Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

The Hateful Eight, του Quentin Tarantino


του Keunermann


Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί ορισμένοι φίλοι του Quentin Tarantino διαμαρτυρήθηκαν για την τελευταία ταινία του, τους «Μισητούς οκτώ». Η ταινία είναι δική του, δεν υπάρχει αμφιβολία. Εντούτοις, διαρκεί τρεις ώρες, μοιάζει με μια αφήγηση εγκιβωτισμένη σε μιαν άλλη (επίσης παρένθετη) αφήγηση – bottle in a bottle, σαν κούκλα Матрёшка, λες και πήγε να δει κανείς τους «Αδερφούς Καραμάζοφ»· η δράση είναι σπάνια αν και εκρηκτική όταν ξεσπάει, οι ρυθμοί κατά κανόνα αργοί, και το πράγμα πάει πολύ «στο κουβεντιαστό», ακόμη και για τα δεδομένα του σκηνοθέτη, που ομολογουμένως εδώ έχει αναστείλει τη χρήση του χαλιναριού. 

Γουέστερν, λοιπόν. Αλλά όχι από εκείνα που έχουν σερίφηδες, πιστολίδια, ενέδρες παρανόμων, ληστείες τραπεζών, Ινδιάνους και κυνηγητά. Αντ’ αυτών ένα whodunnit story, μια ατμόσφαιρα υποβόσκουσας έντασης, το διαρκές «φτύσιμο» ατακών και αρκετό κουβεντολόι. Δεν ανήκουμε σε αυτούς που απογοητεύτηκαν από αυτή την ταινία, τουναντίον. Το σκηνικό έχει στηθεί για ένα απολαυστικό καίτοι αργόσυρτο θεατρικό που ανταμείβει πλουσιοπάροχα τους υπομονετικούς θεατές.

Λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο, παρακολουθούμε την ιστορία του John Ruth (Kurt Russell) που πηγαίνει στο Read Rock προκειμένου να παραδώσει στις αρχές την Daisy Domergue (Jennifer Jason Leigh) για να κρεμαστεί. Η αμοιβή για το κεφάλι της είναι 10.000 δολάρια «ζωντανή ή νεκρή», οπότε δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος να την πάει ζωντανή, αλλά ο Ruth είναι ο «Κρεμάλας» που οδηγεί τους ενόχους ή τους επικηρυγμένους στην αγχόνη. Νοικιάζει γι’ αυτόν τον σκοπό μια άμαξα έξι αλόγων που οδηγεί ο Ο.Β (James Parks). Σε όλη τη διαδρομή η απειλή της χιονοθύελλας τους ακολουθεί, ωθώντας τους να αναζητήσουν καταφύγιο στο «υφασματάδικο της Minnie», που το έχει από κοινού με τον Γλυκύ Dave. Σε εκείνο το σημείο του δρόμου εμφανίζεται ο νέγρος επίλαρχος Marquis Warren (Samuel Jackson), που τους ζητά να τον πάρουν μαζί, καθότι το άλογό του έπεσε και αναγκάστηκε να το θανατώσει.

Τη φαρμακερή συντροφιά συμπληρώνουν ορισμένοι ακόμη παλιοί γνώριμοι από τη φιλμογραφία του Tarantino, όπως οι Tim Roth, Michael Madsen (τον οποίο φαίνεται πως συγχώρησε μετά την προ διετίας διαρροή του σεναρίου της ταινίας που φημολογείται ότι διέπραξε), μαζί με έξοχους ηθοποιούς, όπως ο Walton Goggins (ρόλος ζωής ως Boyd Crowder στο “Justified”, όπου τον απολαύσαμε μπαρουτοκαπνισμένο, με νότια προφορά και το μαλλί του Vegeta από το Dragonball Z), o Demián Bichir και ο βετεράνος Bruce Dern. Τη μουσική της ταινίας υπογράφει ο Ennio Morricone, στο πρώτο γουέστερν σάουντρακ που επιμελήθηκε μετά από 35 χρόνια.

Η αφήγηση της ιστορίας εκτυλίσσεται σε έξι κεφάλαια, κατά το σύνηθες πρότυπο του Tarantino. Ορισμένοι εξανέστησαν από το ότι επαναλαμβάνεται ή φαίνεται, λέει, να έχει χάσει την έμπνευσή του. Όμως, αποτελεί συγκροτητική συνθήκη της ιδιοσυστασίας του ως δημιουργού το «μιξάρισμα», το mash up μεταξύ των πλέον ετερόκλιτων πηγών, των προηγούμενων στιγμών της φιλμογραφίας του περιλαμβανομένων. Με τον Tarantino, περισσότερο από όσο με οποιονδήποτε άλλον, το ερώτημα περί μίμησης ή αντιγραφής καθίσταται στην πράξη ανενεργό. Το κάνει καλά, καλύτερα από την προηγούμενη φορά και εν πάση περιπτώσει όσο καλά θα μπορούσε να το κάνει στις παρούσες συνθήκες; Αυτό νομίζουμε ότι θα μπορούσε να αποτελεί το εκάστοτε κριτήριο για την «αποτίμηση» της καλλιτεχνικής του προσφοράς. Κι εδώ, αν μη τι άλλο, τα καταφέρνει αρκετά καλά, δίχως φειδώ σε αιχμές και συμβολισμούς: το ψεύτικο γράμμα του προέδρου Lincoln, ο ρατσισμός, η πατριαρχία, τα θαμμένα κάτω από το χαλί τραύματα νικητών και ηττημένων, οι απωθημένες φιλοδοξίες και βλέψεις εκδίκησης, αναγνώρισης και δικαίωσης σε έναν άγριο κόσμο όπου νόμος είναι η ισχύς των όπλων. Είναι αυτή ακριβώς η δυναμική των χαρακτήρων σε συνδυασμό με τα απωθημένα τραύματα και τα θαμμένα μυστικά (οι σκελετοί στο ντουλάπι) που καθοδηγούν την εξέλιξη της πλοκής με μαεστρικό τρόπο. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η προτίμηση του Tarantino στο φιλμ 70 χιλιοστών, που δίνει εύρος στο ασφυκτικά κλειστό «θεατρικό» περιβάλλον.


Καλογραμμένοι διάλογοι, μεγάλο εύρος χαρακτήρων, εξαιρετικές ερμηνείες (για παράδειγμα η Leigh ως «συμπαθητικά αντιπαθητικό» κακοποιό στοιχείο αξιοποιεί τις εκφράσεις του προσώπου της, καθώς δεν της επιτρέπεται να μιλά ελεύθερα, κατορθώνοντας να αποδώσει ένα δυναμικό γυναικείο χαρακτήρα). Ο Tim Roth είναι απολαυστικός σε έναν ρόλο που μοιάζει να έχει γραφτεί για τον Christoph Waltz. Εντούτοις, ο Tarantino δεν αποφεύγει την ηθικολογία, αφού δεν είναι απαισιόδοξος δημιουργός. Στο τέλος, για μια ακόμη φορά οι έντιμοι δικαιώνονται κι ο καθένας βρίσκει το τέλος που του αξίζει – όλοι χρησιμοποιούν τη βία, αλλά δεν είναι κάθε βία ίδια. Ή, διαφορετικά ειπωμένο: οι «πραγματικά κακοί» πρέπει να οδηγούνται στην αγχόνη. Έτσι, απολαμβάνουμε έναν ημίτρελλο από τον πόνο Marquis, με τους όρχεις του σμπαραλιασμένους και «χυμένους» στο πάτωμα, να πυροβολεί αποδίδοντας δικαιοσύνη με σιδηρά ρομφαία, λες και τον βλέπουμε να υποδύεται τον Samuel Jackson από το “Pulp Fiction”, που, μουρμουρίζοντας παραφθαρμένα τα λόγια του προφήτη Ιεζεκιήλ, υποδύεται με τη σειρά του τον Django από την ομότιτλη ταινία του σκηνοθέτη.

Η ταινία έλαβε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ, αλλά παραδόξως σε αυτές δε συγκαταλέγεται εκείνη της καλύτερης ταινίας. Δυσπιστούμε απέναντι στην ιδέα ότι προβλήθηκαν στις αίθουσες τη χρονιά που πέρασε ισάριθμες με τους «μισητούς» αγγλόφωνες ταινίες που ήταν καλύτερες από αυτήν (με όλον τον σεβασμό που τρέφουμε προς το πρόσωπο και το έργο του Steven Spielberg, παραδείγματος χάριν). Ας δοκιμάσουμε το εξής νοητικό πείραμα: έστω ότι δε γνωρίζαμε τα ονόματα των συντελεστών για καμία από τις ταινίες που βγήκαν φέτος στις αίθουσες. Θα ήταν εξίσου πιθανό να υποθέταμε ότι πίσω από τη συγκεκριμένη ταινία (τα ονόματα που ακολουθούν είναι φανταστικά) βρίσκεται κάποιος παντελώς άγνωστος που φέρει το όνομα «Κώνστας Γιάκομπσεν-Φλόυντ», ή μια κυρία ονόματι «Κατερίνα Ιβάνοβνα Ντομπρολιούμποβνα», που θα απειλούσε αίφνης να εκτοπίσει τον Andrey Zvyagintsev από τον θρόνο στον οποίο κάθεται, γινόμενη η τσαρίνα του σύγχρονου ρωσικού κινηματογράφου. Δε θα ήταν άραγε μια ταινία που θα ενθουσίαζε μεγάλο μέρος των θεατών, και που, όσοι την έβλεπαν, θα την πρότειναν στους γνωστούς τους ως «σκοτεινό διαμάντι» που ανακάλυψαν, ή -εάν ήταν ξενόγλωσση- ως υποψήφια για το αντίστοιχο βραβείο της Ακαδημίας; Αυτό το υποθετικό σενάριο καλούμε και εσάς να «τρέξετε». Επιχειρήστε να θέσετε για λίγο εντός παρενθέσεων όσα γνωρίζετε: ότι πρόκειται για έναν από τους πλέον χαρισματικούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους των καιρών μας, ότι είναι η όγδοη ταινία του, και μάλιστα η δεύτερη σερί σε γουέστερν φόντο και ούτω καθεξής. Υπάρχουν μόνο οι «Μισητοί οκτώ» στο πανί και τα παρθένα βλέμματα των όπου γης σινεφίλ, απορροφημένα για τρεις ώρες από τον ενοχλητικό ήχο των ποπ κορν. «Και τι γίνεται όσον αφορά το αποτέλεσμα;» Η πρώτη εντύπωση κοινού και κριτικών φαίνεται να είναι ότι αυτό αφορά μία από τις σχετικά «αδύναμες» στιγμές του σκηνοθέτη· εμείς θα λέγαμε ότι πρόκειται για μία από τις πλέον «δυνατές».

The Hateful Eight, του Quentin Tarantino (2015)
Διάρκεια: 187 λεπτά.
Είδος: Γουέστερν, Κωμωδία, Μυστηρίου, Δράμα.

Υ. Γ.: Το κείμενο αφιερώνεται στον Σπιούνο, με την ελπίδα ότι θα βγει ζωντανός από το Ράιχ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget