Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Πάουλ Μάτικ - Μαρξισμός: Χθες, σήμερα, και αύριο (μέρος Β')




Υπό αυτές τις αλλαγμένες συνθήκες, ο Μαρξισμός, στο βαθμό που δεν απορριπτόταν συνολικά ή επανερμηνευόταν στο αντίθετο του, εξέλαβε μια καθαρά ιδεολογική μορφή που δεν επηρέαζε την φιλο-καπιταλιστική πρακτική του εργατικού κινήματος. Ως τέτοιος [έχων περιοριστεί σε μια καθαρά ιδεολογική μορφή], μπορούσε να υπάρχει πλάι πλάι με άλλες ιδεολογίες ανταγωνιζόμενες για [το ποια θα πρωτοδηλώσει] αφοσίωση [στον καπιταλισμό]. Δεν εκπροσωπούσε πλέον τη συνείδηση ενός εργατικού κινήματος αποφασισμένου να ανατρέψει την υπάρχουσα κοινωνία, αλλά μια κοσμοθεωρία υποτιθέμενα βασισμένη στην κοινωνική επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Με αυτό έγινε απασχόληση των περισσότερο κριτικών στοιχείων της μεσαίας τάξης, εχόντων συμμαχήσει με την εργατική τάξη [μεν], αλλά μη αποτελούντων τμήμα της. Αυτή ήταν απλώς η συγκεκριμενοποίηση της ήδη συντελεσθείσας διαίρεσης μεταξύ της μαρξιανής θεωρίας και της υπαρκτής πρακτικής του εργατικού κινήματος. 

Είναι βέβαια αλήθεια ότι οι σοσιαλιστικές ιδέες αναπτύχθηκαν πρώτα και κύρια -αν και όχι μόνον- από μέλη της μεσαίας τάξης τα οποία είχαν ενοχληθεί από τις απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες του πρώιμου καπιταλισμού. Ήταν αυτές οι συνθήκες, όχι το επίπεδο της νοημοσύνης τους, που έστρεψε την προσοχή τους στην κοινωνική αλλαγή και επομένως στην εργατική τάξη. Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη [το γεγονός] ότι οι καπιταλιστικές βελτιώσεις στην καμπή του αιώνα θα ωρίμαζαν την κριτική τους οξύνοια, και αυτό όλο και περισσότερο καθώς η ίδια η εργατική τάξη είχε χάσει την περισσότερη από την αντιπαραθετική της θέρμη. Ο μαρξισμός έγινε έγνοια των διανοουμένων και εξέλαβε έναν ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Δεν ήταν πλέον κυρίαρχα προσεγγιζόμενος ως ένα κίνημα εργατών αλλά ως ενα επιστημονικό πρόβλημα προς συζήτηση. Παραταύτα οι διαμάχες γύρω από τα ποικίλα θέματα που εγείρονταν από τον μαρξισμό βοήθησαν στο να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της μαρξιανής φύσης του εργατικού κινήματος μέχρι αυτή να αποβληθεί από την πραγματικότητα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο πόλεμος αυτός, ο οποίος αντιπροσώπευε μια γιγάντια κρίση της καπιταλιστικής παραγωγής, οδήγησε σε μια σύντομη αναζωογόνηση του ριζοσπαστισμού στο εργατικό κίνημα και στην εργατική τάξη σε μεγάλο βαθμό. Σε αυτό το βαθμό αποτελούσε μιαν επιστροφή στη μαρξιανή θεωρία και πρακτική. Αλλά ήταν μονάχα στη Ρωσσία που οι κοινωνικές αναταράξεις οδήγησαν στην ανατροπή του οπισθοδρομικού, ημιφεουδαρχικού καπιταλιστικού καθεστώτος. Παραταύτα, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένα καπιταλιστικό καθεστώς είχε τελειώσει μέσω των πράξεων του καταπιεσμένου πληθυσμού του και της αποφασιστικότητας [δηλαδή του καθοριστικού χαρακτήρα] ενός μαρξιστικού κινήματος. Ο πεθαμένος μαρξισμός της Δευτέρας Διεθνούς έμοιαζε έτοιμος για αντικατάσταση από τον ζώντα μαρξισμό της Τρίτης Διεθνούς. Και επειδή ήταν το Κόμμα των μπολσεβίκων, υπό την καθοδήγηση του Λένιν, που μετέτρεψε τη ρώσσικη σε μια κοινωνική επανάσταση, ήταν η συγκεκριμένη ερμηνεία του μαρξισμού που έγινε ο μαρξισμός του νέου και “ανώτερου” σταδίου του καπιταλισμού. Αυτός ο μαρξισμός εξελίχθηκε αρκετά δικαιολογημένα στον μαρξισμό-λενινισμό που έχει κυριαρχήσει στον μεταπολεμικό κόσμο.

Δεν είναι αυτός ο χώρος για να επαναλάβουμε την εξιστόρηση της Τρίτης Διεθνούς και του τύπου μαρξισμού που γέννησε. Η ιστορία αυτή έχει καταγραφεί καλά σε αμέτρητες δημοσιεύσεις, οι οποίες είτε ρίχνουν την ευθύνη για την κατάρρευση της στους ώμους του Στάλιν είτε την εντοπίζουν πίσω στον ίδιο τον Λένιν. Τα γεγονότα είναι ότι η έννοια της παγκόσμιας επανάστασης δε μπορούσε να πραγματοποιηθεί και ότι η Ρώσσικη Επανάσταση παρέμενε μια εθνική επανάσταση και επομένως δεσμευμένη από την πραγματικότητα των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της. Στην απομόνωση της, δε μπορούσε να χαρακτηρισθεί μια σοσιαλιστική επανάσταση με τη μαρξιανή έννοια, καθότι έλλειπαν οι προϋποθέσεις για ένα σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας – τουτέστιν, η κυριαρχία του βιομηχανικού προλεταριάτου, και ένας παραγωγικός μηχανισμός που, στα χέρια των παραγωγών, θα μπορούσε όχι μόνο να τερματίσει την εκμετάλλευση αλλά την ίδια στιγμή να οδηγήσει την κοινωνία επέκεινα των περιορισμών του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως ήταν τα πράγματα, ο μαρξισμός μπορούσε μόνο να παράσχει την ιδεολογία την υποστηρίζουσα, κι ενόσω ακόμα την αντέφασκε, την πραγματικότητα του κρατικού καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, όπως στη Δεύτερη Διεθνή, έτσι και στη διάδοχο της, υποταγμένος όπως ήταν στα ειδικά συμφέροντα της Ρωσσίας των μπολσεβίκων, ο μαρξισμός μπορούσε μόνο να λειτουργήσει ως μια ιδεολογία για να επικαλύψει μια μη επαναστατική κι εντέλει αντι-επαναστατική πρακτική.

Εν τη απουσία ενός επαναστατικού κινήματος, η Μεγάλη Ύφεση, επηρεάζοντας τον κόσμο σε βάθος, οδήγησε όχι σε επαναστατικές αναστατώσεις αλλά στον φασισμό και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό σήμαινε την συνολική έκλειψη του μαρξισμού. Την επαύριο του πολέμου δρομολογήθηκε ένα νέο κύμα καπιταλιστικής επέκτασης σε διεθνή κλίμακα. Όχι μόνον αναδύθηκε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ενισχυμένο από την αναμέτρηση, αλλά προέκυψαν νέα κρατικο-καπιταλιστικά συστήματα μέσω είτε εθνικής απελευθέρωσης είτε ιμπεριαλιστικής κατάκτησης. Αυτή η κατάσταση περιελάμβανε όχι μιαν επανανάδυση του επαναστατικού μαρξισμού αλλά τον “ψυχρό πόλεμο”, τουτέστιν, τη σύγκρουση διαφορετικά οργανομένων καπιταλιστικών συστημάτων σε μια συνεχόμενη πάλη για σφαίρες συμφέροντος και σφαίρες εκμετάλλευσης. Στην πλευρά του κρατικού καπιταλισμού, η σύγκρουση αυτή καμουφλαρίστηκε ως ένα μαρξιστικό κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική μονοπωλιοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ από τη μεριά του, ο βασισμένος-στην-ατομική ιδιοκτησία καπιταλισμός ήταν πολύ πρόθυμος να ταυτοποιεί τους κρατικο-καπιταλιστικούς εχθρούς του ως μαρξιστές, ή κομμουνιστές, αποφασισμένους να καταστρέψουν μαζί με την ελευθερία συγκέντρωσης κεφαλαίου όλες τις ελευθερίες του πολιτισμού. Αυτή η συμπεριφορά βοήθησε να αποδοθεί σταθερά η ταμπέλα του “μαρξισμού” στην κρατικο-καπιταλιστική ιδεολογία.

Έτσι οι αλλαγές που προξενήθηκαν από μια σειρά υφέσεων και πολέμων οδήγησαν όχι σε μια σύγκρουση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά σε μια διαίρεση του κόσμου σε περισσότερο ή λιγότερο κεντρικά ελεγχόμενα οικονομικά συστήματα και σε μια διεύρυνση του χάσματος μεταξύ καπιταλιστικά ανεπτυγμένων και υπανάπτυκτων εθνών. Είναι αλήθεια ότι αυτή η διαίρεση θεωρείται γενικά ως μία μεταξύ καπιταλιστικών, σοσιαλιστικών, και τριτοκοσμικών χωρών, αλλά αυτή είναι μια παραπλανητική απλοποίηση αρκετά συνθετότερων διαφοροποιήσεων μεταξύ αυτών των οικονομικών και πολιτικών συστημάτων. Ο “σοσιαλισμός” κατανοείται συνήθως ως σημαίνων μια κρατικά ελεγχόμενη οικονομία εντός του εθνικού πλαισίου, στο οποίο ο σχεδιασμός αντικαθιστά τον ανταγωνισμό. Ένα τέτοιο σύστημα δεν είναι πλέον καπιταλισμός με την παραδοσιακή έννοια, αλλά ούτε είναι σοσιαλισμός στη μαρξιανή έννοια ενός συνεταιρισμού ελεύθερων και ίσων παραγωγών. Λειτουργώντας σε έναν καπιταλιστικό και επομένως ιμπεριαλιστικό κόσμο, δεν μπορεί παρά να συμμετέχει στον γενικό ανταγωνισμό για οικονομική και πολιτική ισχύ και, όπως ο καπιταλισμός, πρέπει είτε να επεκτείνεται είτε να συστέλλεται. Πρέπει να ισχυροποιείται σε κάθε τομέα, προκειμένου να περιορίσει την επέκταση του μονοπωλιακού κεφαλαίου από την οποία αλλιώς θα καταστρεφόταν. Η εθνική μορφή των ούτως καλούμενων σοσιαλιστικών ή κρατικά ελεγχόμενων καθεστώτων τα τοποθετεί σε σύγκρουση όχι μόνο με τον παραδοσιακό καπιταλιστικό κόσμο, ή [με] συγκεκριμένα καπιταλιστικά έθνη, αλλά επίσης το ένα με το άλλο· πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στα εθνικά συμφέροντα, δηλαδή, στα συμφέροντα των προσφάτως προκυψάντων κυρίαρχων στρωμάτων των οποίων η ύπαρξη και η ασφάλεια βασίζονται στο έθνος-κράτος. Αυτό οδηγεί στο θέαμα ενός “σοσιαλιστικού” είδους ιμπεριαλισμού και στην απειλή πολέμου μεταξύ κατ' όνομα σοσιαλιστικών χωρών

Μια τέτοια κατάσταση ήταν ασύλληπτη το 1917. Ο λενινισμός, ή (στη φράση του Στάλιν) “ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού”, ανέμενε μια παγκόσμια επανάσταση στο πρότυπο της ρωσσικής Επανάστασης. Ακριβώς όπως στη Ρωσσία διαφορετικές τάξεις είχαν συνεργαστεί για να ανατρέψουν τη μοναρχία, έτσι επίσης σε μια διεθνή κλίμακα έθνη σε διάφορα στάδια ανάπτυξης θα μπορούσαν να πολεμήσουν εναντίον του κοινού εχθρού, του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Και ακριβώς όπως στη Ρωσσία ήταν η εργατική τάξη, υπό την καθοδήγηση του Κόμματος των μπολσεβίκων, που μετασχημάτισε την αστική σε μια προλεταριακή επανάσταση, έτσι η Κομμουνιστική Διεθνής θα ήταν το όργανο για να μετασχηματίσει τους αντιμονοπωλιακούς αγώνες σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν αντιληπτό ότι τα λιγότερο ανεπτυγμένα έθνη θα μπορούσαν να παρακάμψουν μια διαφορετικά αναπόφευκτη καπιταλιστική ανάπτυξη και να ενσωματωθούν στον αναδυόμενο σοσιαλιστικό κόσμο. Βασιζόμενη στην προϋπόθεση επιτυχημένων σοσιαλιστικών επαναστάσεων στα προηγμένα έθνη, η θεωρία αυτή δε μπορούσε να αποδειχθεί ούτε ορθή ούτε εσφαλμένη, καθώς οι αναμενόμενες επαναστάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν.

Εκείνο που έχει ενδιαφέρον σε αυτό το πλαίσιο είναι οι επαναστατικές συνεπαγωγές του κινήματος των μπολσεβίκων πριν και λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας στη Ρωσσία. Η επανάσταση του έγινε στο όνομα του επαναστατικού μαρξισμού, ως της πολιτικο-στρατιωτικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και της καθιέρωσης μιας δικτατορίας για να διασφαλίσει τον μετασχηματισμό σε μια αταξική κοινωνία. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το στάδιο, και όχι μόνον εξαιτίας των συγκεκριμένων συνθηκών που κυριαρχούσαν στη Ρωσσία, η λενινιστική έννοια της σοσιαλιστικής ανασυγκρότησης παρεξέκλινε από τις αντιλήψεις του πρώιμου μαρξισμού και βασιζόταν αντιθέτως σε εκείνες που εξελίχθηκαν εντός της Δευτέρας Διεθνούς. Για την τελευταία, ο σοσιαλισμός γινόταν κατανοητός ως το αυτοματικό ξεπέρασμα της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση συνεπαγόταν την προοδευτική εξάλειψη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και συνεπώς της βασισμένης-στην-ατομική-ιδιοκτησία φύσης του, ώσπου η σοσιαλιστική κυβέρνηση, προκύπτουσα από τη δημοκρατική κοινοβουλευτική διαδικασία, θα μετασχημάτιζε το μονοπωλιακό κεφάλαιο στο μονοπώλιο του κράτους και θα δρομολογούσε έτσι τον σοσιαλισμό μέσω [της έκδοσης] κυβερνητικού διατάγματος. Παρ' ότι στον Λένιν και τους μπολσεβίκους αυτό φαινόταν μια μη πραγματοποιήσιμη ουτοπία όσο και μια βρωμερή δικαιολογία για αποχή από κάθε είδους επαναστατική δραστηριότητα, θεώρησαν και οι ίδιοι τη θέσπιση του σοσιαλισμού ως κυβερνητικό ζήτημα, έστω και δρομολογηθέντος μέσα από μιαν επανάσταση. Διέφεραν από τους σοσιαλδημοκράτες αναφορικά με τα μέσα προς επίτευξη του κατά τ' άλλα κοινού σκοπού – της εθνικοποίησης του κεφαλαίου από το κράτος και του κεντρικοποιημένου σχεδιασμού της οικονομίας.

Ο Λένιν επίσης συμφωνούσε με την φιλισταϊκή και αλαζονική πεποίθηση του Κάουτσκυ ότι η εργατική τάξη καθεαυτή είναι ανίκανη να αναπτύξει επαναστατική συνείδηση, η οποία πρέπει [επομένως] να εισαχθεί σε αυτήν απ' έξω από την ιντελλιγκέντσια της μεσαίας τάξης. Η οργανωτική μορφή αυτής της ιδέας ήταν το επαναστατικό κόμμα ως η πρωτοπορία των εργατών και η αναγκαία προϋπόθεση για μια επιτυχημένη επανάσταση. Εάν, σε αυτή την άποψη, η εργατική τάξη είναι ανίκανη να πραγματοποιήσει τη δική της επανάσταση, θα είναι ακόμη λιγότερο ικανή να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία, ένα εγχείρημα που φυλάσσεται για το καθοδηγητικό κόμμα ως τον κάτοχο του κρατικού μηχανισμού. Η δικτατορία του προλεταριάτου εμφανίζεται έτσι ως εκείνη του οργανωμένου όπως το κράτος κόμματος. Και επειδή το κράτος πρέπει να έχει έλεγχο πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία, πρέπει επίσης [το κυρίαρχο μετεπαναστατικά κόμμα] να ελέγχει τις δράσεις της εργατικής τάξης, μολονότι ο έλεγχος αυτός υποτίθεται ότι ασκείται για χάρη της. Στην πράξη, αυτό κατέληξε να γίνει η ολοκληρωτική κυριαρχία της κυβέρνησης των μπολσεβίκων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget