένο επίπεδο πα­ρα­γω­γής και αυ­ξη­μένης ανερ­γίας, τα συν­δι­κάτα και οι ερ­γα­ζόμενοι θα απολέσουν ένα μέρος από τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή τους δύναμη, με αποτέλεσμα οι μι­σθοί τους να μειω­θούν. Θα πρέ­πει δε να κα­τα­νο­ή­σουν ότι επι­βάλ­λε­ται να απο­δε­χθούν τις τόσο γνω­στές σε εμάς διαρ­θρω­τι­κές αλ­λα­γές στην αγορά ερ­γα­σί­ας για να βοη­θή­σουν τη χώρα - και όταν δεν το κα­τα­νο­ούν, οι δυ­σμε­νείς αλ­λα­γές θα πρέ­πει να τους επι­βλη­θούν από την πο­λι­τι­κή ηγε­σία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο όνομα του γε­νι­κού συμ­φέ­ρο­ντος (όπως το κα­τα­νο­εί η κυ­ρί­αρ­χη τάξη των κε­φα­λαιο­κρα­τών και των οι­κο­νο­μο­λό­γων που τους υπη­ρε­τούν).

Μέρος τρίτο: Η μείωση του κόστους ερ­γα­σίας που θα προ­κύ­ψει έτσι, υπο­τί­θε­ται ότι θα οδηγήσει σε μείωση των εγ­χω­ρί­ων τιμών, επομένως και σε βελτίωση της αντα­γω­νι­στι­κότητας τιμής. Εάν π.χ. το κό­στος ερ­γα­σί­ας ανά μο­νά­δα προ­ϊ­ό­ντος μειω­θεί κατά 20%, πε­ρί­που όσο και στην Ελ­λά­δα, οι τιμές θα μπο­ρού­σαν να μειω­θούν έως και 20% χωρίς να θι­γούν τα πε­ρι­θώ­ρια κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων. Ιδού, λοι­πόν, που υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση (μεί­ω­ση των εγ­χω­ρί­ων τιμών) χωρίς εθνι­κό νό­μι­σμα, χωρίς νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση.

Αυτά δι­η­γεί­ται η κα­θε­στω­τι­κή θε­ω­ρία. Αυτά που αφη­γεί­ται στο πρώτο και το δεύ­τε­ρο μέρος της, δη­λα­δή η ύφεση, η άνο­δος της ανερ­γί­ας, η μεί­ω­ση των μι­σθών και η κα­τα­στρο­φή των θε­σμών της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας που προ­στα­τεύ­ουν τους ερ­γα­ζό­με­νους, βε­βαί­ως και έχουν επα­λη­θευ­θεί πλή­ρως - όχι μόνο στην Ελ­λά­δα. Το τρίτο μέρος της θε­ω­ρί­ας τους, όμως, ότι θα μειω­θούν οι τιμές, και χάρη σε αυτό θα αυ­ξη­θούν η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα, οι εξα­γω­γές, το ΑΕΠ και η απα­σχό­λη­ση, δεν το εί­δα­με,[2] ούτε στην Ελ­λά­δα και την Πορ­το­γα­λία που ήταν σε μνη­μό­νιο,[3] ούτε στην Ισπα­νία και την Ιτα­λία που δεν ήταν σε μνη­μό­νιο, είτε σε άλλες χώρες που είχαν πιο σύ­ντο­μα είτε λι­γό­τε­ρο σφο­δρά επει­σό­δια εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης (π.χ. Γαλ­λία, Γερ­μα­νία στα χρό­νια της agenda 2010).[4] Το μέσο πε­ρι­θώ­ριο κέρ­δους των επι­χει­ρή­σε­ων είτε έμει­νε άθι­κτο είτε αυ­ξή­θη­κε (με­ρι­κές φορές θε­α­μα­τι­κά) με αντί­στοι­χη μείωση του μέσου μι­σθού συ­νο­δευό­με­νη από ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών των εξα­γω­γών (που είναι και το τε­λι­κό ζη­τού­με­νο μιας υπο­τί­μη­σης). Πα­ντού η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης απο­δυ­νά­μω­σε τα ερ­γα­τι­κά σω­μα­τεία και τους θε­σμούς που απο­κρυ­στάλ­λω­ναν τις πα­λιές κα­τα­κτή­σεις τους, πα­ντού ο συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων με­τα­τρά­πη­κε δρα­μα­τι­κά υπέρ του κε­φα­λαί­ου χάρη στη δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης και στο όνομα του ευρώ.[5] Πα­ντού οι ορια­κές μόνο μειώ­σεις των τιμών δεν οφεί­λο­νταν σε κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία, σε ελ­λι­πή εφαρ­μο­γή των προ­γραμ­μά­των προ­σαρ­μο­γής ή σε κά­ποια αμέ­λεια των κυ­βερ­νή­σε­ων, αλλά οφεί­λο­νταν σε δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής,[6] χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά αμε­τά­βλη­τα, που ισχύ­ουν δη­λα­δή για όλες τις χώρες του ανα­πτυγ­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού σε όλες τις επο­χές και συ­γκυ­ρί­ες.

Στην πα­ρα­πά­νω πε­ρι­γρα­φή της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης, είτε όπως αυτή εμ­φα­νί­ζε­ται στην κα­θε­στω­τι­κή αφή­γη­σή της, είτε όπως υπάρ­χει πραγ­μα­τι­κά, δεν πα­ρεμ­βάλλε­ται που­θε­νά ο χα­ρα­κτήρας της Ευ­ρω­παϊκής Κε­ντρι­κής Τράπεζας, ούτε κάποιου άλλου θε­σμού της νο­μι­σμα­τι­κής ένωσης, δεν γί­νε­ται καμιά ανα­φο­ρά σε άλλα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της Ευ­ρω­ζώ­νης: Απλά και μόνον η ύπαρξη κοι­νού νομίσμα­τος, του ευρώ, απο­τε­λεί την ανα­γκαία και ικανή συνθήκη της εσω­τε­ρι­κής υποτίμησης. Το ευρώ είναι η ικανή και ανα­γκαία συν­θή­κη για την ύπαρ­ξη ενός πα­νί­σχυ­ρου μη­χα­νι­σμού εκτό­νω­σης της πίεσης του διε­θνούς αντα­γω­νι­σμού πάνω στην αγορά ερ­γα­σίας, είναι η μη­χα­νή που με­τα­τρέπει συ­νε­χώς το συ­σχε­τι­σμό δυνάμεων σε βάρος των ορ­γα­νω­μένων δυνάμεων των ερ­γα­ζο­μένων. Το ευρώ μόνο του, χωρίς να χρειά­ζε­ται κα­νέ­ναν άλλο θεσμό ή χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Ευ­ρω­ζώ­νης, υπο­χρε­ώ­νει κάθε ερ­γα­τι­κή τάξη να πε­ρά­σει μέσα από τις μυ­λό­πε­τρες της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης. Η εσω­τε­ρι­κή υποτίμηση υπάρ­χει επει­δή είναι εν­σω­μα­τω­μένη στην ύπαρξη του ευρώ.[7] Δεν υπάρ­χει, ούτε μπο­ρεί να υπάρ­ξει «καλό ευρώ».

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
[1] Για τον τρόπο που λει­τουρ­γεί η οι­κο­νο­μία όταν υπάρ­χει υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, βλ. στο άρθρο “Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις” στο http://​rproject.​gr/​article/​i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis

[2]  Artus P. “What is to be done in the euro zone since internal devaluations do not work?”, 7 Μαρ­τί­ου 2013, Natixis, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=68885

[3] Οι εξε­λί­ξεις στην Ιρ­λαν­δία δεν είχαν τον ίδιο έντο­νο χα­ρα­κτή­ρα καθώς η χώρα αυτή δια­τη­ρεί προ­νο­μια­κές εμπο­ρι­κές και πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις με τις ΗΠΑ, όπου το ΑΕΠ αυ­ξή­θη­κε μετά την οξεία φάση της χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης (2008-2009) και προ­κά­λε­σε με­γέ­θυν­ση των ιρ­λαν­δι­κών εξα­γω­γών. Η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης δεν μεί­ω­σε τις τιμές των εξα­γω­γών πα­ρό­τι μεί­ω­σε τις εγ­χώ­ριες τιμές για εσω­τε­ρι­κή κα­τα­νά­λω­ση.

[4] Χρειά­στη­κε μια κρίση βα­θύ­τε­ρη και με­γα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας από την με­γά­λη κρίση της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 στις ΗΠΑ για να μειω­θούν οι εγ­χώ­ριες τιμές στην Ελ­λά­δα κατά 4% (με­τα­ξύ πρώ­του τρι­μή­νου 2010 και πρώ­του τρι­μή­νου 2015). Βλ. ανα­λυ­τι­κά στις ετή­σιες εκ­θέ­σεις του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία και την απα­σχό­λη­ση. Για την Πορ­το­γα­λία και την Ισπα­νία βλ. στο Gonzalez & Gutierrez (2014) “Internal devaluation in the European periphery: the story of a failure”, UCLM, http://​dialnet.​unirioja.​es/​servlet/​articulo?​codigo=4830673&​orden=1&​info=...​. Για άλλες χώρες βλ. στο Artus P., “Prices are sticky in virtually all countries, which means nominal adjustments and"internal devaluations" are doomed to fail”, 7 Νο­εμ­βρί­ου  2012, http://​cib.​natixis.​com/​flushdoc.​aspx?​id=66833

[5] Φυ­σι­κά και ο συ­νο­λι­κός συ­σχε­τι­σμός δυ­νά­με­ων δεν με­τα­τρά­πη­κε απο­κλει­στι­κά χάρη σε αυτά, φυ­σι­κά και υπήρ­ξαν και άλλες πα­ράλ­λη­λες επι­θέ­σεις ενα­ντί­ον των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας, αλλά η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης πα­ντού ήταν η κύρια συ­νι­στώ­σα της επί­θε­σης.

[6] Στη διάρ­κεια των κρί­σε­ων του κα­πι­τα­λι­σμού, επι­τε­λεί­ται μια «φυ­σι­κή επι­λο­γή» των αν­θε­κτι­κό­τε­ρων κε­φα­λαί­ων και μια κα­τα­στρο­φή των λι­γό­τε­ρο απο­δο­τι­κών κε­φα­λαί­ων. Η συ­νο­λι­κή ζή­τη­ση πε­ριο­ρί­ζε­ται εξαι­ρε­τι­κά, αλλά όχι τόσο για κάθε επι­χεί­ρη­ση ξε­χω­ρι­στά, αφού οι ισχυ­ρό­τε­ρες επι­χει­ρή­σεις που επι­ζούν ιδιο­ποιού­νται την ζή­τη­ση των αντα­γω­νι­στών τους που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση. Κάθε ξε­χω­ρι­στή επι­χεί­ρη­ση που επέ­ζη­σε, μπο­ρεί κα­νι­βα­λί­ζο­ντας τους αντα­γω­νι­στές της, να υπε­ρα­σπί­ζε­ται αρ­κε­τά απο­τε­λε­σμα­τι­κά το ύψος των τιμών της. Μια ανά­λο­γη δια­δι­κα­σία κα­τα­στρο­φής δεν πα­ρα­τη­ρεί­ται στην αγορά ερ­γα­σί­ας, όπου οι άνερ­γοι δεν εξα­φα­νί­ζο­νται όπως εξα­φα­νί­ζε­ται το απα­ξιω­μέ­νο κε­φά­λαιο των επι­χει­ρή­σε­ων που υπέ­κυ­ψαν στην κρίση, αλλά πα­ρα­μέ­νουν στην αγορά ερ­γα­σί­ας για πολύ καιρό και ασκούν πτω­τι­κή πίεση επί των μι­σθών. Αυτά δεν απο­τε­λούν κά­ποια εθνι­κή ιδιο­μορ­φία της μιας ή της άλλης χώρας, αλλά δο­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής.

[7] Ας προ­σθέ­σου­με σε αυτά και ότι καθώς οι τιμές δεν μειώ­νο­νται ου­σια­στι­κά με την εσω­τε­ρι­κή υπο­τί­μη­ση, αυτή δεν υπο­κα­θι­στά τη βα­σι­κή λει­τουρ­γία της υπο­τί­μη­σης ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος η οποία κα­θι­στά αμέ­σως φθη­νό­τε­ρα τα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα. Με το ευρώ, τα ελ­λείμ­μα­τα στο εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο αγα­θών και υπη­ρε­σιών δεν κλεί­νουν μέσω αλ­λα­γών στις τιμές αλλά με μεί­ω­ση της ζή­τη­σης, δη­λα­δή με ύφεση (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές πε­ρι­πτώ­σεις της Ελ­λά­δας, της Ισπα­νί­ας και της Πορ­το­γα­λί­ας στη διάρ­κεια της τρέ­χου­σας κρί­σης). Έτσι, σε κα­θε­στώς ευρώ, η ύφεση και η βρα­δεία ανά­πτυ­ξη είναι προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να υπάρ­χει ισο­σκε­λι­σμέ­νο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συ­ναλ­λα­γών. Αυτό μπο­ρεί να ανα­τρα­πεί με με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα (βελ­τί­ω­ση ποιό­τη­τας, πα­ρα­γω­γή νέων προ­ϊ­ό­ντων κ.λπ.). Οι αλ­λα­γές αυτές όμως πραγ­μα­το­ποιού­νται σε ορί­ζο­ντα δε­κα­ε­τί­ας και ευ­νο­ού­νται από συν­θή­κες τα­χεί­ας συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου - κάτι που δεν ευ­νο­εί η δια­δι­κα­σία της εσω­τε­ρι­κής υπο­τί­μη­σης.


Πηγή Rproject

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Για την ανασύνθεση της μαρξιστικής Αριστεράς


του Γιάννη Μηλιού


1. Το «Όχι» ως στιγμή ανοικτής ταξικής σύγκρουσης

Η πολιτική δεν είναι η τέχνη του εφικτού, είναι η συνεχής αναδιάταξη ενός συσχετισμού δύναμης μεταξύ των δρώντων πολιτικών υποκειμένων (κομμάτων, κρατικών μηχανισμών, κινημάτων κ.λπ.). Πρόκειται για έναν συσχετισμό δύναμης που σε τελευταία ανάλυση αντανακλά τα αντιτιθέμενα ταξικά συμφέροντα που διαπερνούν την (ελληνική) κοινωνία. 

Σπανίως τα ταξικά συμφέροντα (και ιδίως τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των δύο κύριων τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, της άρχουσας καπιταλιστικής και της εργατικής τάξης και των συμμάχων της) εμφανίζονται με καθαρή μορφή, ως σύγκρουση δύο καθαρών πολιτικών θέσεων, ως πολιτική σύγκρουση ανάμεσα σε «δύο Ελλάδες», σύγκρουση του «έθνους των πληβείων» με το «έθνος των πατρικίων». Διότι το θεσμικό πλαίσιο του καπιταλιστικού κράτους, φιλτράροντας και «κοινοβουλευτικοποιώντας» τα ταξικά συμφέροντα και αιτήματα των υποτελών τάξεων, κατά κανόνα τα μετασχηματίζει σε εκδοχές του κοινού-«εθνικού» συμφέροντος, δηλαδή τα υπάγει στη μακροπρόθεσμη στρατηγική του κεφαλαίου για συσσώρευση («οικονομική ανάπτυξη») και κοινωνική ειρήνη υπό την ηγεμονία του κεφαλαίου («οικονομική και κοινωνική σταθερότητα»).

Μία από τις σπάνιες φορές που η ταξική σύγκρουση πήρε τη μορφή μετωπικής πολιτικής σύγκρουσης ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Το «έθνος των πληβείων» με το 61,3% υπέρ του «Όχι» υπερίσχυσε έναντι του «έθνους των πατρικίων», που απαιτούσε τη συνέχιση των μνημονίων, δηλαδή των οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών που αναδιανέμουν ισχύ, πλούτο και εισόδημα υπέρ της άρχουσας κεφαλαιοκρατικής τάξης. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν πέρα από κάθε πρόβλεψη αυτών που σχεδίασαν το δημοψήφισμα.

Η αστραπιαία μετατροπή του «Όχι» του δημοψηφίσματος σε «Ναι» στο εσωτερικό του κράτους και των μηχανισμών του (Κυβέρνηση, Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κοινοβούλιο), αποτέλεσε την πλέον καθαρή εκδήλωση της μετεξέλιξης του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα-διαχειριστή του καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή σε κόμμα που (σταδιακά) αναλαμβάνει τη διαχείριση και εκπροσώπηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, επομένως σε φορέα της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης πολιτικής στρατηγικής.


2. Η νεοφιλελεύθερη μετεξέλιξη του ηγετικού ΣΥΡΙΖΑ

Μετά τις ευρωεκλογές του 2014, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε πρώτο κόμμα (και ήταν πλέον προφανές ότι θα αναλάμβανε τον καθοριστικό ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας όποτε κι αν λάμβαναν χώρα εθνικές εκλογές), άρχισε μια γρήγορη διολίσθηση της πολιτικής του ηγετικού ΣΥΡΙΖΑ προς μια λογική «ιστορικού συμβιβασμού», δηλαδή την αντίληψη πως η Ελλάδα μετά την κρίση του 2008 μπορεί να κυβερνηθεί με βάση τις κοινωνικές ισορροπίες της περιόδου πριν από την κρίση. Στο πλαίσιο αυτό, προτεραιότητα στον κομματικό λόγο απέκτησε η ρητορεία περί «παραγωγικής ανασυγκρότησης» (συνώνυμο της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης, εφόσον δεν περιγράφονταν μορφές και δομές «κοινωνικής οικονομίας», δηλαδή οικονομικών σχέσεων που περιορίζουν την επιχειρηματική οικονομία και την αγορά). Η επαγγελία του «να πληρώσουν οι πλούσιοι», δηλαδή της αναδιανομής ισχύος και εισοδήματος υπέρ των λαϊκών τάξεων, περιθωριοποιήθηκε, η «κυβέρνηση της Αριστεράς» έδινε σταδιακά τη θέση της στην «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας». 

Το κρίσιμο ζήτημα της πρώτης περιόδου μετά τις ευρωεκλογές, που σηματοδοτούσε τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τον «ιστορικό συμβιβασμό», δηλαδή επιτάχυνε τη συστημική μετάλλαξη της πολιτικής του, ήταν η προσέγγιση με τις δυνάμεις της Κεντροαριστεράς και ιδιαίτερα με τη «μνημονιακή» ΔΗΜΑΡ. Μια συμμαχία με τη ΔΗΜΑΡ θα λειτουργούσε ως άλλοθι για την απεμπόληση του ριζοσπαστικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, στο όνομα μιας «συμφωνίας εθνικού χαρακτήρα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό» (Δ. Βίτσας, γραμματέας ΣΥΡΙΖΑ, 3/10/2014, Χαιρετισμός στο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ). 

Καίτοι η προσέγγιση με τη ΔΗΜΑΡ δεν προχώρησε, λόγω αφενός της εκλογικής εξαφάνισης του κόμματος αυτού στις ευρωεκλογές και αφετέρου, ιδίως, λόγω των αντιστάσεων εκ μέρους της μεγάλης πλειοψηφίας των στελεχών και μελών του ΣΥΡΙΖΑ, εντούτοις η στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού» παρέμεινε και εκφράστηκε ποικιλοτρόπως, μεταξύ άλλων με τα πρόσωπα που επιλέχθηκαν για να στελεχώσουν κρίσιμες υπουργικές και άλλες θέσεις στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. 

Εντούτοις, και αυτό είναι το σημαντικό, η επιλογή των προσώπων δεν έπαιξε τον κύριο ρόλο, καθώς δεν ήταν η αιτία αλλά το αποτέλεσμα και το σύμπτωμα της μεταστροφής προς τον συστημικό «ρεαλισμό». Η παραγκώνιση των ομάδων εργασίας του κόμματος και της δουλειάς τους, η αγνόηση των επεξεργασιών και προτάσεων του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής κ.λπ., δεν συνιστούν παρά υλοποίηση της στρατηγικής του «ιστορικού συμβιβασμού» προς την οποία είχε προσανατολιστεί το επιτελείο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, και προπάντων ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ως επικεφαλής τότε του «κυβερνητικού προγράμματος» του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ καιρό πριν από την 25η Ιανουαρίου.

Έτσι φτάσαμε γρήγορα, μετά τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα των πρώτων ημερών της νέας κυβέρνησης, στη Συμφωνία της 20/2 και από εκεί στη Συμφωνία της 13/7 και την τελεσίδικη αποδοχή του νεοφιλελεύθερου πλαισίου διακυβέρνησης. 

Εμβληματική στιγμή σ’ αυτή την πορεία ήταν η εξύμνηση των επιτευγμάτων (για το κεφάλαιο) της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής από την ίδια την ελληνική κυβέρνηση. Στο Εθνικό Πρόγραμμα Μεταρρυθμίσεων (Απρίλιος 2015) που συντονίστηκε από το «Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων» του υπουργείου Οικονομικών σε συνεργασία με τα βασικά «παραγωγικά» υπουργεία διαπιστώνεται: 

«Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα προχώρησε σε πρωτοφανή οικονομική προσαρμογή με στόχο αφενός τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αφετέρου την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας». Μάλιστα αυτό χαρακτηρίζεται ως «πρόοδος» που «αντικατοπτρίζεται εύγλωττα στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη και είναι αποτέλεσμα των σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Επιπλέον εξαίρονται οι «διαρθρωτικές αλλαγές [...] όπως η συγκράτηση του κόστους της συνταξιοδοτικής ασφάλισης και ο εξορθολογισμός του συστήματος υγείας, η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας, η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων και η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος».

Η ιδεολογική και πολιτική προσχώρηση στο στρατόπεδο του αντιπάλου είχε προαναγγελθεί. Μόνο όσοι δεν την έβλεπαν εξεπλάγησαν με τη συμφωνία της 13/7/15.


3. Οι εκλογές στις 20/9 ως αφετηρία αριστερής ανασύνθεσης

Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που επέμειναν στην υπεράσπιση του ταξικού «Όχι» της 5/7 και δεν αποδέχθηκαν την υπερψήφιση του 3ου μνημονίου δημιούργησαν την αναγκαία συνθήκη για την ανασύνθεση της αριστερής στρατηγικής που θα εκφράσει τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας απέναντι σε αυτά του κεφαλαίου. Οι επερχόμενες εκλογές, που προκλήθηκαν από τη στάση τους αυτή, αποτελούν την αφετηριακή στιγμή της ενδεχόμενης αυτής αναγκαίας διαδικασίας, που, εφόσον υπάρξει, αναγκαστικά θα έχει μακρά διάρκεια. 

Υπογραμμίζω τη φράση εφόσον υπάρξει, διότι ακόμα λείπει η ικανή συνθήκη της διαδικασίας: Η ιδεολογικοπολιτική οικοδόμηση μιας μαρξιστικής Αριστεράς που θα ανιχνεύει την ασυμφιλίωτη αντίθεση των συμφερόντων της εργασίας έναντι αυτών του κεφαλαίου και θα αγωνίζεται για να συνδεθεί μαζί τους, να γειωθεί σ’ αυτά και να τα φέρει στο πολιτικό προσκήνιο. 

Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι να γίνει αντιληπτό πως το αντίδοτο στη μνημονιακή μετάλλαξη του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η δραχμική μετάλλαξη του προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού με βάση το οποίο οικοδομήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η υποκατάσταση των ταξικών αγώνων με έναν νέο κυβερνητισμό, της «νομισματικής πολιτικής» αυτήν τη φορά.


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Τεχνικές μεταμόρφωσης (Hypothesis)




Τα σταθερά χαρακτηριστικά της συγκυρίας είναι δεδομένα από καιρό. Η δυναμική έκφραση των αντίρροπων συμφερόντων , ο συγχρονισμός των πολιτικών επίδικων , η αρχιτεκτονική των πολιτικών κομμάτων φανέρωναν από καιρό ενός τύπου συμβιβασμό (πηγή, πηγή, πηγή). Εκείνο που ήταν τόσο αναπάντεχο ήταν ότι η μερίδα του αριστερόφωνου αστικού κομφορμισμού ήταν σε τόση απόσταση από την μικρή και ασθμαίνουσα επιχειρηματικότητα έτσι ώστε ανερυθρίαστα , κυνικά τόλμησε να ρισκάρει την οριακή σταθερότητα και τελικά να οδηγήσει στα capital control. Πίσω από την υπερβολική ηθικολογία, τον αμετροεπή εκτραχηλισμένο λόγο για τα «λαϊκά συμφέροντα» αναδύθηκε μια στεγνή τεχνική βούληση για «ξεκαθάρισμα» των μικρών δομών της αυτό-απασχόλησης. Ταυτόχρονα  ως κακέκτυπο εκφράσεων  του πολιτικού Ισλάμ (πηγή)  ο συριζαικός κομφορμισμός περιστέλλει όλη την πολιτική θεματολογία σε μια σειρά προταγμάτων για τις προθέσεις, τον κόπο και το ήθος των πολιτικών στελεχών. Η φρικώδης μελωδία για τους φτωχούς εργατικούς ηθικούς συνταγματάρχες ακούγεται ως κακόφωνη διασκευή από τους πιο αναπάντεχους μουσικούς παραγωγούς.

Ενώ λοιπόν η διαδρομή δεν είναι αναπάντεχη, επιχειρείται μια ελεγχόμενη αλλαγή, μια συνειδητή μετατροπή έτσι ώστε να εμπεδωθούν καλύτερα οι σταθερές του εγχειρήματος των μνημονίων. Φαίνεται πως  οι ενδογενείς δυνάμεις για να κατασταλεί ο παραλυτικός κατακερματισμός είναι ιστορικά καχεκτικές ,έτσι η «εκ των άνω» επιβολή μέσω των μνημονιακών  «προαπαιτούμενων» έγινε ιστορικά αναπόδραστη. Ο οκταετής , τουλάχιστον, μνημονιακός κύκλος εκφράζει την αποτυχία μιας αυτόνομης εσωτερικής προσπάθειας αλλά και την ισχυρή βούληση για την συνέχεια της προσπάθειας μέσω ενός πολιτικού τεχνάσματος: της αποδοχής της «ιδιοκτησίας» ενός αυταρχικού   εκσυγχρονισμού μέσω μιας αρχικά πολωτικής ( 10-14) και αργότερα παρηγορητικής έκφρασης (15-18) .Δεν χρειάζεται μεγάλη ανάλυση για να τεκμηριώσουμε πως ο συριζαικός κομφορμισμός  μέσω του «κλαυθμού του εκβιασμού»  προσφέρει την μέγιστη ηθική νομιμοποίηση στον αυταρχικό εκσυγχρονισμό επομένως ουδείς στις Βρυξέλες και το Βερολίνο διανοείται να τον αμφισβητήσει πλέον.

Το στρατηγικό δίλημμα των μνημονίων παραμένει : έξοδος μέσω της εφαρμογής τους (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος) ή μέσω της ανεπιτυχούς  ως τώρα προσπάθειας να εκβιαστεί ο τερματισμός τους ως πολιτική απόφαση ( Σαμαράς μετά τις Ευρωεκλογές, Τσίπρας μέχρι τα Capital Control). Φαίνεται πως υπόρρητα προκρίνεται η πρώτη εκδοχή παρότι στην κοινωνία μια βουλησιαρχική στάση για την υπεροχή της «πολιτικής» λύσης είναι εδραία. Η πόλωση μεταξύ της μιας πολιτικής επιλογής για την «έξοδο μέσω εφαρμογής» και μιας λαϊκής  διάθεσης για την έξοδο «μέσω αγώνων» δημιουργεί ένα κενό. Αυτό το κενό μπορεί να καλυφθεί από ένα νέο «αντισυστημικο» ρεύμα που διαμορφώνεται τώρα. Ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις ο αριστερός πόλος της «πολιτικής  εξόδου»  ( Λαε, ΚΚε, Ανταρσυα) εκφράζεται με συνέπεια και πολιτική ηθική.

Για την τριετή παράταση του αυταρχικού εκσυγχρονισμού οι ευθύνες των κυνικών ηθικολόγων του Μαξίμου είναι μεγαλύτερες από τις ανεπάρκειες της Σαμαρικής διαχείρισης. Και η καλύτερη τιμωρία θα είναι η υποχρεωτική τους συνύπαρξη στην κυβέρνηση με το κουτσαβακικό δεξιό μόρφωμα. 

Για μια τέτοια  εξέλιξη θα χρειαστούν μερικές ιδέες μεταμόρφωσης.

Πολλές φορές  κατά την «άγρια» φάση της αντιμνημονιακής περιόδου η Αργεντινή εμφανίστηκε ως ιστορικό αντίστοιχο της κρίσης μας. Η χαρακτηριστική εικόνα του ελικοπτέρου που διασώζει τον De la Rua από την κορυφή ενός κρατικού κτιρίου συμβόλισε την απαίτηση για μια ανατροπή της κυβέρνησης της χρεωκοπίας. Κι’ όμως από την αντιστοίχηση με τη θυελλώδη αλλαγή στην Αργεντινή, έχει διαφύγει μια πιο εντυπωσιακή απόδραση. Ο υπουργός Οικονομίας  Domingo Cavallo είχε γίνει από καιρό αντικείμενο δυσαρέσκειας και οι διαδηλωτές τον αποδοκίμαζαν συγκεντρωμένοι στο Υπουργείο φορώντας καρναβαλικές μάσκες με το πρόσωπο του. Όταν ο Cavallo ευρίσκεται απομονωμένος στο Υπουργείο και κινδυνεύει από λιντσάρισμα, τότε βρίσκει την απόλυτη λύση: φορά την καρναβαλική μάσκα που τον διακωμωδεί και δραπετεύει μέσα στο πλήθος. Ο Cavallo γίνεται μια καρικατούρα του εαυτού του και αυτός ο καρναβαλικός εαυτός του τον διασώζει. Ο εκκεντρικός Zizek έχει δώσει μια εξωφρενική εξήγηση: στην Αργεντινή  η Λακανική ψυχαναλυτική σχολή είναι παραδοσιακά ισχυρή  και επομένως ο Cavallo γνωρίζει ότι «το πρόσωπο είναι τελικά η καλύτερη του μάσκα» (1). Ο μασκοφόρος  Cavallo  δεν είναι ένας ψεύτικος ως «απάτη» αλλά απολύτως είναι  τόσο Cavallo όσο όλες οι εκδοχές του Cavallo.

Στο κλασσικό γιγαντιαίο μυθιστόρημα του Robert Musil «Ο ‘Άνθρωπος χωρίς Ιδιότητες» ο υπερσυναισθηματικός ήρωας Urlich εμφανίζεται να μεταμορφώνεται  προσωρινά αλλά επώδυνα. Ο Urlich είναι αντιφασίστας και φανατικός καπνιστής. Όταν ξαφνικά βρίσκεται χωρίς τσιγάρα ορμάει έξω από το σπίτι του , χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι  γίνεται μια τεράστια φασιστική διαδήλωση. Μέσα στον κόσμο ο Urlich δυσκολεύεται να φτάσει στο καπνοπωλείο και ως μοναδική λύση έχει να αρχίσει να συμμετέχει στα συνθήματα της διαδήλωσης και ως μέρος της να την διασχίσει κάθετα. O Musil περιγράφει  αριστοτεχνικά   πως ο Ulrich σχεδόν έχει παρασυρθεί ασυνείδητα στην φασιστική ροή και χρειάζεται τελικά ένα ξύπνημα για να ξεφύγει.  

Η καρναβαλική μάσκα αλλά και η αδρανής συνύπαρξη με τον φασισμό είναι τεχνικές μεταμόρφωσης που κάπως λειτουργούν. Οι δικοί μας κυνικοί ηθικολόγοι  επιλέγουν και τις δύο: άλλοτε παρηγορητικές  τηλεπερσόνες φορούν τη μάσκα της συμπόνιας  για τους πολλούς, άλλοτε ομολογούν πως αναμειχθήκαν με τον όχλο των αντιπάλων προσωρινά μέχρι το επόμενο καπνοπωλείο. Ο Carvallo κατέληξε στη φυλακή και ο Ούλριχ έμεινε ένας αιώνιος ημιτελής.


(1 )   S.Zizek .The Parallax View p.27


Πηγή Hypothesis

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

Το βέλος του χρόνου


του Χρήστου Λάσκου


ILYA PRIGOGINE, Είναι το μέλλον δεδομένο; Εκδόσεις Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, σελίδες 104.

Τα πάντα ρει και ουδέν μένει
-Ηράκλειτος


Ο μικρός τόμος που παρουσιάζουμε σήμερα εκδόθηκε μετά την αναγόρευση του Ίλια Πριγκότζιν σε επίτιμο διδάκτορα του ΕΜΠ, στις 26 Μαΐου 2000, και απαρτίζεται από επτά ενότητες με κεντρική ανάμεσά τους την διάλεξη του ίδιου του Πριγκότζιν επ’ ευκαιρία της αναγόρευσής του. Οι άλλες έξι είναι ο πρόλογος από τον τότε Πρύτανη Θεμιστοκλή Ξανθόπουλο, μια τρόπον τινά εισαγωγή και ένας σύντομος επίλογος του στενού συνεργάτη του Πριγκότζιν Ιωάννη Αντωνίου, καθώς και τρεις συνεντεύξεις του τιμώμενου, που αναδεικνύουν ποικίλες πλευρές της ερευνητικής του εργασίας.

Ο Ίλια Πριγκότζιν, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Χημείας του έτους 1977 για την θεωρία του σχετικά με τις δομές έκλυσης και την Φυσική μακράν της ισορροπίας, ανήκει στα λίγα πρόσωπα του 20ού αιώνα, που επέδρασαν καθοριστικά στις επιστημονικές εξελίξεις. Το όνομά του είναι συνδεδεμένο με τη Θεωρία του χάους και της πολυπλοκότητας, ενώ η έρευνά του αξονίζεται γύρω από το πρόβλημα του χρόνου, ο οποίος, κατά την άποψή του, δεν προσεγγίζεται καθόλου ικανοποιητικά από την παρούσα φυσική επιστήμη.

Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά με την κλασική Φυσική, που έχει ως πυρήνα της τη νευτώνεια δυναμική, είναι το γεγονός πως οι νόμοι της είναι χρονικά «συμμετρικοί». Πάει να πει, δηλαδή, πως δεν είναι δυνατή η αυστηρή διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος.

Ας δούμε, όμως, ένα παράδειγμα, για να αντιληφθούμε περί τίνος πρόκειται. Υποθέστε, λοιπόν, πως βιντεοσκοπούμε την κίνηση δύο σφαιρών του μπιλιάρδου, οι οποίες κατευθύνονται η μία προς την άλλη, συγκρούονται και συνεχίζουν τηρώντας τους γνωστούς νόμους διατήρησης ενέργειας και ορμής. Στη συνέχεια παρακολουθούμε το βίντεο της κίνησης. Είναι πολύ εύκολο να διαπιστώσουμε πως αν θέσουμε το βίντεο σε αντίστροφη κίνηση είναι αδύνατο να διακρίνουμε αν αυτή ή η αρχική είναι η «κανονική» κίνηση των σφαιρών. Που σημαίνει, δηλαδή, πως το συγκεκριμένο φαινόμενο, όπως περιγράφεται ακριβέστατα από τους νόμους της Φυσικής είναι απολύτως αντιστρεπτό, με αποτέλεσμα ο χρόνος να μην αποτελεί παρά μια παραμετρική συνιστώσα, που λειτουργεί περισσότερο ως «φόντο» των γεγονότων παρά ως παράγοντας καθορισμού τους. Με άλλα λόγια, η Φυσική  φαίνεται να περιγράφει έναν κόσμο χωρίς αλλαγή, χωρίς ουσιώδεις μετασχηματισμούς, όπου ό,τι εμφανίζεται ως μεταβολή είναι, στην πραγματικότητα, η αιώνια επανάληψη του ίδιου. Στο πλαίσιο αυτό, φυσικά, η εξέλιξη δεν είναι παρά ψευδαίσθηση, μια πλάνη των αισθήσεων κατά πώς εδώ και 2500 χρόνια ήδη το είχε θέσει ο Παρμενίδης από την Ελέα.
  
Ο Πριγκότζιν τοποθετείται στα σχετικά ζητήματα με τον εξής τρόπο στη σύνοψη, που προηγείται της διάλεξής του: «Η Φύση κατά την κλασική θεώρηση είναι ένα είδος μηχανικού αυτομάτου. Σήμερα ανακαλύπτουμε παντού αστάθειες, διακλαδώσεις, εξέλιξη. Αυτές οι διαπιστώσεις απαιτούν μια διαφορετική διατύπωση των νόμων της Φύσης που να συμπεριλαμβάνει την πιθανότητα και την άρση της χρονικής συμμετρίας. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την αλλαγή θεώρησης παίζει η φυσική μακράν της ισορροπίας και η θεωρία των δυναμικών συστημάτων. Σε αυτό το πλαίσιο περιγραφής της φύσης, το μέλλον δεν είναι δεδομένο. Τα γεγονότα και οι καινοτομίες συμπεριλαμβάνονται στην περιγραφή των φυσικών διεργασιών».

Έτσι, αν θέλουμε να κατανοήσουμε τη Φύση, είμαστε υποχρεωμένοι να μεταβούμε από τις «βεβαιότητες» της κλασικής Φυσικής σε έναν πιθανοκρατικό κόσμο «δυνατοτήτων» και «διακλαδώσεων», μη αντιστρεπτών διαδικασιών μακριά από την ισορροπία, που ταιριάζει πολύ περισσότερο στο δημιουργό Σύμπαν (natura naturans και μαζί natura naturata, για να θυμηθούμε τον Σπινόζα), που παρατηρούμε γύρω μας. Σήμερα, άλλωστε, έχουμε ισχυρές θεωρίες, οι οποίες εμπεριέχουν τη «δυνατότητα», το αριστοτελικό δυνάμει, ως θεμελιακή έννοια για τη συγκρότησή τους: η Θεωρία των Χαοτικών Συστημάτων, αλλά ακόμη περισσότερο η ίδια η Κβαντομηχανική με την εξάρτησή της από την καταστατική της Φύσης «Αρχή της Αβεβαιότητας», είναι δύο μόνο παραδείγματα.

Αν θέλουμε να έχουμε μια σαφή εικόνα για το τι σημαίνει εμφάνιση δομών μακριά από την ισορροπία ή διακλάδωση, που σημαίνει πραγματικά «γεγονότα», η κοινωνία μας δίνει πολλές ευκαιρίες. Όπως σημειώνει σε πολλές ευκαιρίες ο Πριγκότζιν (ίσως, επειδή γεννήθηκε το 1917;), η Ρωσική Επανάσταση είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα. ‘Ηταν πολύ πιθανό να συμβεί. Αλλά το ποια διαδρομή θα ακολουθούσε εξαρτιόταν από πολύ συγκεκριμένες, «ασήμαντες» εν πολλοίς, διακλαδώσεις –η βλακεία του Τσάρου, η έλλειψη δημοτικότητας της Τσαρίνας, η αποφασιστικότητα του Λένιν, η έλλειψη αποφασιστικότητας του Κερένσκι. Αυτές οι «μικροκαταστάσεις» έφεραν το γνωστό αποτέλεσμα, που κάθε άλλο παρά δεδομένο ήταν. Να τι σημαίνει πως το μέλλον δεν είναι δεδομένο. Πράγμα που αφορά εξίσου τη βιολογική εξέλιξη, όπως και την κοσμολογική εξέλιξη των τελευταίων 13,7 δισεκατομμυρίων χρόνων μετά τη Μεγάλη Έκρηξη.

Η εργασία του Πριγκότζιν είναι μια διαρκής προσπάθεια να δειχτεί πως ο χρόνος έχει δημιουργικό ρόλο, αντίθετα όχι μόνο στην κοσμοθεωρία της δυναμικής, σύμφωνα με την οποία γεγονότα πραγματικά δεν υπάρχουν, στο μέτρο που όλα είναι προκαθορισμένα -απλώς υπάρχουν και θα υπάρχουν για πάντα. Ο χρόνος είναι δημιουργικός και αντίθετα με την κοσμοθεωρία της θερμοδυναμικής, κατά την οποία τα πάντα τελικά οδεύουν προς τον θάνατο, τον θερμικό θάνατο, πνιγμένα στη μέγιστη εντροπία.

Η δημιουργικότητα του χρόνου αναδεικνύεται σε όλες τις οργανωμένες δομές, όλα τα ποικίλα δείγματα πολυπλοκότητας, που εμφανίζονται μακράν της ισορροπίας, αντιστεκόμενα στην υποτιθέμενη συμπαντική ροπή προς την «ισόρροπη» αταξία. Τα γαλαξιακά σμήνη και υπερσμήνη, οι γαλαξίες, τα άστρα, η ζωή και η συνείδηση τι άλλο είναι από τέτοιες πολύπλοκες «δομές αντίστασης», που συνιστούν το κατεξοχήν ενδιαφέρον περιεχόμενο του κόσμου;

Μεγάλο ενδιαφέρον για την εκτίμηση του ίδιου του Πριγκότζιν σχετικά με τις προεκτάσεις τις επιστημονικής του έρευνας  έχει, νομίζω, η απάντηση που δίνει στον δημοσιογράφο Ιωάννη Ζήση (σ. 65-66), όταν αυτός τον ρωτάει: «Ενώ είστε προσεκτικός όταν συζητάτε τη σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης ακολουθώντας με το ξυράφι του Occam την επιστημονική οδό, παράλληλα έχετε ασπασθεί τον Bergson, τη δημιουργό εξέλιξη και εν μέρει τον  Teilhard de Chardin. Πώς συνδυάζονται αυτά;».

Η απάντηση, λοιπόν, είναι: «Ο Bergson ήταν καινοτόμος για την εποχή του, γιατί έλεγε ότι μπορούμε να κατανοήσουμε τον εξωτερικό κόσμο παρατηρώντας τον εσωτερικό μας κόσμο. Ο εσωτερικός μας κόσμος ενέχει χρόνο. Ο Bergson αντιπαρέθεσε αυτά στη φυσική, που στην εποχή του ήταν η δυναμική, η οποία στερείτο χρονικής κατεύθυνσης. Η φυσική είχε διαμορφωθεί από τις κανονικότητες της ουράνιας σφαίρας, από τις κανονικότητες του Ήλιου κτλ. Αυτό δίνει μια θεώρηση του σύμπαντος που είναι περιοδική. Η εξελικτική θεώρηση, όμως, ειδικά του δικού μας εσωτερικού κόσμου, δεν είναι περιοδική. Η δημιουργία είναι ένα στοιχείο κλειδί. Γι’ αυτό ο Bergson ονόμασε το γνωστό βιβλίο του «Δημιουργό Εξέλιξη». Ο Bergson δεν ήταν τόσο αφελής όσο θέλουν να τον παρουσιάζουν σήμερα. Είχε την περίφημη συζήτηση με τον Einstein και όλοι νόμιζαν ότι ηττήθηκε. Όμως αυτό δεν είναι τόσο σαφές, γιατί παρ’ ότι η κριτική του Bergson στη σχετικότητα δεν ήταν ορθή, ο Einstein δεν κατανόησε επίσης τι εννοούσε ο Bergson με τη μονόφορη κατεύθυνση του χρόνου. Ο Einstein επέμενε σε ολόκληρη τη ζωή του ότι ο χρόνος ως εξέλιξη είναι μια πλάνη. Τότε όμως και η ζωή είναι μια πλάνη. Αυτή είναι πολύ παράξενη άποψη, γιατί πώς μπορεί μια ζωή που είναι πλάνη να διατείνεται ότι δημιουργεί τη θετική επιστήμη; Αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη της επιστήμης έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι η ζωή μας είναι μια πλάνη. Συνεπώς, πιστεύω πως ο Bergson ήταν σε κάποιο βαθμό ορθός. Ο Teilhard de Chardin, παρ’ ότι δεν ήταν επιστήμονας, ήταν ορθά τοποθετημένος πάνω στο ζήτημα της εξέλιξης. Επειδή ήταν πιστός, ένας καθολικός ιερέας, πίστευε σε έναν κόσμο που βελτιώνεται διαρκώς. Η σημαντική διαφορά μεταξύ Bergson, Teilhard de Chardin και της δικής μας σχολής είναι ότι σήμερα έχουμε συζητήσει το πρόβλημα με φυσική και μαθηματικά. Είναι το ίδιο πρόβλημα που υπήρχε από τον καιρό του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου. Είχε συζητηθεί από όλους τους μεγάλους φιλοσόφους, όπως τον Kant, τον Hegel, τον Heidegger. Όμως όλες οι συζητήσεις παρέμειναν στο φιλοσοφικό επίπεδο. [Εμείς το κάνουμε επιστήμη]».

Αυτό λέει, λοιπόν, τελικά ο Πριγκότζιν: η κατεύθυνση του χρόνου είναι η θεμελιωδέστερη ιδιότητα του Σύμπαντος, το θεμέλιο όλης της αναμφίβολης Δημιουργίας, που συντελείται αενάως.


Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Για ένα κοινό μεταβατικό πρόγραμμα των αντι-μνημονιακών δυνάμεων


του Ηλία Ιωακείμογλου


Χάρη σε όσα έγιναν στη διάρκεια της εβδομάδας του δημοψηφίσματος, η ταξική συνείδηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων έχει ανέβει πολύ υψηλότερα από τα χρόνια των μνημονίων 1 και 2.

Αυτή η συ­νει­δη­το­ποί­η­ση συ­νέ­νω­σε τις υπο­τε­λείς κοι­νω­νι­κές τά­ξεις σε ένα πρό­πλα­σμα κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας της ερ­γα­σί­ας που είναι αδια­νό­η­το ότι θα μπο­ρού­σε να εκ­προ­σω­πη­θεί από την ηγε­τι­κή ομάδα του ΣYΡΙ­ΖA. Επεί­γει τώρα, λοι­πόν, να συ­στή­σου­με τον νέο πο­λι­τι­κό φορέα που θα εκ­προ­σω­πή­σει αυτό το κοι­νω­νι­κό μπλοκ δυ­νά­με­ων, να συ­γκρο­τή­σου­με τώρα πραγ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις βάσης χτι­σμέ­νες με κρι­τή­ριο τα­ξι­κό, σο­βα­ρό­τη­τα, συ­νέ­πεια και αγω­νι­στι­κό­τη­τα, για να προ­σφέ­ρου­με πο­λι­τι­κή και ορ­γα­νω­τι­κή ισχύ στο αντι­μνη­μο­νια­κό μπλοκ κοι­νω­νι­κών δυ­νά­με­ων που ποτέ δεν ήταν τόσο αξιό­μα­χο όσο σή­με­ρα.[1]

Αυτό όμως απαι­τεί ένα πο­λι­τι­κό σχέ­διο απο­δε­κτό από τις δυ­νά­μεις που είναι κα­ταρ­χάς δια­θέ­σι­μες να συμ­με­τά­σχουν σε ένα τέ­τοιο εγ­χεί­ρη­μα - απαι­τεί ένα κοινό πρό­γραμ­μα.


Το νό­μι­σμα: κε­ντρι­κό στοι­χείο ενός κοι­νού προ­γράμ­μα­τος;

Η ιδέα ότι το νό­μι­σμα και η υπο­τί­μη­ση της συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κής του ισο­τι­μί­ας μπο­ρεί να είναι για εμάς κάτι πα­ρα­πά­νω από ένα ερ­γα­λείο των κοι­νω­νι­κών αγώ­νων είναι λαν­θα­σμέ­νη. Στο τέλος των αλ­λα­γών που ενερ­γο­ποιεί μια νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση, το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας μπο­ρεί να έχει αυ­ξη­θεί ή να έχει μειω­θεί, αφού υπάρ­χουν πα­ρά­γο­ντες που ενερ­γο­ποιού­νται από την υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος και έχουν αντί­θε­τα απο­τε­λέ­σμα­τα επί των μι­σθών. Τί­πο­τα δεν υπάρ­χει στο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, στους νό­μους που το διέ­πουν, που να προ­κα­θο­ρί­ζει ποια από τις δύο επι­πτώ­σεις θα είναι η ισχυ­ρό­τε­ρη. Αυτό ισχύ­ει επει­δή η λει­τουρ­γία του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος εν­σω­μα­τώ­νει μιαν αρχή ρι­ζι­κής αβε­βαιό­τη­τας που είναι ο βα­σι­κός κοι­νω­νι­κός αντα­γω­νι­σμός κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας. Αυτός απο­φα­σί­ζει τε­λι­κά εάν θα αυ­ξη­θεί το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας ή εάν θα μειω­θεί μετά από μια νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση. Με άλλα λόγια, απο­φα­σί­ζει το σχε­τι­κό βάρος που ρί­χνουν οι δύο αντα­γω­νι­στι­κές πλευ­ρές, το κε­φά­λαιο και η ερ­γα­σία στη ζυ­γα­ριά του συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων.[2] Το τε­λι­κό ση­μείο ισορ­ρο­πί­ας των μι­σθών, μετά από μια υπο­τί­μη­ση κα­θο­ρί­ζε­ται λοι­πόν από τον τα­ξι­κό συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων, δεν κα­θο­ρί­ζε­ται από το νό­μι­σμα κα­θε­αυ­τό (παρά μόνο στο βαθμό που αυτό μπο­ρεί να έχει επί­πτω­ση στον συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας).

Επο­μέ­νως, η υπο­τί­μη­ση ενός νέου εθνι­κού νο­μί­σμα­τος δεν μπο­ρεί να έχει νόημα ως θε­τι­κή κί­νη­ση για τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος παρά μόνον εάν εντα­χθεί σε ένα οι­κο­νο­μι­κό, κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα που θα επι­διώ­κει, με­τα­ξύ άλλων, την ενί­σχυ­ση της δια­πραγ­μα­τευ­τι­κής δύ­να­μης των μι­σθω­τών με αναρ­ρύθ­μι­ση της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας και αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα και στο κοι­νω­νι­κό κρά­τος.

Αυτό που κα­θο­ρί­ζει, λοι­πόν, το νόημα και το πο­λι­τι­κό πρό­ση­μο μιας νο­μι­σμα­τι­κής υπο­τί­μη­σης είναι το πρό­γραμ­μα που τη συ­νο­δεύ­ει. Η δια­πί­στω­ση αυτή δεν ισχύ­ει μόνο για τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος αλλά και για την πα­ρα­γω­γι­κή ανα­διάρ­θρω­ση:

Στη μα­κρο­χρό­νια διάρ­κεια, η νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση εν­δέ­χε­ται να μη βελ­τιώ­σει το εξω­τε­ρι­κό εμπό­ριο εάν δεν υπάρ­ξει πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση.[3] Η υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος είναι ένα ερ­γα­λείο με το οποίο «αγο­ρά­ζεις» χρόνο μιας δε­κα­ε­τί­ας για να αλ­λά­ξεις την πο­ρεία της συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου, τη δομή του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος, τους θε­σμούς της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας, τη λει­τουρ­γία των αγο­ρών προ­ϊ­ό­ντων, τη δια­νο­μή του προ­ϊ­ό­ντος, τα προ­ϊ­ό­ντα που πα­ρά­γεις κ.λπ., κα­τα­βάλ­λο­ντας για αυτό το χρο­νι­κό πε­ρι­θώ­ριο το τί­μη­μα να πλη­ρώ­νεις ακρι­βό­τε­ρα τα προ­ϊ­ό­ντα που ει­σά­γεις από άλλες χώρες.[4] Αυτή η ανταλ­λα­γή βαθ­μών ελευ­θε­ρί­ας στην άσκη­ση πο­λι­τι­κής ένα­ντι ακρι­βό­τε­ρων ει­σα­γο­μέ­νων δη­μιουρ­γεί ένα πα­ρά­θυ­ρο ευ­και­ρί­ας για με­γά­λες αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα, τις σχέ­σεις πα­ρα­γω­γής και δια­νο­μής του προ­ϊ­ό­ντος, έτσι ώστε στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας να έχου­με ως χώρα ισο­σκε­λι­σμέ­νο εξω­τε­ρι­κό εμπο­ρι­κό ισο­ζύ­γιο αγα­θών και υπη­ρε­σιών έχο­ντας ταυ­το­χρό­νως και υψηλό επί­πε­δο ει­σο­δή­μα­τος. Η ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος δεν μπο­ρεί να υπο­στη­ρί­ξει παρά μόνον το ση­με­ρι­νό επί­πε­δο του ΑΕΠ των 180 δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων ευρώ ή ίσως ένα ει­σό­δη­μα της τάξης των 200 δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων εάν χρη­σι­μο­ποι­η­θεί πλή­ρως το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό που σή­με­ρα αργεί (το ΑΕΠ του 2008 ήταν 240 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια).

Εν κα­τα­κλεί­δι, η νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση κα­θε­αυ­τή δεν ανοί­γει μια βα­σι­λι­κή οδό προς την οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη και την κοι­νω­νι­κή πρό­ο­δο, ούτε οδη­γεί στο χάος και την κα­τα­κρή­μνι­ση των μι­σθών, αλλά ανοί­γει ένα πα­ρά­θυ­ρο ευ­και­ρί­ας για τις ερ­γα­ζό­με­νες τά­ξεις και τους συμ­μά­χους τους να ανα­συ­γκρο­τή­σουν το πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα και τους θε­σμούς στη βάση των αξιών της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς και των ορα­μά­των της για το σο­σια­λι­σμό.

Η ιδέα, λοι­πόν, ότι το νό­μι­σμα και η συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή του ισο­τι­μία μπο­ρεί να είναι για εμάς κάτι πα­ρα­πά­νω από ένα ερ­γα­λείο των κοι­νω­νι­κών αγώ­νων είναι λαν­θα­σμέ­νη, και σαν τέ­τοια δεν μπο­ρεί να απο­τε­λεί τον κε­ντρι­κό κα­θο­ρι­σμό του προ­γράμ­μα­τος μιας νέας πο­λι­τι­κής ορ­γά­νω­σης που θα συ­γκε­ντρώ­σει τώρα τις αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις. Ούτε μπο­ρεί να εμ­φα­νί­ζε­ται, η ιδέα αυτή, ως η προ­με­τω­πί­δα του προ­γράμ­μα­τος, διότι θα λει­τουρ­γεί πα­ρα­πλα­νη­τι­κά καλ­λιερ­γώ­ντας την δια­δε­δο­μέ­νη πλάνη ότι το «νό­μι­σμα είναι το ζή­τη­μα». Αυτό δεν πρέ­πει να γίνει ακόμη και εάν η πλάνη συ­νο­δεύ­ε­ται από ένα επι­στη­μο­νι­κά και πο­λι­τι­κά επαρ­κές σχέ­διο επι­τυ­χούς με­τά­βα­σης από το ευρώ σε ένα νέο εθνι­κό νό­μι­σμα.

Διότι το ζή­τη­μα δεν είναι το νό­μι­σμα, αλλά το με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα στο οποίο θα εν­σω­μα­τω­θεί. Εάν το πρό­γραμ­μα είναι π.χ. του Σόι­μπλε, τότε η υπο­τί­μη­ση του νέου νο­μί­σμα­τος θα συ­νο­δεύ­ε­ται από μεί­ω­ση του ει­σο­δη­μα­τι­κού με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας και θα ανοί­γει στο δρόμο σε μια πα­ρα­γω­γι­κή ανα­διάρ­θρω­ση που θα υλο­ποιεί την υπο­τα­γή της ερ­γα­σί­ας στο κε­φά­λαιο με τους χει­ρό­τε­ρους όρους. Εάν είναι ένα με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα που ανοί­γει το δρόμο σε ρι­ζο­σπα­στι­κές αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές αλ­λα­γές στην οι­κο­νο­μία και την κοι­νω­νία, τότε η υπο­τί­μη­ση του νέου νο­μί­σμα­τος θα συ­νο­δεύ­ε­ται από αύ­ξη­ση του ει­σο­δη­μα­τι­κού με­ρι­δί­ου της ερ­γα­σί­ας, από αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή ανα­διάρ­θρω­ση του πα­ρα­γω­γι­κού συ­στή­μα­τος και από με­τα­σχη­μα­τι­σμό των θε­σμών που θα ανα­βαθ­μί­ζουν τη θέση των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων και θα τους ανοί­γουν το δρόμο για να κα­τα­κτή­σουν την πο­λι­τι­κή ηγε­μο­νία με τις ορ­γα­νω­μέ­νες δυ­νά­μεις τους.

Βε­βαί­ως, το ζή­τη­μα του νο­μί­σμα­τος έχει και άλλες πλευ­ρές, για τις οποί­ες όμως συ­ζη­τώ­ντας τες θα φτά­να­με μάλ­λον εύ­κο­λα στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα, δη­λα­δή ότι το νό­μι­σμα κα­θε­αυ­τό δεν λύνει ικανό αριθ­μό προ­βλη­μά­των ώστε να τεθεί στο κέ­ντρο του προ­γράμ­μα­τος ή να γίνει η προ­με­τω­πί­δα του.

Εάν έτσι έχουν τα πράγ­μα­τα, ακόμη και η πρώτη απεύ­θυν­ση προς την κοι­νω­νία, όποιου πο­λι­τι­κού σχή­μα­τος θε­λή­σει να ση­κώ­σει την πε­σμέ­νη ση­μαία της Αρι­στε­ράς μέσα στις επό­με­νες ημέ­ρες ή εβδο­μά­δες, δεν μπο­ρεί παρά να ανα­φέ­ρε­ται σε ένα κοινό πρό­γραμ­μα αλ­λα­γών στο οποίο το νό­μι­σμα οφεί­λει να έχει τη θέση του ως ερ­γα­λείο πο­λι­τι­κής και όχι ως κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο (ιδιαί­τε­ρα όχι ως μα­γι­κή λύση). Αυτό βε­βαί­ως δεν ση­μαί­νει ότι το κοινό πρό­γραμ­μα δεν πρέ­πει να ανα­φέ­ρε­ται στην ανα­πό­φευ­κτη ρήξη με την Ευ­ρω­ζώ­νη ως προ­ϋ­πό­θε­ση για την ανα­τρο­πή της πο­λι­τι­κής της λι­τό­τη­τας και του κα­νι­βα­λι­σμού του κε­φα­λαί­ου.


Το κενό πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης και το κοινό με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα

Αυτό βέ­βαια μας οδη­γεί ανα­πό­φευ­κτα στο ερώ­τη­μα ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μπο­ρεί και πρέ­πει να έχει αυτό το κοινό πρό­γραμ­μα. Είναι πι­θα­νό­τα­τα προ­φα­νές σε όλους μας ότι οι αντι­μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις της Αρι­στε­ράς θα πρέ­πει να επε­ξερ­γα­στούν από κοι­νού ένα πο­λι­τι­κό σχέ­διο το οποίο στη συ­νέ­χεια και θα ανα­λά­βουν να υπη­ρε­τή­σουν κά­νο­ντας χρήση μιας ορ­γα­νω­τι­κής δομής που θα εξυ­πη­ρε­τεί ακρι­βώς αυτά τα κα­θή­κο­ντα. Μια τέ­τοια δια­δι­κα­σία, ωστό­σο, διαρ­κεί πολύ, και βρί­σκε­ται σε ανα­ντι­στοι­χία με το βραχύ χρόνο της πο­λι­τι­κής, που απαι­τεί να υπάρ­ξει αμέ­σως μια προ­γραμ­μα­τι­κή απεύ­θυν­ση προς την κοι­νω­νία. Αυτό το χάσμα ανά­με­σα στην ανά­γκη να δια­μορ­φώ­σου­με ένα νέο ολο­κλη­ρω­μέ­νο πρό­γραμ­μα (και να μην ανα­κυ­κλώ­σου­με απλώς το πρό­γραμ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ) και στην ανά­γκη μιας άμε­σης προ­γραμ­μα­τι­κής απεύ­θυν­σης προς την κοι­νω­νία, δεν μπο­ρεί να λυθεί με πολ­λούς τρό­πους: Πρέ­πει σε πολύ μικρό χρο­νι­κό διά­στη­μα να εντο­πί­σου­με τις γε­νι­κές κα­τευ­θύν­σεις ενός κοι­νού με­τα­βα­τι­κού προ­γράμ­μα­τος απα­ντώ­ντας στο βα­σι­κό ερώ­τη­μα: Τι ακρι­βώς αντι­προ­σω­πεύ­ει άραγε η νίκη του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος αφού όλοι μας συμ­φω­νού­με ότι αυτή θα είναι στο εξής η ανα­πό­φευ­κτη κοι­νω­νι­κή ανα­φο­ρά μας; Ερώ­τη­ση που εύ­κο­λα με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται στην ερώ­τη­ση ποια είναι η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία σή­με­ρα.

Το δη­μο­ψή­φι­σμα του Ιου­λί­ου ήταν η πο­λι­τι­κή σύ­γκρου­ση δύο κό­σμων, του λαού της ιδιο­κτη­σί­ας και του λαού της ερ­γα­σί­ας, του κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας του κε­φα­λαί­ου και ενός κοι­νω­νι­κού συ­να­σπι­σμού των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων που εμ­φα­νί­στη­κε για πρώτη φορά μετά τον Εμ­φύ­λιο ως ένα δυ­νη­τι­κά νέο κοι­νω­νι­κό μπλοκ εξου­σί­ας αντα­γω­νι­στι­κό προς το κε­φά­λαιο και έχει στον πυ­ρή­να του συ­γκε­κρι­μέ­νες, αριθ­μη­τι­κά υπέρ­τε­ρες, κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες: τους ανέρ­γους, τη νε­ο­λαία και τους μι­σθω­τούς του δη­μό­σιου τομέα, και πάνω από όλους τους μι­σθω­τούς του ιδιω­τι­κού τομέα.[5] Το συ­γκρό­τη­μα των υπο­τε­λών κοι­νω­νι­κών τά­ξε­ων, είδαν χάρη στο δη­μο­ψή­φι­σμα διά γυ­μνού οφθαλ­μού τον «εχθρι­κό λαό», το άρχον κοι­νω­νι­κό συ­γκρό­τη­μα, ενω­μέ­νο από το τα­ξι­κό τους μίσος και το ιδε­ο­λο­γι­κό τσι­μέ­ντο της ιδιο­κτη­σί­ας, του κε­φα­λαί­ου και της απλη­στί­ας, να αγω­νί­ζε­ται σαν ένας και μο­να­δι­κός άν­θρω­πος, σαν ένα και μο­να­δι­κό πρό­σω­πο, για να θε­με­λιώ­σει το δι­καί­ω­μα του πλού­του του πάνω στις ζωές μας. Σχη­μα­τί­στη­κε, έτσι, χάρη στη θέα του γυ­μνού τέ­ρα­τος, αυτό το πρό­πλα­σμα κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας της ερ­γα­σί­ας, αυτός ο κοι­νω­νι­κός σχη­μα­τι­σμός μάχης που συ­γκρο­τή­θη­κε στη μακρά πο­ρεία μέσα από την έρημο της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής και απέ­κτη­σε ευ­διά­κρι­το πρό­σω­πο στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος. Είδε στη συ­νέ­χεια τη συν­θη­κο­λό­γη­ση του Αλέξη Τσί­πρα και τη στάση των ηγε­τι­κών κύ­κλων της Ευ­ρώ­πης και έφτα­σε στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι χωρίς σύ­γκρου­ση με την Ευ­ρω­ζώ­νη δεν μπο­ρού­με να βελ­τιώ­σου­με στοι­χειω­δώς τις ζωές μας.

Είναι ένας ολό­κλη­ρος λαός, ο δικός μας τα­ξι­κός λαός, που δεν μπο­ρεί, στην πλειο­ψη­φία του, να έχει καμιά σχέση ούτε με την πο­λι­τι­κή αντί­λη­ψη ούτε με την ιδε­ο­λο­γία της ηγε­τι­κής ομά­δας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ.

Η με­τα­τό­πι­ση της κυ­βέρ­νη­σης και της ηγε­τι­κής ομά­δας του κόμ­μα­τος προς τα δεξιά έχουν ενερ­γο­ποι­ή­σει δια­δι­κα­σί­ες διάρ­ρη­ξης των σχέ­σε­ων εκ­προ­σώ­πη­σης που δια­τη­ρού­σε το κόμμα με αυτές τις κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις. Η διάρ­ρη­ξη των δε­σμών του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ με τις κοι­νω­νι­κές τά­ξεις, με­ρί­δες τά­ξε­ων, κοι­νω­νι­κές ομά­δες που συ­γκρο­τούν το πρό­πλα­σμα ενός νέου κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών τά­ξε­ων, έχει προ­φα­νώς αρ­χί­σει και θα συ­νε­χί­ζε­ται στο βαθμό που η κυ­βέρ­νη­ση θα εφαρ­μό­ζει το μνη­μό­νιο Τσί­πρα. Στον αδυ­σώ­πη­το κοι­νω­νι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γε­ται μέσα στην κρίση ανά­με­σα στις συ­ντε­ταγ­μέ­νες, συ­νει­δη­τές και επι­θε­τι­κές δυ­νά­μεις της ιδιο­κτη­σί­ας, του κε­φα­λαί­ου, του γυ­μνού χρή­μα­τος στην Ελ­λά­δα και στις άλλες χώρες της Ευ­ρω­ζώ­νης, και σε όσους ζουν ή προ­σπα­θούν να ζή­σουν από την ερ­γα­σία τους, ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ του αρι­στε­ρού ευ­ρω­παϊ­σμού επέ­λε­ξε την αλ­λα­γή τα­ξι­κού στρα­το­πέ­δου.

Έτσι, υπάρ­χει αυτήν τη στιγ­μή, ένα κενό πο­λι­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης: οι δε­σμοί που έδε­ναν σε ενιαία κοι­νω­νι­κή συμ­μα­χία τά­ξεις και με­ρί­δες τά­ξε­ων που ανα­γνώ­ρι­ζαν στη στρα­τη­γι­κή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ το συμ­φέ­ρον τους, και στο όραμά του για το γε­νι­κό συμ­φέ­ρον την προ­σω­πι­κή ή τη συλ­λο­γι­κή τους μοίρα, διαρ­ρη­γνύ­ο­νται και αφή­νουν «ορ­φα­νά» τα ση­μεία πρόσ­δε­σης της πο­λι­τι­κής στην κοι­νω­νία της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, της ανερ­γί­ας και της νε­ο­λαί­ας. Οι πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις που φι­λο­δο­ξούν να εκ­προ­σω­πή­σουν τώρα αυτήν την κοι­νω­νία, θα πρέ­πει να προσ­δε­θούν στα ση­μεία υπο­δο­χής που προ­σφέ­ρει - και αυτά τα ση­μεία έχουν κυ­ρί­ως τα­ξι­κό χα­ρα­κτή­ρα.

Με το παλιό καλό λε­ξι­λό­γιο της μαρ­ξι­στι­κής μας πα­ρά­δο­σης, η κυ­ρί­αρ­χη αντί­θε­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας στην πα­ρού­σα συ­γκυ­ρία είναι η αντί­θε­ση κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας, είναι η πάλη του κε­φα­λαί­ου να ισο­πε­δώ­σει έναν τύπο κοι­νω­νί­ας και να ξα­να­χτί­σει από την αρχή έναν άλλο φτιαγ­μέ­νο στα μέτρα των ση­με­ρι­νών ανα­γκών του και είναι η πάλη των δυ­νά­με­ων της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, των ανέρ­γων και της νε­ο­λαί­ας να αντι­στα­θεί, και όπως μας έδει­ξε το δη­μο­ψή­φι­σμα να αγω­νι­στεί και για ρι­ζι­κές αλ­λα­γές.

Από αυτά τα δε­δο­μέ­να απορ­ρέ­ει και η γε­νι­κή κα­τεύ­θυν­ση και ο χα­ρα­κτή­ρας που μπο­ρεί και πρέ­πει να έχει το κοινό πρό­γραμ­μα των αντι­μνη­μο­νια­κών δυ­νά­με­ων της Αρι­στε­ράς:

Η κα­τεύ­θυν­ση δεν μπο­ρεί παρά να είναι αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή και ο χα­ρα­κτή­ρας του προ­γράμ­μα­τος δεν μπο­ρεί παρά να είναι με­τα­βα­τι­κός - πρέ­πει να είναι με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα με την λε­νι­νι­στι­κή έν­νοια του όρου, δη­λα­δή ένα πρό­γραμ­μα απο­τε­λού­με­νο από στό­χους, μέτρα οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά, δέ­σι­μο κοι­νω­νι­κών συμ­μα­χιών και πο­λι­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες που θα συν­δέ­ο­νται με απώ­τε­ρους αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κούς στρα­τη­γι­κούς στό­χους και θα θέ­τουν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την επί­τευ­ξή τους καθώς η ίδια η πείρα του νέου, δυ­νη­τι­κού κοι­νω­νι­κού μπλοκ εξου­σί­ας των υπο­τε­λών τά­ξε­ων θα δεί­χνει ότι η ρήξη σή­με­ρα με την Eυ­ρω­ζώ­νη και αύριο με το σύ­στη­μα είναι ανα­γκαία για να μη ζή­σου­με σαν δού­λοι.

---------------------------------------------------------
1 βλ. ανα­λυ­τι­κά στο άρθρο “Reload” στην Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά, τεύ­χος 341, 22 Ιου­λί­ου 2015 (http://​dea.​org.​gr/​reload)

2 βλ. ανα­λυ­τι­κά στο άρθρο «Η αλή­θεια για τις νο­μι­σμα­τι­κές υπο­τι­μή­σεις» στο rproject (http://​rproject.​gr/​article/​i-alitheia-gia-tis-nomismatikes-ypotimiseis)

3 Η υπο­τί­μη­ση επη­ρε­ά­ζει και τις τιμές των ει­σα­γό­με­νων πρώ­των υλών, κε­φα­λαιου­χι­κού εξο­πλι­σμού, εν­διά­με­σων προ­ϊ­ό­ντων που χρη­σι­μο­ποιού­νται για την πα­ρα­γω­γή των εγ­χώ­ριων και μέσω αυτών επη­ρε­ά­ζει αυ­ξη­τι­κά το κό­στος πα­ρα­γω­γής και σε κά­ποιο μι­κρό­τε­ρο βαθμό τις τιμές των εγ­χώ­ριων προ­ϊ­ό­ντων που δια­τί­θε­νται στην εσω­τε­ρι­κή αγορά. Δη­μιουρ­γού­νται έτσι δια­δο­χι­κά κύ­μα­τα αυ­ξή­σε­ων κατά τα έτη που ακο­λου­θούν την υπο­τί­μη­ση, οι οποί­ες όμως βαί­νουν μειού­με­νες. Σε βάθος χρό­νου, ίσως σε οκτώ ή δέκα χρό­νια, το άθροι­σμα αυτών των αυ­ξή­σε­ων μπο­ρεί ακόμη και να ισού­ται με το πο­σο­στό της υπο­τί­μη­σης του νο­μί­σμα­τος. Επο­μέ­νως, το κα­θα­ρά νο­μι­σμα­τι­κό όφε­λος από την υπο­τί­μη­ση σε βάθος χρό­νου μπο­ρεί να είναι πολύ μικρό. Το με­γά­λο όφε­λος όμως είναι ότι κερ­δί­ζου­με χρόνο για να κά­νου­με αλ­λα­γές στο πα­ρα­γω­γι­κό σύ­στη­μα που μειώ­νουν το εξω­τε­ρι­κό έλ­λειμ­μα σε μό­νι­μη βάση.

4 Μα­κρο­πρό­θε­σμα δη­λα­δή, μόνον ανε­βά­ζο­ντας την ποιό­τη­τα των προ­ϊ­ό­ντων και πα­ρά­γο­ντας νέες ποι­κι­λί­ες ήδη υπαρ­χό­ντων προ­ϊ­ό­ντων, υπο­κα­θι­στώ­ντας με­γά­λες ει­σα­γω­γές όπως το πε­τρέ­λαιο από ανα­νε­ώ­σι­μες πηγές ενέρ­γειας και το ιδιω­τι­κό αυ­το­κί­νη­το από μο­ντέρ­να μέσα με­τα­φο­ράς κ.λπ., ανα­πτύσ­σο­ντας νέες πα­ρα­γω­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες κ.λπ. είναι δυ­να­τό να δια­σφα­λί­σου­με ότι θα μειω­θεί το εμπο­ρι­κό έλ­λειμ­μα αγα­θών και υπη­ρε­σιών.

5 Από τους οποί­ους θα πρέ­πει να εξαι­ρέ­σου­με την διευ­θυ­ντι­κή με­ρί­δα απα­σχο­λου­μέ­νων, των προϊ­στα­μέ­νων και των στε­λε­χών του ιδιω­τι­κού τομέα που δή­λω­σαν αυ­το­προ­σώ­πως ή διά επι­φα­νών εκ­προ­σώ­πων τους στη διάρ­κεια της εβδο­μά­δας του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, στις επι­χει­ρή­σεις, στην τη­λε­ό­ρα­ση και στις δια­δη­λώ­σεις, ότι στην πλειο­νό­τη­τά τους συ­στρα­τεύ­ο­νται με τον κόσμο του κε­φα­λαί­ου και των κοι­νω­νι­κών συμ­μά­χων του, με τον κόσμο του «μέ­νου­με Ευ­ρώ­πη».


Πηγή Rproject

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Από την ιστορική νίκη στην ταπεινωτική συνθηκολόγηση και την πολιτική κρίση


του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Όσες και όσοι βρεθήκαμε στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα τελευταία 11 χρόνια, και δη την τελευταία επταετία της κρίσης-επίθεσης, όσες και όσοι στηρίξαμε την υπόθεση της πρώτης μεταπολεμικής αριστερής κυβέρνησης στην Ευρώπη, και θεωρήσαμε ότι είναι δυνατό μια τέτοια κυβέρνηση να επιβιώσει στο νεοφιλελεύθερο σκοτάδι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έστω ως μετριοπαθώς αριστερή, σήμερα βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιας συντριπτικής ήττας. Η ήττα αυτή (που πρέπει να αποτιμηθεί πολιτικά ως ήττα, και όχι ηθικά, ως «προδοσία»), η εξαναγκαστική δηλαδή συνθηκολόγηση της κυβέρνησης, είναι συλλογική μας αποτυχία, και μαζί προμήνυμα κινδύνου για την άνευ δημοκρατικών ορίων ιμπεριαλιστική επιβολή· είναι αποτυχία, που οφείλεται σε αντικειμενικούς αλλά και υποκειμενικούς παράγοντες – και ως προς τους δεύτερους, έχει υπεύθυνους, σε διαφορετικό βεβαίως βαθμό, σε όλη την κλίμακα της κυβερνητικής και κομματικής «ιεραρχίας», σε ολόκληρο το ιδεολογικοπολιτικό φάσμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ήδη εμφανές: το τραύμα και οι συνέπειες της ήττας αυτής θα αφήσουν ανεξάλειπτο ίχνος. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι ποτέ πια αυτό που ήταν – και το κλείσιμο του κύκλου αυτού είναι ήδη η βασική παράμετρος της πολιτικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η κρίση αυτή, συνέχεια σε μια κρίση εκπροσώπησης που πάει πίσω στο 2007, έχει ήδη επίδραση σε κάθε εκδοχή της Αριστεράς και στα κινήματα στην Ευρώπη, στον πολιτικό και κοινωνικό ανταγωνισμό της τρίτης μνημονιακής περιόδου που ξεκίνησε. Κι ενώ είναι νωρίς για να έχουμε βεβαιότητες ως προς το πώς η κρίση αυτή θα επιλυθεί (πολύ δε περισσότερο αισιοδοξία για την έκβασή της…), είναι επείγον να διατυπώσουμε ορισμένες «υποθέσεις εργασίας» για το αποδώ και στο εξής: για την υπεράσπιση του κόσμου της εργασίας και της νεολαίας απέναντι στο τρίτο μνημόνιο, για να κρατηθεί ενεργό το ρήγμα που ανέδειξε το δημοψήφισμα – για να σκεφτεί η Αριστερά που έδωσε την μάχη του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, ποια θα είναι η Αριστερά της νίκης στη νέα εποχή.


Το δημοψήφισμα

Αναπόφευκτα, σημείο εκκίνησης για την αποτίμηση και τον σχεδιασμό του «μετά» είναι το νικηφόρο αποτέλεσμα της 5ης Ιουλίου, μιας ταξικής σύγκρουσης διεθνούς βεληνεκούς, που μέσα σε μια εβδομάδα μετατράπηκε στο αντίθετό του, στην ταπεινωτική δηλαδή συνθηκολόγηση της κυβέρνησης με την τρόικα.

Η γενιά μας έχει ονομαστεί κατά καιρούς «γενιά της Γένοβας», «του άρθρου 16», «του Δεκέμβρη», «των πλατειών»: κανείς μας δεν φανταζόταν ότι μπορούσε να υπάρξει και μεγαλύτερη τιμή από αυτές – όμως, το να είσαι η «γενιά της 5ης Ιουλίου», είναι μια ακόμα μεγαλύτερη. Όσες και όσοι δώσαμε αυτή τη μάχη ξέρουμε πως ο πολιτικός χρόνος δεν υπήρξε ποτέ τόσο πυκνός, πως η σύγκρουση δεν ήταν ποτέ στον ίδιο βαθμό «πραγματική» και υπαρξιακή, πως η χαρά γι' αυτή την κοινή μας νίκη δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλη. Όπως ξέρουμε, από την άλλη, κι ότι ποτέ δεν υπήρξε τόσο καθοριστικό το έλλειμμα ηγεσίας και σχεδιασμού για μια τέτοιου βεληνεκούς ταξική σύγκρουση: ως το μεσημέρι της Τετάρτης, θυμίζω, δεν ξέραμε καν αν την Κυριακή θα υπάρχει δημοψήφισμα, ως την Πέμπτη ακούγαμε υπουργούς και ευρωβουλευτές να κατευνάζουν ότι έτσι κι αλλιώς θα υπήρχε συμφωνία (ή να προτείνουν ακόμα και το ΝΑΙ...), για μια εβδομάδα δε, βλέπαμε την ουδετερότητα της ΕΡΤ, ενώ τα αστικά μέσα βυσσοδομούσαν, και τους ανθρώπους μας να εκβιάζονται στους χώρους δουλειάς και τις ουρές χωρίς να μπορούμε τους υπερασπιστούμε. Η κυβέρνηση κατήγγελλε –και σωστά– ευρωπραξικόπημα για την ανατροπή της· εκείνες τις μέρες όμως, ήταν σα να απειλούν τον Αλιέντε, κι εμείς της Λαϊκής Ενότητας απλώς να μοιράζουμε φυλλάδια.

Εδώ νομίζω ότι βρίσκεται ένα καθοριστικό σημείο για να σταθούμε. Το δημοψήφισμα, η εμπλοκή δηλαδή των μαζών, ήταν μια μη προσχεδιασμένη, σχεδόν ενστικτώδης επιλογή της κυβέρνησης για να σταματήσει το καθοδικό σπιράλ της διαπραγμάτευσης – ένα είδος τινάγματος επιβίωσης, στο παραένα πριν τον πνιγμό: η τομή στο συνεχές μιας τακτικής συμβιβασμού με τις κορυφές και διαρκούς κατευνασμού των από κάτω (η συμφωνία ήταν «θέμα ημερών» επί τέσσερις μήνες...), και μιας τακτικής που, από την 20η Φεβρουαρίου ήδη, δεν προέβλεπε κανέναν απολύτως ρόλο για τις μάζες, αναπόφευκτα λοιπόν ούτε και για τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα.


Από την (υπερ)συνέχεια του κράτους στην ταξική συνθηκολόγηση

Αν όμως οι πηγές ισχύος στις κοινωνίες μας είναι το χρήμα και η διάταξη των ανθρώπων, μην έχοντας χρήμα ή διεθνείς προσβάσεις σε αυτό, η κυβέρνηση απεμπόλησε επί πέντε μήνες το βασικό της πλεονέκτημα, να θέτει σε διάταξη μάχης τις μάζες, και τις κάλεσε στο προσκήνιο όταν η τακτική της είχε εμφανώς αποτύχει υπό έναν συντριπτικό συσχετισμό δύναμης: όταν οι «κόκκινες γραμμές» είχαν ήδη ξεθωριάσει με την πρόταση των «47 σελίδων», και η ίδια αδυνατούσε να υπερασπιστεί και αυτές ακόμα, ελλείψει ισχύος. Ήταν αυτός ο κύκλος που έκλεισε, με τις μάζες και πάλι στο περιθώριο του κυβερνητικού σχεδιασμού από το βράδυ ήδη της 5ης Ιουλίου, με την ηττοπαθή δηλαδή ερμηνεία του αποτελέσματος, και τη σύγκληση, έξω από οποιαδήποτε κομματική διαδικασία, του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών από τον πρωθυπουργό.

Μολονότι οι ευθύνες γι' αυτές τις επιλογές έχουν διαβάθμιση και ονοματεπώνυμα, μολονότι τα ιδρυτικά ντοκουμέντα του ΣΥΡΙΖΑ είχαν προβλέψει ότι η διαπραγμάτευση δεν θα ήταν μια φιλική συζήτηση μεταξύ εταίρων, και μολονότι δεν ήταν επιλογή όλων μας ένα μη συμμετοχικό μοντέλο διακυβέρνησης, που για το κόμμα προέβλεπε τη θέση της πλήρους υπαγωγής στην κυβέρνηση, οι αποτιμήσεις των αριστερών δεν μπορεί να γίνονται καταρχήν με βάση μεμονωμένες στιγμές ή στο επίπεδο των προσώπων, αλλά στη βάση ευρύτερων διαδικασιών, και τελικά στο επίπεδο της πάλης των τάξεων. Το λέω γιατί μου φαίνεται πιο γόνιμο, αντί να μιλάμε για «προδοσίες» και «προδότες» του λαού στα ηγετικά κλιμάκια, να λέμε ότι η ελληνική αστική τάξη έδωσε έναν υπαρξιακό αγώνα για το ΝΑΙ απέναντι σε ένα αρραγές διεθνές μπλοκ, ενεργοποιώντας μηχανισμούς και συμμαχίες προκειμένου να υπερασπιστεί την εξίσου υπαρξιακή γι' αυτήν παραμονή στη ζώνη του ευρώ· κι ότι για την κυβέρνηση, στον αντίποδα, στο βαθμό που ο εκβιασμός ήταν «Μνημόνιο ή άτακτη χρεοκοπία και έξοδος από το ευρώ», και που ο εκβιασμός αυτός υπήρξε απολύτως αξιόπιστος, ο σχεδιασμός της απαιτούσε να είναι έτοιμη για μια κατάσταση οιονεί επαναστατική. Ήταν για την αποφυγή αυτής της κατάστασης, που το όποιο σχέδιο της κυβέρνησης περιορίστηκε εντέλει στη μετάθεση της σύγκρουσης, στη μετατόπισή της, από το πεδίο της οικονομικής και πολιτικής ισχύος στο εσωτερικό της χώρας και της Ε.Ε, στο πεδίο της «εθνικής σωτηρίας» και της «κοινής ευρωπαϊκής λογικής»: είναι γι' αυτό που η κυβερνητική πολιτική έφτασε τελικά να αρκείται απλώς στην αποφυγή των χειρότερων διά της επιλογής του μικρότερου κακού.

Η μετατόπιση, και τελικά η αποφυγή της σύγκρουσης, ήταν αυτές που υπαγόρευσαν α) τις προγραμματικές ασάφειες και την εθνικολαϊκή ρητορική για να κερδηθούν οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, β) τις επιλογές Παυλόπουλου, ΑΝΕΛ και ΔΗΜΑΡ σε νευραλγικά υπουργεία, καθώς και «τεχνικών» του καθεστώτος σε καίριες θέσεις στην κυβέρνηση και τους κρατικούς οργανισμούς και γ) τον πανηγυρισμό ως «νίκης» της συμφωνίας στις 20 Φεβρουαρίου, ενώ η κυβέρνηση δεσμευόταν για το αδιανόητο: να αποπληρώσει «στο ακέραιο και έγκαιρα» ένα μη βιώσιμο χρέος, αλλά και να απόσχει «από την ακύρωση μέτρων και μονομερείς αλλαγές των πολιτικών και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα επηρέαζαν αρνητικά τους δημοσιονομικούς στόχους, την ανάκαμψη της οικονομίας ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αυτά αξιολογούνται από τους θεσμούς».


Η πολιτική κρίση

Αν έχει κάποια αξία η αναδρομή στο πώς φτάσαμε στη συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου, είναι ότι μας επιτρέπει να πάμε ένα βήμα παραπέρα απ' όλη αυτή τη σχεδιολογία που κατακλύζει το δημόσιο λόγο των αριστερών: να δούμε ότι το εκάστοτε «σχέδιο» πριν απ' όλα απαιτεί ένα υποκείμενο – αυτό που ο ΣΥΡΙΖΑ, ήδη από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν ανέλαβε να οικοδομήσει. Ένα υποκείμενο που να αντιλαμβάνεται όρια και δυνατότητες της συγκυρίας, να κατανοεί την ανυπαρξία ενδιάμεσης θέσης εν μέσω κρίσης και σφοδρής ταξικής σύγκρουσης χωρίς επιστροφή – και πάνω σ' αυτές τις προκείμενες να σχεδιάσει τακτική και στρατηγική, αντί να υποκαθιστά τη μία με την άλλη.

Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ έμπαινε σ' αυτή την υπόθεση, θα κέρδιζε τις εκλογές του Ιανουαρίου – ούτε, πολύ περισσότερο, ότι θα μπορούσε να εξισορροπήσει τις πιέσεις μιας απολυταρχικής Ευρωπαϊκής Ένωσης που, πέρα από εσωτερικούς ανταγωνισμούς, ενοποιείται στη βάση του ταξικού ορθολογισμού της υπερλιτότητας. Είναι ωστόσο απολύτως βέβαιο ότι αν η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν τόσο μονοκόμματα στραμμένη στο κοινοβουλευτικό πεδίο, αν είχε φροντίσει να δώσει βάθος στην επιφανειακή τεχνική συζήτηση για το νόμισμα αντί να την απαγορεύσει εκεί που χαράσσονταν το όποιο σχέδιο και λαμβάνονταν αποφάσεις, αν είχε προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες στο τραπεζικό σύστημα για να αντιμετωπίσει τις εκροές, και στη φορολογία για να χρηματοδοτήσει μια πολιτική στήριξης των στρωμάτων που εκπροσωπεί, αν δεν είχε αποσυρθεί από το δρόμο κι αν είχε πάρει τοις μετρητοίς όσα διακήρυττε ο ίδιος στις θέσεις του για την Ε.Ε. και το ευρώ – αν τέλος πάντων έδινε τη μάχη στο πραγματικό πεδίο, αυτό της ισχύος, αντί του φαντασιακού κόσμου της αμοιβαία επωφελούς λύσης για λύκους και πρόβατα, τα πράγματα σήμερα θα ήταν διαφορετικά.

Στη θέση όλων αυτών των «αν», σήμερα βρίσκεται μια κυβέρνηση που όλο και πιο καταθλιπτικά πια θυμίζει τη συγχωρεμένη ΔΗΜΑΡ, και ένα κόμμα που, καλούμενο να υιοθετήσει το τρίτο μνημόνιο ως πρόγραμμά του και να «χαλαρώσει», ιδεολογικά και οργανωτικά, βρίσκεται στα πρόθυρα της ανεπίστρεπτης ρήξης. Το τρίτο μνημόνιο έχει σχεδιαστεί χειρουργικά ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να πνίξει με τα χέρια του μία προς μία τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις που κέρδισε από το 2010 μέχρι σήμερα – και να το κάνει σε πλαίσια αυστηρής επιτήρησης, που δεν αφήνουν περιθώρια ρωγμών και ελιγμών. Κι όλα αυτά, ενώ όλοι βλέπουν ότι το πρόγραμμα «δεν βγαίνει» κι ενώ η απειλή της εξόδου από το ευρώ θα επικρέμεται διαρκώς – τόσο ως μέσο πειθάρχησης της κυβέρνησης (επίσπευσης δηλαδή της μνημονιακής της μετάλλαξης...), όσο και ως δυνητική κατάληξη της νέας διαδρομής.


Όρια, ανάγκες και δυνατότητες

Σήμερα, η εξοικείωση τμημάτων της κοινωνίας με τη μνημονιακή κανονικότητα, η πεποίθηση ότι αυτή η κυβέρνηση αν μη τι άλλο το πάλεψε, η υπεροχή του πρωθυπουργού στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και του πολιτικού συστήματος, ο εγκλωβισμός ακόμα και ριζοσπαστικών ρευμάτων στο πραγματικό αδιέξοδο (αλλά και η επιθετική δικαιολόγηση του μνημονίου ως δρόμου χωρίς εναλλακτική από ένα δυναμικό της κυβέρνησης και του κόμματος που εξωθεί τα πράγματα στα άκρα, συνεπικουρούμενο από την τρόικα και τον ελληνικό αστισμό), δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας: το τραύμα στο σώμα του κόμματος που στήριξε το Δεκέμβρη, τις πλατείες και τη μάχη του δημοψηφίσματος, θα επουλωθεί δύσκολα και αργά – αν επουλωθεί. Ενώ όμως ισχύει αυτό, ισχύει εξίσου ότι ο πυκνός πολιτικός χρόνος απαιτεί ανασύνταξη το συντομότερο.

Είναι εμφανές ότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει ΔΗΜΑΡ, αν δηλαδή υιοθετήσει το αποτέλεσμα ενός πραξικοπήματος ως πρόγραμμά του, κι απ'το «καμιά θυσία για το ευρώ» προσαρμοστεί στο «πάση θυσία κυβέρνηση, μνημόνιο και ευρώ», μεσοπρόθεσμα θα εξαφανιστεί. Είναι επίσης σαφές ότι ο ίδιος δεν μπορεί να υποσχεθεί μια «ακόμα πιο σκληρή διαπραγμάτευση», σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεδειγμένα πια εχθρική προς κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας. Αναπόφευκτα, λοιπόν, η διατήρηση των σχέσεων εκπροσώπησης που εγκατέστησε αυτά τα χρόνια, μπροστά μάλιστα στην απολύτως υπαρκτή νεοναζιστική απειλή, προϋποθέτει τη σύγκρουση με τα μνημόνια, τον ελληνικό αστισμό και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προϋποθέτει, δηλαδή, να γίνει ό,τι δεν έγινε όταν ο συσχετισμός δύναμης ήταν πιο ευνοϊκός: την κρατικοποίηση των τραπεζών υπό κοινωνικό έλεγχο, τη βαριά φορολογία του κεφαλαίου, τη διασφάλιση της πολιτικής και υλικής αλληλεγγύης από την κοινότητα που αναγνώρισε τη 12η Ιουλίου ως πραξικόπημα («This is A Coup»), τη διεθνοποίηση του αγώνα ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την επιστροφή στους δρόμους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια μνημονιακή κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ο αντίπαλος που προτιμά η Αριστερά του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, έναντι του συρφετού που λυμαίνονταν την εξουσία μέχρι τον περασμένο Γενάρη. Δεν υπάρχει όμως και αμφιβολία ότι η Αριστερά του ΟΧΙ πρέπει να δει πολύ παραπέρα: στη συγκρότηση του υποκειμένου, και δι' αυτού του σχεδίου, για έναν άλλο δρόμο. Μέχρι σήμερα, το σχέδιο αυτό περισσότερο προπαγανδίστηκε, συχνά για τις ανάγκες της ενδοαριστερής και ενδοσυριζικής αντιπαράθεσης, παρά δουλεύτηκε σε βάθος, είτε με όρους οικονομικο-τεχνικούς (πώς προσαρμόζονται τα ΑΤΜ, πώς αλλάζουν τα συμβόλαια σε ευρώ, τι γίνεται με πληθωρισμό και τις αναγκαίες εισαγωγές), είτε κυρίως με όρους πολιτικούς και κοινωνικούς. Αυτή είναι η δουλειά ενός μετώπου της Αριστεράς του ΟΧΙ, που να σέβεται επιμέρους διαδρομές και υποκειμενικότητες, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τους όρους για κοινούς αγώνες και τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα. Με την τελευταία δημοκρατική λύση να εξουδετερώνεται υπό τους εκβιασμούς της τρόικας, με τα επίδικα του αγώνα να είναι πια τα βασικά (το νερό, το σπίτι, το ρεύμα, η δημοκρατία), ο κοινός μας αγώνας θα είναι αγώνας υπαρξιακός: πρέπει να τον προετοιμάσουμε μαζί το συντομότερο, και κυρίως, πρέπει να τον κερδίσουμε.


* Παρέμβαση στην εκδήλωση με τίτλο «Το δημοψήφισμα, η συνθηκολόγηση και η πολιτική κρίση που διαρκεί», που οργάνωσε ο Τομέας Νεολαίας της Αριστερής Ανασύνθεσης στο πολιτικό-πολιτιστικό κάμπινγκ της οργάνωσης στο Λιτόχωρο (7.8.2015).


Πηγή Red NoteBook

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Η αλήθεια για τις νομισματικές υποτιμήσεις


του Ηλία Ιωακείμογλου


Σχετικά με τις εκτιμήσεις του υπουργού Μάρδα και του γ.γ. του ΚΚΕ Κουτσούμπα για τις «καταστροφικές» συνέπειες από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και την υποτίμησή του.

Εκ­στρα­τεία για να ενη­με­ρω­θού­με σχε­τι­κά με τις κα­τα­στρο­φι­κές επι­πτώ­σεις που θα είχε στα ει­σο­δή­μα­τα μια υπο­τί­μη­ση του εθνι­κού νο­μί­σμα­τος φαί­νε­ται ότι έχει ξε­κι­νή­σει ο κ. Μάρ­δας, και λέει πά­νω-κά­τω ό,τι και ο κ. Κου­τσού­μπας του ΚΚΕ. Πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, ο κ. Μάρ­δας ισχυ­ρί­ζε­ται ότι μια υπο­τί­μη­ση της νέας δραχ­μής θα οδη­γού­σε σε μεί­ω­ση του πραγ­μα­τι­κού ει­σο­δή­μα­τός της χώρας, ενώ σύμ­φω­να με τον κ. Κου­τσού­μπα, που είναι πιο τα­ξι­κός, η υπο­τί­μη­ση θα οδη­γού­σε σε μεί­ω­ση της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων ει­δι­κά. Αυ­τούς τους ισχυ­ρι­σμούς τους εμ­φα­νί­ζουν δε ως μια ακόμη πε­ρί­πτω­ση TINA, δεν-υπάρ­χει-εναλ­λα­κτι­κή-λύ­ση: άπαξ και κά­νεις υπο­τί­μη­ση του εθνι­κού σου νο­μί­σμα­τος, οπωσ­δή­πο­τε έχα­σες ει­σό­δη­μα. Μο­νό­δρο­μος.

Ωστό­σο, αυτό που δι­η­γού­νται οι δύο πο­λι­τι­κοί μας (δη­λα­δή η μεί­ω­ση της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των ει­σο­δη­μά­των είτε των μι­σθών εξαι­τί­ας μιας νο­μι­σμα­τι­κής υπο­τί­μη­σης) είναι απλώς το πρώτο βήμα σε μια αρ­κε­τά μακρά αλυ­σί­δα οι­κο­νο­μι­κών επι­πτώ­σε­ων, το πρώτο βήμα σε ένα αρ­κε­τά μακρύ μο­νο­πά­τι απο­τε­λε­σμά­των, ανα­δρά­σε­ων, δια­κλα­δώ­σε­ων και ανοι­χτών δυ­να­το­τή­των - διότι η κα­πι­τα­λι­στι­κή οι­κο­νο­μία είναι ένα πο­λύ­πλο­κο σύ­στη­μα, δεν λει­τουρ­γεί υπό το κα­θε­στώς «μια αιτία φέρ­νει ένα απο­τέ­λε­σμα και τε­λειώ­σα­με», είναι ένα σύ­νο­λο με­γε­θών που συν­δέ­ο­νται με­τα­ξύ τους με ένα πυκνό δίχτυ σχέ­σε­ων αι­τιό­τη­τας. Έτσι, όταν αλ­λά­ζει ένα μέ­γε­θος (π.χ. η συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή ισο­τι­μία) η οι­κο­νο­μία υφί­στα­ται μια δια­τα­ρα­χή που γί­νε­ται το ση­μείο εκ­κί­νη­σης σει­ράς επι­πτώ­σε­ων που δια­χέ­ο­νται στο οι­κο­νο­μι­κό κύ­κλω­μα μέσω διά­φο­ρων κα­να­λιών. Αυτή η πο­λυ­πλο­κό­τη­τα του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος απο­κλεί­ει κάθε εί­δους ΤΙΝΑ, πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που η λει­τουρ­γία του εν­σω­μα­τώ­νει και μια αρχή ρι­ζι­κής αβε­βαιό­τη­τας που είναι ο βα­σι­κός κοι­νω­νι­κός αντα­γω­νι­σμός κε­φα­λαί­ου - ερ­γα­σί­ας.

Αλλά ας πλη­σιά­σου­με πιο κοντά στο αντι­κεί­με­νό μας.

Όταν έχου­με υπο­τί­μη­ση ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος, πράγ­μα­τι, ένα δευ­τε­ρό­λε­πτο μετά η αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη του ΑΕΠ να αγο­ρά­σει ξένα προ­ϊ­ό­ντα μειώ­νε­ται ανα­λο­γι­κά, και το ίδιο ισχύ­ει για τους μι­σθούς. Είναι αυτό το πρώτο βήμα στο οποίο ανα­φέ­ρο­νται οι δύο πο­λι­τι­κοί μας, αγνο­ώ­ντας ότι έτσι μπαί­νου­με σε ένα μο­νο­πά­τι που έχει μά­λι­στα και δια­κλα­δώ­σεις:

Υπο­θέ­το­ντας ότι η υπο­τί­μη­ση θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί σε συν­θή­κες βα­θιάς ύφε­σης, σαν τη ση­με­ρι­νή, θα πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νου­με, και μά­λι­στα σύ­ντο­μα, μιαν αύ­ξη­ση στη ζή­τη­ση για εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα και μια μεί­ω­ση στις ει­σα­γω­γές κα­τα­να­λω­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων (και όχι αυ­ξή­σεις των εγ­χω­ρί­ων τιμών[1]). Αυτό θα έχει απο­τέ­λε­σμα τη βελ­τί­ω­ση[2] του εμπο­ρι­κού ισο­ζυ­γί­ου αγα­θών και υπη­ρε­σιών της χώρας (που είναι η δια­φο­ρά εξα­γω­γών - ει­σα­γω­γών). Από το ση­μείο αυτό ξε­κι­νούν δύο αλυ­σί­δες επι­πτώ­σε­ων:


Πρώτη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων: πώς και πόσο η υπο­τί­μη­ση θα μειώ­σει την αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη των μι­σθών

Η πρώτη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων αφορά στη συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή ισο­τι­μία:

Όσο θα βελ­τιώ­νε­ται το εμπο­ρι­κό ισο­ζύ­γιο αγα­θών και υπη­ρε­σιών υπό την επί­δρα­ση των ευ­νοϊ­κό­τε­ρων τιμών των προ­ϊ­ό­ντων, τόσο θα ενι­σχύ­ε­ται το εθνι­κό νό­μι­σμα μέσα από το παι­χνί­δι των χρη­μα­τι­στι­κών αγο­ρών και τόσο η αρ­χι­κή υπο­τί­μη­ση θα τεί­νει να πε­ριο­ρι­στεί. Στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας η ισο­τι­μία θα ισορ­ρο­πή­σει στο ση­μείο εκεί­νο που αντι­στοι­χεί στην πα­ρα­γω­γι­κή ισχύ της χώρας και στην αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα των προ­ϊ­ό­ντων της (κάτι που πα­ρε­μπι­πτό­ντως ση­μαί­νει ότι η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα δεν είναι απλώς «υπό­θε­ση των κα­πι­τα­λι­στών» αλλά και υπό­θε­ση μιας κυ­βέρ­νη­σης της Αρι­στε­ράς, όπως είναι και η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση - αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη ιστο­ρία). Μετά από την αρ­χι­κή υπο­τί­μη­ση, λοι­πόν, που θα είναι πολύ με­γά­λη, θα ακο­λου­θή­σει μια πε­ρί­ο­δος προ­σαρ­μο­γής της συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κής ισο­τι­μί­ας που θα κα­τα­λή­ξει σε μια τε­λι­κή απώ­λεια, της οποί­ας το μέσο εκτι­μώ­με­νο μέ­γε­θος, σύμ­φω­να με τους διε­θνείς ορ­γα­νι­σμούς, είναι της τάξης του 15%. Αυτό θα είναι το μέ­γε­θος της μεί­ω­σης της αγο­ρα­στι­κής μας δύ­να­μης όσον αφορά τα ει­σα­γό­με­να προ­ϊ­ό­ντα. Έτσι, για ένα νοι­κο­κυ­ριό μι­σθω­τών του οποί­ου το κα­λά­θι αγα­θών και υπη­ρε­σιών που είναι ανα­γκαίο για τη δια­βί­ω­σή του πε­ρι­λαμ­βά­νει 30% ει­σα­γό­με­να, η απώ­λεια αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης θα ανέρ­χε­ται σε 4,5%. Εάν μά­λι­στα απο­φα­σί­σει να υπο­κα­τα­στή­σει κά­ποια ει­σα­γό­με­να με εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα, η επι­βά­ρυν­σή του θα είναι μι­κρό­τε­ρη. Σε βάθος δε­κα­ε­τί­ας θα υπάρ­ξουν και άλλες μειώ­σεις, οι οποί­ες όμως θα βαί­νουν μειού­με­νες. Αυτό, είναι η πρώτη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων στην αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη εξαι­τί­ας της υπο­τί­μη­σης, αλλά δεν είναι η μο­να­δι­κή.


Δεύ­τε­ρη αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων: πώς και πόσο η υπο­τί­μη­ση θα αυ­ξή­σει την αγο­ρα­στι­κή δύ­να­μη των μι­σθών

Ας πάμε τώρα ξανά στο ση­μείο δια­κλά­δω­σης που αφή­σα­με πίσω μας, στο ση­μείο όπου η υπο­τί­μη­ση είχε συμ­βεί και είχε κα­τα­στή­σει ακρι­βά τα ει­σα­γό­με­να και φθηνά τα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα μας (αγαθά και υπη­ρε­σί­ες), για να ακο­λου­θή­σου­με το δεύ­τε­ρο κα­νά­λι επι­πτώ­σε­ων. Το κα­νά­λι αυτό είναι της απα­σχό­λη­σης και των μι­σθών. Φθη­νό­τε­ρα εγ­χώ­ρια προ­ϊ­ό­ντα και ακρι­βό­τε­ρες ει­σα­γω­γές οδη­γούν σε αύ­ξη­ση της εγ­χώ­ριας ζή­τη­σης, και πριν προ­λά­βει να πε­ρά­σει ένα ολό­κλη­ρο έτος, η αύ­ξη­ση αυτή με­τα­τρέ­πε­ται σε με­γέ­θυν­ση της πα­ρα­γω­γής, του ΑΕΠ. Οι επι­χει­ρή­σεις, έχο­ντας άφθο­νο αχρη­σι­μο­ποί­η­το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό και βλέ­πο­ντας το βι­βλίο των πα­ραγ­γε­λιών τους να γε­μί­ζει, θα προ­χω­ρή­σουν σε προ­σλή­ψεις για να αυ­ξή­σουν την πα­ρα­γω­γή τους. Θα δούμε τότε την απα­σχό­λη­ση να αυ­ξά­νε­ται, και θα φθά­σου­με έτσι σε ένα ση­μείο δια­κλά­δω­σης από το οποίο ξε­κι­νούν άλλα πάλι μο­νο­πά­τια επι­πτώ­σε­ων.

Ας δια­σχί­σου­με ένα από αυτά αφή­νο­ντας τα υπό­λοι­πα για μιαν άλλη φορά: Όταν είναι αυ­ξη­μέ­νη η απα­σχό­λη­ση, οι μι­σθω­τοί έχουν με­γα­λύ­τε­ρη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή δύ­να­μη ένα­ντι των επι­χει­ρή­σε­ων επει­δή η αύ­ξη­ση της απα­σχό­λη­σης συ­νή­θως συ­νο­δεύ­ε­ται από μεί­ω­ση της ανερ­γί­ας, και σαν απο­τέ­λε­σμα οι πραγ­μα­τι­κοί μι­σθοί αυ­ξά­νο­νται. Έτσι, στο αρ­νη­τι­κό απο­τέ­λε­σμα που είχε η υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος, και για την οποία ομι­λούν οι δύο πο­λι­τι­κοί μας, θα πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με τώρα μια θε­τι­κή επί­πτω­ση που προ­έρ­χε­ται από το γε­γο­νός ότι η ανερ­γία μειώ­θη­κε και προ­κά­λε­σε αύ­ξη­ση των πραγ­μα­τι­κών μι­σθών, δη­λα­δή της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των μι­σθών.[3]


Κά­νο­ντας το άθροι­σμα, βρί­σκου­με… την πάλη των τά­ξε­ων

Στο τέλος της δια­δι­κα­σί­ας αυτής, όπου θα έχει επέλ­θει ισορ­ρο­πία δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ κε­φα­λαί­ου και ερ­γα­σί­ας, το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας μπο­ρεί να έχει αυ­ξη­θεί ή να έχει μειω­θεί, αφού υπάρ­χουν πα­ρά­γο­ντες που ενερ­γο­ποιού­νται από την υπο­τί­μη­ση του νο­μί­σμα­τος και έχουν αντί­θε­τα απο­τε­λέ­σμα­τα επί των μι­σθών: με­ρι­κοί από αυ­τούς ευ­νο­ούν την αύ­ξη­ση της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των μι­σθών και άλλοι τη μεί­ω­σή τους. Όπως εί­δα­με προη­γου­μέ­νως, υπάρ­χει μια αλυ­σί­δα επι­πτώ­σε­ων που οδη­γεί σε μεί­ω­ση του πραγ­μα­τι­κού μι­σθού και μια άλλη που οδη­γεί σε αύ­ξη­ση. Τί­πο­τα δεν υπάρ­χει στο οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, στους νό­μους που το διέ­πουν, που να προ­κα­θο­ρί­ζει ποια από τις δύο επι­πτώ­σεις είναι η ισχυ­ρό­τε­ρη. Δεν υπάρ­χει, λοι­πόν, η ΤΙΝΑ των κκ. Μάρδα και Κου­τσού­μπα, υπάρ­χει απλώς απροσ­διο­ρι­στία.

Αλλά τότε ποιος απο­φα­σί­ζει τε­λι­κά εάν θα αυ­ξη­θεί το ει­σο­δη­μα­τι­κό με­ρί­διο της ερ­γα­σί­ας ή εάν θα μειω­θεί; Το σχε­τι­κό βάρος που ρί­χνουν οι δύο αντα­γω­νι­στι­κές πλευ­ρές, το κε­φά­λαιο και η ερ­γα­σία στη ζυ­γα­ριά του συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων: Η αύ­ξη­σή της αγο­ρα­στι­κής δύ­να­μης των μι­σθών θα είναι ευ­θέ­ως ανά­λο­γη της προ­στα­σί­ας που θα πα­ρέ­χουν οι θε­σμοί της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας στους μι­σθω­τούς, ανά­λο­γη του βαθ­μού κά­λυ­ψης των μι­σθω­τών από συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις, του βαθ­μού απο­τε­λε­σμα­τι­κής λει­τουρ­γί­ας της Επι­θε­ώ­ρη­σης Ερ­γα­σί­ας και γε­νι­κό­τε­ρα ολό­κλη­ρου του θε­σμι­κού πλαι­σί­ου της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας. Το θε­σμι­κό πλαί­σιο της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας είναι η απο­κρυ­στάλ­λω­ση του πα­ρό­ντος και του πα­ρελ­θό­ντος συ­σχε­τι­σμού δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ ερ­γα­σί­ας και κε­φα­λαί­ου, είναι οι κα­νό­νες με τους οποί­ους ορί­ζε­ται με ποιο τρόπο και με ποιους όρους θα πω­λεί­ται και θα κα­τα­να­λώ­νε­ται η ερ­γα­σια­κή δύ­να­μη των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων από τους κε­φα­λαιο­κρά­τες. Για τους λό­γους αυ­τούς, το θε­σμι­κό πλαί­σιο της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας απο­τε­λεί κα­τε­ξο­χήν τόπο τα­ξι­κού αντα­γω­νι­σμού και έχει στρα­τη­γι­κή ση­μα­σία για κάθε με­τα­βα­τι­κό πρό­γραμ­μα της Αρι­στε­ράς.

Οι ολέ­θριες επι­πτώ­σεις, λοι­πόν, της νέας δραχ­μής στο ει­σό­δη­μα των ερ­γα­ζό­με­νων τά­ξε­ων υπάρ­χουν μόνον μέσα στο μυαλό του κ. Κου­τσού­μπα. Αλλά και οι ολέ­θριες επι­πτώ­σεις μιας υπο­τί­μη­σης της νέας δραχ­μής στο ΑΕΠ υπάρ­χουν μόνο στο μυαλό του κ. Μάρδα, διότι στην αρ­χι­κή αρ­νη­τι­κή επί­πτω­ση επί της δύ­να­μης του ΑΕΠ να αγο­ρά­ζει ει­σα­γό­με­να προ­ϊ­ό­ντα, που βλέ­πει ο υπουρ­γός, θα πρέ­πει να προ­σθέ­σει και τη θε­τι­κή επί­πτω­ση στο πραγ­μα­τι­κό ΑΕΠ από τη βελ­τί­ω­ση του ισο­ζυ­γί­ου αγα­θών και υπη­ρε­σιών - και αυτήν δεν τη βλέ­πει (ή εάν τη βλέ­πει, δεν την υπο­λο­γί­ζει σωστά).

Η διε­θνής ιστο­ρι­κή εμπει­ρία δεί­χνει  πά­ντως ότι το τε­λι­κό επί­πε­δο πα­ρα­γω­γής συ­νή­θως είναι υψη­λό­τε­ρο από αυτό που υπήρ­χε πριν την υπο­τί­μη­ση. Αυτό οφεί­λε­ται στο γε­γο­νός ότι η προ­σαρ­μο­γή της οι­κο­νο­μί­ας που πυ­ρο­δο­τεί­ται από την ονο­μα­στι­κή υπο­τί­μη­ση ενός εθνι­κού νο­μί­σμα­τος ολο­κλη­ρώ­νε­ται στη με­σο­πρό­θε­σμη διάρ­κεια και προ­λα­βαί­νει να επι­δρά­σει θε­τι­κά στη συσ­σώ­ρευ­ση κε­φα­λαί­ου και την πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα της ερ­γα­σί­ας. Αλ­λά­ζει δη­λα­δή την πο­ρεία της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής συσ­σώ­ρευ­σης.

-------------------------------------------------------------
[1] Σε αυτή τη φάση της ύφε­σης, οι επι­χει­ρή­σεις εν­δια­φέ­ρο­νται να ανα­κτή­σουν χα­μέ­να με­ρί­δια αγο­ράς και δεν αυ­ξά­νουν τις τιμές τους. Στην χει­ρό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, θα με­τα­φέ­ρουν ένα σχε­τι­κά μικρό μέρος από την αύ­ξη­ση του κό­στους ερ­γα­σί­ας στις τιμές.

[2] Αυτό συμ­βαί­νει υπό όρους, οι οποί­οι όμως, όπως δεί­χνουν οι οι­κο­νο­με­τρι­κές εκτι­μή­σεις, πλη­ρού­νται στην πε­ρί­πτω­ση της Ελ­λά­δας όπου υπάρ­χουν αρ­κού­ντως υψη­λές ελα­στι­κό­τη­τες των εξα­γω­γών και των ει­σα­γω­γών ως προς τις τιμές.

[3] Αυτή η δια­δι­κα­σία, μεί­ω­σης της ανερ­γί­ας και αύ­ξη­σης των μι­σθών θα συ­νε­χί­ζε­ται έως ότου η αύ­ξη­ση της πα­ρα­γω­γής μειώ­σει ση­μα­ντι­κά το αχρη­σι­μο­ποί­η­το κε­φά­λαιο, το αχρη­σι­μο­ποί­η­το πα­ρα­γω­γι­κό δυ­να­μι­κό που έχουν οι ερ­γο­δό­τες. Όταν συμ­βεί αυτό, οι επι­χει­ρή­σεις δέ­χο­νται πολ­λές πα­ραγ­γε­λί­ες σε σχέση με αυτές που μπο­ρούν να ικα­νο­ποι­ή­σουν, βρί­σκο­νται λοι­πόν σε ισχυ­ρή δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή θέση ένα­ντι των πε­λα­τών τους και αυ­ξά­νουν τις τιμές τους. Με τον τρόπο αυτόν, κά­νο­ντας πιο ακρι­βά τα προ­ϊ­ό­ντα τους, θα βά­λουν ένα τέλος στις αυ­ξή­σεις των πραγ­μα­τι­κών μι­σθών. Θα βάλ­λουν εξάλ­λου τέλος και στην βελ­τί­ω­ση του εξω­τε­ρι­κού ισο­ζυ­γί­ου και στις αλ­λα­γές της συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κής ισο­τι­μί­ας της δραχ­μής, που θα έχει φτά­σει στην "συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κή ισο­τι­μία ισορ­ρο­πί­ας τα­ξι­κών δυ­νά­με­ων".


Πηγή Rproject