Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Αντιμαχόμενες Οικονομικές θεωρίες: Ζήτημα διαφορών


Των Richard Wolff και Stephen Resnick


Από το 2007 η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση – η βαθύτερη από τη δεκαετία του 1930 – έχει, και θα συνεχίσει να έχει, ευρύτερα και εντονότερα αποτελέσματα. Μετασχηματίζει την οικονομία, την πολιτική και την κουλτούρα του κόσμου. Οι οικονομικές θεωρίες, ως μέρος αυτής της κουλτούρας, δεν μπορούν να ξεφύγουν από αυτή την πρόκληση και αλλαγή. Οι οικονομικές θεωρίες είναι οι φακοί που χρησιμοποιούμε για να δούμε και να καταλάβουμε το «γιατί» και το «πώς» των οικονομικών. Έτσι, μας παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες, για παράδειγμα, σχετικά με το τι πρέπει να κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε τις κρίσεις και τα τεράστια κοινωνικά κόστη. Αυτό αποτελεί το μεγάλο διακύβευμα για τις οικονομικές ενέργειες, οι οποίες συντείνουν στο να αλλάξει η ιστορία μας, όπως και η ίδια η ιστορία αλλάζει τις θεωρίες μας, και πάει λέγοντας. Αντίθετα με άλλους οικονομολόγους, πιστεύουμε ότι η οικονομική θεωρία τώρα αλλάζει, για άλλη μια φορά, ως ένα βασικό αποτέλεσμα της τρέχουσας κρίσης.

Οι οικονομικές θεωρίες ήταν πάντα πολύπλοκες. Οι προσπάθειες των υποστηρικτών και των επικριτών των οικονομικών θεωριών να παράξουν οικονομικές αναλύσεις και πολιτικές είναι πάντα καταδικασμένες. Κατά τη γέννηση του σύγχρονου καπιταλισμού, οι θεωρητικοί γίγαντες Άνταμ Σμιθ και Ντέιβιντ Ρικάρντο εκθείασαν το νέο σύστημα για την ανωτερότητά του έναντι του προηγούμενου, φεουδαρχικού οικονομικού συστήματος. Τα «κλασικά» οικονομικά τους εξελίχθηκαν σε «νεοκλασικά οικονομικά», τα οποία, επίσης έπλεξαν το εγκώμιο της θεωρίας τους για το πώς λειτούργησε ο καπιταλισμός. Κι, όμως, λίγο μετά τον Σμιθ και τον Ρικάρντο, εμφανίστηκαν οι κριτικές, οι οποίες οδήγησαν στην εμφάνιση ενός άλλου γίγαντα, του Κάρλ Μάρξ. Με τους υποστηρικτές του, άσκησε μια σφοδρή κριτική στον καπιταλισμό, μέσω μιας διαφορετικής οικονομικής θεωρίας.

Τα οικονομικά –όπως κάθε πεδίο γνώσης και, πολύ περισσότερο, όπως οι άλλες κοινωνικές και φυσικές επιστήμες– περικλείουν εναλλακτικούς, αντιμαχόμενους τρόπους κατανόησης του αντικειμένου τους. Αυτό το αντικείμενο, ένα ή περισσότερα οικονομικά συστήματα, είναι μια πελώρια, σύνθετη μάζα από διαδικασίες και σχέσεις που αλληλεπιδρούν. Διαφορετικοί παρατηρητές, μαθητές, και «γνώστες» συμμετέχουν, και γι’ αυτό βλέπουν το οικονομικό σύστημα διαφορετικά. Με άλλα λόγια, διαφορετικές οικονομικές θεωρίες – παρόμοια με διαφορετικές ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, ιατρικές και άλλες θεωρίες – θα αναδυθούν, φυσικά, από τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι ζουν και αλληλεπιδρούν, σκέφτονται και βιώνουν τις ζωές τους.

Έτσι, η σαφής κατανόηση ενός οικονομικού συστήματος απαιτεί γνώση και ενασχόληση σχετικά με τις εναλλακτικές θεωρίες αυτού του παραγόμενου και διεσπαρμένου από διαφορετικούς γνώστες αντικειμένου. Το ίδιο ισχύει και σε άλλες κοινωνικές πολυπλοκότητες: για παράδειγμα, στην οικογένεια. Υποθέστε ότι κάποιος ήθελε να καταλάβει μια οικογένεια που ζούσε δίπλα του και εξακρίβωσε ότι οι γονείς είχαν δυο παιδιά τα οποία είχαν πολύ διαφορετικές θεωρίες για τη δομή και τη δυναμική της οικογένειας. Το ένα θεωρούσε την οικογένειά του περίπου ιδανική, ενώ το άλλο την θεωρούσε βαθιά προβληματική. Για να καταλάβουμε αυτήν την οικογένεια απαιτείται να συμπεριλάβουμε μια εξέταση και μια σύγκριση και των δυο εναλλακτικών θεωριών των παιδιών για την οικογένεια, τις διαφορετικές αντιλήψεις και τα συμπεράσματά τους. Θα λέγαμε το ίδιο σχετικά με κάθε αντικείμενο της σκέψης, όπως ένα αυτοκίνητο, ένας πολιτικός, μια θρησκεία, ή ένα εστιατόριο. Αυτή η διαδικασία της γνώσης, της κατανόησης των αντικειμένων, είναι μια καθημερινή δραστηριότητα. Συνειδητά και, πιο συχνά, ασυνείδητα, εξετάζουμε εναλλακτικές θεωρίες των αντικειμένων της σκέψης που εμφανίζονται στη ζωή μας.

Τα τελευταία 150 χρόνια, οι προσπάθειες των οικονομολόγων και άλλων επιστημόνων να κατανοήσουν την πολυπλοκότητα και τα μυστήρια του καπιταλισμού ήρθαν αντιμέτωπες με τις βαθιές επαναλαμβανόμενες κρίσεις του, τη διαρκή αλλαγή, και την παγκόσμια εξάπλωσή του. Οι προσπάθειές τους αντιμετώπισαν εναλλακτικές και συχνά συγκρουόμενες θεωρίες, οι οποίες πρότειναν διαφορετικές πολιτικές πρακτικές. Οι κανονιστικές και οι θετικές πλευρές αυτών των θεωριών ήταν πάντα αξεδιάλυτα συνδεδεμένες – αν και επιστημονικά αμφισβητήθηκαν και από τους υποστηρικτές και από τους επικριτές του καπιταλισμού, οι οποίοι φαντάζονταν το έργο τους σαν μια καθαρή ανάλυση πέραν κάθε συστημικής στράτευσης.

Δυο γεγονότα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα έκαναν το έργο της οικονομικής ανάλυσης και της πολιτικής διαμόρφωσης ακόμα πιο κεφαλαιώδες: Η Ρωσική Επανάσταση, το 1917, στήριξε τη «μετάβασή της από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό» σε μια συγκεκριμένη ανάγνωση των οικονομικών του Μάρξ. Δημιουργήθηκαν δυο στρατόπεδα: Το ένα συνέχισε να εξελίσσει την ανάλυση στην οποία ήταν επικεντρωμένος ο Μάρξ, αναφορικά με τον καπιταλισμό και τον μετασχηματισμό του σε ένα διαφορετικό σύστημα. Το άλλο, αποκλίνον, μετατράπηκε περισσότερο σε μια θεωρία προς υποστήριξη του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, όπως αυτός προσδιορίστηκε από το σύστημα που εφαρμόστηκε στην ΕΣΣΔ.

Το δεύτερο γεγονός ήταν η μεγάλη κρίση του καπιταλισμού, η Μεγάλη Ύφεση τη δεκαετία του 1930: Διαίρεσε τους υποστηρικτές, την αντι-μαρξιστική θεωρία του καπιταλισμού, σε δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα: νεοκλασικούς και τους κεϋνσιανούς. Οι πρώτοι προτιμούσαν μια ελαχιστοποίηση της κρατικής ρύθμισης και παρέμβασης, για να πετύχουν τη βελτιστοποίηση, η οποία, σύμφωνα με αυτούς, σχετιζόταν με τις δραστηριότητες του ιδιωτικού καπιταλισμού, τις αλληλεπιδράσεις της ελεύθερης αγοράς και της ιδιωτικής περιουσίας. Οι δεύτεροι, εμπνεόμενοι από το έργο του Κέυνς, πίστεψαν ότι μόνο η κρατική παρέμβαση θα μπορούσε να εξασφαλίσει τα πλεονεκτήματα του καπιταλισμού, δηλαδή να σώσει τον καπιταλισμό από τις υπερβολικές ανισορροπίες, τις ανισότητες, και τις πολιτικές απειλές που δημιουργούνται εκ της φύσεώς του.

Τα δυο προαναφερόμενα στρατόπεδα του μαρξισμού προσφέρουν εναλλακτικές κατανοήσεις και κριτικές του καπιταλισμού και, αντιστοίχως, διαφορετικές κοινωνικές ατζέντες. Το ένα αναζητά μια σοβιετικού τύπου κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και έναν κεντρικό κρατικό σχεδιασμό, αντί για τη διανομή των πόρων και των προϊόντων από τις αγορές. Το άλλο, επικεντρώνεται στο πώς οι παραγωγικές επιχειρήσεις μπορούν να αναδιοργανωθούν ριζοσπαστικά, έτσι ώστε τα ακαθάριστα κέρδη (η υπεραξία του Μάρξ) θα μπορούσαν να αντληθούν και να διανεμηθούν κοινωνικά από τους εργάτες, οι οποίοι είναι οι άμεσοι παραγωγοί του,ς σαν μια βάση για ένα νέο μετα-καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα. Τα δυο στρατόπεδα του μαρξισμού, όπως και οι υποστηρικτές των νεοκλασικών και των κεϋνσιανών οικονομικών, θεμελιώνουν πολύ διαφορετικές οικονομικές πολιτικές.

Στο τελευταίο μισό του αιώνα, νεοκλασικοί, κεϋνσιανοί, και τα δυο στρατόπεδα των μαρξιστικών οικονομικών έχουν αγωνιστεί με νύχια και δόντια. Η σοβιετική εκδοχή πάλευε ενάντια στο άλλο κομμάτι των μαρξιστικών οικονομικών, όπως τα νεοκλασικά οικονομικά αντιτάχθηκαν στην κεϋνσιανή εναλλακτική. Μερικές φορές, όπου επιτρεπόταν, τρεις ή ακόμα και τέσσερις βασικές εναλλακτικές συγκρούονταν σε ανοιχτές συζητήσεις και διαμάχες. Ωστόσο, στις περισσότερες κοινωνίες, η συζήτηση ήταν περιορισμένη. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, τα μαρξιστικά οικονομικά ήταν ευρέως απαγορευμένα λίγο μετά την σοβιετική επανάσταση και, αργότερα, κάτω από τις πιέσεις του Ψυχρού Πολέμου. Οι περιορισμοί, σε μεγάλο βαθμό, υφίστανται ακόμα, διατηρώντας το αμερικάνικο πολιτιστικό πρότυπο – επανάσταση από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Τα κεϋνσιανά οικονομικά επικράτησαν, από το 1945 έως τη δεκαετία του 1970, καταφέρνοντας να βγάλουν την καπιταλιστική οικονομία από τη Μεγάλη Ύφεση και να την προστατέψουν από την πολιτική αντίδραση που αυτή προκάλεσε. Οι υπερασπιστές τους περιόρισαν απότομα να νεοκλασικά οικονομικά σε ελάχιστους πανεπιστημιακούς και συντηρητικούς κύκλους. Με τον Ρέιγκαν και την αντίδραση στο στασιμοπληθωρισμό, τη δεκαετία του 1970, ο αντίστροφος περιορισμός διευκολύνθηκε και ενισχύθηκε. Τα νεοκλασικά οικονομικά και οι οικονομολόγοι έθεσαν σε υποδεέστερη θέση τους κεϋνσιανούς αντιπάλους τους, μέχρι το 2007 που ξεσπά η κρίση.

Οι υποστηρικτές της επικρατούσας θεωρίας πάντα δικαιολογούσαν την επικράτησή της, ισχυριζόμενοι ότι αυτή «ταιριάζει καλύτερα στα δεδομένα» ή ότι «εξυπηρετεί καλύτερα τους στόχους της πολιτικής». Οι υποστηρικτές της νεοκλασικής θεωρίας ισχυρίζονται ότι οι ιδέες τους αντικατοπτρίζουν καλύτερα τη θεμελιώδη ανθρώπινη φύση, συνδέουν τη θεωρία τους και τα γεγονότα. Οι υποστηρικτές της κεϋνσιανής θεωρίας ισχυρίζονται ότι εκφράζουν καλύτερα τους βαθύτερους θεμελιώδεις νόμους της οικονομίας, χρησιμοποιώντας μια διαφορετική λογική και διαφορετικά υποστηρικτικά δεδομένα. Οι υποστηρικτές των μαρξικών θεωριών συχνά ισχυρίζονται ότι η μόνο η θεωρία τους αποτυπώνει ή αντιλαμβάνεται τη φύση ή τους «νόμους της κίνησης» του καπιταλισμού. Υποστηρίζουν τη θέση τους με μια άλλη λογική και με διαφορετικά δεδομένα, τα οποία προβάλλουν την καπιταλιστική ταξική εκμετάλλευση και τη σχέση της με την κρίση.

Οι υποστηρικτές κάθε θεωρίας συνήθως δικαιολογούν τον αποκλεισμό εναλλακτικών θεωριών (από τα ακαδημαϊκά προγράμματα, τη μιντιακή έκθεση, και τον πολιτικό λόγο) στη βάση ότι εκείνες οι εναλλακτικές θεωρίες είναι «λάθος», οφείλει να αντικατασταθεί από «καλύτερη» θεωρία (τη δική τους), κλπ. Η επικράτηση κάθε θεωρίας διαρκεί συνήθως μέχρι η επόμενη οικονομική ή κοινωνική κρίση να καταρρίψει τους απόλυτους ισχυρισμούς της ότι παράγει τις καλύτερες γνώσεις, μια ακριβής πρόβλεψη και την πιο αποτελεσματική πολιτική.

Η επικράτηση του σοβιετικού μαρξισμού έναντι της μαρξιστικής εναλλακτικής υποχώρησε μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Η επικράτηση των κεϋνσιανών οικονομικών διατηρήθηκε μέχρι τη στιγμή που ο στασιμοπληθωρισμός της δεκαετίας του 1970 συνδέθηκε με τις ξεχασμένες αναμνήσεις της Μεγάλης Ύφεσης και τις ξεχασμένες δεσμεύσεις του New Deal. Αυτές οι συνθήκες διευκόλυναν την αναβίωση της κυριαρχίας των νεοκλασικών οικονομικών και την αυτό-απεικόνιση της ως η σωστή θεωρία που οδηγεί σε καπιταλιστική ευημερία και ανάπτυξη. Η τρέχουσα κρίση έχει αποσταθεροποιήσει και αμφισβητήσει αυτή την κυριαρχία, για άλλη μια φορά, περίπου όπως συνέβη στη Μεγάλη Ύφεση, 75 χρόνια νωρίτερα.

Έτσι, η κρίση που συνεχίζεται ακόμα, από το 2007, έχει δημιουργήσει πάλι το χώρο για μια σοβαρή, επιστημονική συζήτηση μεταξύ των εναλλακτικών θεωριών. Τουλάχιστον για λίγο καιρό μπορούν να εκτιμηθούν, να μελετηθούν, και χρηστικά να συγκριθούν ως εναλλακτικοί τρόποι του πώς βλέπουμε, ζούμε, και ίσως μετατοπιζόμαστε (πέρα από) τον σύγχρονο καπιταλισμό. Οι θεωρίες πάντα θέτουν διαφορετικές ερωτήσεις, υπογραμμίζουν διαφορετικές διαστάσεις, και φτάνουν, αντιστοίχως, σε διαφορετικά συμπεράσματα. Ίσως μια νέα γενιά μπορεί να μάθει από όλες αυτές, αποσκοπώντας λιγότερο στην υποστήριξη μιας από αυτές, μέσω της απώθησης των άλλων, και περισσότερο για να αντλήσει χρήσιμες ιδέες και μαθήματα από τις διαφορετικές δυνατότητές τους. Το νέο βιβλίο μας, Αντιμαχόμενες Οικονομικές Θεωρίες: Νεοκλασική, Κεϋνσιανή και Μαρξιστική, διευκολύνει αυτή τη διαδικασία με το να εξηγεί, συστηματικά και συγκριτικά, το πώς οι κύριες θεωρίες διαφέρουν, τις επιπτώσεις των διαφορών τους, και το γιατί οι διαφορές έχουν σημασία.

Η σημερινή οικονομική κρίση έχει ξαναφέρει τα οικονομικά στο επίκεντρο της προσοχής. Οι οικονομικές θεωρίες θα εξελιχθούν και θα αλλάξουν, για άλλη μια φορά. Η ευρεία ανυπομονησία, η αντιπαλότητα, ακόμα και η οργή στοχεύει τώρα στην καπιταλιστική ανισομερή διανομή του πλούτου και των εισοδημάτων, στην κρίση, στις κυβερνητικές εγγυήσεις, πρωτίστως υπέρ των τραπεζών και των χρηματιστηριακών αγορών, και στα προγράμματα λιτότητας με τα οποία κάποιοι ισχυρίζονται ότι θα ξεπεραστεί η κρίση και θα πληρωθούν οι εγγυήσεις. Τώρα πια, η επικράτηση των νεοκλασικών οικονομικών αμφισβητείται και δεν είναι εξασφαλισμένη για τις επόμενες δεκαετίες. Τα κεϋνσιανά οικονομικά έχουν βρει νέους υποστηρικτές και έχουν κερδίσει υποστήριξη. Το ίδιο έχει γίνει και με τα μαρξιστικά οικονομικά. Ο σοβιετικός μαρξισμός συνεχίζει να ξεθωριάζει, βέβαια, αλλά αναδύονται παλιές και νέες μαρξιστικές εναλλακτικές.

Συχνά, πλέον, ο αναδυόμενος αντι-καπιταλισμός διαφωνεί με τον κλασικό σοσιαλισμό και τον μαρξισμό. Οι σοσιαλισμοί, οι οποίοι αντλούσαν παραδείγματα από τις διακριτές εμπειρίες της ΕΣΣΔ, της Ανατολικής Ευρώπης, της Κίνας, κλπ δεν προσελκύουν πια τις επικρίσεις του καπιταλισμού, όπως συνέβαινε κάποτε. Όμως, αναζητείται διαρκώς κάτι παραπάνω από τον παραδοσιακό καπιταλισμό ή τον παραδοσιακό σοσιαλισμό.

Οι παλιότερες εναλλακτικές προτάσεις έχουν αμαυρωθεί και οι θεωρίες που τις υποστηρίζουν φαίνονται ανεπαρκείς. Για να προχωρήσουμε, όμως, απαιτείται η κατανόηση και η οικοδόμηση αυτού που έχει αξία και είναι χρήσιμο εντός των σημερινών αντιμαχόμενων θεωριών. Οι εναλλακτικές θεωρήσεις του οικονομικού παρελθόντος και του παρόντος είναι απαραίτητα πρωτογενή υλικά για τη διαμόρφωση ενός νέου οικονομικού συστήματος, το οποίο θα μπορεί να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα και θα αποκτήσει μεγάλη υποστήριξη, η οποία είναι αναγκαία για τη μετάβαση σε ένα τέτοιο νέο σύστημα.

Στις περισσότερες κοινωνίες, η οικονομική παιδεία που συμπεριλαμβάνει τις αντιμαχόμενες θεωρίες έχει αντικατασταθεί, τις τελευταίες δεκαετίες, από μονόπλευρα προγράμματα σπουδών, καθώς και συγκεκριμένες θεωρίες, οι οποίες επικρατούν στα σχολεία, τα μέσα ενημέρωσης, τις επιχειρήσεις και την πολιτική. Πρέπει τώρα να διορθώσουμε αυτή την παράλειψη. Από αυτό προκύπτει και το μέλημά μας να παρέχουμε στους ενδιαφερόμενους αναγνώστες μια συστηματική εισαγωγή και μια διερεύνηση των κυριότερων αντιμαχόμενων θεωριών, και των διαφορετικών επιπτώσεων που έχουν στη ζωή μας.

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Πηγή: The Montreal Review
Αναδημοσίευση από Red Notebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget