Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Η γενική ερμηνευτική του Σλαϊερμάχερ

Ο Σλαϊερμάχερ παρατηρεί ότι ως την εποχή του η γενική ερμηνευτική δεν είχε συγκροτηθεί ως επιστήμη, αλλά υπήρχε με τη μορφή εξειδικευμένων οδηγιών με πρακτικό προσανατολισμό. Η όποια εγκυρότητα και πρωτοτυπία της ερμηνευτικής επαφίεντο στην οξυδέρκεια του κάθε ατομικού φορέα της. Η συγκρότηση γενικών κανόνων είναι ανα

γκαία, διότι ακόμη κι όταν κάποιος δεν καταφεύγει σε αυτούς, τους προϋποθέτει· αυτή η ανάγκη υιοθέτησης ρητά διατυπομένων κανόνων δεν εξαλείφει τον εγγενώς δημιουργικό και ως ένα βαθμό αυθαίρετο χαρακτήρα του ερμηνεύειν.

Κάθε εκφορά λόγου σχετίζεται με την ολότητα της γλώσσας ως δεδομένου συστήματος συμβόλων, σημασιών, δυνατών συνδέσεων και κανόνων που κληρονομεί το υποκείμενο αυτής της εκφοράς, όσο και με το σύνολο της σκέψης του και της προσωπικής του βιοϊστορίας. Κάθε δυνατότητα άρθρωσης λαμβάνει χώρα εντός ενός ήδη παρόντος και σχηματισμένου πλαισίου, που περιλαμβάνει το γλωσσικό σύστημα, τη γλωσσική κοινότητα και όλες τις διαθέσιμες στον ομιλητή-συγγραφέα παραχθείσες ποσότητες λόγου. Προϋποθέτει επίσης μια ήδη σχηματισμένη σκέψη – και αντιστρόφως· κάθε σκέψη εκκινεί από ένα γλωσσικό-κειμενικό ερέθισμα. Έτσι το υποκείμενο της εκφοράς γίνεται αντιληπτό σε αναφορά με αυτό το δοσμένο πλαίσιο, αλλά και ως ο τόπος ενικών αρθρώσεων, όπου από το γενικό σύστημα παράγονται εξατομικευμένες εκφράσεις, που συνδέονται επίσης με την εξέλιξη του υποκειμένου μέσα στο χρόνο και το σύνολο των πράξεων που επιτελεί, οι οποίες είναι με τη σειρά τους ενταγμένες σε ένα χωρο-χρονικό πλαίσιο. Προκύπτει λοιπόν η διάκριση ανάμεσα στη γραμματική και την τεχνική-ψυχολογική ερμηνευτική. Αμφότερες έχουν ως άξονα αναφοράς ολοένα μεγαλύτερα δομικά σχήματα, εφόσον δέχεται ο Σλαϊερμάχερ τη διαλεκτική μέρους-όλου και τον αμοιβαίο προσδιορισμό τους. Η πρώτη ερμηνεύει τις εκφορές λόγου σε σχέση με το δοσμένο γλωσσικό σύστημα, τις λέξεις σε σχέση με την πρόταση όπου ανήκουν, την πρόταση σε σχέση με το όλον κείμενο, το κείμενο σε σχέση με το γραμματειακό είδος στο οποίο εντάσσεται. Η δεύτερη, τεχνική-ψυχολογική ερμηνευτική, επιχειρεί συνδέσεις του περιεχομένου της εκφοράς προς το όλον της προσωπικής ιστορίας του υποκειμένου, και αυτής προς το πνεύμα της εποχής. Τα ανώτερα δομικά σχήματα επίσης προσδιορίζονται και εμπλουτίζονται από τις ενικές, εξατομικευμένες εκφράσεις.

Οι δυο αυτές πλευρές της ερμηνείας είναι ίσες και απαραίτητες σε μια κατά το μάλλον ή ήττον ολοκληρωμένη ερμηνευτική διαδικασία. Η ψυχολογική εμφανίζεται ως σημαντικότερη όταν ενδιαφερόμαστε για το τι εννοεί ένας συγγραφέας, οπότε η γλωσσική έκφραση καταπίπτει στο μέσον -το ίδιο ήσσονος σημασίας- που μεταχειρίστηκε προκειμένου να εξωτερικεύσει αυτό το προσωπικό νόημα. Αντίστοιχα, το υποκειμενικό υπάγεται στο αντικειμενικό, όταν θεωρούμε τον συγγραφέα ως τόπο παρουσίασης της γλώσσας, διαμορφωμένο ουσιαστικά από αυτήν· όταν δηλαδή τείνουμε να πιστεύουμε ότι δεν είναι εκείνος που μιλάει μέσα από τη γλώσσα, σε μια προσπάθεια να κοινωνήσει την εσωτερική σκέψη του, αλλά η γλώσσα που μιλάει μέσα από αυτόν, σαν μια ουσία που μένει σταθερή παρά τις άπειρες τροπικότητες της, ή μάλλον χάρη σ' αυτές. Από αυτήν τη συμπληρωματικότητα ο Σλαϊερμάχερ καταλήγει στην καταστατική ισότητα των δυο πόλων, σε μια δυναμική εξισορρόπηση πέρα από τις αναγκαίες ταλαντεύσεις που προκύπτουν στα επιμέρους στάδια της ερμηνευτικής διαδικασίας. Για μια ακόμη φορά η διαλεκτική θεώρηση των πραγμάτων προτείνεται, ούτως ώστε να δειχθεί η αλληλεξάρτηση και αναγκαία πρακτική αμφοτέρων της γραμματικής και της ψυχολογικής ερμηνευτικής, με την κάθε πλευρά να εξετάζεται πρώτα χωριστά. Δεδομένου όμως ότι δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε πλήρως τη γλώσσα της εκφοράς, ούτε το υποκείμενο της, πρέπει να μεταβούμε από τον ένα πόλο της ερμηνείας στον άλλο, χωρίς να υπάρχουν κανόνες για το πως θα πραγματοποιηθεί αυτή η μετάβαση. Ο ερμηνευτής είναι λοιπόν αναγκαίο να κατέχει δυο ταλέντα, αυτό της γλώσσας και εκείνο της κατανόησης ανθρώπων. Στο πρώτο διακρίνεται μια εντασιακή πλευρά, που αφορά την ικανότητα διείσδυσης στο εσωτερικό της γλώσσας σε σχέση με τη σκέψη. Το ταλέντο για τη γνώση ανθρώπων επίσης διαιρείται σε εκτασιακό και εντασιακό ταλέντο, όπου το πρώτο αναφέρεται στη σύλληψη ιδιατεροτήτων των άλλων ανθρώπων μέσω των διαφορών τους, οδηγώντας στην ανασυγκρότηση του τρόπου συμπεριφοράς τους, ενώ το δεύτερο πηγαίνει βαθύτερα συλλαμβάνοντας το ατομικό νόημα ενός προσώπου σε σχέση με την έννοια ενός ανθρώπινου όντος. Τα ταλέντα αυτά διαφέρουν μεταξύ τους και σπανίως απαντώνται στο ίδιο υποκείμενο της ερμηνείας, πρέπει ωστόσο να λειτουργούν παραπληρωματικά.

Κάθε παραγωγή λόγου κινείται ανάμεσα σε ένα ελάχιστο και ένα μέγιστο αξίας. Όσον αφορά τη γραμματική πλευρά, το μέγιστο συνίσταται στο πλέον παραγωγικό και λιγότερο επαναληπτικό, που ο Σλαϊερμάχερ ονομάζει κλασσικό. Όσον αφορά την ψυχολογική, αυτό είναι το πλέον ατομικό, εκείνο που δεν αποτελεί κοινό τόπο για τη γλωσσική και πολιτιστική κοινότητα της εποχής του υποκειμένου της παραγωγής, δηλαδή το πρωτότυπο. Τα όρια των δυο καρτεσιανών αξόνων συμπίπτουν στο στοιχείο της μεγαλοφυίας ως εκείνου που δεν ακολουθεί τους υπάρχοντες κανόνες στην τέχνη, αλλά θέτει τους μελλοντικούς. Η μεγαλοφυία είναι η εξαίρεση που παρέχει η ίδια τους κανόνες που θα συγκροτήσουν μεταγενέστερα έναν κοινό τόπο, και το κάνει αυτό συνδυάζοντας την πρωτοποριακή μορφή με το ριζοσπαστικό περιεχόμενο. Ωστόσο αν και αποτελεί ρήξη με το παρελθόν, δεν προκύπτει από παρθενογένεση.

Ο Σλαϊερμάχερ προβαίνει σε ακόμη μια διάκριση μεταξύ μιας ελαστικής και μιας αυστηρής ερμηνευτικής πρακτικής. Η ελαστική πρακτική αντιστοιχεί στην κληρονομημένη παράδοση που ο ίδιος επιθυμεί να υπερβεί. Η προσέγγιση αυτή εκλαμβάνει την κατανόηση ως κάτι που προκύπτει φυσικά, εστιάζοντας το ενδιαφέρον της στα δυσερμήνευτα αποσπάσματα ενός κειμένου. Ο στόχος της ορίζεται αρνητικά: να αποφευχθεί η παρανόηση, όπου αυτή τείνει να προκύψει. Αυτός είναι και ο λόγος που η ερμηνευτική παράδοση, όπως είδαμε, περιορίστηκε σε συλλογή παρατηρήσεων, αλλά και σε ειδικές ερμηνευτικές, προσπερνώντας το ζήτημα της φιλοσοφικής θεμελίωσης μιας γενικής ερμηνευτικής. Βάση αυτής της προσέγγισης είναι η παραδοχή περί της ταυτότητας της γλώσσας και των τρόπων συνδυασμού εντός της μεταξύ αυτού που εκφέρει τον λόγο κι εκείνου που τον δέχεται. Αντίθετα ο Σλαϊερμάχερ προβαίνει σε μια αντιστροφή της παραδοσιακής άποψης και αποδίδει καθολικό και θετικό οντολογικό-επιστημολογικό πρόσημο στην παρανόηση, της οποίας η οιονεί-παρουσία πρέπει να περιορίζεται σε κάθε βήμα της διαδικασίας. Η σοβαρότερη μορφή παρανόησης οφείλεται στην προκατάληψη του ερμηνευτή που, χρησιμοποιώντας τα εννοιολογικά και ιδεολογικά του σχήματα εν είδει προκρούστειας κλίνης, σπεύδει να εγγράψει στο κείμενο ό, τι δεν υφίσταται εκεί από τον συγγραφέα, και να παραβλέψει ό, τι του περισσεύει. Η έντεχνη ή καλλιτεχνική ερμηνευτική μπορεί να αναπτύξει τους κανόνες της μόνο από μια θετική φόρμουλα, την οποία ο Σλαϊερμάχερ εντοπίζει στην αντικειμενικά και υποκειμενικά ιστορική ανασυγκρότηση μιας δοσμένης συνάφειας, καθώς και στην αντικειμενικά και υποκειμενικά μαντική (προφητική) ανασυγκρότηση της. Αντικειμενικά ιστορική σημαίνει να δειχτεί πως η εκφορά σχετίζεται με την ολότητα της γλώσσας και της γνώσης που εμπεριέχονται εντός της ως προϊόν της γλώσσας. Αντικειμενικά μαντική σημαίνει να δείξουμε πως η εκφορά καθεαυτή θα γίνει σημείο ανάπτυξης της γλώσσας. Υποκειμενικά ιστορική σημαίνει να γνωρίσουμε πως η εκφορά δίδεται ως γεγονός στον νου. Υποκειμενικά μαντική να δείξουμε πως οι σκέψεις που περιέχονται στον νου θα συνεχίσουν να επιδρούν στο υποκείμενο. Ο σκοπός είναι να καταλάβουμε μια εκφορά πρώτα το ίδιο κι εν συνεχεία περισσότερο καλά από τον συγγραφέα της, φέροντας στην επιφάνεια ό, τι παρέμενε κρυφό για εκείνον. Αντικειμενικά, άλλωστε, ο ερμηνευτής και ο ερμηνευόμενος έχουν διαθέσιμα τα ίδια ακριβώς δεδομένα.

Υπάρχει πάντοτε μια διαφορά (γλωσσική, πολιτιστική, γεωγραφική, χρονική) ανάμεσα στο συγγραφέα και τον ερμηνευτή του, μια απόσταση που δεν είναι ποτέ τόσο μικρά ώστε να κριθεί αμελητέα, ούτε τόσο μεγάλη ώστε να καταστήσει το ερμηνευτικό εγχείρημα άνευ σημασίας. Υπάρχει όμως και μια ακόμη, ποιοτική διαφορά μεταξύ των δύο: το έργο του ερμηνευτή δεν είναι το ίδιο με του συγγραφέα που εκθέτει τις εσώτερες σκέψεις του. Η ερμηνεία λογίζεται ως αντιστροφή της ομιλίας: αμφότερες θεμελιώνονται στην ικανότητα ενός υποκειμένου να ανασυγκροτεί συμβολικά δέσμες νοήματος μέσω ενός δημιουργικού και συνθετικού ενεργήματος. Εντούτοις ο ερμηνευτής δεν επαναλαμβάνει τη δημιουργική πράξη του συγγραφέα, διότι τότε θα κατέληγε σε ένα ακόμη «τέλειο» έργο, που ως τέτοιο δε θα ήταν κοινωνήσιμο, έχοντας το ίδιο ανάγκη ερμηνείας. Σκοπός του είναι μάλλον η ανασυγκρότηση της ενοποιητικής αρχής που ενθάρρυνε τον συγγραφέα να παραγάγει, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, αυτό το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ο αποπληθωρισμός των νοημάτων δεν είναι εφικτός, ούτε ευκταίος.

Αυτό μας επαναφέρει στο ζήτημα της απειρότητας της ερμηνευτικής διαδικασίας. Από τη στιγμή που ένα κείμενο έχει κάποια σημασία, δηλαδή κάποιαν αμφισημία, η ποσότητα των ερμηνειών καθίσταται δυνητικά άπειρη. Ποτέ δεν είμαστε σε θέση να πούμε ότι καταλάβαμε πλήρως τη σκέψη ενός συγγραφέα, ότι την εξαντλήσαμε. Πάντοτε υπάρχει κάτι που διαφεύγει, ένα σημασιολογικό περίσσευμα: δεν υπάρχει πρώτη ούτε τελευταία κουβέντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget