Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Η ιδέα της επανάστασης (Edgar Morin)


Σχόλιο Θανάση Γιαλκέτση: Το κεί­με­νο που ακο­λου­θεί εί­ναι από­σπα­σμα συ­νέ­ντευ­ξης που έδω­σε ο 98χρο­νος σή­με­ρα Γάλ­λος φι­λό­σο­φος Εντ­γκάρ Μορέν στο πε­ριο­δι­κό L’ Obs (τεύ­χος 12 έως 18 Δεκεμ­βρί­ου 2019)


• Τι σημαίνει για σας η λέξη «επανάσταση»;

Σύμφωνα με το λεξικό Larousse, η επανάσταση είναι μια «απότομη και βίαιη αλλαγή στην κοινωνική και πολιτική δομή ενός κράτους, η οποία παράγεται όταν μια ομάδα που εξεγείρεται εναντίον των αρχών καταλαμβάνει την εξουσία και κατορθώνει να τη διατηρήσει». Αυτό είναι γενικά η επανάσταση. Για μένα όμως, όταν προσηλυτίστηκα στον κομμουνισμό, η Επανάσταση με κεφαλαίο έψιλον σήμαινε τη γέννηση ενός νέου κόσμου, απαλλαγμένου από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Η Επανάσταση έπαιρνε ασυνείδητα σε μένα ένα θρησκευτικό, μυστικιστικό, χιλιαστικό νόημα. Εντασσόταν σε ένα χριστιανικό θεολογικό σχήμα, στο οποίο ο Μεσσίας ήταν το βιομηχανικό προλεταριάτο και ο προφήτης του, ο νέος Ησαΐας προικισμένος με τη διαύγεια της επιστήμης, ήταν ο Μαρξ. Η Επανάσταση ήταν εκείνη η αποφασιστική στιγμή κατά την οποία οι κολασμένοι της Γης θα ανέτρεπαν την κυριαρχία των καταπιεστών και θα καταλάμβαναν μιαν εξουσία απελευθερωτική για όλη την ανθρωπότητα.

Ο μυστικιστικός χαρακτήρας της -και όχι τόσο η βία, η οποία ωστόσο μου φαινόταν αναγκαία- με ενθουσίαζε. Αυτή η ιερή και σωτήρια λέξη ήταν το «Εν τούτω νίκα» της γενιάς μας. Ποιος μπορεί σήμερα να αντιληφθεί όλα όσα αυτή η λέξη, η «επανάσταση», μπόρεσε να φέρει στον εικοστό αιώνα σε απόλυτο, σε αλήθεια, σε ενθουσιασμό, σχεδόν σε έκσταση για τα εκατομμύρια των προσηλυτισμένων στη μεγάλη θρησκεία της επίγειας σωτηρίας που ήταν ο κομμουνισμός. Αναβίωσε έπειτα στους αγωνιστές του 1968 και στους μαοϊκούς, για να εξαλειφθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν επήλθαν οι μεγάλες απογοητεύσεις για την Κίνα, το Βιετνάμ, την Καμπότζη και την Κούβα.

Σήμερα η λέξη έχει χαθεί ακόμη και μεταξύ των πιο αδιάλλακτων εχθρών της καπιταλιστικής κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του τροτσκιστικού κόμματος που επί εβδομήντα χρόνια κρατούσε τη σημαία της παγκόσμιας επανάστασης. Καθώς η λέξη έχει ήδη χάσει το εκρηκτικό φορτίο της, μπορεί να επαναλαμβάνεται ήρεμα στην υπηρεσία του καπιταλισμού ή και οποιουδήποτε. Μολονότι σκεφτόμουν ότι η επανάσταση δεν θα πραγμάτωνε μιαν ολική αρμονία, δεν θα καταργούσε όλες τις συγκρούσεις (συγκρούσεις που είναι αναγκαίες στη δημοκρατία), ήμουν ωστόσο μαγεμένος από αυτή τη λέξη-μύθο ώστε νόμιζα ότι βλέπω συγκεκριμένα την επανάσταση της Πετρούπολης στην ταινία «Οκτώβρης» του Αϊζενστάιν και στη διάρκεια της πρώτης παραμονής μου στο Λένινγκραντ θαύμαζα με συγκίνηση το θωρηκτό Aurora και τα Χειμερινά Ανάκτορα.

Ακόμη και όταν απογοητεύτηκα από τον σταλινισμό κι έπειτα από τον λενινισμό, συνέχισα να αντιλαμβάνομαι την Οκτωβριανή Επανάσταση ως μιαν εξαιρετική επική και μεσσιανική απόπειρα για τη σωτηρία της ανθρωπότητας –θυμίζω ότι ο Λένιν είχε αποφασίσει την κατάληψη της εξουσίας για να ευνοήσει την ευρωπαϊκή και παγκόσμια επανάσταση.


• Δεν υπήρχε θρησκευτικότητα στη στράτευσή σας, κάτι το ιουδαϊκο-χριστιανικό;

Οπως κάθε μεγάλη θρησκεία, η Επανάσταση υπήρξε μια μεγάλη θρησκεία της σωτηρίας, με τους ήρωές της, τους μάρτυρές της, τους τρελούς της, τους δήμιούς της και τους φανατικούς της.

Στις απαρχές της όμως η επανάσταση είναι σαν τον έρωτα στις απαρχές του, μια μαγεία. Είναι δυνατή ποίηση. Επειτα όλα θα καταπέσουν, θα φθαρούν, θα διαστρεβλωθούν, θα γίνουν πεζά, θα αποσυντεθούν. Οι εκστάσεις της ιστορίας, όπως αυτές που γνώρισα κατά την απελευθέρωση του Παρισιού, κατά την «επανάσταση των γαριφάλων» στη Λισαβόνα, κατά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, είναι εφήμερες. Και χάνονται μέσα στον πόλεμο που τους κάνουν οι συνασπισμένοι εχθροί τους. Ακόμα χειρότερα, οι ηγέτες τους θα πέσουν σε μια ψυχωτική παθολογία βλέποντας παντού εχθρούς και προδότες. Η επανάσταση θα πέσει στην ύβρι, στην υπερβολή, και αυτή η υπερβολή θα την καταστήσει ικανή να κάνει γιγάντια έργα καθώς και εγκληματικές τρέλες.

Οι μεγάλες επαναστάσεις μετατρέπονται σε ιστορικούς στροβίλους, όπου ανακατεύονται πρόοδοι και οπισθοδρομήσεις, εφευρετικότητα και παραληρήματα.


• Μήπως στο βάθος η ιδέα της επανάστασης δεν είναι μόνον ιουδαϊκο-χριστιανική, αλλά είναι τυπικά δυτική, στον βαθμό που δεν βάζει στο παιχνίδι της τη Φύση, όπως στην Ανατολή, αλλά πάντα την Ιστορία ως κλειδί της ανθρώπινης αυτοπραγμάτωσης;

Αυτό που είναι δυτικό, προερχόμενο από τον Διαφωτισμό, είναι η θρησκεία της Προόδου, η οποία στη μαρξιστική της εκδοχή μετατράπηκε σε θρησκεία της τηλεκατευθυνόμενης προς την Επανάσταση Ιστορίας. Πρέπει να πούμε ότι όλα στον πολιτισμό μας, ξεκινώντας από τη Βίβλο όπου ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα του Θεού, περνώντας από τον Απόστολο Παύλο που υποσχόταν την αθανασία μόνο για τους ανθρώπους, ώς τον Ντεκάρτ, τον Μπιφόν, τον Μαρξ και όλα όσα συνοδεύουν την επιστημονικοτεχνική μας ύβρι που καταστρέφει τον πλανήτη, όλα δίνουν στον άνθρωπο μια θέση ανώτερη από και εξωτερική προς τον έμβιο κόσμο.

Ο Ογκίστ Κοντ, ο θεμελιωτής του θετικισμού, μιας σχολής σκέψης που ήθελε να είναι ολοκληρωτικά ορθολογική και επιστημονική, είναι επίσης ιδρυτής μιας «θρησκείας της ανθρωπότητας», εμπνεόμενης από την παθιασμένη σχέση του με την Κλοτίλντ ντε Βο. Και η μαρξιστική σκέψη στηρίζεται σε μια θρησκεία της ανθρωπότητας, την οποία θα εκφράσει ο τροτσκιστής Αντολφ Γιόφε στην πνευματική διαθήκη που άφησε πριν από την αυτοκτονία του: «Πιστεύω σε ένα άπειρο, στο άπειρο του ανθρώπινου γένους». Είναι θλιβερό που η θρησκεία της ανθρωπότητας μπόρεσε να γεννήσει τόση σκληρότητα απέναντι σε ανθρώπους.


• Αυτό δεν σας ενόχλησε ποτέ; Η βία, η αιματοχυσία, το γεγονός ότι η επανάσταση είναι τόσο συνδεδεμένη με τον πόλεμο και τον θάνατο;

Πρέπει να θυμίσουμε ότι ο πόλεμος προήλθε από τους εχθρούς της Επανάστασης και ότι οι σφαγές του Σεπτεμβρίου (1792) οφείλονται στον πανικό που προκλήθηκε από τις αυστρο-πρωσικές εισβολές. Ο αποκεφαλισμός του Λουδοβίκου ΧVI έγινε σε συνθήκες πολέμου, ενώ ακόμα και ο Τρόμος της Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας είναι συνέπεια του πολέμου που επιβλήθηκε εναντίον της Επανάστασης.

Οι μπολσεβίκοι διακήρυτταν ότι η επανάσταση δεν μπορούσε παρά να είναι βίαιη. Ηταν όμως οι αντεπαναστατικές επεμβάσεις του Κολτσάκ και του Ντενίκιν, με την ξένη βοήθεια, εκείνες που θα ρίξουν την ΕΣΣΔ σε έναν φοβερό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος θα οδηγήσει στα άκρα τον βίαιο χαρακτήρα της επανάστασης· έναν βίαιο χαρακτήρα που δεν συμβολίζεται μόνο με την περίφημη φράση του Τρότσκι «Τουφεκίστε!», αλλά και με την ανελέητη καταστολή της εξέγερσης των ναυτών της Κροστάνδης.

Εγώ από τα 13 μου χρόνια είχα αισθανθεί τον παραλογισμό και τη φρίκη του πολέμου του 1914 βλέποντας τις πολεμικές ταινίες στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Στη δεκαετία 1930-1940 υπήρχε ακόμα ένας ισχυρός πασιφισμός στη γαλλική Αριστερά. Το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο του Αυγούστου του 1939 επιβεβαίωνε τον πασιφισμό μου.

Η μεταστροφή μου υπέρ της βίας συμπίπτει με την ένταξή μου στην Αντίσταση. Εντάχθηκα στη θανάσιμη πάλη στην οποία αλληλοσκοτώνονταν η σοβιετική, η αγγλική, η αμερικανική, η γερμανική, η ιαπωνική νεολαία. Επομένως αποδέχθηκα τις βιαιότητες της Αντίστασης με τις καταχρήσεις τους και προσχώρησα τότε στην ιδέα της επαναστατικής βίας. […]


Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Καταλήψεων έπαινος: η περίπτωση της ΥΦΑΝΕΤ


του Άκη Γαβριηλίδη


Πριν από αρκετά χρόνια, ίσως πάνω από δέκα, είχα παρακολουθήσει στη Θεσσαλονίκη μία παρουσίαση κάποιων μελών της ισραηλινής ομάδας «Αναρχικοί ενάντια στο τείχος» για τη δράση τους. Ακολούθησε συζήτηση και τοποθετήσεις, σύντομες ή λιγότερο σύντομες. Μετά το τέλος τους, και αφού επικράτησαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής, ένας ηλικιωμένος άνδρας από το βάθος της αίθουσας ρώτησε διστακτικά εάν «οι νέοι είχαν πει ό,τι είχαν να πουν» και, αφού τον διαβεβαίωσαν ότι ναι, πήρε και αυτός το λόγο και άρχισε, με όλο και μεγαλύτερη πεποίθηση, με φωνή που δυνάμωνε, την τοποθέτησή του, στην οποία συγχάρηκε τους αναρχικούς για τη δράση τους αλλά προσέθεσε ότι αυτά «δεν αρκεί να τα λέμε εδώ μεταξύ μας, πρέπει να πάμε να μιλήσουμε στην εβραϊκή κοινότητα, γιατί αυτοί ζούνε μόνο με τα ψέματα του Shαρόν» (προφέροντας το σ όπως –φαντάζομαι- οι Εβραίοι, και πάντως όχι οι Έλληνες της Ελλάδας). Mετά απευθύνθηκε και στους ομιλητές μιλώντας με άνεση εβραϊκά –δεν κατάλαβα τι τους είπε, αλλά εκείνοι φαίνονταν να καταλαβαίνουν.

Έχοντας τότε πρόσφατα διαβάσει το αριστουργηματικό Έλληνας, Εβραίος και αριστερός του Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά, από τα πρώτα λεπτά ήμουν σίγουρος ότι ο κύριος που μιλούσε δεν μπορούσε να ήταν άλλος από το συγγραφέα –και πρωταγωνιστή, φυσικά- αυτής της απίστευτης βιογραφίας. Πράγματι, μετά το τέλος της εκδήλωσης τον πλησίασα και τον ρώτησα πώς λέγεται, και μου το επιβεβαίωσε. Του είπα πόσο συγκινήθηκα που τον γνώρισα και από κοντά και πόσο σημαντικό βρίσκω το βιβλίο του, και χαμογέλασε ντροπαλά αλλά με ικανοποίηση.

Η ευκαιρία να μιλήσω με τον Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά και να του σφίξω το χέρι, είναι μόνο ένα από τα πολλά πράγματα για τα οποία χρωστάω ευγνωμοσύνη στην κατάληψη της ΥΦΑΝΕΤ, ενός παλιού εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας στην Κάτω Τούμπα της Θεσσαλονίκης, που επί δεκαετίες είχε εγκαταλειφθεί, περιέλθει σε αχρησία και μετατραπεί σε έναν σκουπιδότοπο αρκετών στρεμμάτων καταμεσής του αστικού ιστού. Από το 2004, μπήκαν στο χώρο μέλη συλλογικοτήτων του αντιεξουσιαστικού χώρου, με καταβολή σημαντικού όγκου προσωπικής χειρωνακτικής αλλά και διανοητικής εργασίας καθάρισαν και σουλούπωσαν τα μισοερειπωμένα κτίρια και τον περίβολο –δηλαδή ένα τμήμα τους, διότι στο σύνολό του ο χώρος είναι τεράστιος-, μετέφεραν σιγά-σιγά ως επί το πλείστον μεταχειρισμένα έπιπλα, συσκευές, επίσης βιβλία, και τον μετέτρεψαν σε στοιχειωδώς κατοικήσιμο ή πάντως χρησιμοποιήσιμο. Επί όλα αυτά τα χρόνια, η ΥΦΑΝΕΤ αποτέλεσε, και αποτελεί, μεταξύ άλλων πραγμάτων, μια εστία κοινωνικότητας, οικοδόμησης προσωπικών και κοινωνικών σχέσεων, αυτο- (και αλληλο-)μόρφωσης και πολιτιστικής παραγωγής και δημιουργίας, σε μια περιοχή όπου μέχρι τότε, και εν πολλοίς μέχρι τώρα, όλα αυτά τα φαινόμενα μάλλον σπάνιζαν.

Προσωπικά, καθώς έτυχε να έχω, ή να αποκτήσω, κάποιες επαφές ιδίως με άτομα που ανήκαν στον αρχικό πυρήνα της κατάληψης, χάρη και σε αυτές (αλλά και, από ένα σημείο και μετά, ανεξάρτητα απ’ αυτές), είχα την ευκαιρία να παραστώ –ενίοτε και να συμβάλω, με τη δική μου εθελοντική διανοητική εργασία- σε παρουσιάσεις μεταξύ άλλων του Τζον Χόλογουέι, του Ντέιβιντ Γκρέιμπερ, του Γιάννη Μηλιού, σε προβολές στο «Μωβ Καφενείο», αλλά και σε συναντήσεις, (χωρίς κάποιον «διάσημο»), της «ομάδας μελέτης του εθνικισμού», η οποία με είχε καλέσει για να κάνω εγώ εισήγηση αλλά, πηγαίνοντας, διαπίστωσα ότι εγώ είχα πράγματα να μάθω από τα μέλη της ομάδας, πάνω κάτω όσα και να τους διδάξω.

Με αυτό δεν εννοώ (μόνο/ απαραίτητα) ότι διέθεταν όλοι μία σημαντική ποσότητα γνώσεων· αναφέρομαι και στη διάσταση της αυτομόρφωσης, στο γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν κάτσει κάτω και είχαν συμφωνήσει επί ένα χρόνο να διαβάσουν και να «ψάξουν» εξαντλητικά ένα ζήτημα όχι για να πάρουν ένα πτυχίο, όχι για να «αριστεύσουν», να αποκτήσουν πτυχία, «δεξιότητες» και (άρα) όπλα για την αγορά εργασίας, αλλά έτσι, επειδή τους έκαιγε, από δική τους επιθυμία. Εννοώ επίσης τον τρόπο επικοινωνίας: στις συζητήσεις αυτές δεν υπήρχε «προεδρείο», ούτε τις διηύθυνε κανείς. Μετά το τέλος της τυχόν εισήγησης, όποιος/-α ήθελε να πει κάτι απλώς έπαιρνε το λόγο και τον κρατούσε για όσο ήθελε, με ίδια ευθύνη· μετά, αφού τελείωνε, κάποιος άλλος. Οι περισσότεροι από μας, ακόμα κι εγώ πριν το δω να λειτουργεί, ακούγοντας μια τέτοια περιγραφή θα είχαμε την τάση να αντιδράσουμε λέγοντας: «μα καλά, δεν γινόταν μπάχαλο;». Όμως, όχι, δεν γινόταν: η μέθοδος ως επί το πλείστον λειτουργούσε αποτελεσματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι τοποθετήσεις ήταν υποδειγματικές, υψηλού επιπέδου, περιεκτικές και σύντομες. Ασφαλώς, όπως παντού, ήταν ενδεχόμενο να παρουσιαστούν –και παρουσιάζονταν- φαινόμενα κατάχρησης, απεραντολογίας, επιφανειακότητας. Πώς αλλιώς; Αλλά η ελευθερία, όπως όλα τα πράγματα, έχει ένα κόστος, και αν κανείς το δοκιμάσει μπορεί να διαπιστώσει ότι το κόστος αυτό είναι λιγότερο επαχθές από το κόστος της περίφραξης και του ελέγχου.

Βλέποντας και ακούγοντας σήμερα τα κατασταλτικά έργα και λόγια όσων ξεκινούν σταυροφορίες για την «πάταξη της ανομίας», εννοώντας με αυτό την εκκένωση όλων των καταλήψεων και τίποτε άλλο, σχεδόν δεν μπορώ να νιώσω ούτε καν οργή. Κυρίως οίκτο νιώθω, για τη βλακεία και το μίσος από το οποίο είναι κυριευμένοι αυτοί οι άνθρωποι. Οι ίδιοι πάνω-κάτω οι οποίοι τις υπόλοιπες ώρες μάς φλομώνουν με ηθικολογίες και παραινέσεις προς τους «νέους» να «ασχοληθούν με τον αθλητισμό» ώστε να αποφύγουν «αντικοινωνικές συνήθειες», τα ναρκωτικά και γενικώς τις οδούς της απωλείας. Για ποιον «αθλητισμό» μιλάνε; Μήπως αυτόν όπου κυριαρχεί η ντόπα, το στήσιμο αγώνων, η χειραγώγηση στοιχημάτων (και γενικώς η χειραγώγηση), το ξέπλυμα ναρκοδολλαρίων, τα μαχαιρώματα και οι τραμπουκισμοί μεταξύ οπαδικών στρατών; Η εμπειρία τής από κοινού παραγωγής γνώσης την οποία συνάντησα σε καταλήψεις υπήρξε ενίοτε πιο συναρπαστική και διδακτική από αρκετές ημερίδες και συνέδρια οργανωμένα εντός του πανεπιστημιακού θεσμού, και φυσικά υπήρξε έτη φωτός μπροστά από οτιδήποτε δηλώνει αυτό που νοούμε συνήθως με τον όρο «αθλητισμός» ή με οποιονδήποτε άλλο κρατικό θεσμό.

Ακόμα και με συμβατικά κριτήρια, η ΥΦΑΝΕΤ δεν συνιστά καμία ανομία και καμία αντικοινωνικότητα. Συνιστά εμπλουτισμό και άνοιγμα. Αντικοινωνικότητα θα ήταν η κατάργησή της. Η κοινωνία και ο πολιτιστικός ορίζοντας της Θεσσαλονίκης θα ήταν από κάθε άποψη φτωχότερος χωρίς αυτήν, και άλλα ανάλογα παραδείγματα. Είναι προκλητική υποκρισία, αν δεν είναι απλώς άγνοια και ηλιθιότητα, να θεωρεί κανείς ότι προστατεύει ή βοηθά οποιονδήποτε ή οτιδήποτε, ότι βελτιώνει κάτι στην ελληνική κοινωνία, με το να εισβάλλει σε μέχρι τότε παρατημένα κτίρια, να ξυλοκοπά, να συλλαμβάνει και να συκοφαντεί απρόκλητα νέους ή λιγότερο νέους ανθρώπους για να τους εμποδίσει να συναντιούνται, να σκέφτονται και να αισθάνονται από κοινού, να φτιάχνουν χορωδίες και θεατρικές ομάδες. Είναι αφέλεια να πιστεύουν οι Χρυσοχοΐδηδες και συντροφία ότι, με αυτές τις υλικές και συμβολικές περιφράξεις, με το κλείσιμο όλων των δυνατοτήτων πέρα από τα προπατζήδικα, τα σκυλάδικα, το ΝΕΤFLIX, γενικότερα ό,τι υπάγεται στην αγορά και το κράτος (της) ή αιχμαλωτίζεται απ’ αυτά, πετυχαίνουν έστω και έναν από τους δεδηλωμένους ή αδήλωτους σκοπούς τους. Η αντίσταση έρχεται πρώτα, αλλά έρχεται και μετά. Είναι στο χέρι μας να τους το δείξουμε, και θα τους το δείξουμε. Εμείς ή, το πιθανότερο, κάποιοι άλλοι και κάποιες άλλες, που δεν τους ξέρουμε ακόμα, που σήμερα δεν το υποπτευόμαστε, ούτε εμείς, ούτε οι μπάτσοι, ίσως ούτε οι ίδιες.

Πηγή nomadic universality

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020

Από την σκοπιά της αιωνιότητας – Sub specie aeternitatis (Hegel ή Spinoza)



του Χρήστου Λάσκου


Στον Τάσο Γλαντζή και τον Γεράσιμο Βώκο

Pierre Macherey, Hegel ή Spinoza (μτφρ.: Τάσος Μπέτζελος), Εκδόσεις Angelus Novus 2019, σελ. 340.



Η έκδοση του Hegel ή Spinoza στα ελληνικά αποτελεί ένα δώρο στην ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία, η αξία του οποίου είναι πραγματικά ανυπολόγιστη. Οι εκδόσεις Αngelus Νovus και ο ακαταπόνητος Τάσος Ευσταθίου μας προσέφεραν, λίγο πριν τις γιορτές, ένα από τα δύο-τρία καλύτερα φιλοσοφικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες. Αν προστεθεί, δε, και η καταπληκτική μετάφραση από τον Τάσο Μπέτζελο, τότε δεν υπάρχει έπαινος που θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικός γι’ αυτήν την προσφορά.

Το βιβλίο του Μασρέ, με πρώτη έκδοση στα γαλλικά το 1979 –η ελληνική μετάφραση έγινε από τη δεύτερη, του 1990– είναι ένα αληθινό διαμάντι της παγκόσμιας σπινοζικής βιβλιογραφίας. Ενώ ο Σπινόζα είναι, αντίστοιχα, ο «αναπόδραστος» φιλόσοφος: όποιος ασχολείται με τη φιλοσοφία δεν μπορεί να τον αγνοήσει.

Όπως ο ίδιος ο Χέγκελ –το πρώτο μέλος της διάζευξης του τίτλου, αν πρόκειται για διάζευξη– το θέτει,

[ο] Σπινόζα συνιστά σε τέτοιον βαθμό κομβικό σημείο για τη νεότερη φιλοσοφία, ώστε μπορούμε πράγματι να πούμε ότι έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ σπινοζισμού και καθόλου φιλοσοφίας (du hast entweder den Spinozismus oder keine Philosophie) [1].

Ο Χέγκελ, βέβαια, μετά την πρώτη αυτή παραδοχή, θα επιχειρήσει να παρουσιάσει το εγχείρημα του Σπινόζα, «απ’ όπου διακρίνεται το απόλυτο», ως σπουδαίο τόσο όσο και αδιέξοδο. Όπως σημειώνει ο Μασρέ,

ο Spinoza επέχει κατά τον Hegel θέση προδρόμου: κάτι ξεκινάει με εκείνον. Ωστόσο, ο Spinoza δεν είναι παρά πρόδρομος, αυτό που ξεκινάει με εκείνον δεν καταλήγει κάπου, κατά τον τρόπο μιας σταματημένης σκέψης που στερεί από τον εαυτό της τη δυνατότητα να επιτύχει τον σκοπό που εντούτοις η ίδια έχει υποδείξει. Γι’ αυτό ακριβώς ο Hegel ανακαλύπτει στο έργο του Spinoza όλα τα χαρακτηριστικά μιας αποτυχημένης απόπειρας, η οποία προσκρούει σε ανυπέρβλητες δυσκολίες, που η ίδια έχει ορθώσει μπροστά της (σελ. 27).

Ο Μασρέ θα δείξει με πολύ πειστικό, νομίζω, τρόπο πως ο Χέγκελ έχει άδικο. Θα του προσάψει, μάλιστα, μια μείζονα παρεξήγηση: στην πραγματικότητα, ως προς πολλά από τα ουσιώδη και σημαντικά, η εγελιανή και η σπινοζική φιλοσοφία βρίσκονται πολύ κοντά. Πράγμα που σημαίνει πως ο Σπινόζα προηγείται όχι μόνο χρονικά. Ο Αλτουσέρ στα Στοιχεία αυτοκριτικής κάνει λόγο για «προκαταβολική επανάληψη του Hegel από τον Spinoza». Ο Μασρέ, όχι μόνο προσυπογράφει, αλλά υπερακοντίζει αυτή την περιεκτική διατύπωση.

Γιατί, όμως, έχει τόσο μεγάλη σημασία γι’ αυτούς τους Γάλλους μαρξιστές, με την μεγάλη επίδραση στη παγκόσμια Αριστερά τις δεκαετίες ’60 και ’70, η σχέση Χέγκελ και Σπινόζα; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ιστορία της μαρξιστικής Αριστεράς και στον τρόπο με τον οποίο αυτή διαχρονικά είχε αντιληφθεί και ασκήσει την πρακτική της φιλοσοφίας. Για τους αλτουσεριστές –και ο Μασρέ είναι εξέχων ανάμεσά τους–, η προνομιακή σχέση της κομμουνιστικής φιλοσοφικής πρακτικής με τον εγελιανισμό ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και αντιπαραγωγική. Ο Χέγκελ ήταν κάθε άλλο παρά καλός σύμμαχος σε αυτήν την «ταξική πάλη στον χώρο της θεωρίας», που αποτελεί η φιλοσοφία. Ως σύμμαχος, ο Σπινόζα ήταν πολύ καταλληλότερος για τους ανθρώπους που ήταν στρατευμένοι στην υπόθεση της εργατικής –και έτσι πανανθρώπινης- χειραφέτησης.

Ο Σπινόζα, ό,τι κι αν νομίζει ο Χέγκελ, έχει όλα τα καλά του Χέγκελ και κανένα από τα μειονεκτήματά του. Ο Μασρέ, αποδομώντας την κριτική του Χέγκελ, το αποδεικνύει με πολύ γλαφυρό και βαθύ τρόπο. Αποδεικνύει, δηλαδή, πως ο Σπινόζα έχει να μας πει περισσότερα –όσο κι αν ήρθε πρώτος, σε μια απόσταση δύο αιώνων από τον γερμανικό ιδεαλισμό:

Λέμε «Hegel ή Spinoza» και όχι το αντίστροφο. Διότι ο Spinoza είναι εκείνος που συνιστά την αληθινή εναλλακτική δυνατότητα προς την εγελιανή φιλοσοφία (σελ. 22).

Από τη σημερινή οπτική γωνία, νομίζω, πως το βιβλίο του Μασρέ έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο μέτρο που μας μαθαίνει τον Σπινόζα παρά για το γεγονός πως αποδομεί τον Χέγκελ. Αποτελεί μια πραγματικά εξαιρετική έκθεση της σπινοζικής φιλοσοφίας, που παρέχει τις καλύτερες σκαλωσιές προκειμένου να ακουμπήσουμε σε όλους τους σημαντικούς αρμούς του έργου του Σπινόζα.

Του φιλόσοφου που αναζήτησε το «υπέρτατο αγαθό» στη χαρά και την κατάφαση του κόσμου. Κατάφαση που βασίζεται στη γνώση του «Θεού», δηλαδή της «Φύσης», γνώση που μπορεί να συλλάβει το απόλυτο, το πραγματικό. Η γνώση συνιστά μια πραγματική διαδικασία που εμπεριέχει τις προϋποθέσεις της αντικειμενικότητάς της. Εφόσον «υπάρχει μια αληθινή ιδέα», εφόσον «η αλήθεια είναι δείκτης του εαυτού της και του σφάλματος», μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο και η γνώση μας να είναι αντικειμενική. Αυτή η «αισιοδοξία» κάνει τη χαρά εφικτή για μας.

Η τόση και τόσο εμπεριστατωμένη κατάφαση είναι που κάνει τον Σπινόζα σύμμαχο όλων όσων παλεύουν για την χειραφέτηση, ώστε να πάψουν οι άνθρωποι «να αγωνίζονται για την σκλαβιά τους σα να πρόκειται για την ελευθερία τους».

Έχουμε τη δυνατότητα της αντικειμενικής γνώσης, μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό (την Φύση), την απόλυτη, πραγματική, υπόσταση και γνωρίζοντας μπορούμε να διαμορφώσουμε μια πρακτική της χαράς για μας και για όλους τους ανθρώπους. Γίνεται –και ο Σπινόζα είναι ο καλύτερος στην επιχειρηματολόγηση αυτής της σωτήριας δυνατότητας. Μπορούμε να δούμε sub specie aeternitatis (από την σκοπιά της αιωνιότητας), γιατί η αιωνιότητα δεν είναι αριθμός, αλλά συνθήκη. Ανήκουμε οι ίδιοι στην υπόσταση ( τον Θεό ή Φύση) ως τροποποιήσεις της κι έτσι μοιραζόμαστε την αιωνιότητά της. Ας το καταλάβουμε, ας περιορίσουμε (ας καταργήσουμε, καλύτερα, όσα απομειώνουν τη δύναμή μας –την εκμετάλλευση, την κυριαρχία) και ας χαρούμε γνήσια. Όλη η Ηθική είναι αφιερωμένη να το αποδείξει –και τα καταφέρνει.

Αντιγράφω τα λόγια του Μασρέ:

Η υπόσταση είναι απολύτως άπειρη επειδή ακριβώς περιλαμβάνει την απειρία των κατηγορημάτων. Ως εκ τούτου, η ενότητα της υπόστασης δεν είναι μια αριθμητική ενότητα: δεν υποδηλώνει την ύπαρξη ενός ατόμου που δεν θα μπορούσε να αναχθεί σε κανένα άλλο λόγω της απλότητας της φύσης του. η υπόσταση δεν είναι ένα ον, και αυτή ακριβώς είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση της μοναδικότητάς της: είναι ό,τι υπάρχει και μπορεί να κατανοηθεί, το οποίο επομένως δεν έχει την αιτία του παρά μονάχα στον εαυτό του. ωστόσο, αυτή η πληρότητα του είναι, αυτή η απόλυτη κατάφαση εαυτού που συγκροτεί την υπόσταση δεν μπορεί να είναι η κενή μορφή του Ενός που θα ήταν μόνο Ένα, ή το οποίο δεν θα ήταν –αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι- παρά ένα Ένα: είναι αυτή η απείρως διάφορη πραγματικότητα η οποία περιλαμβάνει όλα τα κατηγορήματα και εκφράζεται στην απειρία τους. δεν πρόκειται για την πραγματικότητα ενός Όντος που θα εμπεριέκλειε ήδη αυτήν την ολότητα, δυνάμει μιας αρχικής παροχής, αλλά πρόκειται κατ’ αρχάς για την πραγματικότητα μιας ακατανίκητης κίνησης…» (σελ. 158).

Ο Σπινόζα, λοιπόν. Που αρνήθηκε τη θέση που του προσφέρθηκε στη Χαϊδελβέργη γιατί θεωρούσε πως η αποδοχή επίσημων θέσεων θα περιόριζε τη φιλοσοφική του ελευθερία. Την ίδια θέση αποδέχτηκε ασμένως ο Χέγκελ δυο αιώνες αργότερα για «να διδάσκει τη φιλοσοφία του».

Για τον Σπινόζα,

[η] φιλοσοφία καταργεί τον φόβο και αγνοεί την υπακοή [αποστρέφεται, λοιπόν, ριζικά την επισημοποίηση]» […] «Η φιλοσοφία του Hegel διδάσκεται σε μαθητές από την κορυφή προς τη βάση. [Η] φιλοσοφία του Spinoza μεταδίδεται σε συνοδοιπόρους, επί ίσοις όροις.

Το Hegel ή Spinoza είναι ένα «δύσκολο» βιβλίο. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα έπρεπε να λείπει από καμιά βιβλιοθήκη.


ΥΓ. Η αφιέρωση στον Τάσο και τον Γεράσιμο είναι αυτόδηλα εξηγήσιμη. Και οι δύο ήταν πραγματική κατάφαση της ζωής. Με τα μυαλά του Σπινόζα, όπως θα καταλάβατε, δεν ήταν – Είναι.

------------------------------------
[1].  G. W. F. Hegel, Παραδόσεις για την ιστορία της φιλοσοφίας, κεφάλαιο “Spinoza”


Πηγή alterthess

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Ο θαυμαστής του οικείου, ο νοσταλγός της απόλυτης αρχής



του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Τζορτζ Στάινερ, Χάιντεγκερ (μτφρ.: Ασημίνα Καραβαντά), Πατάκης 2009, σ. 233



Ο «μυστικός βασιλιάς της σκέψης» –ο Μάρτιν Χάιντεγκερ όπως τον είδε η Χάνα Άρεντ, γοητεύει–, εξοργίζει και διχάζει ακόμα, πολλούς και διαφορετικούς, γιατί ήταν ένας νοσταλγός του απόλυτου.

Στη Νοσταλγία του απόλυτου (μτφρ.: Παλμύρα Ισμυρίδου, Άγρα 2000), ο γοητευτικός Αμερικανός στοχαστής Τζορτζ Στάινερ λέει ότι, αφού ο Νίτσε ανήγγειλε τον «θάνατο του Θεού», οι μεγάλες θεωρίες –ο μαρξισμός, η φροϋδική ψυχανάλυση και η ανθρωπολογία του Λεβί-Στρως: «μυθολογίες» τις αποκαλεί–, αρνούνται μεν τον Θεό, οι ίδιες όμως «έχουν τρομερή ομοιότητα με τις εκκλησίες, με τη θεολογία που θέλουν να αντικαταστήσουν» (σ. 17). Στο κομψοτέχνημά του, Τολστόι ή Ντοστογέφσκι (μτφρ.: Κώστας Σπαθαράκης, Αντίποδες 2015), ο Στάινερ επανέρχεται: ό,τι κάνει μεγάλη τη λογοτεχνία των δύο Ρώσων συγγραφέων είναι η αναμέτρησή της με το ερώτημα της ύπαρξης του Θεού: είτε το ερώτημα αυτό απαντιέται καταφατικά (Τολστόι), είτε όχι (Ντοστογέφσκι).

Στον Χάιντεγκερ, που συζητάμε σήμερα στο τελευταίο σημείωμα της χρονιάς[1], ο Στάινερ συνεχίζει: Το 1921, μας λέει, ο Γερμανός στοχαστής γράφει: «είμαι ένας χριστιανός θεολόγος» (σ. 22)· στο Είναι και χρόνος, όμως, μόλις έξι χρόνια μετά, ο ίδιος απορρίπτει τη θεολογία, όπως κάθε υπερβατική σκέψη. Υιοθετεί ένα «λεξιλόγιο του απόλυτου» (σ. 88) για να μιλήσει για τη σκέψη του Είναι: για την απόλυτη ενθαδικότητα, την απόλυτη εμμένεια, που όμως δεν είναι Θεός – που δεν ταυτίζεται με τα όντα, αλλά χρειάζεται τον άνθρωπο, γιατί σε αυτόν βρίσκει το προνομιακό ξέφωτό της (σ. 131).

Ο Στάινερ στέκεται θαυμάζοντας σχεδόν στη σημασία που δίνει ο Χάιντεγκερ στη γλώσσα: στο πώς οι απλές, παλιές λέξεις, προβιβάζονται σε «πρωτογενείς κόμβους αληθείας (σ. 56). «Ο άνθρωπος», γράφει ο Χάιντεγκερ, «ανακαλύπτει τον εαυτό του στη λέξη, στη γλώσσα» (σ. 108). Οι λέξεις, οι παλιές λέξεις και η ετυμολογία τους, γίνονται η βασιλική οδός για να τεθεί και να απαντηθεί το ερώτημα για το Είναι: η ύπαρξη (existence), υποστηρίζει ο Χάιντεγκερ, προέρχεται από μια ελληνική πηγή (εξίσταμαι) που σημαίνει «παρευρίσκομαι έξω από», είμαι σε μια στάση εξωτερική προς το Είναι». Για τους Έλληνες, στο βαθμό που ακόμη βρίσκονταν υπό το φως του Dasein, της άμεσης παρουσίας, η «ύπαρξη» σήμαινε το «μη είναι» (σ. 103).

Αν όμως δεν είναι ούτε ο Θεός, ούτε τα όντα, η απάντηση στην ερώτηση «τι είναι το Είναι», ποιος είναι ο ρόλος «της αποποίησης και της άρνησης του "θεολογικού", στη σκέψη και τη γλώσσα του Χάιντεγκερ» (σ. 24); Τι συνέπειες έχει ο θάνατος του Θεού στο έργο του Χάιντεγκερ; Αυτό προσπαθεί να απαντήσει ο Στάινερ.

Προειδοποιούμαστε εξαρχής: το έργο του Χάιντεγκερ είναι γλωσσικά δυσπρόσιτο, διχάζει τους κριτικούς, εμπνέει Εβραίους και κομμουνιστές –Λούκατς, Μαρκούζε, Σαρτρ– μολονότι φέρει την υπογραφή ενός φιλοναζιστή, μεταφράζεται δύσκολα, καταλαμβάνει 57 τόμους: υπάρχουν πολλοί λόγοι για να τα παρατήσουμε. Όμως, την ίδια στιγμή, ο Στάινερ μας δείχνει ένα σημείο εισόδου στο σύμπαν-Χάιντεγκερ: είναι το ερώτημα που πρωτοέθεσε ο Γερμανός πολυμαθής Λάιμπνιτς (1646-1716) – και το ερώτημα αυτό δεν γίνεται να το αποφύγεις αν σε ενδιαφέρουν τα σημαντικά: «Γιατί να υπάρχουν τα όντα κι όχι το τίποτα;» (σ. 15).

Από εδώ αρχίζει η αντιπαράθεση του Χάιντεγκερ με όλη την παραδοσιακή φιλοσοφία – από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ως το Νίτσε. Ο Χάιντεγκερ απορρίπτει τη φιλοσοφία αυτή, και μαζί τον Λόγο, που την περιφρουρεί. Η μέχρι σήμερα φιλοσοφία δεν ρωτά σωστά: δεν ξεκινά από τον θαυμασμό για την ύπαρξη, δεν εκπλήσσεται, δεν απο-καλύπτει το Είναι, δεν αίρει τη λήθη του Είναι, δεν οδηγεί στην α-λήθεια. Αντίθετα, έχει συμβάλει τα μέγιστα στη λησμονιά του Είναι.

Ας σκεφτούμε: δεν είναι αυτονόητο αυτό το «α-» στερητικό όταν μιλάμε για την αλήθεια: είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις που η εμμονή του Χάιντεγκερ με την ετυμολογία, και με την ελληνική γλώσσα που έθεσε πριν από τον Σωκράτη το ερώτημα του Είναι (Παρμενίδης, Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος), δεν είναι μόνο εμμονή.

Επιστρέφουμε στον πυρήνα: Η μουσική δεν είναι απλά η μελωδία. Μια οροσειρά είναι κάτι άλλο από τα επιμέρους βουνά. Ένα έθνος είναι κάτι διαφορετικό από τον αριθμό των κατοίκων μιας χώρας. Ένας πίνακας δεν είναι απλά ο τεντωμένος καμβάς. Τι διάβολο είναι, όμως;

Αισθανόμαστε, γνωρίζουμε, δηλώνει ο Χάιντεγκερ, ότι υπάρχει κάτι άλλο εκεί, κάτι απόλυτα καθοριστικό. Όταν όμως επιδιώκουμε να το αρθρώσουμε, «είναι πάντα σαν να προσπαθούμε να προσεγγίσουμε τα κενό» (σ. 98).

Η φιλοσοφία που ενδιαφέρεται για το Είναι συνορεύει με τη σκέψη του κενού: πλησιάζει αυτό το κάτι, το Είναι, και τότε γίνεται εμπειρία του ιλίγγου· πάει να το πιάσει, και συντρίβεται, γελοιοποιείται ίσως, ως κενολογία. Δεν έχει εύκολες απαντήσεις· δεν προσφέρει εγγυήσεις. Το κρίσιμο είναι να ρωτά σωστά. Η κριτική στον Χάιντεγκερ, μας λέει ο Στάινερ, του έχει προσάψει τα πάντα: ότι κενολογεί, ότι επαναλαμβάνει  την παλιά φιλοσοφία που ο ίδιος απορρίπτει. Μήπως ο Θεός, που αρνείται ο Χάιντεγκερ, είναι στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς που θα έκανε την χαϊντεγκεριανή φιλοσοφία διαυγή – αυτό που θα απέτρεπε την αποτυχία της να ορίσει το Είναι (αποτυχία που έχει παραδεχτεί και ο ίδιος ο Χάιντεγκερ); (σ. 26) Εντέλει: τι σχέση έχει το Είναι του Χάιντεγκερ με το ναζιστικό παρελθόν του;

***

Το Είναι και Χρόνος, που καταξίωσε ταχύτατα τον Χάιντεγκερ, έχει μια θέση ανάμεσα στα ογκώδη, βίαια, εσχατολογικά (για τα «έσχατα πράγματα») έργα, που γράφτηκαν μεταξύ 1918 και 1927 στη Γερμανία της Βαϊμάρης· όμοιά τους, το τονίζει ο Στάινερ, δεν είχαμε μετά το 1945. Είναι βιβλία αναφοράς: Η Παρακμή της Δύσης, του Όσβαλντ Σπένγκλερ, Το Πνεύμα της Ουτοπίας, του Ερνστ Μπλοχ – ίσως και Ο Αγών μου, του Αδόλφου Χίτλερ. Η βίαιη γλώσσα, ο αποκαλυπτικός τόνος, το πάθος για αναγέννηση, η ελπίδα που βρίσκεται στο κλείσιμο των λογαριασμών με τον μέχρι τότε κόσμο: να τι συνδέει αυτά τα τόσο διαφορετικά βιβλία. Ο Χάιντεγκερ θέλει να ηγηθεί αυτής της αναγέννησης. Για τον ίδιο, «η απαρχή είναι ό,τι πιο ιδιαίτερο» (σ. 108). Όταν εκδίδεται το Είναι και Χρόνος, ο ψυχολόγος και φιλόσοφος Bollnow λέει: «από σήμερα και στο εξής, μια νέα εποχή ανέτειλε στην ιστορία του κόσμου, και μπορείς να πεις ότι ήσουν παρών στην απαρχή της» (σ. 136).

Η γλώσσα και το ύφος του Χρόνος και Είναι [sic] δικαιώνουν τον ισχυρισμό: ο Στάινερ θεωρεί το βιβλίο εφάμιλλο του Tractatus του Βίτγκενστάιν ή της νιτσεϊκής Γενεαλογίας της ηθικής. Γιατί;

[Σ]το Είναι και Χρόνος, η σκόπιμη μοναδικότητα φαντάζει ακόμα πιο έντονη. Εκτείνεται σε κάθε χαρακτηριστικό του ύφους, του οικοδομήματος των επιχειρημάτων και της δηλωμένης πρόθεσής του. Το νόημα βρίσκεται ολοκληρωτικά στον τρόπο γραφής και ο τρόπος γραφής είναι, από όποια τεχνική και υφολογική γωνία κι αν τον δεις, αναπόσπαστο μέρος του νοήματος (σ. 137).

Τον Χάιντεγκερ τον καταλαβαίνεις καλύτερα αν τον ακούς· αντί δεχτείς ότι η μύηση δεν είναι κατανόηση, αλλά το να δεχτείς να βιώσεις μια εναλλακτική τάξη πραγμάτων. Για να στοχαστείς το Είναι, «πρέπει να το βιώσεις» (σ. 110).

Από τον τίτλο κιόλας, το Χρόνος και Είναι επιτίθεται: αν για τον Πλάτωνα η ουσία πίσω από την παρουσία είναι αμετάβλητη, στον Χάιντεγκερ «το Είναι καθεαυτό είναι χρονικό» (σ. 138). Αν για τον Χάιντεγκερ αυτό που συγκροτεί τη φιλοσοφία είναι «το ερώτημα του Είναι» (σ. 91), [α]πό την άποψη της πίστης μια τέτοια ερώτηση είναι παράλογη, αλλά «η φιλοσοφία είναι ακριβώς αυτός ο παραλογισμός […] Ο Χάιντεγκερ γνωρίζει πολύ καλά ότι το ερώτημα το οποίο θέτει, και ο λόγος, ο οποίος αναδύεται από αυτό το ερώτημα, θα χρησιμοποιήσουν μια γλώσσα που μοιάζει στην κοινή αντίληψη ανοίκεια, εάν όχι παράφρων. Πώς, αν όχι μέσω μιας γλώσσας σχεδόν παράφρονος, μπορεί κανείς να θέσει το ερώτημα του Είναι των όντων (das Sein des Seienden) και να πείσει ότι αυτές οι δύο έννοιες οφείλουν να παραμείνουν διαχωρισμένες;» (σ. 91).

Ας δούμε από πιο κοντά τις διαφορές του Χάιντεγκερ από την παλιά φιλοσοφία:

Κατά τον Πλάτωνα, το Είναι των όντων κατοικεί στις αιώνιες, αμετάβλητες μήτρες της τέλειας μορφής, στις «Ιδέες», ενώ κατά τον Αριστοτέλη, σε αυτό το οποίο ονομάζει ενέργεια, στην εκτυλισσόμενη δηλαδή πραγματικότητα που πραγματώνει τον εαυτό της στην ουσία […] Για τον Χάιντεγκερ, καμία απ’ αυτές τις δύο κληρονομιές, η ιδεαλιστική-μεταφυσική και/ή η επιστημονική-τεχνολογική, δεν ικανοποιεί την αρχέγονη, αυθεντική συνθήκη και το καθήκον της σκέψης, να βιώνει, να στοχάζεται απευθείας τη φύση της ύπαρξης, το «Είναι των όντων» […] Ο Χάιντεγκερ θα δηλώσει χωρίς καμία επιείκεια ότι αυτά τα δύο μεγάλα ρεύματα της εξιδανίκευσης και της ανάλυσης πήγασαν, όχι από μιαν αυθεντική σύλληψη του Είναι, αλλά από τη λήθη του Είναι, από τη θεώρηση του κεντρικού υπαρξιακού ερωτήματος ως δεδομένου (σ. 82).

Ας δούμε απλούστερα: Οι εμπειριστές και οι θετικιστές θα κατηγορούσαν τον Χάιντεγκερ ότι προϋποθέτει λεκτικά το Είναι, αλλά προϋποθέτει κάτι δεν μπορεί να το επαληθεύσει· όμως, θα αντέτεινε ο ίδιος, κάθε φορά που χρησιμοποιούν τη λέξη είναι, και οι εμπειριστές-θετικιστές το ίδιο ακριβώς προϋποθέτουν. Ο Χάιντεγκερ, τουλάχιστον, αποδέχεται την πρόκληση να πει κάτι ουσιαστικό γι’ αυτό. Οι ιδεαλιστές, από την άλλη, θα βεβαίωναν ότι κάτι είναι, από το γεγονός και μόνο ότι πέφτει στην αντίληψή μας· αλλά ένα κτίριο μπορεί να είναι εκεί, ακόμα κι αν εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε – δεν το κοιτάμε: «Μπορούμε να το ανακαλύψουμε μόνο επειδή αυτό ήδη είναι» (σ. 96).

Ο Χάιντεγκερ απορρίπτει, λοιπόν, όλη την παραδοσιακή φιλοσοφία, γιατί αυτή δεν θαυμάζει αυτό το είναι – γιατί δεν απορεί που κάτι είναι. Όπως ο Βιτγκενστάιν, είναι αντιακαδημαϊκός. Στο Είναι και Χρόνος κηρύσσει μια νέα αρχή, κι αυτή περνά από ένα νέο λεξιλόγιο. Προτείνει για το Είναι ένα σύμπλεγμα σημασιών: «οίκω παρεύρεσις, οικειότητα, παρεύρεσις εν εαυτώ, αυτοπερίκλεισις, πλήρης παρουσία εδώ ή εκεί (σ. 102).

Οικειότητα, παρεύρεσις εν εαυτώ: είμαστε οικεία, είμαστε μεταξύ μας. Εδώ είμαστε.

Τον Σεπτέμβρη του 1900 ή του 1901, ένας φίλος του Γερμανοεβραίου καθηγητή Βίκτωρα Κλέμπερερ τον πληροφορεί πως, με αυτά ακριβώς τα λόγια, ο καθηγητής των μαθηματικών σχολιάζει στην τάξη την απουσία τριών Εβραίων συμμαθητών τους: «σήμερα είμαστε μεταξύ μας». Την ιστορία αυτή την ανακαλεί το 1937 ο Κλέμπερερ στο προσωπικό του ημερολόγιο, ένα σπουδαίο ντοκουμέντο για την καθημερινότητα στη ναζιστική Γερμανία, που γράφτηκε μεταξύ 1933 και 1941. Ο Κλέμπερερ ανακαλεί την ιστορία με αφορμή μια λεζάντα της ναζιστικής εφημερίδας Der Stürmer: «Τι ωραίο, που είμαστε μόνο εμείς, μεταξύ μας!»[2]. Εξηγεί ο Στάινερ:

Η χαϊντεγκεριανή ρητορική της «οικειότητας», της οργανικής συνέχειας, η οποία συνέχει τους ζωντανούς με τους πεθαμένους προγόνους που κείνται κοντά, εύκολα ταιριάζει στη ναζιστική λατρεία του «αίματος και της γης» […] Στη χιτλερική ανασύνθεση του ιστορικού παρελθόντος, στην «αποκαλυπτική» (apocalyptic) επιταγή μιας ολότελα καινούριας αρχής στο γερμανικό πεπρωμένο, ο Χάιντεγκερ μπορούσε να βρει μια επιβεβαίωση του δικού του, πιο τεχνικού, πιο εσωτεριστικού αντι-ιστορισμού  […] Υπάρχει στη χαϊντεγκεριανή θέση, που καθεαυτή είναι μεταφορική και ταυτοχρόνως γοητευτική, ότι δεν είναι ο άνθρωπος που ομιλεί εκεί όπου η γλώσσα είναι πολύ αποτελεσματική, αλλά ότι η «ίδια η γλώσσα ομιλεί μέσω του ανθρώπου», ένα δυσοίωνο τεκμήριο της χιτλερικής έμπνευσης, της ναζιστικής χρήσης της ανθρώπινης φωνής ως μιας τρομπέτας που την παίζουν υπερμεγέθεις θεϊκοί μεσάζοντες πέραν της αδύναμης θέλησης ή της κρίσης του λογικού ανθρώπου (σ. 192-3).

Η οικειότητα, το Είναι του Χάιντεγκερ, συντονίζεται με το ναζιστικό κάλεσμα για εθνοκάθαρση. Ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του, η διάκριση των όντων από το Είναι και η προτεραιότητα σε αυτό το τελευταίο, γίνεται στην πράξη εργαλειοποίηση και απανθρωπισμός. Το προσωπικό βίωμα του Είναι αδιαφορεί για το συλλογικό νόημα. Το αίτημα για μια ριζική νέα αρχή, για μια επανεκκίνηση, γίνεται αίτημα για την Απόλυτη Αρχή/Εξουσία. Πιο σκανδαλώδης, λοιπόν, κι από την ολιγόμηνη θητεία του Χάιντεγκερ ως πρύτανη στο Φράιμπουργκ με το που ανέβηκαν οι ναζί, πιο εξοργιστική κι απ’ όσα είπε ή έκανε ο ίδιος το 1933, είναι για τον Στάινερ η σιωπή του Γερμανού φιλοσόφου μετά το 1945: η χυδαία αποστασιοποίησή του και η απουσία κάθε αυτοκριτικής γι’ αυτές τις κλίσεις της σκέψης του. Η συνέντευξη που παραχώρησε στον Spiegel το 1966[3], ζητώντας να δημοσιευτεί μετά θάνατον, είναι σήμα-κατατεθέν αυτής της σιωπής: σήμα-κατατεθέν ενός ολίγιστου ανθρώπου.

Η αγωνία για το φως του Είναι ωστόσο, κι ακόμα περισσότερο η αγωνία για τη νέα αρχή –στη φιλοσοφία, στην ιστορία, στην πολιτική–, είναι πολύτιμες: ο Μπλοχ, ο Λούκατς, ο Σαρτρ, ο Μαρκούζε, ο Αλτουσέρ το κατάλαβαν έτσι ακριβώς. Και στη νέα χρονιά που έρχεται, την αρχή αυτή τη χρειαζόμαστε απόλυτα – κι ας μην είναι καμιά αρχή απόλυτη ή απόλυτα νέα, κι ας αρχίζουμε πάντα από τη μέση.

---------------------------------------
   1. Οφείλω ευχαριστίες στον Χρήστο Λάσκο γιατί μου έμαθε αυτό το συναρπαστικό βιβλίο.
   2. Βλ. Πήτερ Φρίτσε, Ζωή και Θάνατος στο Τρίτο Ράιχ (μτφρ.: Βασιλεία Αβραμίδου-Κώστας. Δεσποινιάδης), εκδ. Θύραθεν 2013.
   3. Το κείμενο υπάρχει στα ελληνικά, βλ. Ένας στοχαστής στον σύγχρονο κόσμο. Ο Martin Heidegger για τη σχέση του με τον Ναζισμό (μτφρ.: Κώστας Γεμενετζής), Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1989.


Πηγή alterthess

Η Σάρκωση και τα Μυστήριά της* (Θ. Παπαθανασίου)




---------------------------------------------

* Για τους φτωχούς (απελπισμένους, ξεχασμένους, εκμεταλλευόμενους, καταπιεσμένους, εξ ανάγκης μόνους, ανώνυμους, καταφρονημένους, σφαγμένους, ... ) όπου γης.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Άθεο εγκώμιο στη θρησκεία


του Μιχάλη Πάγκαλου


Ερνστ Μπλοχ, Ο αθεϊσμός στον χριστιανισμό. Για τη θρησκεία της Εξόδου και της Βασιλείας, Μετάφραση: Πέτρος Γιατζάκης, Αρτος Ζωής, 2019, Σελ. 587.


Η ηθική και πολιτική σημασία της Βίβλου

Όλος Ο αθεϊσμός στον χριστιανισμό,[1] του Ερνστ Μπλοχ (1885-1977), είναι ένας ύμνος στη Βίβλο. Πρόκειται για ένα πυρετικό εγκώμιο στον βιβλικό ανθρωπισμό, που προηγείται κάποιες χιλιάδες χρόνια σε σχέση με τον αναγεννησιακό. Το πρώτο πράγμα που εκπλήσσει τον αναγνώστη είναι ότι τα βιβλικά παραθέματα αποκτούν εδώ νέες και απροσδόκητες σημασίες. Παλιό κρασί σε νέα ασκιά. Ο Μπλοχ δεν χρησιμοποιεί τα παραθέματα αυτά, όπως κάνουν συχνά οι θεολόγοι, για έναν ανώδυνο και ψυχωφελή περίπατο από το ένα στο άλλο, αλλά τα εντάσσει στη συνολική του προβληματική, την προβληματική του ανθρώπου που οδυνάται. Ο Μπλοχ συγκρούεται με τις βεβαιότητές μας και ταράζει τα νερά της αυταρέσκειάς μας.

Χωρίς τον Αθεϊσμό στον χριστιανισμό, η Αρχή της ελπίδας (1954-1959), το μείζον έργο του Μπλοχ, μένει ακατανόητο. Ο πολιτικός φιλόσοφος Μπλοχ γνωρίζει ότι η φιλοσοφία από μόνη της δεν μπορεί να ζωοποιεί και να τρέφει την ελπίδα και ότι γι' αυτό χρειάζονται εξωφιλοσοφικές ηθικές πηγές. «Το humanum του Έγελου, γράφει, εξαφανίστηκε μέσα στο κράτος» (338). Σε αυτές τις ηθικές πηγές ανήκουν οι παγκόσμιες θρησκείες και η ίδια η Βίβλος, η ανθρώπινη καρδιά του δυτικού πολιτισμού.

Η «ουτοπία του ανθρώπου» που διατρέχει τη δυτική ιστορία δεν συλλαμβάνεται από τα προεκλογικά προγράμματα και τους επικοινωνιολόγους, γιατί προϋποθέτει αυτές τις μεγάλες ενοράσεις των ποιητών, των φιλοσόφων και των προφητών. Αντίθετα από τις εθνικές μυθολογίες, η Βίβλος είναι καθολική και παγκόσμια. Δεν εξυμνεί κάποιον εβραϊκό εθνικισμό, αλλά μιλά στην καρδιά του φτωχού και βασανισμένου πλάσματος, στους δυστυχισμένους και τους κατατρεγμένους. Αυτοί, και όχι οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι, είναι οι μόνοι αληθινοί αναγνώστες της. Η καθολικότητα της Βίβλου, όπως κηρύχτηκε «έως εσχάτου της γης» από τον χριστιανισμό, συνίσταται στο ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει τις ιστορίες της δικές του.

Η Βίβλος, ως πυλώνας του ανθρωπισμού, της ισότητας και της δικαιοσύνης, αποτελεί πηγή έμπνευσης και για τους σύγχρονους δημοκρατικούς αγώνες. Η αποσύνδεση της Αριστεράς από τη βιβλική παράδοση την αποξενώνει από την ιστορικά δική της ηθική της θυσίας και την οδηγεί στον πιο αδιέξοδο δικαιωματισμό. Η αποκοπή συνολικά του δυτικού πολιτισμού από τη βιβλική και χριστιανική του πηγή τον οδηγεί στα σκοτάδια του ναζιστικού παγανισμού:

«Σε έναν κόσμο που έχει στραφεί ενάντια στη Βίβλο, οι άνθρωποι πηδούν με μεγάλη ευκολία πάνω από τις νεοπαγανιστικές πυρές της γερμανικής γιορτής Γιολ, διότι η ναζιστική καρικατούρα των Χριστουγέννων δεν έχει τίποτε να κάνει με το τέκνο εκ της ρίζης Ιεσσαί [σ.σ. εννοεί τον Χριστό]» (51).


Χριστός και άνθρωπος

Ο Μπλοχ σκέφτεται την ηθική και την πολιτική μαζί. Η ηθική είναι μέρος της εσχατολογίας, της «ερχόμενης βασιλείας». Ας ρητορεύουν κούφια και ας ξιφουλκούν οι ορθόδοξοι θεολόγοι εναντίον της ηθικής: δεν υπάρχει αληθινή θεολογία αν δεν συνδέεται με τη ζωή του φτωχού. Ο Χριστός είναι η ελπίδα των φτωχών, των αρρώστων, των ξένων και των αναγκεμένων.

Όπως θαυμάσια εξηγεί ο συνομιλητής του Μπλοχ, Γιούργκεν Μόλτμαν, ο Μπλοχ αντλεί από τη σκέψη του Πάουλ Τίλιχ για να διατυπώσει μια μαρξιστική κριτική της θρησκείας, που είναι όμως «ανθρωπολογικά χρωματισμένη από μια “θρησκευτική” προοπτική» («Τι είναι η θεολογία σήμερα», Αρτος Ζωής, 2008, σ. 126). Η θρησκευτική αυτή προοπτική είναι αλληλένδετη με την ουτοπία και τη δικαιοσύνη. Ο Μόλτμαν γράφει, επί παραδείγματι, ότι η «έσχατη κρίση» είναι «το πιο θαυμάσιο πράγμα που μπορεί να κηρυχθεί στους ανθρώπους», διότι:

«Είναι πηγή άπειρης χαράς να ξέρουμε ότι οι φονιάδες […] δεν θα θριαμβεύσουν τελικά πάνω στα θύματά τους» («Ο ερχόμενος Θεός», Αρτος Ζωής, 2013, σ. 355).

Ο Χριστός είναι η ελπίδα που πρέπει να «εκδιπλωθεί πλήρως» (334). Για τον Πλάτωνα, τα πάντα ήταν «πλήρη θεών». Για τον Μπλοχ όμως ο χριστιανισμός είναι αθεϊσμός ως προς το κλειστό αρχαίο κοσμοείδωλο. Οι θεοί του αρχαίου κόσμου είναι είδωλα, θεοί της δύναμης και της έλλειψης ελπίδας. Η δημοκρατική Αθήνα αποτελεί μονάχα ένα ξέφωτο σε ένα δάσος σκλαβιάς και υποδούλωσης. Ο άρρωστοι, οι φτωχοί και οι ξένοι δεν είχαν καμία ελπίδα μέσα σε αυτόν τον παγανιστικό κόσμο της φυλής και της δύναμης. Η πιο σημαντική ιδέα της σύγχρονης κοινωνίας είναι η ιδέα της καθολικής περίθαλψης, του δημόσιου νοσοκομείου.

Μπορεί ο σκοτεινός Χάιντεγκερ να λάτρευε τη Μοίρα, αλλά στον κόσμο της μοίρας, ο φτωχός θα είναι παντοτινά φτωχός και ο σκλάβος παντοτινά σκλάβος. Χωρίς Θεό, το ανθρώπινο γένος θα ήταν παντοτινός σκλάβος του θανάτου. Ο Χριστός «ηχμαλώτευσεν [την] αιχμαλωσίαν» του θανάτου (Εφ, 4:8). Η απελευθέρωση των ανθρώπων από τον θάνατο είναι η πηγή κάθε αληθινής απελευθέρωσης και επανάστασης. Ο Χριστός είναι λυτρωτής επειδή κατεβαίνει ώς τα απώτατα βάθη της ανθρώπινης οδύνης και αδυναμίας, για να μη χαθεί ο άνθρωπος. Είναι όμως και απελευθερωτής, αφού, ως νικητής του Άδη, «συνέτριψε μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπεδημένων» (Ακολουθία του Πάσχα). Ποιος μπορεί να αγαπήσει τους ανθρώπους όπως ο Χριστός;


Πρόκληση για τη θεολογία και τη φιλοσοφία

Ο «Αθεϊσμός στον χριστιανισμό» αποτελεί πρόκληση για έναν συνολικό επαναπροσανατολισμό της θεολογικής και φιλοσοφικής σκέψης. Ό,τι και αν φρονούν οι «υψηλόφρονες», οι άνθρωποι ξέρουν ότι ο κόσμος είναι αλύτρωτος, γεμάτος βάσανα, αρρώστια και θάνατο. Θρησκεία σημαίνει ελπίδα. Αντίθετα από τον Καστοριάδη, ο Μπλοχ ξεδιψά στις ουτοπικές πηγές της θρησκείας: «Η θρησκεία είναι πλήρης ουτοπίας, και η ουτοπία αποτελεί την πιο κεντρική πτυχή της» (502).

Γι' αυτόν τον κομμουνιστή της αγάπης, η ουτοπία της ακτημοσύνης έγινε πραγματικότητα στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες της εντατικής αναμονής της βασιλείας του Θεού και των κοινών γευμάτων («αγάπες»). Το αγαπημένο βιβλίο του Μπρεχτ, μας πληροφορεί ο Μπλοχ, ήταν η Βίβλος. Το αγαπημένο βιβλικό χωρίο του Μπλοχ θα πρέπει να ήταν το 4:32 των Πράξεων: «ην αυτοίς άπαντα κοινά». Βιβλική Αριστερά. Χριστιανικός κομμουνισμός. Εν αγάπῃ κοινοκτημοσύνη.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε ότι ο Μπλοχ υπογραμμίζει το μεγαλείο αλλά ταυτόχρονα παραβλέπει τους κινδύνους του μεσσιανισμού, ενώ η άρνησή του να σκεφτεί την υπερβατικότητα του Θεού ως προϋπόθεση της αγιότητας του ανθρώπου περιορίζει αφενός την ουτοπία στη σφαίρα της γνώσης ή/και της «μυθικής επιθυμίας» και διατρέχει αφετέρου τον κίνδυνο μιας αυτολατρείας του ανθρώπου. Η αγάπη ως δώρημα του Θεού, η χάρις, λείπει από τη σκέψη του Μπλοχ. Ξέρουμε όμως ότι το ανθρώπινο χαρακτηρίζεται από μια ιδρυτική έλλειψη. Χωρίς τη θεϊκή συνδρομή, ο άνθρωπος δεν μπορεί να πηδήξει έξω από τη σκιά του.

Η επίκληση αυτών των υπαρκτών, για τη σκέψη του Μπλοχ, ελλειμμάτων και κινδύνων δεν αρκεί, ωστόσο, για να απομειώσει τη μεγάλη αξία και σημασία της. Είμαστε σίγουροι λοιπόν ότι το σπουδαίο αυτό και ανατρεπτικό για τις βεβαιότητές μας βιβλίο θα εξακολουθήσει να διαβάζεται όσο υπάρχουν άνθρωποι που με θέρμη αναζητούν την ελπίδα. Όπως λέει ο ίδιος ο Μπλοχ για τον Χριστό: «Αυτή η ψυχή δεν μπορεί να χαθεί και η ελπίδα που αυτή η ψυχή εμπνέει δεν θα καταλυθεί ποτέ» (363).

------------
[1]. Ευχαριστώ θερμά τον Σταύρο Ζουμπουλάκη για τις πολύτιμες επισημάνσεις του.



Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Η ΤΙΝΑ της «γνήσιας αριστεράς» – και η χρεωκοπία της


του Άκη Γαβριηλίδη


Ο Λουί Αλτουσέρ παρατηρούσε κάπου ότι οι κομμουνιστές έχουν αναπτύξει τρομερά εκλεπτυσμένα θεωρητικά εργαλεία για την ανάλυση της πολιτικής και της ιστορίας, αλλά συχνά ξεχνάνε να εφαρμόσουν οι ίδιοι αυτά τα εργαλεία στη δική τους πρακτική.

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα για αυτό το ξέχασμα από έναν τύπο λόγου που έχει αναπτυχθεί, και επιβληθεί ως αυτονόητος με τη δύναμη της συνήθειας, στο εσωτερικό της ελληνικής «γνήσιας αριστεράς»· κατ’ αυτόν, για κάθε πολιτική εξέλιξη, ιδίως για την άνοδο δεξιών κομμάτων στην εξουσία, πάγια αιτία είναι η όχι αρκετά αριστερή πολιτική των μη δεξιών κομμάτων. Μία παραλλαγή αυτής της «ερμηνείας» είναι το: «όταν η αριστερά ασκεί την πολιτική της δεξιάς, τότε ο κόσμος προτιμά την πραγματική δεξιά». Μόνο τα τελευταία ένα-δύο χρόνια, έχω δει να χρησιμοποιείται αυτό το επιχείρημα από κατά τα άλλα σοβαρούς ανθρώπους για να ερμηνεύσει διάφορες συναφείς εξελίξεις, από την άνοδο της AfD στη Γερμανία (στη βάση τού ότι «η Μέρκελ υιοθέτησε τη λογική της» και ξεπεράστηκε) μέχρι την εκλογή τού Τραμπ στις ΗΠΑ (λόγω της «αποτυχίας» τού Ομπάμα) ή του Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ο ίδιος generator να τεθεί σε λειτουργία για να ερμηνεύσει την πρόσφατη επικράτηση της ΝΔ στην Ελλάδα.

Η αιτιολόγηση αυτή για την ακρίβεια είχε προταθεί ήδη προκαταβολικά, προ των εκλογών, από έναν άνθρωπο που έχει κάνει στη ζωή του ίσως τόσα όσα κανένας άλλος για τη διάδοση του έργου τού Αλτουσέρ στην Ελλάδα, τον Γιάννη Μηλιό:

βασικός υπεύθυνος για την άνοδο της ΝΔ και τη συνολική στροφή του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά, όπως αυτή καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά και, περίπου με τα ίδια λόγια, από την πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ Φώφη Γεννηματά.

Μετεκλογικά, βλέπουμε την ίδια εξήγηση να φιγουράρει στην «Πρώτη ανακοίνωση για το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιούλιου [sic]» του ΝΑΡ:

Βασική αιτία για τη διαμόρφωση αυτού του νέου συντηρητικού πολιτικού σκηνικού είναι η κατάληξη του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, που ευτέλισε την έννοια της αριστεράς στις λαϊκές συνειδήσεις, ο οποίος στην πράξη επανάφερε τη ΝΔ σε ρόλο πρώτου βιολιού στην αστική πολιτική ορχήστρα, νομιμοποιώντας την στις συνειδήσεις χιλιάδων ανθρώπων μέσα από την πολιτική του «δεν υπάρχει εναλλακτική»

(τα έντονα στοιχεία στο πρωτότυπο).

Χωρίς να έχω ψάξει λεπτομερώς, είμαι σίγουρος ότι η ίδια ερμηνεία θα κυριαρχεί στους απολογισμούς τού ΚΚΕ, των διάφορων μ-λ, καθώς και των αναρχικών, με τις κατάλληλες προσαρμογές λεξιλογίου κάθε φορά (π.χ. στην τελευταία περίπτωση η παρέκκλιση των λαϊκών μαζών από τον ορθό δρόμο ονοματίζεται κυρίως με τη λέξη-φετίχ που κυριαρχεί στον χώρο αυτό, την επαίσχυντη «ανάθεση»).

Από λογική άποψη, ο ισχυρισμός αυτός δεν αντέχει σε στοιχειώδη έλεγχο και νομίζω ότι υποτιμά τη νοημοσύνη όσων τον προβάλλουν. Επιπλέον, καθώς αφορά ένα φαινόμενο κατεξοχήν ποσοτικοποιημένο για το οποίο διαθέτουμε πλήθος μετρήσεων, είναι επίσης εύκολα ελέγξιμος εμπειρικά. Και από έναν τέτοιον έλεγχο προκύπτει το ίδιο συμπέρασμα: δεν στέκει με τίποτα.

Όσον αφορά το πρώτο: ο συλλογισμός αυτός έχει ως λογική προϋπόθεση μία κοινωνιολογίζουσα ουσιοκρατία· βασίζεται δηλαδή στην υπόθεση ότι υφίστανται «αυθορμήτως» κάποιες «λαϊκές συνειδήσεις», οι οποίες φυσικώ τω τρόπω αναμένεται να αναγνωρίζονται στην αριστερά και να εκπροσωπούνται απ’ αυτή, (τη «γνήσια» προφανώς αριστερά, όχι την ψευδή), όπως ο άνθρωπος του Ρουσσώ στη φυσική του κατάσταση ρέπει προς την αγαθότητα· όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αυτό οφείλεται στην εξωτερική παρέμβαση διεφθαρμένων πολιτικών θεσμών που παρασύρουν αυτόν τον «άνθρωπο» ή αυτές τις «λαϊκές συνειδήσεις» να σκέπτονται και να ενεργούν παρά φύσιν.

Περιττό να επαναλάβουμε, η ουσιοκρατία αυτή είναι επίσης ιδεαλιστική, διότι βασίζεται σε μία διαλεκτική «γνησιότητας» και «ψευδότητας» ακριβώς ίδια με εκείνη που χειρίζεται ο ελληνικός εθνικισμός σε σχέση με την μακεδονικότητα: για να κριθεί κανείς πραγματικά αριστερός δεν αρκεί να αυτοπροσδιορίζεται έτσι ο ίδιος και να προσδιορίζεται έτσι από όλη την υπόλοιπη υφήλιο· όχι. Πραγματικά αριστερός είναι μόνο όποιος πληροί τις προδιαγραφές τού εκάστοτε ομιλούντος. Δηλαδή στην πράξη ο εαυτός του και η γκρούπα του.

Σε όλη αυτή την θεολογία της αντιστοίχισης ουσιών και φαινομένων που αυτοανακηρύσσεται «ταξική ανάλυση», είναι φανερό ότι ξεχνιέται αυτό που συνιστά τον κεντρικό πυρήνα κάθε υλιστικής ανάλυσης: ότι η πολιτική είναι συνάντηση δυνάμεων, η οποία συνάντηση είναι πρωταρχικά ενδεχομενική όπως πολύ ορθά λέει ο ίδιος ο τίτλος τού εξαιρετικού πρόσφατου βιβλίου στο οποίο ο Μηλιός αναλύει ιστορικά τη γένεση του καπιταλισμού.

Ας δούμε εν προκειμένω τι πρακτικά μας λέει η εξήγηση αυτή. Έχουμε εδώ ένα φαινόμενο κατά το οποίο η ΝΔ παίρνει 39,8, ο ΣΥΡΙΖΑ 31,5, το ΚΚΕ 5,3 και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ 0,4%. Πώς είναι δυνατό να λέμε με σοβαρότητα ότι τα ποσοστά αυτά τα προκάλεσε, στο πλαίσιο μιας γραμμικής αιτιότητας, η «δεξιά στροφή τού ΣΥΡΙΖΑ»; Πώς αυτή η στροφή «έστειλε τον κόσμο στη δεξιά»; Και πρώτα απ’ όλα, ποιον κόσμο έστειλε; Υπήρχαν κάπου κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι αγωνίζονταν κοινωνικά και ψήφιζαν –ή ήταν έτοιμοι να ψηφίσουν- πιο ριζοσπαστικά κόμματα, αλλά μεσολάβησε ως άλλος όφις η «πολιτική τού ΣΥΡΙΖΑ» και τους ηπάτησε; Σε ποια εκλογική περιφέρεια, ποιοι, ποιος το διαπίστωσε αυτό και πώς;

Πριν κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ό,τι κάνει, ούτε το ΝΑΡ, ούτε το ΚΙΝΑΛ, ούτε κανείς άλλος από όσους κλαίγονται για αυτόν τον «ευτελισμό» τα πήγαιναν ιδιαίτερα καλά με τις «λαϊκές συνειδήσεις». Από άποψη τόσο εκλογικής, όσο και γενικότερης απήχησης, ήταν πάνω-κάτω στο ίδιο σημείο, ενώ ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε πολύ χειρότερο. Πώς είναι λοιπόν δυνατό ο «ευτελισμός» που διενήργησε ο ΣΥΡΙΖΑ να τον οδηγήσει, στην καθεμιά από τέσσερις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, να πάρει πολλαπλάσια ποσοστά απ’ ό,τι είχε πάρει σε όλες τις προηγούμενες μαζί, και από την άλλη να διατηρήσει σταθερά ή και μειωμένα τα ποσοστά των «γνήσιων αριστερών»; Ένα τέτοιο παράδοξο μόνο μία πιθανή εξήγηση μπορεί να έχει: ότι οι «λαϊκές συνειδήσεις» αδιαφορούν για την «γνήσια» αριστερά (πράγμα λοιπόν που διαψεύδει την βασική υπόθεση περί «αυθόρμητης» προτίμησης των μαζών ή των εργαζομένων τάξεων προς αυτήν). Διότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε ως αριστερός αλλά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν πραγματικά, τότε το εύλογο θα ήταν, ο κόσμος που απογοητεύτηκε από αυτή την αναντιστοιχία να στραφεί σε άλλους που, αυτοί, να είναι. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Μόνο με μία πρόχειρη ματιά στην εκλογική αριθμητική, είναι προφανές ότι ο κόσμος που «πήγε στη δεξιά» και της έδωσε αυτό το 40%, δεν ήταν απογοητευμένοι αριστεροί· εξάλλου αυτό θα ήταν παράλογο. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί, οι οποίοι τρόμαξαν από την «αταξία», την «μεταναστολαγνεία», το νόμο Παρασκευόπουλου, το «ξεπούλημα της Μακεδονίας μας (τους)», άνθρωποι οι οποίοι σε προηγούμενες εκλογές είχαν ψηφίσει ως επί το πλείστον Χρυσή Αυγή, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων, ενδεχομένως και ΣΥΡΙΖΑ αλλά χρησιμοθηρικά, χωρίς να προσχωρήσουν ιδεολογικά στην αριστερά (όπως οι περισσότεροι ψηφοφόροι του του 15 άλλωστε). Οι άνθρωποι αυτοί τώρα έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ –ή δεν πήγαν σε αυτόν- όχι επειδή δεν ήταν επαρκώς αριστερός για τα γούστα τους, αλλά επειδή ήταν υπερβολικά αριστερός.

Αλλά αυτόν τον κόσμο, οι γνήσιοι αριστεροί έχουν εκ προοιμίου παραιτηθεί από οποιαδήποτε φιλοδοξία να τον μετασχηματίσουν και να τον κερδίσουν με το μέρος τους. Έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι μπορούν να συνομιλήσουν μόνο με τον μικρόκοσμό τους. Στην ανακοίνωση του ΝΑΡ, οι συντάκτες δεν παραγνωρίζουν φυσικά ότι εκλογικά συνετρίβησαν, όπως άλλωστε συμβαίνει κάθε άλλη φορά από τότε που υπάρχουν –τώρα ακόμα χειρότερα. Αρνούνται όμως στρουθοκαμηλικά να αναρωτηθούν γιατί συνέβη αυτό, μήπως κάτι δεν πάει καλά με τη βασική τους γραμμή σκέψης, και απλώς υποδεικνύουν μεγαλοφώνως στους εαυτούς τους «ανοικτότητα», «τόλμη», «σκέψη» και άλλα ηχηρά παρόμοια, τα οποία όμως το πολύ πολύ φτάνουν μέχρι τον «κόσμο του κινήματος και της αριστεράς», δηλαδή αυτόν που ήδη αγωνίζεται με την αντικαπιταλιστική αριστερά, αλλά για ακατανόητους λόγους δεν την ψηφίζει!

ως ΝΑΡ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλουμε να αναμετρηθούμε ανοικτά και τολμηρά με το ερώτημα γιατί ο κόσμος του κινήματος και της αριστεράς που στηρίζει και αγωνίζεται με την αντικαπιταλιστική αριστερά στο κίνημα, στα μέτωπα πάλης, στις αρχαιρεσίες των σωματείων, στις δημοτικές/περιφερειακές εκλογές, δεν μας αναγνωρίζει ως αυτοτελή πολιτική δύναμη ικανή να εκφράσει τα συμφέροντά του συνολικά απέναντι στο κεφάλαιο, το κράτος και τις κυβερνήσεις του.

Προσωπικά, τους εύχομαι κάθε επιτυχία σε αυτήν την αναμέτρηση με το ερώτημα. Θα τους δώσω όμως και ένα hint από τη μεριά μου για να τους βοηθήσω στην αναζήτηση: πιθανός λόγος για αυτή την αναντιστοιχία, για το γεγονός ότι ο κόσμος που αγωνίζεται, και πολύ περισσότερο εκείνος που δεν αγωνίζεται (ακόμα/ πλέον/ ανά πάσα στιγμή), δεν τους αναγνωρίζει, είναι ακριβώς το ότι αυτός ο κόσμος δεν θέλει κάποιον που να τον «εκφράζει συνολικά». Οι συνολικότητες τον απωθούν και τον τρομάζουν. Και προτιμά το μη Όλον, τις μερικότητες.

Και αυτό, πιο πρακτικά, σημαίνει το εξής: ότι είναι άσφαιρη και αδιέξοδη η τακτική που ακολουθεί όποιος επιλέγει να στρέψει τα πυρά του σχεδόν αποκλειστικά ενάντια στην πλησιέστερη/ σχετικά ισχυρότερη δύναμη της αριστεράς, καταγγέλλοντάς την ως όχι επαρκώς αριστερή. Αυτό δεν γοητεύει κανέναν, ούτε πείθει κανέναν πέρα από τους ήδη πεισμένους.

Δεν είναι λοιπόν μονόδρομος η θεωρία –και η πρακτική- να καταγγέλλουμε άλλους αριστερούς ότι στέλνουν τον κόσμο στη δεξιά. There are alternatives to that.


Πηγή Nomadic universality