Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Η κοινωνική οντολογία του Pierre Bourdieu III: Πρακτική, στρατηγική και συμβολική εξουσία/βία


Η έννοια της πρακτικής βρίσκεται μεταξύ habitus και πεδίου, είναι οι κοινωνικά καθαγιασμένοι τρόποι με τους οποίους γίνονται τα πράγματα. Είναι ένας πιο δομημένος και συγκεκριμένος τρόπος περιγραφής αυτού που θα ονομάζαμε «κοινωνικές συνήθειες». Όσο το κοινωνικό έθος ωριμάζει, μπορεί να εξελιχθεί και να εξειδικευτεί σε πρακτικές, οι οποίες με τη σειρά τους μπορεί να εκφυλιστούν σε συνήθειες. Οι πρακτικές είναι ριζωμένες σε πλέγματα κοινωνικών συνηθειών, και μπορεί να θεσμοθετηθούν επισήμως ως νόμος που θα προτρέπει ή θα απαγορεύει. Η όποια επίσημη νομική θεσμοθέτηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου παρεμβαίνει, ακόμη κι αν στοχεύει στην αναδιάρθρωση και όχι την αναπαραγωγή του, προκειμένου να είναι λειτουργική. Η πρακτική είναι η λειτουργία της σύμφυσης του κοινωνικά μορφοποιημένου υποκειμενικού παράγοντα (habitus) και του κοινωνικά μορφοποιημένου αντικειμενικού παράγοντα (πεδίο), είναι το όλον της συμπληρωματικότητας των δυο. Η άρτια κατοχή του τρόπου μιας πρακτικής φαίνεται να υπονοεί έναν συνειδητό, υποκειμενικό, νοητικό σχεδιασμό, μολονότι αυτό δε συμβαίνει τις περισσότερες φορές, κι όταν ακόμα συμβαίνει δεν είναι το σημαντικότερο.

Για να εξηγήσει αυτή τη φαινομενική ανακολουθία ο Bourdieu εισηγείται συμπληρωματικά την έννοια της στρατηγικής, η οποία αντιστρατεύεται την έννοια της ασύνειδης υπακοής της συμπεριφοράς σε κάποια προγενέστερη δομή (στρουκτουραλισμός), όπως και εκείνη του υποκειμενισμού-βολονταρισμού που συνεπάγεται η αντίληψη περί σχεδιασμού. Η στρατηγική αναφέρεται σε μια αδιατύπωτη, ανακλαστική αίσθηση της θέσης μας εντός ενός πεδίου και εμπεριέχει τις υποκειμενικές βλέψεις – είναι περισσότερο αντικειμενική. Είναι η αβίαστη εκδήλωση ενός habitus, μια πολύπλευρη αίσθηση, ένα κοινωνικό ένστικτο. 'Οταν υπάρχει δομική ασυμβατότητα μεταξύ ενός habitus κι ενός περιβάλλοντος, μπορεί να φτάσουμε σε ένα σημείο έλλειψης. Οι στρατηγικές που προτείνονται αβίαστα από το habitus στοχεύουν ως ένα είδος υπαρκτικής προέκτασης του εαυτού στις αντικειμενικές δυνατότητες. Επισημαίνονται οι αντικειμενικά προσανατολισμένες σειρές πράξεων με τις οποίες οι κοινωνικοί δρώντες δομούν την κοινωνική πραγματικότητα.

Η κοινωνική πραγματικότητα είναι πάντα συμβολικο-κανονιστικά μορφοποιημένη δίχως ολίσθηση στον μεταμοντερνισμό, αφού οι αφηγήσεις συνιστούν αποφύσεις της πραγματικότητας μάλλον παρά διαμορφωτικούς παράγοντες. «Το αντικείμενο της κοινωνικής επιστήμης είναι μια πραγματικότητα που περιλαμβάνει όλους τους συλλογικούς και ατομικούς αγώνες που στοχεύουν στη συντήρηση ή τη μεταμόρφωση της πραγματικότητας. Και ειδικότερα τους αγώνες που επιδιώκουν να καθιερώσουν τον νόμιμο, τον αποδεκτό, τον αυτονόητο [και εν πολλοίς αποσιωπημένο] τρόπο ορσιμού της πραγματικότητας, του οποίου η ιδιαζόντως συμβολική αποτελεσματικότητα μπορεί να βοηθήσει στη συντήρηση ή την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης, δηλαδή της πραγματικότητας». Ως συμβολική βία ορίζεται η βία που δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από εκείνον στον οποίον ασκείται. Είναι η συγκολλητική ουσία του τρόπου που δομείται και λειτουργεί η κοινωνική πραγματικότητα, ο αθέατος σκελετός της – ενδιαφέρουσα είναι η αντιπαραβολή με την αλτουσεριανή ανάλυση της ιδεολογίας και κυρίως τη φουκωϊκή σύλληψη της εξουσίας· βασική διαφορά με τη δεύτερη η επιμονή του Bourdieu στις αυτοματικές και σωματικές πλευρές της.

Η συμβολική εξουσία δεν είναι εξωγενής σε σχέση με το υποκείμενο. Η ίδια η λογική μιας μορφής ζωής είναι ενσταλλαγμένη στο υποκείμενο ως habitus. Είναι ένας τρόπος σκέψης προς τον οποίο το υποκείμενο τείνει να ευθυγραμμίζεται. Όπως και στον Foucault δεν είναι αποτέλεσμα βίαιης επιβολής ούτε συναίνεσης, αλλά συστατική συνθήκη του κοινωνικού υποκειμένου ως ενσώματου όντος. Ασκείταιμέσω της εσωτερικής μας προδιάθεσης και δεν είναι παρά η αποδοχή του αναγκαίου ή αυτονόητου. Αυτό στο οποίο είναι κανείς «καταδικασμένος» ή αυτό για το οποίο είναι κοινωνικά προορισμένος γίνεται επιθυμητό, δηλαδή η ανάγκη γίνεται αρετή· κάθε τρόπος αισθητικοποίησης και αξιολογικής ιεράρχισης της πραγματικότητας (κάθε γούστο) αποτελεί έκφραση μιας κοινωνικά καθορισμένης ανάγκης. Το συμβολικό, αισθητικό και οιονεί κανονιστικό στοιχείο κάθε τέτοιας κρίσης διατηρείται στο “λαϊκό” γούστο, όπως αντίστοιχα στο γούστο της πολυτέλειας παραμένει ένα είδος αναπόφευκτης υποχρέωσης. Αυτό το γούστο της ανάγκης είναι μια άτυπη αισθητικοποίηση του κοινωνικά αναγκαίου, ωστόσο δεν καταλήγουμε σε έναν στυγνό λειτουργισμό του αναγκαίου, αφού διατηρείται μια αισθητική απόχρωση. Γούστο και ανάγκη συγκροτούν ένα ακόμη συμπληρωματικό δίπολο – η αλληλεξάρτηση των εννοιών στο έργο του Bourdieu είναι εντυπωσιακή λόγω της ολιστικής προσέγγισης του, η οποία δεν περιορίζεται στη σύλληψη οντικών ολοτήτων αλλά και επεκτείνεται στην επικράτεια των λειτουργιών. Η συμβολική εξουσία είναι η αίσθηση μιας αντικειμενικής ιεραρχίας εκ μέρους των κυριαρχούμενων, ενώ ως υποπερίπτωση της το γούστο της ανάγκης είναι ο τρόπος με τον οποίο κάθε τι αναγκαστικά επιβαλλόμενο καθίσταται επιθυμητός τρόπος ζωής και υπαρκτικής πλήρωσης.

Η συμβολική βία είναι ένα είδος αντανακλαστικής αλληλοενοχής, ενεργητικής παραίτησης, αθέλητης συνέργειας με μια κατάσταση που αντικειμενικά δε βρίσκεται σε συμφωνία με τα συμφέροντα των κοινωνικών υποκειμένων στα οποία ασκείται. Τα τελευταία επιβεβαιώνουν κι ενισχύουν την υφιστάμενη κοινωνική λογική, ακριβώς επειδή αδυνατούν να διανοηθούν τη διεκδίκηση περαιτέρω κατακτήσεων. Είναι μια εξουσία που ανεπαίσθητα στηρίζει την κοινωνική τάξη και το εκάστοτε σύστημα κοινωνικών διαφοροποιήσεων και συνεπώς ιεραρχήσεων. Οι ιεραρχήσεις αυτές γίνονται αισθητές ως η φυσική τάξη των πραγμάτων. Οι κοινωνικοί δρώντες είναι γνωρίζοντα υποκείμενα, τα οποία ακόμη κι όταν υπόκεινται σε καθορισμούς συμβάλλουν στην παραγωγή της αποτελεσματικότητας αυτού που τα καθορίζει, στο βαθμό που συμβάλλουν στην παραγωγή αυτού που τα καθορίζει. Σχεδόν πάντα το αποτέλεσμα της κυριαρχίας έγκειται στο ταίριασμα μεταξύ των καθορισμών και των αντιληπτικών κατηγοριών, οι οποίες συγκροτούν αυτούς καθαυτούς τους εν λόγω καθορισμούς ως παράγοντες ή στοιχεία της πραγματικότητας αρμόδια να μας καθορίζουν. Παραγνώριση ονομάζει ο Bourdieu το σύνολο των προστοχαστικών παραδοχών που οι κοινωνικοί δρώντες «ασπάζονται» ακριβώς επειδή οι αντιληπτικές τους δομές αντιστοιχούν στις δομές του κόσμου εντός του οποίου ζουν. Δεν πρόκειται για επικοινωνιακή αλληλεπίδραση, αφού οι παραδοχές αυτές δεν εμφυτεύονται με τη μορφή προπαγάνδας – διαφορά μπουρντιουανής θεωρίας περί συμβολικής βίας με την γκραμσιανή θεωρία περί ηγεμονίας: δεν απαιτείται ενεργητική κατασκευή του σώματος παραδοχών, οι δρώντες εφαρμόζουν επί του κοινωνικού κόσμου δομές σκέψης και αξιολόγησης οι οποίες προέρχονται από τον ίδιο κοινωνικό κόσμο στον οποίο ανετράφησαν. Το πραγματικό θεμέλιο μιας θεωρίας της κυριαρχίας ή της πολιτικής είναι επομένως το γεγονός ότι οι δρώντες λαμβάνουν σε ένα μεγάλο βαθμό τον κόσμο ως δεδομένο και αυτονόητο χωρίς να χρειαστεί να πειστούν γι' αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget