Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαβριηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαβριηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Καταλήψεων έπαινος: η περίπτωση της ΥΦΑΝΕΤ


του Άκη Γαβριηλίδη


Πριν από αρκετά χρόνια, ίσως πάνω από δέκα, είχα παρακολουθήσει στη Θεσσαλονίκη μία παρουσίαση κάποιων μελών της ισραηλινής ομάδας «Αναρχικοί ενάντια στο τείχος» για τη δράση τους. Ακολούθησε συζήτηση και τοποθετήσεις, σύντομες ή λιγότερο σύντομες. Μετά το τέλος τους, και αφού επικράτησαν κάποια δευτερόλεπτα σιωπής, ένας ηλικιωμένος άνδρας από το βάθος της αίθουσας ρώτησε διστακτικά εάν «οι νέοι είχαν πει ό,τι είχαν να πουν» και, αφού τον διαβεβαίωσαν ότι ναι, πήρε και αυτός το λόγο και άρχισε, με όλο και μεγαλύτερη πεποίθηση, με φωνή που δυνάμωνε, την τοποθέτησή του, στην οποία συγχάρηκε τους αναρχικούς για τη δράση τους αλλά προσέθεσε ότι αυτά «δεν αρκεί να τα λέμε εδώ μεταξύ μας, πρέπει να πάμε να μιλήσουμε στην εβραϊκή κοινότητα, γιατί αυτοί ζούνε μόνο με τα ψέματα του Shαρόν» (προφέροντας το σ όπως –φαντάζομαι- οι Εβραίοι, και πάντως όχι οι Έλληνες της Ελλάδας). Mετά απευθύνθηκε και στους ομιλητές μιλώντας με άνεση εβραϊκά –δεν κατάλαβα τι τους είπε, αλλά εκείνοι φαίνονταν να καταλαβαίνουν.

Έχοντας τότε πρόσφατα διαβάσει το αριστουργηματικό Έλληνας, Εβραίος και αριστερός του Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά, από τα πρώτα λεπτά ήμουν σίγουρος ότι ο κύριος που μιλούσε δεν μπορούσε να ήταν άλλος από το συγγραφέα –και πρωταγωνιστή, φυσικά- αυτής της απίστευτης βιογραφίας. Πράγματι, μετά το τέλος της εκδήλωσης τον πλησίασα και τον ρώτησα πώς λέγεται, και μου το επιβεβαίωσε. Του είπα πόσο συγκινήθηκα που τον γνώρισα και από κοντά και πόσο σημαντικό βρίσκω το βιβλίο του, και χαμογέλασε ντροπαλά αλλά με ικανοποίηση.

Η ευκαιρία να μιλήσω με τον Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά και να του σφίξω το χέρι, είναι μόνο ένα από τα πολλά πράγματα για τα οποία χρωστάω ευγνωμοσύνη στην κατάληψη της ΥΦΑΝΕΤ, ενός παλιού εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας στην Κάτω Τούμπα της Θεσσαλονίκης, που επί δεκαετίες είχε εγκαταλειφθεί, περιέλθει σε αχρησία και μετατραπεί σε έναν σκουπιδότοπο αρκετών στρεμμάτων καταμεσής του αστικού ιστού. Από το 2004, μπήκαν στο χώρο μέλη συλλογικοτήτων του αντιεξουσιαστικού χώρου, με καταβολή σημαντικού όγκου προσωπικής χειρωνακτικής αλλά και διανοητικής εργασίας καθάρισαν και σουλούπωσαν τα μισοερειπωμένα κτίρια και τον περίβολο –δηλαδή ένα τμήμα τους, διότι στο σύνολό του ο χώρος είναι τεράστιος-, μετέφεραν σιγά-σιγά ως επί το πλείστον μεταχειρισμένα έπιπλα, συσκευές, επίσης βιβλία, και τον μετέτρεψαν σε στοιχειωδώς κατοικήσιμο ή πάντως χρησιμοποιήσιμο. Επί όλα αυτά τα χρόνια, η ΥΦΑΝΕΤ αποτέλεσε, και αποτελεί, μεταξύ άλλων πραγμάτων, μια εστία κοινωνικότητας, οικοδόμησης προσωπικών και κοινωνικών σχέσεων, αυτο- (και αλληλο-)μόρφωσης και πολιτιστικής παραγωγής και δημιουργίας, σε μια περιοχή όπου μέχρι τότε, και εν πολλοίς μέχρι τώρα, όλα αυτά τα φαινόμενα μάλλον σπάνιζαν.

Προσωπικά, καθώς έτυχε να έχω, ή να αποκτήσω, κάποιες επαφές ιδίως με άτομα που ανήκαν στον αρχικό πυρήνα της κατάληψης, χάρη και σε αυτές (αλλά και, από ένα σημείο και μετά, ανεξάρτητα απ’ αυτές), είχα την ευκαιρία να παραστώ –ενίοτε και να συμβάλω, με τη δική μου εθελοντική διανοητική εργασία- σε παρουσιάσεις μεταξύ άλλων του Τζον Χόλογουέι, του Ντέιβιντ Γκρέιμπερ, του Γιάννη Μηλιού, σε προβολές στο «Μωβ Καφενείο», αλλά και σε συναντήσεις, (χωρίς κάποιον «διάσημο»), της «ομάδας μελέτης του εθνικισμού», η οποία με είχε καλέσει για να κάνω εγώ εισήγηση αλλά, πηγαίνοντας, διαπίστωσα ότι εγώ είχα πράγματα να μάθω από τα μέλη της ομάδας, πάνω κάτω όσα και να τους διδάξω.

Με αυτό δεν εννοώ (μόνο/ απαραίτητα) ότι διέθεταν όλοι μία σημαντική ποσότητα γνώσεων· αναφέρομαι και στη διάσταση της αυτομόρφωσης, στο γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν κάτσει κάτω και είχαν συμφωνήσει επί ένα χρόνο να διαβάσουν και να «ψάξουν» εξαντλητικά ένα ζήτημα όχι για να πάρουν ένα πτυχίο, όχι για να «αριστεύσουν», να αποκτήσουν πτυχία, «δεξιότητες» και (άρα) όπλα για την αγορά εργασίας, αλλά έτσι, επειδή τους έκαιγε, από δική τους επιθυμία. Εννοώ επίσης τον τρόπο επικοινωνίας: στις συζητήσεις αυτές δεν υπήρχε «προεδρείο», ούτε τις διηύθυνε κανείς. Μετά το τέλος της τυχόν εισήγησης, όποιος/-α ήθελε να πει κάτι απλώς έπαιρνε το λόγο και τον κρατούσε για όσο ήθελε, με ίδια ευθύνη· μετά, αφού τελείωνε, κάποιος άλλος. Οι περισσότεροι από μας, ακόμα κι εγώ πριν το δω να λειτουργεί, ακούγοντας μια τέτοια περιγραφή θα είχαμε την τάση να αντιδράσουμε λέγοντας: «μα καλά, δεν γινόταν μπάχαλο;». Όμως, όχι, δεν γινόταν: η μέθοδος ως επί το πλείστον λειτουργούσε αποτελεσματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι τοποθετήσεις ήταν υποδειγματικές, υψηλού επιπέδου, περιεκτικές και σύντομες. Ασφαλώς, όπως παντού, ήταν ενδεχόμενο να παρουσιαστούν –και παρουσιάζονταν- φαινόμενα κατάχρησης, απεραντολογίας, επιφανειακότητας. Πώς αλλιώς; Αλλά η ελευθερία, όπως όλα τα πράγματα, έχει ένα κόστος, και αν κανείς το δοκιμάσει μπορεί να διαπιστώσει ότι το κόστος αυτό είναι λιγότερο επαχθές από το κόστος της περίφραξης και του ελέγχου.

Βλέποντας και ακούγοντας σήμερα τα κατασταλτικά έργα και λόγια όσων ξεκινούν σταυροφορίες για την «πάταξη της ανομίας», εννοώντας με αυτό την εκκένωση όλων των καταλήψεων και τίποτε άλλο, σχεδόν δεν μπορώ να νιώσω ούτε καν οργή. Κυρίως οίκτο νιώθω, για τη βλακεία και το μίσος από το οποίο είναι κυριευμένοι αυτοί οι άνθρωποι. Οι ίδιοι πάνω-κάτω οι οποίοι τις υπόλοιπες ώρες μάς φλομώνουν με ηθικολογίες και παραινέσεις προς τους «νέους» να «ασχοληθούν με τον αθλητισμό» ώστε να αποφύγουν «αντικοινωνικές συνήθειες», τα ναρκωτικά και γενικώς τις οδούς της απωλείας. Για ποιον «αθλητισμό» μιλάνε; Μήπως αυτόν όπου κυριαρχεί η ντόπα, το στήσιμο αγώνων, η χειραγώγηση στοιχημάτων (και γενικώς η χειραγώγηση), το ξέπλυμα ναρκοδολλαρίων, τα μαχαιρώματα και οι τραμπουκισμοί μεταξύ οπαδικών στρατών; Η εμπειρία τής από κοινού παραγωγής γνώσης την οποία συνάντησα σε καταλήψεις υπήρξε ενίοτε πιο συναρπαστική και διδακτική από αρκετές ημερίδες και συνέδρια οργανωμένα εντός του πανεπιστημιακού θεσμού, και φυσικά υπήρξε έτη φωτός μπροστά από οτιδήποτε δηλώνει αυτό που νοούμε συνήθως με τον όρο «αθλητισμός» ή με οποιονδήποτε άλλο κρατικό θεσμό.

Ακόμα και με συμβατικά κριτήρια, η ΥΦΑΝΕΤ δεν συνιστά καμία ανομία και καμία αντικοινωνικότητα. Συνιστά εμπλουτισμό και άνοιγμα. Αντικοινωνικότητα θα ήταν η κατάργησή της. Η κοινωνία και ο πολιτιστικός ορίζοντας της Θεσσαλονίκης θα ήταν από κάθε άποψη φτωχότερος χωρίς αυτήν, και άλλα ανάλογα παραδείγματα. Είναι προκλητική υποκρισία, αν δεν είναι απλώς άγνοια και ηλιθιότητα, να θεωρεί κανείς ότι προστατεύει ή βοηθά οποιονδήποτε ή οτιδήποτε, ότι βελτιώνει κάτι στην ελληνική κοινωνία, με το να εισβάλλει σε μέχρι τότε παρατημένα κτίρια, να ξυλοκοπά, να συλλαμβάνει και να συκοφαντεί απρόκλητα νέους ή λιγότερο νέους ανθρώπους για να τους εμποδίσει να συναντιούνται, να σκέφτονται και να αισθάνονται από κοινού, να φτιάχνουν χορωδίες και θεατρικές ομάδες. Είναι αφέλεια να πιστεύουν οι Χρυσοχοΐδηδες και συντροφία ότι, με αυτές τις υλικές και συμβολικές περιφράξεις, με το κλείσιμο όλων των δυνατοτήτων πέρα από τα προπατζήδικα, τα σκυλάδικα, το ΝΕΤFLIX, γενικότερα ό,τι υπάγεται στην αγορά και το κράτος (της) ή αιχμαλωτίζεται απ’ αυτά, πετυχαίνουν έστω και έναν από τους δεδηλωμένους ή αδήλωτους σκοπούς τους. Η αντίσταση έρχεται πρώτα, αλλά έρχεται και μετά. Είναι στο χέρι μας να τους το δείξουμε, και θα τους το δείξουμε. Εμείς ή, το πιθανότερο, κάποιοι άλλοι και κάποιες άλλες, που δεν τους ξέρουμε ακόμα, που σήμερα δεν το υποπτευόμαστε, ούτε εμείς, ούτε οι μπάτσοι, ίσως ούτε οι ίδιες.

Πηγή nomadic universality

Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

Η ΤΙΝΑ της «γνήσιας αριστεράς» – και η χρεωκοπία της


του Άκη Γαβριηλίδη


Ο Λουί Αλτουσέρ παρατηρούσε κάπου ότι οι κομμουνιστές έχουν αναπτύξει τρομερά εκλεπτυσμένα θεωρητικά εργαλεία για την ανάλυση της πολιτικής και της ιστορίας, αλλά συχνά ξεχνάνε να εφαρμόσουν οι ίδιοι αυτά τα εργαλεία στη δική τους πρακτική.

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα για αυτό το ξέχασμα από έναν τύπο λόγου που έχει αναπτυχθεί, και επιβληθεί ως αυτονόητος με τη δύναμη της συνήθειας, στο εσωτερικό της ελληνικής «γνήσιας αριστεράς»· κατ’ αυτόν, για κάθε πολιτική εξέλιξη, ιδίως για την άνοδο δεξιών κομμάτων στην εξουσία, πάγια αιτία είναι η όχι αρκετά αριστερή πολιτική των μη δεξιών κομμάτων. Μία παραλλαγή αυτής της «ερμηνείας» είναι το: «όταν η αριστερά ασκεί την πολιτική της δεξιάς, τότε ο κόσμος προτιμά την πραγματική δεξιά». Μόνο τα τελευταία ένα-δύο χρόνια, έχω δει να χρησιμοποιείται αυτό το επιχείρημα από κατά τα άλλα σοβαρούς ανθρώπους για να ερμηνεύσει διάφορες συναφείς εξελίξεις, από την άνοδο της AfD στη Γερμανία (στη βάση τού ότι «η Μέρκελ υιοθέτησε τη λογική της» και ξεπεράστηκε) μέχρι την εκλογή τού Τραμπ στις ΗΠΑ (λόγω της «αποτυχίας» τού Ομπάμα) ή του Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο ο ίδιος generator να τεθεί σε λειτουργία για να ερμηνεύσει την πρόσφατη επικράτηση της ΝΔ στην Ελλάδα.

Η αιτιολόγηση αυτή για την ακρίβεια είχε προταθεί ήδη προκαταβολικά, προ των εκλογών, από έναν άνθρωπο που έχει κάνει στη ζωή του ίσως τόσα όσα κανένας άλλος για τη διάδοση του έργου τού Αλτουσέρ στην Ελλάδα, τον Γιάννη Μηλιό:

βασικός υπεύθυνος για την άνοδο της ΝΔ και τη συνολική στροφή του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά, όπως αυτή καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αλλά και, περίπου με τα ίδια λόγια, από την πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ Φώφη Γεννηματά.

Μετεκλογικά, βλέπουμε την ίδια εξήγηση να φιγουράρει στην «Πρώτη ανακοίνωση για το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιούλιου [sic]» του ΝΑΡ:

Βασική αιτία για τη διαμόρφωση αυτού του νέου συντηρητικού πολιτικού σκηνικού είναι η κατάληξη του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, που ευτέλισε την έννοια της αριστεράς στις λαϊκές συνειδήσεις, ο οποίος στην πράξη επανάφερε τη ΝΔ σε ρόλο πρώτου βιολιού στην αστική πολιτική ορχήστρα, νομιμοποιώντας την στις συνειδήσεις χιλιάδων ανθρώπων μέσα από την πολιτική του «δεν υπάρχει εναλλακτική»

(τα έντονα στοιχεία στο πρωτότυπο).

Χωρίς να έχω ψάξει λεπτομερώς, είμαι σίγουρος ότι η ίδια ερμηνεία θα κυριαρχεί στους απολογισμούς τού ΚΚΕ, των διάφορων μ-λ, καθώς και των αναρχικών, με τις κατάλληλες προσαρμογές λεξιλογίου κάθε φορά (π.χ. στην τελευταία περίπτωση η παρέκκλιση των λαϊκών μαζών από τον ορθό δρόμο ονοματίζεται κυρίως με τη λέξη-φετίχ που κυριαρχεί στον χώρο αυτό, την επαίσχυντη «ανάθεση»).

Από λογική άποψη, ο ισχυρισμός αυτός δεν αντέχει σε στοιχειώδη έλεγχο και νομίζω ότι υποτιμά τη νοημοσύνη όσων τον προβάλλουν. Επιπλέον, καθώς αφορά ένα φαινόμενο κατεξοχήν ποσοτικοποιημένο για το οποίο διαθέτουμε πλήθος μετρήσεων, είναι επίσης εύκολα ελέγξιμος εμπειρικά. Και από έναν τέτοιον έλεγχο προκύπτει το ίδιο συμπέρασμα: δεν στέκει με τίποτα.

Όσον αφορά το πρώτο: ο συλλογισμός αυτός έχει ως λογική προϋπόθεση μία κοινωνιολογίζουσα ουσιοκρατία· βασίζεται δηλαδή στην υπόθεση ότι υφίστανται «αυθορμήτως» κάποιες «λαϊκές συνειδήσεις», οι οποίες φυσικώ τω τρόπω αναμένεται να αναγνωρίζονται στην αριστερά και να εκπροσωπούνται απ’ αυτή, (τη «γνήσια» προφανώς αριστερά, όχι την ψευδή), όπως ο άνθρωπος του Ρουσσώ στη φυσική του κατάσταση ρέπει προς την αγαθότητα· όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αυτό οφείλεται στην εξωτερική παρέμβαση διεφθαρμένων πολιτικών θεσμών που παρασύρουν αυτόν τον «άνθρωπο» ή αυτές τις «λαϊκές συνειδήσεις» να σκέπτονται και να ενεργούν παρά φύσιν.

Περιττό να επαναλάβουμε, η ουσιοκρατία αυτή είναι επίσης ιδεαλιστική, διότι βασίζεται σε μία διαλεκτική «γνησιότητας» και «ψευδότητας» ακριβώς ίδια με εκείνη που χειρίζεται ο ελληνικός εθνικισμός σε σχέση με την μακεδονικότητα: για να κριθεί κανείς πραγματικά αριστερός δεν αρκεί να αυτοπροσδιορίζεται έτσι ο ίδιος και να προσδιορίζεται έτσι από όλη την υπόλοιπη υφήλιο· όχι. Πραγματικά αριστερός είναι μόνο όποιος πληροί τις προδιαγραφές τού εκάστοτε ομιλούντος. Δηλαδή στην πράξη ο εαυτός του και η γκρούπα του.

Σε όλη αυτή την θεολογία της αντιστοίχισης ουσιών και φαινομένων που αυτοανακηρύσσεται «ταξική ανάλυση», είναι φανερό ότι ξεχνιέται αυτό που συνιστά τον κεντρικό πυρήνα κάθε υλιστικής ανάλυσης: ότι η πολιτική είναι συνάντηση δυνάμεων, η οποία συνάντηση είναι πρωταρχικά ενδεχομενική όπως πολύ ορθά λέει ο ίδιος ο τίτλος τού εξαιρετικού πρόσφατου βιβλίου στο οποίο ο Μηλιός αναλύει ιστορικά τη γένεση του καπιταλισμού.

Ας δούμε εν προκειμένω τι πρακτικά μας λέει η εξήγηση αυτή. Έχουμε εδώ ένα φαινόμενο κατά το οποίο η ΝΔ παίρνει 39,8, ο ΣΥΡΙΖΑ 31,5, το ΚΚΕ 5,3 και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ 0,4%. Πώς είναι δυνατό να λέμε με σοβαρότητα ότι τα ποσοστά αυτά τα προκάλεσε, στο πλαίσιο μιας γραμμικής αιτιότητας, η «δεξιά στροφή τού ΣΥΡΙΖΑ»; Πώς αυτή η στροφή «έστειλε τον κόσμο στη δεξιά»; Και πρώτα απ’ όλα, ποιον κόσμο έστειλε; Υπήρχαν κάπου κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι αγωνίζονταν κοινωνικά και ψήφιζαν –ή ήταν έτοιμοι να ψηφίσουν- πιο ριζοσπαστικά κόμματα, αλλά μεσολάβησε ως άλλος όφις η «πολιτική τού ΣΥΡΙΖΑ» και τους ηπάτησε; Σε ποια εκλογική περιφέρεια, ποιοι, ποιος το διαπίστωσε αυτό και πώς;

Πριν κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ό,τι κάνει, ούτε το ΝΑΡ, ούτε το ΚΙΝΑΛ, ούτε κανείς άλλος από όσους κλαίγονται για αυτόν τον «ευτελισμό» τα πήγαιναν ιδιαίτερα καλά με τις «λαϊκές συνειδήσεις». Από άποψη τόσο εκλογικής, όσο και γενικότερης απήχησης, ήταν πάνω-κάτω στο ίδιο σημείο, ενώ ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν σε πολύ χειρότερο. Πώς είναι λοιπόν δυνατό ο «ευτελισμός» που διενήργησε ο ΣΥΡΙΖΑ να τον οδηγήσει, στην καθεμιά από τέσσερις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, να πάρει πολλαπλάσια ποσοστά απ’ ό,τι είχε πάρει σε όλες τις προηγούμενες μαζί, και από την άλλη να διατηρήσει σταθερά ή και μειωμένα τα ποσοστά των «γνήσιων αριστερών»; Ένα τέτοιο παράδοξο μόνο μία πιθανή εξήγηση μπορεί να έχει: ότι οι «λαϊκές συνειδήσεις» αδιαφορούν για την «γνήσια» αριστερά (πράγμα λοιπόν που διαψεύδει την βασική υπόθεση περί «αυθόρμητης» προτίμησης των μαζών ή των εργαζομένων τάξεων προς αυτήν). Διότι αν ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε ως αριστερός αλλά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν πραγματικά, τότε το εύλογο θα ήταν, ο κόσμος που απογοητεύτηκε από αυτή την αναντιστοιχία να στραφεί σε άλλους που, αυτοί, να είναι. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη. Μόνο με μία πρόχειρη ματιά στην εκλογική αριθμητική, είναι προφανές ότι ο κόσμος που «πήγε στη δεξιά» και της έδωσε αυτό το 40%, δεν ήταν απογοητευμένοι αριστεροί· εξάλλου αυτό θα ήταν παράλογο. Ήταν άνθρωποι συντηρητικοί, οι οποίοι τρόμαξαν από την «αταξία», την «μεταναστολαγνεία», το νόμο Παρασκευόπουλου, το «ξεπούλημα της Μακεδονίας μας (τους)», άνθρωποι οι οποίοι σε προηγούμενες εκλογές είχαν ψηφίσει ως επί το πλείστον Χρυσή Αυγή, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων, ενδεχομένως και ΣΥΡΙΖΑ αλλά χρησιμοθηρικά, χωρίς να προσχωρήσουν ιδεολογικά στην αριστερά (όπως οι περισσότεροι ψηφοφόροι του του 15 άλλωστε). Οι άνθρωποι αυτοί τώρα έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ –ή δεν πήγαν σε αυτόν- όχι επειδή δεν ήταν επαρκώς αριστερός για τα γούστα τους, αλλά επειδή ήταν υπερβολικά αριστερός.

Αλλά αυτόν τον κόσμο, οι γνήσιοι αριστεροί έχουν εκ προοιμίου παραιτηθεί από οποιαδήποτε φιλοδοξία να τον μετασχηματίσουν και να τον κερδίσουν με το μέρος τους. Έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι μπορούν να συνομιλήσουν μόνο με τον μικρόκοσμό τους. Στην ανακοίνωση του ΝΑΡ, οι συντάκτες δεν παραγνωρίζουν φυσικά ότι εκλογικά συνετρίβησαν, όπως άλλωστε συμβαίνει κάθε άλλη φορά από τότε που υπάρχουν –τώρα ακόμα χειρότερα. Αρνούνται όμως στρουθοκαμηλικά να αναρωτηθούν γιατί συνέβη αυτό, μήπως κάτι δεν πάει καλά με τη βασική τους γραμμή σκέψης, και απλώς υποδεικνύουν μεγαλοφώνως στους εαυτούς τους «ανοικτότητα», «τόλμη», «σκέψη» και άλλα ηχηρά παρόμοια, τα οποία όμως το πολύ πολύ φτάνουν μέχρι τον «κόσμο του κινήματος και της αριστεράς», δηλαδή αυτόν που ήδη αγωνίζεται με την αντικαπιταλιστική αριστερά, αλλά για ακατανόητους λόγους δεν την ψηφίζει!

ως ΝΑΡ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ οφείλουμε να αναμετρηθούμε ανοικτά και τολμηρά με το ερώτημα γιατί ο κόσμος του κινήματος και της αριστεράς που στηρίζει και αγωνίζεται με την αντικαπιταλιστική αριστερά στο κίνημα, στα μέτωπα πάλης, στις αρχαιρεσίες των σωματείων, στις δημοτικές/περιφερειακές εκλογές, δεν μας αναγνωρίζει ως αυτοτελή πολιτική δύναμη ικανή να εκφράσει τα συμφέροντά του συνολικά απέναντι στο κεφάλαιο, το κράτος και τις κυβερνήσεις του.

Προσωπικά, τους εύχομαι κάθε επιτυχία σε αυτήν την αναμέτρηση με το ερώτημα. Θα τους δώσω όμως και ένα hint από τη μεριά μου για να τους βοηθήσω στην αναζήτηση: πιθανός λόγος για αυτή την αναντιστοιχία, για το γεγονός ότι ο κόσμος που αγωνίζεται, και πολύ περισσότερο εκείνος που δεν αγωνίζεται (ακόμα/ πλέον/ ανά πάσα στιγμή), δεν τους αναγνωρίζει, είναι ακριβώς το ότι αυτός ο κόσμος δεν θέλει κάποιον που να τον «εκφράζει συνολικά». Οι συνολικότητες τον απωθούν και τον τρομάζουν. Και προτιμά το μη Όλον, τις μερικότητες.

Και αυτό, πιο πρακτικά, σημαίνει το εξής: ότι είναι άσφαιρη και αδιέξοδη η τακτική που ακολουθεί όποιος επιλέγει να στρέψει τα πυρά του σχεδόν αποκλειστικά ενάντια στην πλησιέστερη/ σχετικά ισχυρότερη δύναμη της αριστεράς, καταγγέλλοντάς την ως όχι επαρκώς αριστερή. Αυτό δεν γοητεύει κανέναν, ούτε πείθει κανέναν πέρα από τους ήδη πεισμένους.

Δεν είναι λοιπόν μονόδρομος η θεωρία –και η πρακτική- να καταγγέλλουμε άλλους αριστερούς ότι στέλνουν τον κόσμο στη δεξιά. There are alternatives to that.


Πηγή Nomadic universality 

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Το City Plaza και η αυτονομία της μετακίνησης


του Άκη Γαβριηλίδη


Εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια, από τη στιγμή που άρχισαν να έρχονται οι Σύροι πρόσφυγες, η ελληνική κοινωνία επέδειξε ένα μεγάλο εύρος συγκινητικών (και συγκινημένων) πρακτικών αντιδράσεων υποδοχής, φιλοξενίας και συμπαράστασης. Φυσικά όχι σύσσωμη: υπήρξαν και αντιδράσεις ζωώδεις (με όλο το σεβασμό προς τα ζώα).

Μία από τις πολλές αυτές εκφράσεις φιλοξενίας, ήταν και η πρόσφατη κατάληψη του ξενοδοχείου City Plaza στην οδό Αχαρνών της Αθήνας από αλληλέγγυους Έλληνες και πρόσφυγες.

Καταλήψεις κτιρίων έχουν γίνει και άλλες στο κέντρο της Αθήνας, όχι πάρα πολλές, οι οποίες πάντως μέχρι στιγμής έχουν στεριώσει και συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς να προκαλούν ιδιαίτερη συζήτηση. Η συγκεκριμένη είχε την ιδιαιτερότητα ότι τόσο οι αλληλέγγυοι, όσο και η ιδιοκτήτρια του κτιρίου φαίνεται ότι ανήκουν/ πρόσκεινται/ προέρχονται σε/ από το χώρο της ριζοσπαστικής/ ελευθεριακής αριστεράς (χρησιμοποιώ ευρείες διατυπώσεις διότι δεν γνωρίζω λεπτομερώς την πορεία του καθενός, ούτε παρακολούθησα πώς/ εάν αυτή μεταβλήθηκε κατά τις πυκνές ανακατατάξεις του τελευταίου χρόνου). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχει παραχθεί μία αρκετά μεγάλη ήδη ποσότητα λόγου περί αυτής.

Το ενδιαφέρον γύρω από αυτή την ανταλλαγή είναι ότι, σε αυτήν, άνθρωποι που δηλώνουν ότι συμμερίζονται την πίστη στις ίδιες ιδέες, αναλυτικές/μεθοδολογικές αλλά και πολιτικές, καταλήγουν σε αντίθετα πρακτικά συμπεράσματα γύρω από ένα συγκεκριμένο ζήτημα.

Και δεν αναφέρομαι βέβαια σε όσους επικαλούνται αριστεροφανή επιχειρήματα για να ζητήσουν το σεβασμό των «δικαιωμάτων των άλλων» –δηλαδή του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Ούτε, πολύ λιγότερο, σε όσους διαδίδουν υπονοούμενα για «ύποπτα κίνητρα των αλληλέγγυων» και «υποκινήσεις από τη Νέα Τάξη». Οι λόγοι αυτοί αποτελούν πολύ ευδιάκριτες απολογητικές μεταμφιέσεις ατομικών συμφερόντων, και ήδη άρχισαν να υποχωρούν τελευταία.

Πέρα απ’ αυτούς, υπάρχουν άνθρωποι που εκφράζουν με καλή πίστη ενδοιασμούς για την τακτική σκοπιμότητα της κίνησης τη συγκεκριμένη στιγμή, ή και οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Δεν θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα κείμενα ή ονόματα· αυτό που έχει σημασία είναι η σχετική επιχειρηματολογία. Αυτή θα μπορούσε να συνοψισθεί ως εξής:

– η κίνηση είναι επιθετική/ προκλητική, θα φοβίσει και θα αποξενώσει τους Έλληνες νοικοκυραίους – θα προκαλέσει αντισυσπείρωση των φασιστών – θα θέσει σε κίνδυνο τους πρόσφυγες.

– Η κίνηση είναι «επιμέρους» και δεν μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αντιμετώπιση του προβλήματος.

– Στο κάτω κάτω, οι πρόσφυγες δεν είναι επαναστατικό υποκείμενο. Δεν ανήκουν στην εργατική τάξη, είναι κοινωνικά και ιδεολογικά συντηρητικοί, δέρνουν τις γυναίκες τους.

Στις αντιρρήσεις αυτές, επιχείρησαν ήδη να απαντήσουν κάποιοι σχολιαστές, υπερασπιζόμενοι την κατάληψη. Εξ όσων μπορώ να δω, μέχρι στιγμής τουλάχιστον τρεις: ο Ηλίας Ιωακείμογλου, ο Παναγιώτης Σωτήρης και ο Νίκος Χαραλαμπόπουλος.

Ασχέτως εάν στο επί του πρακτέου συμπέρασμα συμφωνώ με τους δεύτερους, προσωπικά θεωρώ ότι οι απαντήσεις τους δεν είναι ικανοποιητικές: μοιάζουν η λάθος αιτιολόγηση μίας ορθής επιλογής, στην οποία δεν αντιστοιχούν πραγματικά· μοιάζουν να έχουν επιστρατευθεί εκ των υστέρων για να εκλογικεύσουν την επιλογή αυτή και να την συμφιλιώσουν με μία υπερεγωτική επιταγή ξένη προς αυτήν.

Η επιταγή αυτή είναι ακριβώς αυτή η κοινή βάση που μοιράζονται με τους αντιπάλους/ συνομιλητές τους: η λογική «τάξη εναντίον τάξης», η εστίαση στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, εθνικό αν όχι και διεθνές, και ο στόχος του σοσιαλισμού. Όποιος ξεκινά από αυτήν, είναι αναμενόμενο ότι θα συναντήσει δυσκολίες να πείσει τους συνομιλητές του για την αναγκαιότητα της κατάληψης. Δυσκολίες που είναι εγγενείς σε αυτή τη βάση, οφείλονται στις ίδιες της τις προϋποθέσεις και όχι σε εσφαλμένη εφαρμογή τους.

Oι απαντήσεις αυτές αρνούνται να αναγνωρίσουν την παραμικρή αυτονομία στο φαινόμενο της προσφυγιάς και της μετακίνησης. Δεν προβλέπουν γι’ αυτό κανέναν αυτοτελή χώρο στο εσωτερικό τους· στο βαθμό που ασχολούνται καν με αυτό, το βλέπουν είτε ως γραμμικό –και ολέθριο- αποτέλεσμα του «ιμπεριαλισμού», είτε ως ένα εξωτερικό συμβεβηκός θεμελιακά άσχετο με τον «καπιταλισμό», ένα ατύχημα το οποίο απλώς «συναντήθηκε» με την κρίση. Και στις δύο περιπτώσεις, οι σχολιαστές δείχνουν ότι το φαινόμενο καθαυτό θα προτιμούσαν να μην υπάρχει, ώστε να έχουμε μπροστά μας την «καθαρή» σύγκρουση κεφαλαίου-εργασίας.

Στα πλαίσια αυτά, η ενασχόληση με τα προβλήματα των προσφύγων εμφανίζεται αποκλειστικά ως ένα μέσο προς κάποιο σκοπό. Πουθενά δεν θεματοποιείται η ιδιαίτερη κατάσταση και η υποκειμενικότητα των ίδιων των προσφύγων ως κάτι που αξίζει να μας προβληματίσει και να το συζητήσουμε έστω μεταξύ μας ή, πολύ λιγότερο, με τις ίδιες. Οι πρόσφυγες έχουν το πολύ πολύ ανάγκες, αλλά όχι αυτοτελείς –δηλαδή, μεταξύ άλλων, πολλαπλές- πολιτικές επιθυμίες.

Αυτό είναι φανερό σε διατυπώσεις όπως οι εξής:

Γιατί χρειαζόμαστε τέτοιες καταλήψεις; Γιατί πολύ απλά (η υπογράμμιση δική μου) είναι μία από τις βασικές απαντήσεις στη συμμόρφωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ με την Ευρώπη-φρούριο και το μνημείο κυνισμού που είναι η συμφωνία Ε.Ε. και Τουρκίας.

Η αιτιολόγηση όμως αυτή δείχνει να απευθύνεται σε ένα μικρόκοσμο: μόνο σε αυτούς που είναι ήδη πεισμένοι ότι απαιτείται μία «απάντηση» στη «συμμόρφωση με την Ευρώπη-φρούριο» (και φυσικά που συμμερίζονται τη θεωρία περί «Ευρώπης-φρουρίου»). Και, το κυριότερο, υποτάσσει την αλληλεγγύη σε τρέχοντες πολιτικούς σκοπούς, οι οποίοι ως τέτοιοι αφορούν μόνο το εθνικό πολιτικό παιχνίδι και την (υποτιθέμενη) «κεντρική» πολιτική σκηνή.

Ωστόσο, με όλο το σεβασμό προς τους καταληψίες του ξενοδοχείου, καλό είναι να θυμηθούμε ότι η τάση της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης δεν ξεκίνησε με αυτή την κατάληψη. Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, και μη Έλληνες εξάλλου, είχαν ήδη κινητοποιηθεί, και συνεχίζουν να κινητοποιούνται, να μαγειρεύουν, να παρέχουν ιατρική, νομική, γλωσσική, και κάθε είδους στήριξη στους πρόσφυγες, επειδή «πολύ απλά» αυτό ένιωσαν ότι έπρεπε να κάνουν. Ή διότι σε αυτούς αναγνώρισαν τους γονείς ή τους παππούδες τους πριν από κάποιες δεκαετίες. Πάντως όχι επειδή έτσι πίστευαν ότι συντελούν στη συγκρότηση του εργατικού κινήματος και φέρνουν πιο κοντά το σοσιαλισμό, ούτε για να απαντήσουν σε κάτι που είπε κάποιος άλλος.

Προπαντός δεν πρέπει να συμπεράνουμε εξ αυτού ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν «απολίτικοι» και ότι άρα χρειάζεται να έρθει κάποιος απ’ έξω να τους «πολιτικοποιήσει». Το κρίσιμο εδώ είναι η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των ιδεών και της πρακτικής τους, ή μάλλον εν προκειμένω η έλλειψή της. Εάν ρωτούσαμε τους ανθρώπους αυτούς τι πιστεύουν για τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, πιθανότατα πολλοί απ’ αυτούς μια ανάλογη εκτίμηση θα είχαν. Αλλά η κινητοποίησή τους δεν ήταν αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτής, ούτε έγινε με στόχο την αντίσταση στη συμφωνία (δηλαδή στην πρωτοβουλία του κράτους). Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε θα είχαμε δυσκολία να εξηγήσουμε γιατί κινητοποιήθηκαν άνθρωποι και πριν την υπογραφή της συμφωνίας, ή γιατί θα πρέπει να συνεχίσουν να κινητοποιούνται στην υποθετική περίπτωση που η συμφωνία πάψει να ισχύει.

Αυτός λοιπόν ο απόλυτος ετεροκαθορισμός της αλληλεγγύης την εκθέτει σε αντιρρήσεις και σε δυσκολίες: εάν εμφανίζουμε τη φιλοξενία όχι ως κάτι απροϋπόθετο, αλλά απλώς ως ένα μέσο για έναν υψηλότερο από αυτήν σκοπό, τότε αυτό μας οδηγεί κάθε φορά να εξετάζουμε αν το μέσο αυτό είναι πρόσφορο προς το σκοπό αυτό ή μήπως υπάρχουν άλλα καταλληλότερα, και αν το δεύτερο να μην δείχνουμε αλληλεγγύη.

Για να αποφύγουμε αυτές τις εμπλοκές και τις δυσκολίες, έναν μόνο τρόπο βλέπω: να εκκινήσουμε από την προσέγγιση της αυτονομίας της μετακίνησης.

Η αλληλεγγύη προς τους μετανάστες/ πρόσφυγες, όπως εξάλλου και η ίδια η μετανάστευση, έχει αυτοτελή αξία. Οι πρόσφυγες δεν είναι παθητικά αθύρματα στα χέρια δυνάμεων κακόβουλων και υπέρτερων απ’ αυτούς. Ασφαλώς βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, αλλά η ίδια η ύπαρξη και η παρουσία τους στην Ελλάδα (την Τουρκία, τη Μακεδονία, όποια άλλη χώρα) είναι απόδειξη και αποτέλεσμα της αυτενέργειας και της ενεργητικότητάς τους. Εάν ήταν απολύτως παθητικοί, τότε δεν θα ήταν πρόσφυγες· θα είχαν μείνει στη Συρία και πιθανότατα δεν θα ζούσαν σήμερα.

Η αυτοτελής αυτή αξία όμως δεν συνιστά κάτι «κατώτερο», «απλώς πολιτιστικό» που μας παρεκκλίνει από τον κεντρικό στόχο και μας στερεί δυνάμεις που θα μπορούσαμε αλλιώς να αφιερώσουμε στην επίλυση κάποιας «κύριας αντίφασης». Ακριβώς το αντίθετο: η συνάντηση και η διάδραση με τους πρόσφυγες μας φέρνει δυνάμεις, καινούριες, πρωτόγνωρες, που μόνο η ανορεξία της αριστερής μελαγχολίας μπορεί να μας κάνει να μην τις δούμε. Όποιος μίλησε έστω λίγο με τους πρόσφυγες θα είδε ότι η μετακίνησή τους επιφέρει επίσης και μία χαρά, όχι μόνο λύπη.

Η διάδραση και η συνάντηση των «γηγενών» με τους πρόσφυγες είναι μία βαθιά διαθετική [affective] εμπειρία μετασχηματισμού, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία και δεν ανήκει σε κανένα «εποικοδόμημα». Ακόμη και αν, ή ιδίως εάν, αυτοί οι «γηγενείς» είναι και αυτοί πρώην μετανάστες, ή απόγονοι μεταναστών/ προσφύγων. Διότι τους απεδαφικοποιεί και αποσταθεροποιεί την «αυθόρμητη» προσχώρησή τους στην ιδεολογία της αυτοχθονίας, με βάση την οποία οργανώνεται φαντασιακά ο πολιτικός χώρος στο έθνος κράτος –ιδίως το ελληνικό.

Αλλά και για έναν άλλο λόγο: διότι αυτή η διάδραση τους (μας) φέρνει αντιμέτωπους με μία νέα σχέση προς τη λογική του δώρου, της γενναιοδωρίας, και άρα προς το ζήτημα του χρέους. Πηγαίνοντας κανείς να δουλέψει για τους πρόσφυγες, σύντομα συνειδητοποιεί –εάν δεν είναι παχύδερμο- ότι θα πρέπει να δουλέψει με τους πρόσφυγες, και ότι αυτοί, όσο και αν μοιάζουν πένητες και αδαείς, ωστόσο έχουν να μας δώσουν και να μας διδάξουν πράγματα που στερούμαστε, ή ίσως που ξέραμε χωρίς να γνωρίζουμε ότι τα ξέρουμε. Και άρα ότι οι ανθρώπινες ανταλλαγές, ή τουλάχιστον οι πιο ενδιαφέρουσες και οι πιο σημαντικές απ’ αυτές, δεν διεξάγονται κάτω από τη λογική της εμπορεύματος και του κέρδους, αλλά γίνονται δωρεάν. Διότι υπάρχει κάποιο δωρεάν που δεν είναι τζάμπα, και με τις δύο έννοιες του όρου (δεν γίνεται χωρίς καμία ανταπόδοση, αλλά και δεν γίνεται μάταια).

Σε μια κοινωνία που υφίσταται επί έξι χρόνια τώρα υστερικές σωφρονιστικές υπομνήσεις ότι pacta sunt servanda, ότι όλα (απο)πληρώνονται και ότι «δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα», ποιος δεν βλέπει την τεράστια σημασία που έχουν τα χιλιάδες υπαρκτά, κυριολεκτικά δωρεάν γεύματα που ετοίμασαν και, ενίοτε κατανάλωσαν οι αλληλέγγυοι για/ μαζί με τους πρόσφυγες τους τελευταίους μήνες; Και ποιος είναι αυτός που μπορεί να περιορίσει αυτή τη σημασία στο ότι έτσι «προετοιμάζουμε το σοσιαλισμό»; Τα γεύματα αυτά είναι σημαντικά καθαυτά διότι μετασχηματίζουν τους ανθρώπους, και τις μεταξύ τους σχέσεις, και άρα είναι εξ ορισμού πολιτικά: παράγουν μία καινούρια θέση που προηγουμένως δεν υπήρχε, τη θέση εκείνων που ως τώρα δεν είχαν καμία θέση. Και ανοίγουν το δρόμο για έναν νέο μερισμό του αισθητού -έναν καινούριο τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σ’ αυτόν, το τι είμαστε και τι μπορούμε να γίνουμε.

Ίδϊον κάθε τέτοιου μετασχηματισμού είναι ότι δεν ξέρουμε πού μπορεί να μας οδηγήσει. Και πρέπει να αφεθούμε σε αυτή την απροσδιοριστία και να την αναλάβουμε ως δική μας. Εάν προδιαγράψουμε έναν ήδη γνωστό στόχο γι’ αυτήν, έστω το «σοσιαλισμό», την «(ανα)συγκρότηση του εργατικού κινήματος» κ.ο.κ., τότε ουσιαστικά σκεφτόμαστε μέσα στη λογική της αστυνόμευσης, όχι της πολιτικής· έτσι κλείνουμε το θέμα πριν καν ανοίξει και ακυρώνουμε εκ των προτέρων κάθε μετασχηματισμό.


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Από την εργασία ποιος θα μας προστατεύσει;


του Άκη Γαβριηλίδη

Ληστέψανε την τράπεζα.
Και τι με νοιάζει εμένα;
Δεν είμαι με κανένα.
Π. Σιδηρόπουλος



Η τελευταία χρηματοπιστωτική κρίση[1] έχει ήδη γεννήσει έναν μεγάλο όγκο κειμένων.

Κάθε τέτοιο κείμενο που σέβεται τον εαυτό του, είθισται να εξηγεί τρία στοιχεία: α) πώς φτάσαμε στην κρίση, β) τι πρέπει να γίνει από δω και πέρα, γ) γιατί κάνουν λάθος όσοι λένε διαφορετικά πράγματα για τα α) και β).

Κι εγώ στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αυτά λοιπόν που έχω να πω είναι τα εξής:



α) η κρίση είναι αποτέλεσμα της εξόδου του πλήθους από τη μισθωτή σχέση.

Ο δανεισμός και η «υπερχρέωση των λαϊκών νοικοκυριών», για την οποία φρίττουν συντηρητικοί και προοδευτικοί σχολιαστές, μαρτυρεί μια –γνήσια και όχι «κατασκευασμένη»- επιθυμία των ανθρώπων να εξασφαλίζουν τα προς το ζην ανεξάρτητα από τη συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία· διότι μας δείχνει ότι ο κόσμος, εάν έχει την επιλογή, προτιμά να δανείζεται παρά να εργάζεται. Και η προτίμηση αυτή είναι απολύτως φυσιολογική και θεμιτή· δυνάμει μάλιστα είναι αντικαπιταλιστική. Δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε και να ανησυχούμε γι’ αυτή ή να την κρύβουμε κάτω απ’ το χαλί· αντιθέτως πρέπει να την φέρουμε στο φως, να διδαχτούμε απ’ αυτήν και με βάση αυτήν να χαράξουμε την πολιτική μας.



β) Πώς θα γίνει αυτό; Είπα προηγουμένως ότι η επιθυμία είναι γνήσια και αξιόπιστη, αλλά φυσικά ο τρόπος ο οποίος προσφέρθηκε για την εξυπηρέτησή της –δηλ. ο δανεισμός από καπιταλιστικές επιχειρήσεις- ήταν απρόσφορος και διαστροφικός. Δική μας δουλειά είναι να επινοήσουμε έναν πιο πρόσφορο τρόπο, και έναν τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας με βάση αυτή την επιθυμία. Ένας τέτοιος τρόπος είναι να ζητήσουμε την καθιέρωση πολιτικού μισθού, δηλαδή εξασφαλισμένο εισόδημα για όλους /-ες ασχέτως εάν έχουν θέση εργασίας ή όχι.



γ) Αν τα παραπάνω ευσταθούν, ποιοι –και σε τι ακριβώς- έχουν άδικο;

Για να το εξηγήσω, θα πάρω ως παράδειγμα τη συνέντευξη του Κώστα Λαπαβίτσα στην Εποχή τής 9.11. Εκεί αναφέρεται:



Ο βαθύτερος μετασχηματισμός έχει να κάνει με το πώς άλλαξε καταρχήν το πιστωτικό σύστημα (…). Οι μεγάλες επιχειρήσεις δανείζονται πλέον ελεύθερα πηγαίνοντας στις ανοιχτές αγορές (ομόλογα κτλ) και όχι στις τράπεζες. Όμως για τις τράπεζες αυτό συνιστά περιορισμό του πεδίου κερδοφορίας. Γι΄ αυτό στράφηκαν προς το προσωπικό εισόδημα, προς τα άτομα. Έχουμε έτσι διεύρυνση του δανεισμού για κατοικία, κατανάλωση, εκπαίδευση, υγεία κ.τ.λ.

–Και αυτό συναντήθηκε με κενό της πολιτικής.

-Ακριβώς, συναντήθηκε με την έλλειψη κοινωνικής πολιτικής, την αλλαγή που συμβαίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια με την υποχώρηση του κράτους από τους τομείς αυτούς που οδήγησε τον κόσμο, εκόντες άκοντες, για να ικανοποιήσουν αυτές τις βασικές ανάγκες τους, στην αγκαλιά του χρηματοπιστωτικού συστήματος.



Η αφήγηση αυτή, όσον αφορά την περιγραφική-τεχνοκρατική πτυχή της οικονομίας, είναι ακριβής. Από πολιτική σκοπιά, όμως, βασίζεται σε μια θεμελιώδη ερμηνευτική επιλογή: ότι η πρωτοβουλία ανήκει αποκλειστικά στο κεφάλαιο. Όλες οι εξελίξεις εμφανίζονται ως αποτέλεσμα των κινήσεων του κράτους, των τραπεζών κ.λπ. τις οποίες ο κόσμος απλώς ακολουθεί «εκών άκων».

Την ερμηνευτική αυτή επιλογή συμμερίζονται όλοι όσες έγραψαν στο σχετικό αφιέρωμα του «Εντός Εποχής» (τ. 33). Για παράδειγμα, ο Ρικ Γουλφ αναφέρει:



Τη δεκαετία του 1970, οι εργοδότες είχαν βρει ένα τρόπο να φρενάρουν τη σε μακροπρόθεσμη κλίμακα βραδεία αύξηση των μισθών των εργαζόμενων. Βγάζοντας με το outsourcing τις θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, για να εκμεταλλευτούν φθηνότερους μισθούς, βάζοντας γυναίκες μέσα στην εργατική δύναμη, αντικαθιστώντας εργάτες με υπολογιστές κι άλλα μηχανήματα και φέρνοντας τα φθηνά εργατικά χέρια των μεταναστών (…). Αφού οι εργοδότες κατάφερναν να κρατούν τους μισθούς χαμηλούς, ο μόνος τρόπος για να πουλούν τους καρπούς της ολοένα και αυξανόμενης παραγωγής ήταν με το να δανείζουν στους εργάτες χρήματα.



Σε αυτή την αφήγηση, υπάρχει ένας μόνο ενεργός παράγων, μία μόνο δύναμη προικισμένη με αυτενέργεια: οι εργοδότες. Οι άλλοι –στο βαθμό που υπάρχουν καν- σκηνοθετούνται απλώς ως άβουλα όντα που απλώς υφίστανται τη δράση του κεφαλαίου. Η επιθυμία τους δεν υπάρχει πουθενά, η ύπαρξή τους δεν παράγει καθόλου αποτελέσματα. Ο αρθρογράφος δεν φαίνεται ούτε στιγμή να αναρωτιέται: ωραία, οι εργοδότες έβγαλαν θέσεις στο εξωτερικό· αυτοί που κατέλαβαν αυτές τις θέσεις, τι έκαναν μετά; Επίσης, έβαλαν γυναίκες στην παραγωγή. Αυτές οι γυναίκες γιατί μπήκαν; Μήπως αυτό ανταποκρινόταν σε κάποια δική τους σκέψη/ σχέδιο/ επιθυμία; Και αν ναι, μήπως την επιθυμία αυτή πρέπει κάπως να την λάβουμε υπόψη; Έπειτα, έφεραν μετανάστες. Οι μετανάστες αυτοί γιατί ήρθαν; Και, αφού ήρθαν, έκαναν μήπως τίποτε αγώνες, διεκδίκησαν πράγματα; Ή απλώς ήταν και παρέμειναν μια αδρανής ύλη, πιόνια στα χέρια των εργοδοτών; Διότι αν το δεύτερο, τότε το μόνο που μένει είναι να ζητήσουμε να γυρίσουν οι ξένοι στις χώρες τους και οι γυναίκες στις κουζίνες τους.

Τέλος, οι εργοδότες έδωσαν δάνεια. Αυτοί που πήραν δάνεια, γιατί τα πήραν;

Εφόσον ο αρθρογράφος δεν δίνει καμία απάντηση σε αυτό, θα δώσω εγώ μία για λογαριασμό του, η οποία όμως φοβάμαι ότι διευρύνει σε βαθμό υπονόμευσης το βασικό του σχήμα: Τα πήραν διότι ο βασικότερος ταξικός αγώνας των εργαζομένων δεν αφορά την αύξηση των μισθών, αλλά την κατάργησή τους, την έξοδο από αυτούς. Το κεφάλαιο και το κράτος είναι που ακολούθησε εκόν-άκον αυτή την έξοδο, και φυσικά σε δεύτερο χρόνο προσπάθησε να τη διαχειριστεί, να επωφεληθεί απ’ αυτή και να την «βάλει να δουλέψει» για λογαριασμό του. Δεν την προκάλεσε όμως, ούτε ήταν ένα σατανικό σχέδιο που εκπόνησε για να εξαπατήσει τις μάζες και να τις βγάλει από τη θαλπωρή της σταθερής απασχόλησης.



Μια πιο συγκεκριμένη απάντηση όμως ίσως μας δίνει ο Λαπαβίτσας:



[το σύστημα] ωθούσε τις τράπεζες να δώσουν δάνεια στα φτωχά στρώματα και το παρουσίαζε τότε μάλιστα, ως εκδημοκρατισμό του τραπεζικού συστήματος! Είχε να κάνει με την επίλυση, υποτίθεται, κοινωνικών προβλημάτων μέσω του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. (…) Τα στρώματα του πληθυσμού που δανείστηκαν, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, είναι οι λατινοαμερικανοί, αφροαμερικανοί, γυναίκες πάρα πολλές, και ήταν αποκομμένα από τον πιστωτικό τομέα. (…). Κατέληξαν στον ιδιωτικό δανεισμό μέσω της τιτλοποίησης υποστηρίζοντας ότι η μέθοδος αυτή και ο μηχανισμός δεν είναι μόνο ο ιδανικότερος για να λύσει τα οικονομικά προβλήματα αλλά και τα κοινωνικά!.



Ας προσέξουμε λίγο εδώ: προς τι ακριβώς ο σκανδαλισμός και τα θαυμαστικά; Με την περιγραφή του αυτή, ο ίδιος ο ομιλών παραδέχεται ότι πράγματι υπήρξε εκδημοκρατισμός του τραπεζικού συστήματος! (εφόσον ομάδες που ως τότε ήταν αποκλεισμένες απ’ αυτό, και από όλα τα άλλα συστήματα, εντάχθηκαν σε αυτό και απέκτησαν πρόσβαση στον κοινωνικό πλούτο). Το ότι αυτό δεν ήταν η «ιδανική λύση», είναι ένα άλλο ζήτημα. Ασφαλώς δεν ήταν. Ποια θα ήταν όμως μία καλύτερη λύση;

Συνεχίζει η συνέντευξη:



Οι τράπεζες, όπως γνωρίζουμε από την Πολιτική Οικονομία και το Μαρξ αλλά και τους νεοκλασικούς, είναι μια επιχείρηση που μεσολαβεί, συλλέγει τα πλεονάσματα και τα κατευθύνει σ’ αυτούς που έχουν έλλειμμα και επιθυμούν να παράγουν. (…) Για να γίνει αυτό συλλέγουν πληροφορίες για την αξιοπιστία του δανειζόμενου και προχωρούν. Το τραπεζικό σύστημα είναι το νευρικό σύστημα του καπιταλιστικού συστήματος. Τα τελευταία χρόνια, όμως, είδαμε ότι δεν λειτουργεί έτσι. (…) Αντί να συλλέγουν πληροφορίες για τους δανειζόμενους στην ουσία λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι στην κίνηση τίτλων. Δάνειζαν στον οποιονδήποτε. Δεν τους ενδιέφερε.



Και εγώ, εν τη αφελεία μου, αναρωτιέμαι: αφού δεν ενδιέφερε αυτούς, γιατί θα πρέπει να ενδιαφέρει εμάς; Δηλαδή η δουλειά μας είναι να ζητήσουμε από τις τράπεζες να «συλλέγουν πληροφορίες» καλύτερα και να ελέγχουν πιο αυστηρά σε ποιον δανείζουν; Ποιο είναι το πρόβλημα αν οι τράπεζες δανείζουν «στον οποιονδήποτε», ιδίως αν αυτός ο «οποιοσδήποτε» είναι οι λατινοαμερικανοί, οι αφροαμερικανοί και οι γυναίκες;

Αυτό είναι πρόβλημα μόνο για όσους έχουν ως απόλυτο ορίζοντα της πολιτικής τους φαντασίας τη νοσταλγία του εθνικού-κοινωνικού κράτους, τη λεγόμενη «πραγματική οικονομία» και την εργασιολαγνεία.

Στην ίδια πάντα συνέντευξη, διατυπώνεται (ως ερώτηση) ο εξής ισχυρισμός:

Όμως, όλα αυτά συνδέονται με την απασχόληση. Χωρίς αυτή ούτε αποπληρωμή δανείου θα γίνει, ούτε αποταμίευση.

Κι εγώ ρωτάω: τι πειράζει αν δεν γίνει αποπληρωμή δανείου, ούτε αποταμίευση; Ας μη γίνει! Τόσο το καλύτερο.

Είναι βεβαίως πολύ καλό να διακηρύσσουμε, με το ξέσπασμα της κρίσης, ότι θέλουμε να εργαστούμε «για τις ανάγκες των εργαζομένων». Καλό όμως είναι επίσης να θυμόμαστε ότι η πιο βασική, και η πιο υγιής, ανάγκη ενός εργαζόμενου είναι να πάψει να είναι εργαζόμενος. Όσοι θριαμβολογούνε για τη «δικαίωση του Μαρξ εις βάρος του Κέινς», θα πρέπει να βρουν και τον καιρό να θυμηθούν ότι ακριβώς ο Μαρξ όριζε ως ιστορική αποστολή του προλεταριάτου «να καταργήσει τον εαυτό του ως τάξη». Και βεβαίως, να βρουν επίσης την υπομονή να ανιχνεύσουν πώς εκδηλώνεται αυτή η τάση αυτοκατάργησης στις παρούσες συνθήκες. Αλλιώς, αρχίζει να γίνεται δυσδιάκριτο ποια τέλος πάντων είναι αυτή η τόσο ασυμφιλίωτη διαφορά τους από τον Κέινς. Αντί λοιπόν να ζητάμε «προστασία από την ανεργία», ίσως θα ήταν καλύτερο να δούμε πώς θα προστατευθούμε από την εργασία. Αν επιτευχθεί το δεύτερο, επιτυγχάνεται –ή μάλλον, καθίσταται άνευ αντικειμένου- και το πρώτο.

Υποθέτω ότι η λογική μέσω της οποίας αυτό το αίτημα χρίζεται αριστερό/ επαναστατικό, είναι κάποιου είδους «θεωρία των σταδίων»: αν γίνει αυτό, πιο πολλοί άνθρωποι θα γίνουν μισθωτοί, μετά θα καταλάβουν ότι η μισθωτή εργασία είναι σκλαβιά, θα γραφτούν στο συνδικάτο, μετά στο κόμμα, θα κάνουν την επανάσταση, θα φέρουν το σοσιαλισμό και μετά από ογδόντα χρόνια θα καταργηθεί η μισθωτή εργασία.

Αυτός όμως δεν είναι ο μόνος τρόπος. Η άλλη, εναλλακτική συνεπαγωγή θα ήταν: από την κρίση αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι ο κόσμος δεν γουστάρει να δουλεύει, δεν αντέχει η επιβίωσή του και όλη η ύπαρξή του να εξαρτάται από το αν έχει θέση απασχόλησης ή όχι, και δραπετεύει ήδη τώρα από τη φυλακή της μισθωτής εργασίας αντί να ζητά από το κράτος την διά νόμου κατάργησή της (ή μάλλον τη διάδοσή της ώστε μετά να καταργηθεί). Αυτό ας το ωθήσουμε ως το τέλος, ας αντλήσουμε τις λογικές του συνεπαγωγές.

Η εργασία δεν είναι δικαίωμα, είναι εκβιασμός. Οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να δουλεύουν. Επιθυμούν να ζουν, και ζητούν εργασία απλώς επειδή (όταν) αυτός είναι ο μόνος διαθέσιμος τρόπος για να επιβιώνουν. Ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε κάποιον καλύτερο, ο οποίος να βαίνει προς την κατεύθυνση της αποδέσμευσης από τον εκβιασμό του μισθού και όχι της μεγαλύτερης πρόσδεσης σε αυτόν.

---------------------------------
[1] To άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην Εποχή την πρώτη Κυριακή του Δεκεμβρίου του 2008. Επειδή δεν φαίνεται να υπάρχει διαθέσιμο ηλεκτρονικά πουθενά, σκέφτηκα να το αναρτήσω εδώ να υπάρχει.


Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Το έθνος της αριστεράς


του Άκη Γαβριηλίδη


Καθ’ όλο τον εικοστό αιώνα, διεξήχθησαν παθιασμένες συζητήσεις για το λεγόμενο «εθνικό ζήτημα», για το τι είναι «το έθνος» (συνήθως με οριστικό άρθρο στον ενικό), ποια η ουσία του, ποια πρέπει να είναι η στάση της αριστεράς απέναντι σε αυτό, και άλλα μεταφυσικά ερωτήματα.

Στο παρόν σημείωμα, δεν σκοπεύω να ξανανοίξω τα ζητήματα αυτά. Χρησιμοποιώ στον τίτλο τον όρο «έθνος» για να υπονοήσω κάτι διαφορετικό: όχι τη στάση της αριστεράς απέναντι στη φαντασιακή κοινότητα του έθνους, αλλά τη φαντασιακή ιδέα ότι η ίδια η αριστερά αποτελεί μια διακριτή κοινότητα, ένα οιονεί χωριστό έθνος-κράτος (εν κράτει) μέσα στην υπόλοιπη κοινωνία, για το οποίο ισχύουν άλλα μέτρα και σταθμά.

Την ιδέα αυτή δεν την προβάλλει και δεν την διακηρύσσει ρητά κανείς ως δική του, εμπράκτως όμως την ακολουθούν πολλοί, με ποικίλες πολιτικές προτιμήσεις και διαθέσεις, άλλοτε φιλικές και άλλοτε εχθρικές προς την αριστερά ή κάποια εκδοχή της. Ας πούμε, την ακολουθεί από την πρώτη της φράση μια έκκληση συλλογής υπογραφών που δημοσιεύθηκε στις 5 Ιουνίου 2015 στο διαδίκτυο με τίτλο Οι κόκκινες γραμμές υπάρχουν όταν τηρούνται:

"Αυτή η πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών κατά οποιασδήποτε συμφωνίας με τους δανειστές που θα περιλαμβάνει νέα μέτρα λιτότητας απευθύνεται στον κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων [η υπογράμμιση δική μου], που δεν του αξίζει να παραμένει σε αυτή την παραλυτική αναμονή, ούτε να ανεχτεί –πολύ περισσότερο να αναγκαστεί να υπερασπιστεί– μορφές μνημονιακής διολίσθησης."

Η υπογραφή συμφωνίας της ελληνικής κυβέρνησης με τους δανειστές, και η λιτότητα, είναι προφανώς ζητήματα που αφορούν ολόκληρη την ελληνική κοινωνία –για να μην πούμε ολόκληρη την Ευρώπη. Κατά δεύτερον, όποιος καταφεύγει σε ένα μέσο τόσο ευρύ και εξωστρεφές όσο η συλλογή υπογραφών (και όχι π.χ. η ίδρυση ενός κόμματος, η οποία προϋποθέτει ιδεολογική ομοφωνία –και αυτό όχι πάντα), λογικά επιδιώκει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους γύρω από το αίτημά του. Αυτό θα ίσχυε γενικώς, αλλά ισχύει ακόμη περισσότερο σε μια συγκυρία στην οποία σημειώνονται οι μεγαλύτερες ανατροπές και αναστατώσεις πολιτικών εντάξεων και ταυτοτήτων, και οι θεαματικότερες μετακινήσεις ψηφοφόρων, που έχουν υπάρξει στην ελληνική ιστορία. Κι ωστόσο, η έκκληση, πριν καλά-καλά εξηγήσει τι ακριβώς ζητά, φροντίζει να ξεκαθαρίσει από ποιους το ζητά: δεκτές γίνονται μόνο υπογραφές από τον «κόσμο της Αριστεράς [με Α κεφαλαίο] και των κινημάτων»! Δηλαδή οι συντάκτες έχουν την μακάρια βεβαιότητα ότι υπάρχει ένας σαφής και ευδιάκριτος «κόσμος» που αποτελείται μόνο από την αριστερά και τα κινήματα, και απευθύνονται μόνο σε αυτόν. Ο κόσμος αυτός προφανώς έχει δικές του ανάγκες, διαφορετικές από εκείνες των κοινών θνητών. Στους άλλους μπορεί να αξίζει να παραμένουν σε παραλυτική αναμονή και να ανέχονται μορφές μνημονιακής διολίσθησης, στους αριστερούς όμως όχι.

Αλλά και αν υπάρχουν και άλλοι που δεν τις ανέχονται, δεν μας ενδιαφέρει∙ δεν θέλουμε τις υπογραφές τους! Το να αναγνωρίζεται κανείς στην ταυτότητα του αριστερού ή/ και του κινηματία τίθεται ως προαπαιτούμενο: εδώ με το καλημέρα δίνεται στον αναγνώστη το μήνυμα «εάν δεν είσαι ήδη ένας από μας μην μπεις καν στον κόπο να το διαβάσεις, δεν σε αφορά».

Αυτή η έλλειψη φιλοδοξιών είναι αδικαιολόγητη και αυτοκαταστροφική πολιτικά. Πόσοι να είναι τέλος πάντων αυτοί που, αν τους ρωτούσαμε, θα αυτοτοποθετούνταν σε αυτόν τον «κόσμο»; Νομίζω ότι η αριθμητική «οροφή» αυτής της κατηγορίας είναι το 4%: όσοι ήδη ψήφιζαν τον ΣΥΡΙΖΑ από τότε που δημιουργήθηκε.

Το να επιμένεις να αυτοπεριορίζεσαι σε ένα ακροατήριο που δεν υπερβαίνει το 4%, αποτελεί ηττοπάθεια. Τη στιγμή που 30% του εκλογικού σώματος δείχνει ότι ξεπερνά τις αναστολές του απέναντι στην αριστερά, οι αριστεροί δίνουν την εντύπωση ότι αισθάνονται αμηχανία και ενόχληση απ’ αυτό, σαν να προτιμούν να μείνουν λίγοι και καλοί.

Και φυσικά δεν μπορεί κανείς να αναμένει κάποιο άξιο λόγου πολιτικό αποτέλεσμα από μια τέτοια πρωτοβουλία. Διότι το να βγει μία έκκληση υπογεγραμμένη μόνο από τον «κόσμο της Αριστεράς και των κινημάτων», ποια χρησιμότητα μπορεί να έχει; Τη χρησιμότητα μίας ταυτολογίας· δηλαδή καμία απολύτως. Το ότι όσοι ήδη αυτοκατανοούνται ως αριστεροί είναι κατά της λιτότητας, δεν είναι είδηση για κανέναν· το ξέραμε ήδη. Και πράγματι, έτσι έγινε: η δημοσίευση του κειμένου πέρασε τελείως απαρατήρητη, δεν επηρέασε καμία εξέλιξη.

Μια ανάλογη εμμονή και ένας ανάλογος προβληματισμός για το πού πρέπει να τεθούν τα όρια, για το τι είναι αριστερά και τι μη αριστερά, παρατηρείται σε ένα άρθρο του Δημήτρη Μπελαντή στο Rednotebook με τίτλο Για την επόμενη ημέρα… (ενν. από τις τελευταίες εκλογές). Και εδώ, το κείμενο δεν αρχίζει από κάποια αναφορά στην εκλογική και γενικότερη συμπεριφορά του κόσμου, ή τέλος πάντων σε κάποια οποιαδήποτε πολιτική εξέλιξη, στις πιθανές αιτίες, διασυνδέσεις ή συνέπειές της, αλλά με μία διατριβή περί αριστεροσύνης:

"Κατά πρώτον, κλείνει η μακρά «περίοδος ΣΥΡΙΖΑ» [υπογραμμίζω εγώ] υπό την έννοια ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος και εγχειρήματος, έστω ρεφορμιστικού, με έντονες κινηματικές καταβολές τουλάχιστον ως το 2012, το οποίο φιλοδόξησε να εκπροσωπήσει τις λαϊκές τάξεις (…). Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα θεμελιακά άλλο κόμμα, αν θεωρηθεί όντως πολιτικό κόμμα και όχι απλώς ένα δίκτυο εξουσίας και συμφερόντων γύρω από τον Ηγέτη και την κλειστή ομάδα του. Μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ακόμη και ως Αριστερά, αν δεχθούμε ότι η σοσιαλδημοκρατία και η ευρωαριστερά ως σύνολα αντιστοιχούν πλέον στο κοινωνικό φαντασιακό ως Αριστερά …"

κ.λπ. κ.λπ.

Με κάθε σοβαρότητα, λοιπόν, υποστηρίζεται εδώ ότι ένα κόμμα, το οποίο κέρδισε δύο εκλογικές αναμετρήσεις (συν ενδιαμέσως ένα δημοψήφισμα) υπό πρωτόγνωρες συνθήκες πίεσης, έχει … κλείσει τον κύκλο του! Και μάλιστα, ότι αυτό το συμπέρασμα συνάγεται από το «αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του Σεπτέμβρη» –όχι π.χ. από κάποια ενέργεια ή ανακοίνωση του κόμματος αυτού ή κάποιου στελέχους του. Με άλλα λόγια, τώρα που το κόμμα αυτό πήρε 36%, έπαψε να «εκπροσωπεί τις λαϊκές τάξεις», ενώ μέχρι το 2012, όταν έπαιρνε 4%, προφανώς τις εκπροσωπούσε.

Μήπως ο αρθρογράφος ζει σε άλλο πλανήτη;

Όχι! Απλώς φαντάζεται ως άλλο πλανήτη τον μικρόκοσμο στον οποίο ζει. Και δείχνει την ίδια αδιαφορία για όλη αυτή την κίνηση και την έξοδο των μαζών από τις προηγούμενες ταυτότητες, και την ίδια δυσφορία, αγοραφοβία, άγχος από την κατάρρευση των ορίων.

Αν λοιπόν υποστηρίζει μια θέση τόσο προκλητικά τυφλή απέναντι στα στοιχειώδη δεδομένα της εμπειρίας, αυτό συμβαίνει διότι γι’ αυτόν, ακριβώς, κριτήριο δεν αποτελεί η πολιτική πραγματικότητα, αλλά κάποιο αφηρημένο υπερεγωτικό πρότυπο που έχει στο μυαλό του. Όταν λέει ότι «έκλεισε η περίοδος» του ΣΥΡΙΖΑ, δεν εννοεί ότι το κόμμα αυτό ηττήθηκε, απέτυχε, εξαφανίστηκε, ούτε καν ότι η πολιτική του έχει αρνητικά αποτελέσματα· το άρθρο καθόλου δεν εξετάζει τα αποτελέσματα αυτά. Το μόνο που κάνει είναι να μετράει με το αριστερόμετρο.

Χώρια που ούτε και αυτή τη μέτρηση καταλήγει σε κάποιο θετικό συμπέρασμα: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αριστερό κόμμα με την Χ έννοια, μπορεί όμως και να είναι με την Ψ –εκείνη «του κοινωνικού φαντασιακού».

Σε αυτά τα «είπα-ξείπα», ο αρθρογράφος δεν μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει, ή να αναρωτηθεί και ο ίδιος: γιατί –και για ποιον- είναι κρίσιμο αυτό το ερώτημα;

Αν το έκανε, ίσως να διαπίστωνε ότι αυτό που ανήκει στο φαντασιακό δεν είναι η Α ή η Β απάντηση, αλλά το ίδιο το ερώτημα. Δεν έχει να κερδίσει απολύτως τίποτε όποιος δώσει την «ορθή» απάντηση σε αυτό.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα τελευταία χρόνια σχεδόν ένας στους τρεις ψηφοφόρους επέλεξε κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ψήφιζε μέχρι τώρα. Μερικοί μάλιστα άλλαξαν πάνω από μία φορά.

Φυσικά, οι μαζικότερες μετακινήσεις είχαν ως προορισμό τον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι άνθρωποι όμως αυτοί δεν στράφηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή έφτασε μια στιγμή που πείστηκαν ότι είναι αριστερός. Αυτό το ήξεραν και πριν, αλλά δεν τον ψήφιζαν.

Άλλοι ήταν οι λόγοι.

Και αφού δεν τον προτίμησαν λόγω της υποτιθέμενης πίστης του σε κάποιες αφηρημένες αρχές, δεν θα τον εγκαταλείψουν εάν αποδειχθεί ότι τελικά δεν είναι πιστός στις αρχές αυτές. Αυτό εξάλλου έχει ήδη αποδειχθεί: αν υπάρχει κάποιο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε με βεβαιότητα από το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών, είναι αυτό.

Από τη διάσπαση του 68, ίσως και ακόμα παλιότερα, η ενασχόληση με το ερώτημα ποιος είναι πραγματικός αριστερός αποτέλεσε βασικό στοιχείο των αγορεύσεων και των διαμαχών μεταξύ των διάφορων εκδοχών της κομμουνιστικής παράδοσης.

Όλο αυτό το διάστημα, όμως, όλες ανεξαιρέτως οι εκδοχές, ορθόδοξες, ανανεωτικές, τροτσκιστικές, μαοϊκές κ.λπ. συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: ότι ο «κόσμος της εργασίας», και η αριστερά ως πρωτοπορία αυτού, συνιστούν το καθολικό, το μέσο για να φτάσουμε στην οικουμενική απελευθέρωση της κοινωνίας, ενώ κάθε άλλη επίδοξη πρακτική αμφισβήτησης ή μετασχηματισμού είναι καταδικασμένη στη μερικότητα, την αποσπασματικότητα· ήταν «πολιτική ταυτοτήτων». Αυτή την επίκριση-απόρριψη είχαμε ακούσει αρκετοί π.χ. στο γύρισμα του αιώνα, την εποχή των Κοινωνικών Φόρουμ, από διαφόρους που τότε ανήκαν στις αντίστοιχες οργανώσεις των προαναφερθεισών εκδοχών, ενώ και σήμερα πολλοί απ’ αυτούς στελεχώνουν τόσο τον τωρινό ΣΥΡΙΖΑ όσο και τους τωρινούς εξ αριστερών αντιπάλους του. Αλλά και από κάποιους του τότε ή/ και του νυν αντιεξουσιαστικού χώρου.

Έτσι πως τα έφερε η ιστορία, είναι νομίζω πιο εύκολο να δούμε τώρα ότι, αν υπάρχει μία πολιτική άξια αυτού του χαρακτηρισμού, αυτή φυσικά είναι πρώτα απ’ όλα η ίδια η πολιτική των (αυτόκλητων) πρωτοποριών.

Αν κοιτάξουμε το λόγο της παλαιομοντερνιστικής αριστεράς, ελληνικής και διεθνούς, θα διαπιστώσουμε ότι αυτός γίνεται όλο και περισσότερο αυτοαναφορικός· όλο και περισσότερο έχει ως αντικείμενο όχι το εκάστοτε πολιτικό διακύβευμα που υποτίθεται ότι πραγματεύεται, όχι την κοινωνία στο σύνολό της, αλλά την αριστερά την ίδια –ή την αριστεροσύνη. Όταν ένας αριστερός καταπιάνεται να μιλήσει ή να γράψει για ένα συμβάν, μία πολιτική εξέλιξη, δεν τον απασχολεί πρωτίστως να αναδείξει ποιες μπορεί να είναι οι αιτίες, οι διασυνδέσεις, τα αποτελέσματά της, αλλά ποια μπορεί να θεωρηθεί ως μια «γνήσια», «πραγματική» αριστερή στάση απέναντι σε αυτήν· τα δε υπόλοιπα εξετάζονται μόνο ευκαιριακά και μέσα από το πρίσμα αυτού του πρωταρχικού ερωτήματος.

Για την ακρίβεια, για έναν τέτοιο τύπο λόγου, ο χαρακτηρισμός «πολιτική ταυτοτήτων» ίσως ευσταθεί μόνο ως προς τον δεύτερο όρο –τον επιθετικό προσδιορισμό κατά γενική της ιδιότητας- και όχι ως προς το προσδιοριζόμενο. Διότι όταν κανείς έχει ως βασικό μέλημα το gatekeeping, την αστυνόμευση των ορίων, δεν κάνει πολιτική. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να μετασχηματίσεις. Την πραγματικότητα, τους άλλους ανθρώπους, ενδεχομένως και τον εαυτό σου. Όποιος όμως λειτουργεί ως θεματοφύλακας παραδεδομένων αξιών προσπαθεί απλώς να παραμείνει ίδιος με τον εαυτό του, ανέπαφος. Έτσι, δεν επηρεάζεται μεν, αλλά ούτε και επηρεάζει κανέναν.



Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

(ΠΩΣ) ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΟΥΜΕ ΦΥΛΑΡΧΟ;


του Άκη Γαβριηλίδη


Στο βιβλίο του για την «Τέχνη του να μην κυβερνάσαι», απ’ το οποίο δημοσιεύσαμε παλιότερα μεταφρασμένο απόσπασμα και το οποίο θυμηθήκαμε ξανά στο τελευταίο σημείωμα, ο Τζέιμς Σκοτ αναφέρεται στο ζήτημα των φυλών (με την έννοια του tribe, όχι του race). Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από μια εξελικτιστική αφήγηση κατά την οποία οι άνθρωποι στην αρχή σχημάτιζαν οικογένειες, μετά οικισμούς/ χωριά, μετά φυλές, μετά πόλεις, και στο τέλος ήρθε η αστική κοινωνία και το κράτος που είναι το επιστέγασμα και η τελειότερη μορφή συνύπαρξης. Στην ουσία, οι φυλές δεν είναι πρόπλασμα του κράτους, αλλά δημιούργημά του∙ έρχονται μετά το κράτος. Όλα τα κράτη, προνεωτερικά, αποικιακά και μετα-αποικιακά, ενδιαφέρονταν προ πάντων να έχουν απέναντί τους έναν ταξινομημένο και διαφανή λαό, χωρίς σκοτεινά σημεία. Χαμένα μπρος στην φαινομενικά άναρχη και ανυπέρβλητη πολυμορφία των κοινωνιών της ΝΑ Ασίας, οι αποικιοκράτες, και οι ανθρωπολόγοι τους, αποφάσισαν να την κατατμήσουν λίγο-πολύ με το έτσι θέλω: πήραν αυθαίρετα διάφορα πληθυσμιακά και οικιστικά σύνολα, των οποίων τα μέλη δεν είχαν ποτέ απόλυτη ομοιογένεια μεταξύ τους ή απόλυτη ετερογένεια προς τους κατοίκους των διπλανών χωριών, και τα «διόρισαν» φυλή τάδε, φυλή δείνα κ.ο.κ. Κυρίως όμως, όρισαν έναν «φύλαρχο», έναν ηγέτη για κάθε φυλή, ο οποίος να είναι υπόλογος γι’ αυτήν και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ της κεντρικής/ αποικιακής εξουσίας και των ανθρώπων.

Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Διότι, μια που όλοι λένε ότι «γίναμε αποικία», σκέφτηκα να πάρω το χαρακτηρισμό αυτό στα σοβαρά και να διερευνήσω μέχρι πού μπορεί να πάει, πόσο μπορεί να μας βοηθήσει να προσανατολιστούμε αναλυτικά και πολιτικά.

Το συμπέρασμα είναι: μέχρι αρκετά μακριά, πιστέψτε με.

Καταρχάς, όσον αφορά το πρώτο. Σε όλους έκανε εντύπωση η αδιαλλαξία και η απολυτότητα με την οποία ο Σόιμπλε (χρησιμοποιώ το όνομα αυτό συμβατικά, ως μία προσωποποιημένη συμπύκνωση δυνάμεων) επέμενε να επιβάλει στην ελληνική κοινωνία μέτρα που επιχειρούν να ρυθμίσουν και τις πιο απίθανες λεπτομέρειες. Τα μέτρα αυτά ήταν (είναι) εμφανώς ανεφάρμοστα από την άποψη του δεδηλωμένου σκοπού τους.

Επίσης, η επιμονή αυτή είχε σαφώς μία διαθετική (affective) διάσταση: μία λύσσα και έναν φθόνο για μια κλεμμένη απόλαυση, έναν πανικό μπροστά στην ανοργανωσιά.

Τα στοιχεία αυτά ταιριάζουν πολύ καλά με την αυτοκρατορική φιλοδοξία οργάνωσης ενός χώρου που γίνεται αντιληπτός ως άναρχος, «χωρίς κανόνες» και χωρίς προβλεψιμότητα, άρα απρόσφορος για τις αξιολογήσεις κινδύνου στις οποίες βασίζεται η «ομαλή λειτουργία των αγορών».

Η πλειοδοσία αυτή αυστηρότητας λοιπόν μπορεί να αναγνωσθεί ως μία επίμονη προσπάθεια «πτύχωσης» και «χάραξης» του χώρου, αιχμαλώτισης και σταθεροποίησης. Δεν είναι τυχαία η φαινομενικά παράλογη εμμονή των «εταίρων» με το καθεστώς της στατιστικής υπηρεσίας. Αυτό που ενδιαφέρει τους «εταίρους» δεν είναι τόσο να πάρουν τα λεφτά τους, όσο να μπορούν να επιβλέπουν και να καταγράφουν διαρκώς.

Αλλά αυτό δείχνει και ότι οι αποικιοκρατούμενοι, και η πολύμορφη μάζα των δραστηριοτήτων τους, πάντα εκφεύγει της ταξινόμησης, και αυτό προκαλεί νέες και εξίσου απεγνωσμένες προσπάθειες. Η φαινομενική αυτή αταξία είναι ένα δείγμα τής «τέχνης να μένεις ακυβέρνητος».

Η εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητη αυστηρότητα των μέτρων δεν είναι (μόνο) ένδειξη «εκδικητικότητας» και σκληρότητας, ούτε ένδειξη πλήρους κυριαρχίας (της «Γερμανίας», του «νεοφιλελεύθερου σχεδίου» κ.ο.κ.), αλλά μάλλον ένδειξη άγχους απέναντι σε κάτι που διαρκώς εκφεύγει. Αν πρόκειται ήδη για το τρίτο μνημόνιο, αυτό δείχνει ότι τα προηγούμενα δύο απέτυχαν. Σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο αποτυχίας-πλειοδοσίας.

Επίσης, είναι σαφής η προσπάθεια του Σόιμπλε να χρησιμοποιήσει τον Τσίπρα ως έναν τέτοιο «φύλαρχο» που να είναι υπεύθυνος για τη φυλή του απέναντι στους αποικιοκράτες, να την εκπροσωπεί. Η τακτική του απέναντι στη νέα πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα ήταν να επιχειρήσει να «κλείσει» τους ανοιχτούς χώρους που δημιουργήθηκαν, να μην επιτρέψει να εκφραστεί στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο οποιαδήποτε δημόσια αποδοκιμασία και παρέκκλιση πέρα από αυτή που ήδη εκφράστηκε, παίρνοντας αυτή που εκφράστηκε και τσακίζοντάς την. Αποτελεί ένα παλιό δόγμα της κινεζικής αυτοκρατορικής πολιτικής: να «διοικείς βαρβάρους μέσω βαρβάρων», ώστε εσύ να απαλλάσσεσαι από τον κόπο και από τη δυσαρέσκεια που συνεπάγεται η διοίκηση αυτή.

Το να βρούμε όμως «ποιο ήταν το σχέδιο του Σόιμπλε», δεν εξαντλεί το θέμα. Όπως είχαμε πει και την τελευταία φορά, «οι περισσότερες κινήσεις στην πολιτική είναι πολλαπλά καθορισμένες. Σχεδόν καμία δράση δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι ‘πιστή έκφραση’ κάποιων συμφερόντων∙ οι περισσότερες μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετούν ταυτόχρονα –ή μεταγενέστερα- και άλλους, όχι μόνο τον εκάστοτε δράστη. Άλλους οι οποίοι μεταστρέφουν, ανανοηματοδοτούν, ανακωδικοποιούν τις δράσεις αυτές και τα αποτελέσματά τους προς διαφορετικές, μη σχεδιασμένες κατευθύνσεις».

Αυτό λοιπόν μας οδηγεί στο δεύτερο ζήτημα: εκείνο της πολιτικής χρησιμότητας του παραλληλισμού σχετικά με το τι μπορούμε να κάνουμε.

Μπορούμε λοιπόν πράγματι να αντλήσουμε πολιτικά διδάγματα και εμπνεύσεις από την πείρα των αποικιοκρατούμενων. Δεν εννοώ κάποιου είδους ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα, ούτε αντάρτικο πόλεων ή υπαίθρου. Εννοώ κάτι σαν το εξής:

"Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι η τελική στρατηγική της κοινωνικής αναδιοργάνωσης. Αφορά την κοινωνική αποσύνθεση σε ελάχιστες μονάδες, συχνά νοικοκυριά, και συχνά συνοδεύεται από την υιοθέτηση στρατηγικών διαβίωσης που ευνοούν τις μικρές, διάσπαρτες ζώνες. Ο Έρνεστ Γκέλλνερ περιγράφει αυτήν την ηθελημένη επιλογή εκ μέρους των Βερβέρων με το σύνθημα «Διαίρει ίνα μη άρχεσαι». Είναι ένας εξαιρετικός αφορισμός, διότι δείχνει ότι το ρωμαϊκό σύνθημα «διαίρει και βασίλευε» δεν λειτουργεί μετά από ένα ορισμένο σημείο κερματισμού. Ο όρος τού Μάλκολμ Γιαππ για την ίδια στρατηγική, «ασπόνδυλες φυλές» [jellyfish tribes], είναι εξίσου εύστοχος, διότι αναδεικνύει το γεγονός ότι μια τέτοια αποσυσσωμάτωση αφήνει έναν δυνητικό κυβερνήτη αντιμέτωπο με έναν άμορφο, αδόμητο πληθυσμό χωρίς κανένα σημείο εισόδου ή μόχλευσης. Οι Οθωμανοί, στο ίδιο πνεύμα, έβρισκαν πολύ πιο εύκολο να έχουν να κάνουν με δομημένες κοινότητες, ακόμη και αν ήταν χριστιανικές και εβραϊκές, παρά με ισλαμικές αιρέσεις που ήταν ακέφαλες και οργανωτικά διάχυτες. Μεγαλύτερο φόβο προκαλούσαν τέτοιες μορφές αυτονομίας και ετεροδοξίας, για παράδειγμα τα μυστικιστικά τάγματα των δερβίσηδων, που σκόπιμα, όπως φαίνεται, απέφευγαν κάθε ομαδική εγκατάσταση ή αναγνωρίσιμη ηγεσία ακριβώς για να πετούν, ούτως ειπείν, κάτω από το ραντάρ της Οθωμανικής αστυνομίας. Αντιμέτωπο με καταστάσεις αυτού του είδους, ένα κράτος προσπαθεί συχνά να βρει ένα συνεργάτη και να δημιουργήσει μια αρχηγία. Ενώ είναι συνήθως προς το συμφέρον κάποιου να αδράξει αυτή την ευκαιρία, τίποτα, όπως θα δούμε, δεν εμποδίζει τους υποψήφιους υπηκόους του να τον αγνοούν"[1].

Παρακάτω, ο συγγραφέας γίνεται πράγματι πιο συγκεκριμένος:

"Μια άλλη απάντηση στην πίεση [που ασκείται στους χωρικούς] να δημιουργήσουν μια πολιτική δομή μέσω της οποίας το κράτος μπορεί να λειτουργήσει είναι να κρύβονται, να συμμορφώνονται κατασκευάζοντας ένα ομοίωμα αρχηγικής αυθεντίας, χωρίς την ουσία της. Οι Lisu της βόρειας Ταϊλάνδης, όπως φαίνεται, κάνουν ακριβώς αυτό. Για να ικανοποιήσουν τις πεδινές αρχές, ορίζουν έναν επικεφαλής. Το ότι αυτός ο επικεφαλής είναι ένα είδος Ποτέμκιν, προκύπτει από το γεγονός ότι ορίζεται πάντοτε κάποιος χωρίς καμία πραγματική εξουσία στο χωριό, όχι π.χ. ένας σεβάσμιος ηλικιωμένος άνδρας ξεχωριστός για τον πλούτο ή την ικανότητά του. Ένα πανομοιότυπο μοτίβο έχει αναφερθεί για χωριά στους λόφους του αποικιακού Λάος, τα οποία, όταν τους ζητήθηκε, δημιούργησαν τοπικούς αξιωματούχους και προύχοντες – μαϊμού [bogus officials], ενώ οι τοπικές ηγετικές φυσιογνωμίες συνέχισαν να κατευθύνουν τις τοπικές υποθέσεις, μαζί και την επιτέλεση των αξιωματούχων-μαϊμού! Εδώ η «κοινωνική δομή απόδρασης» δεν είναι τόσο μια επινόηση με σκοπό την αποφυγή του κράτους, όσο προστασία μιας υπάρχουσας εξισωτικής κοινωνικής δομής μέσα από μια περίτεχνα σκηνοθετημένη επιτέλεση ιεραρχίας" (σ. 213).

Για μας που ξέρουμε ότι η θέση του ηγεμόνα σε κάθε περίπτωση ενέχει ένα θεατρικό στοιχείο, ότι η εκπροσώπηση είναι πάντοτε και ανα-παράσταση (representation) και ότι η πολιτική ποτέ δεν διαφέρει και πολύ από μία σκηνοθετημένη επιτέλεση, (και επίσης που διατηρούμε ακόμα τις μνήμες από τα ακέφαλα τάγματα των δερβίσηδων και τις μουσικοχορευτικές επιτελέσεις τους), είναι πιο εύκολο να δούμε ότι αυτή η τακτική της απόκρυψης, της διασποράς, της απόσυρσης από το ραντάρ της αυτοκρατορίας, πρέπει να προσανατολίσει τη στάση μας κατά τις επόμενες εκλογές, αλλά και, κυρίως, μετά απ’ αυτές.

Εξάλλου, ούτως ή άλλως την έχει προσανατολίσει.

Μέχρι τώρα.

Όπως έχει γράψει ο φίλος μου ο Χουάν Ντομίνγκο, η κραυγή που αρθρώθηκε από το κίνημα των πλατειών πριν λίγα χρόνια, ήταν: Δεν μας εκπροσωπούν. Αυτό ίσχυε για τη Μαδρίτη, αλλά ίσχυσε επίσης για το Σύνταγμα και την πλατεία Ταχρίρ.

Η κραυγή αυτή, τώρα, μπορεί να νοηθεί με δύο έννοιες: α) δεν μας εκπροσωπούν αυτοί, αλλά έχουμε βρει ή θέλουμε να βρούμε άλλους καλύτερους που να μπορούν. β) δεν μας εκπροσωπούν, αλλά ούτε και είναι δυνατό ή επιθυμητό να μας εκπροσωπήσει κανείς.

Αυτή τη δεύτερη έννοια, εμείς τουλάχιστον την τραβήξαμε όσο πήγαινε όλα αυτά τα χρόνια, μέσω (και) του ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα, φτάσαμε σε ένα σημείο όπου η αυτοκρατορία μάς έθεσε επιτακτικά μπροστά στο καθήκον να εκπροσωπούμαστε, να γίνουμε επιτέλους φυλή και να ορίσουμε έναν φύλαρχο που να κάνει «μεταρρυθμίσεις» και να μας εκσυγχρονίσει/ εξευρωπαΐσει.

Αυτή ήταν η ήττα μας. Αντίθετα, τα αδέρφια μας που κατάγονται από την αραβική άνοιξη κατάφεραν να νικήσουν: κατάφεραν να μεταφέρουν την Ιντιφάντα στην Ουγγαρία και να «τινάξουν στον αέρα το ευρωπαϊκό στάτους κβο», όπως έγραψαν οι Ιταλοί φίλοι μας από τις Connessioni Precarie. Είναι ξεκάθαρο γιατί: αυτοί δεν ήταν φυλές και δεν είχαν φύλαρχο. Παρέμειναν μία νομαδική πολεμική μηχανή, χωρίς εκπροσώπηση, και έτσι, αν και άοπλοι, έφτασαν μέχρι τη Βιέννη και ακόμα πιο πέρα· μακρύτερα απ’ όπου είχαν φτάσει οι Οθωμανοί.

Αυτό είναι το δώρο της Ασίας, το οποίο καλά θα κάνει να πάρει η γηραιά Ευρώπη για να αναζωογονηθεί λίγο. Αρκετά «μείναμε Ευρώπη»· ας πάμε και λίγο Ασία, ή ας φέρουμε την Ασία (που κουβαλάμε μέσα μας) στην Ευρώπη. Οι Lisu της βόρειας Ταϊλάνδης και οι λόφοι του αποικιακού Λάος, μας δείχνουν με το παράδειγμά τους ότι υπάρχει ζωή –δηλαδή υπάρχουν γραμμές φυγής- και μετά τον ορισμό του φύλαρχου.

Και η ζωή αυτή δεν έχει (απαραίτητα) ως προϋπόθεση την εκτόπιση του νυν φύλαρχου και τον ορισμό ενός άλλου, πιο γνήσιου, που να μας εκπροσωπεί «καλύτερα». Η ανυπόφορη σοβαροφάνεια αυτού του σχεδίου αντιστοιχεί στην πρώτη, την ευρωκεντρική/ αντιπροσωπευτική ανάγνωση του μηνύματος των πλατειών.

Πράγμα βέβαια που δεν αναιρεί το ενδεχόμενο και ο άλλος τυχόν φύλαρχος να μπορεί να λειτουργήσει εξίσου σαν ηγεμόνας-μαϊμού. Αυτό εξαρτάται κυρίως από μας, όχι απ’ αυτόν.

-------------------------------------------
[1] James C. Scott, The Art of Not Being Governed. An Anarchist History of Upland Southeast Asia, Yale University Press, New Haven & London 2009, p. 209-10.


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ


των Άκη Γαβριηλίδη – Σοφίας Λαλοπούλου


Σε προηγούμενο σημείωμα είχαμε εξηγήσει γιατί είναι απρόσφορο να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την πολιτική, και ακόμα περισσότερο την πολιτική των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, με βάση ένα μοντέλο αντλημένο από τη νομική τεχνική –ή την τεχνική σκέτα. Ένα μοντέλο κατά το οποίο ένα μέρος υπόσχεται κάτι, ένα άλλο δέχεται την πρόταση και τότε συνάπτεται συμβόλαιο μεταξύ των μερών· εν συνεχεία το πρώτο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να εφαρμόσει τα υπεσχημένα, και από την πιστότητα της εφαρμογής θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία του.

Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε, με θετικό τρόπο, ποια εικόνα θα ήταν προσφορότερη.

ΑΞΙΩΜΑ 1:

Η πολιτική δεν συνίσταται σε δηλώσεις βουλήσεων, αλλά σε συναντήσεις δυνάμεων. Τις δυνάμεις όμως αυτές δεν πρέπει να τις φανταστούμε σαν δύο (τακτικούς) στρατούς, οι οποίοι είναι ήδη συγκροτημένοι στα στρατόπεδά τους και μετά συναντιούνται σε μια καθοριστική μάχη στην οποία κερδίζει όποιος ήταν πιο δυνατός. Η πολιτική, αντίθετα με έναν διαδεδομένο μύθο, δεν είναι η συνέχεια του (διακρατικού) πολέμου. Είναι η διακοπή του.

Γι’ αυτό και

ΠΟΡΙΣΜΑ 1:

στην πολιτική (όπως εξάλλου και στον «κανονικό» πόλεμο –σύμφωνα τουλάχιστο με τον Σουν Τζου) η καλύτερη στρατηγική δεν είναι αυτή που καταστρέφει τις δυνάμεις του αντιπάλου, αλλά αυτή που τις χρησιμοποιεί προς όφελός της.

Οι δυνάμεις λοιπόν που βρίσκονται στο πεδίο της πολιτικής διαρκώς προσπαθούν να αξιοποιήσουν τις αντίπαλες δυνάμεις, να τις βάλουν να δουλέψουν γι’ αυτές.

Πράγμα που, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι

ΠΟΡΙΣΜΑ 2:

οι περισσότερες κινήσεις στην πολιτική είναι πολλαπλά καθορισμένες. Σχεδόν καμία δράση δεν είναι μονοσήμαντη, δεν είναι «πιστή έκφραση» κάποιων συμφερόντων∙ οι περισσότερες μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετούν ταυτόχρονα –ή μεταγενέστερα- και άλλους, όχι μόνο τον εκάστοτε δράστη. Άλλους οι οποίοι μεταστρέφουν, ανανοηματοδοτούν, ανακωδικοποιούν τις δράσεις αυτές και τα αποτελέσματά τους προς διαφορετικές, μη σχεδιασμένες κατευθύνσεις.

Γι’ αυτό και



ΠΟΡΙΣΜΑ 3:

η πολιτική δράση δεν είναι απλώς δράση, αλλά είναι δράση επί άλλων δράσεων[1].


Ένα ζωντανό πολιτικό εργαστήριο

Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς καλύτερο παράδειγμα για όλα αυτά από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια.

Καταρχάς, αυτό ισχύει για την εσωτερική πτυχή, δηλαδή για τη σχέση του πλήθους με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους λόγους για τους οποίους πολλοί ψηφοφόροι οδηγήθηκαν να υπερψηφίσουν το κόμμα αυτό ενώ ποτέ πριν δεν το είχαν κάνει. Όπως είχαμε ήδη γράψει κατ’ επανάληψη σε ανύποπτο χρόνο, ήδη από την περίοδο που βρισκόταν στην πρώτη του άνοδο, ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμήθηκε όχι (μόνο) εξαιτίας κάποιων ιδιοτήτων που (οι ψηφοφόροι πείστηκαν ότι) διέθετε, αλλά κυρίως –ή εξίσου- λόγω των πραγμάτων που στερούνταν∙ λόγω μίας έλλειψης. Σε αντίθεση με τις θεωρίες περί «λαϊκισμού», ακόμη κι εκείνες που δίνουν θετικό νόημα στον όρο, το κόμμα αυτό υπερψηφίστηκε όχι επειδή αναδείχθηκε σε «ηγεμόνα» εγκαθιδρύοντας ισοδυναμίες και προσδίδοντας σταθερό νόημα σε ρευστά και ασύνδετα σημαίνοντα, αλλά καθόσον επέτρεπε στην ίδια τη ρευστότητα να συνεχίσει να υπάρχει. Και, έτσι, επέτρεπε στο πλήθος να το «σφετεριστεί», να το μολύνει αυτό με τη ρευστότητά του και να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του κόμματος για να εισβάλει στο εθνικό και στο διεθνές επίπεδο της εκπροσώπησης.

Γι’ αυτό –για να έρθουμε στο σήμερα- αστοχούν τελείως όσες τοποθετήσεις ακολουθούν ανάλογη γραμμή σκέψης με αρνητικό πρόσημο αυτή τη φορά, και παραπονούνται ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούσε «ανάθεση» εκ μέρους των μαζών και των κοινωνικών κινημάτων, τα οποία υποτίθεται ότι «παραιτήθηκαν», αποσύρθηκαν από «τους δρόμους» όπου θα έπρεπε να βρίσκονται και ανέμεναν παθητικά τη σωτηρία τους από «κινήσεις κορυφής».

Ένα τελείως ενδεικτικό παράδειγμα τέτοιας ανάλυσης, από πολλά δυνατά:



Η ανάγνωση αυτή βασίζεται σε μία μερική και επιφανειακή θεώρηση της δραστηριότητας των μαζών κατά την οποία οι τελευταίες είναι ενεργές μόνο όταν απεργούν, διαδηλώνουν, καταλαμβάνουν κτίρια κ.ο.κ., ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση είναι παθητικές (και τότε πρέπει να τις «φέρουμε στο φιλότιμο» για να ξαναενεργοποιηθούν και να «σηκωθούν από τον καναπέ»). Όπως είδαμε (υποσημ. 1), όλες οι δυνάμεις «ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως». Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν ασφαλώς μία έκφραση της δύναμης του πλήθους, αλλά όχι τη μόνη.

Εν προκειμένω, ισχυρίζομαι ότι η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν κάθε άλλο παρά «ανάθεση». Ήταν μάλλον έκ-θεση.

Με αυτήν, οι άνθρωποι όντως δεν «πήραν τη ζωή τους στα χέρια τους». Ούτε όμως και την παρέδωσαν σε κάποιον άλλο. Απλώς την άφησαν. Την άφησαν εκτεθειμένη –στον κίνδυνο. Την ρίσκαραν. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν επιλογή ρίσκου. Με τουλάχιστον δύο έννοιες: οι άνθρωποι που τον ψήφισαν ρίσκαραν οι ίδιοι, αλλά επίσης προκάλεσαν έναν κίνδυνο για άλλους –για την ευρωζώνη, για τους δανειστές.

Η εκλογική συμπεριφορά λοιπόν του πλήθους δεν ήταν ένδειξη παθητικότητας, παραίτησης και αδυναμίας. Ακριβώς το αντίθετο: ήταν χρησιμοποίηση της δύναμης (και ταυτόχρονα αδυναμίας/ κενότητας του σημαίνοντος) του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να εντυπωθεί επάνω του η σημασία του πλήθους· δηλαδή η απροσδιοριστία, η αταξία, η διαφυγή από τα rating, από τους «κανόνες» (Σόιμπλε). Ήταν μία έκφανση της τέχνης τού να μην κυβερνάσαι.

Κατά δεύτερο λόγο, η ανάγνωση της πολιτικής ως πεδίου αμοιβαίας επένδυσης μεταξύ δυνάμεων ισχύει επίσης για την εξωτερική πτυχή. Πράγματι, το όνομα της δύναμης είναι η πληθυντικότητα· οι δυνάμεις που συναντήθηκαν δεν ήταν δύο, οι «εργαζόμενοι» και ο «σωτήρας», αλλά τουλάχιστον τρεις. Γι’ αυτό, θα πρέπει να βγούμε από τον ασφυκτικό δυισμό των «συμβαλλομένων μερών» και να λάβουμε υπόψη μας αυτή την τριγωνοποίηση.

Αντίστοιχα, λοιπόν, η δύναμη αυτή του πλήθους, όπως εκφράστηκε (και) με την ψήφο, υπήρξε με τη σειρά της αντικείμενο ιδιοποίησης («σφετερισμού») από την ελληνική διαπραγματευτική ομάδα. Υπήρξε ένα καύσιμο που το πλήθος (στην Ελλάδα και, σε έναν μικρότερο βαθμό, στην υπόλοιπη Ευρώπη και στον κόσμο) έδωσε στον Τσίπρα ώστε να το χρησιμοποιήσει στη συνάντησή του με τη δύναμη των «εταίρων»/ δανειστών. Όπως και έκανε.

Με αυτή την ανάγνωση, η ψηφοφορία στις δύο εκλογές του 2012, ακόμα και στο δημοψήφισμα του 15, δεν ήταν όρκος ή συμβόλαιο στο οποίο να τίθεται ζήτημα «πιστότητας». Ήταν ένας λόγος που παρήγαγε ο ίδιος κάτι νέο, και όχι που προσπαθούσε να αναπαράγει πιστά ήδη υπαρκτά πράγματα –ή που αξίωνε αυτός πιστότητα. Το πλήθος, ψηφίζοντας, έδωσε στον Τσίπρα ένα καινούριο χαρτί προς χρήση στο «πόκερ των διαπραγματεύσεων», κατά το γνωστό κλισέ, ένα νέο ποσό δύναμης για να το προσθέσει και αυτό μαζί με τα άλλα στη συνολική ροή, στη ζυγαριά. Και ο Τσίπρας το πόνταρε και αυτό, αυξάνοντας το ύψος του στοιχήματος.

Το ποντάρισμα αυτό είχε τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Φυσικά. Το να συμπεράνουμε όμως απ’ αυτό ότι ο Τσίπρας «πρόδωσε το 62%», δεν έχει μεγαλύτερο νόημα απ’ ό,τι να πούμε το ακριβώς αντίστροφο: ότι «το 62% πρόδωσε τον Τσίπρα». Μάλιστα, το δεύτερο ίσως να είχε περισσότερο νόημα, όχι με την ηθικολογική έννοια της αθέτησης αλλά με την έννοια που έχει ο όρος στην έκφραση «με πρόδωσαν οι δυνάμεις μου». Το πρόσθετο αυτό καύσιμο, μέχρι εκεί πήγαινε. Μετά η προωθητική του δύναμη εξαντλήθηκε∙ έμεινε (μείναμε) από δυνάμεις, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Τουλάχιστον όχι σ’ αυτό το δρόμο, το δρόμο της κεντρικής πολιτικής σκηνής –εθνικής και διεθνούς.


«Προδοσία» … και μετά;

Σήμερα βέβαια είναι πολύ διαδεδομένη μία φιλολογία περί «προδοσίας». Εάν κανείς ασχοληθεί λίγο με αυτή, θα δει ότι τα περισσότερα σχετικά κείμενα τα καταφέρνουν μεν πολύ καλά στη συναισθηματική εκτόνωση: διαθέτουν εν αφθονία αίσθηση ηθικής ανωτερότητας και πληγωμένων συναισθημάτων (οργής, αγανάκτησης, μνησικακίας)· πλην όμως, ή μάλλον γι’ αυτό ακριβώς, δεν φαίνεται να έχουν να προσφέρουν κάποια θετική λαβή για να σκεφτούμε και να δράσουμε πολιτικά.

Το πιο ακραίο ίσως τέτοιο παράδειγμα ήταν ένα κείμενο που ανήρτησε στον «επίσημο» (κατά τον αυτοχαρακτηρισμό του) ιστότοπό του ο παλαίμαχος σοσιαλιστής θεωρητικός Τζέιμς Πέτρας, με τον σχοινοτενή τίτλο Greece and the European Union: First as Tragedy, Second as Farce, Thirdly as Vassal State. Το σημείωμα περνά γενεές δεκατέσσερις τον Τσίπρα και επ’ ευκαιρία όποιον άλλο πετύχει στο δρόμο του, στολίζοντάς τους με χαρακτηρισμούς στα όρια του σεξισμού και της λεκτικής κακοποίησης∙ σχεδόν βλέπει κανείς πάνω στην οθόνη τούς αφρούς που έβγαζε ο Πέτρας από το στόμα του όταν το έγραφε. Όλα αυτά είναι πολύ ωραία, –ή ίσως όχι και τόσο ωραία-, αλλά το πρόβλημα είναι ότι ο συντάκτης, ξοδεύοντας όλο το χώρο και την ενέργειά του για να αποδώσει στους demagogic leaders του ΣΥΡΙΖΑ gross servility, hysteria and infantile egotism, megalomania, και –αναπόφευκτα- profound misconception of the class nature of the dominant forces, όπως και –no wonder- συνεργασία με το «εβραϊκό κράτος» η οποία τους εξασφάλισε τη συμπάθεια των «αριστερών σιωνιστών», τελικά ξεχνάει να μας πει, τι τέλος πάντων θα έπρεπε να κάνει αυτός ώστε να μην χαρακτηριστεί a virtuoso in deceiving and betraying the Greek people, supreme representation of Adorno’s authoritarian personality η οποία ακολουθεί την ‘Caudillo Principle’ (!); Η κατηφής διαπίστωση ότι Έλληνας πρωθυπουργός «παρανόησε την πραγματικότητα» καθόσον αυτός και οι «σύντροφοί» του (η λέξη σε εισαγωγικά στο πρωτότυπο) «απέρριψαν τις αναλύσεις για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό», δεν αποτελεί πολιτική κριτική αλλά ηθικολογική. Αν υποθέσουμε ότι στη θέση του Τσίπρα βρισκόταν κάποιος άλλος, της αρεσκείας τού Πέτρας, ο οποίος να κατανοεί βαθιά τις αναλύσεις (του) για τις τάξεις και τον ιμπεριαλισμό[2], τι άραγε θα είχε κάνει που δεν το έκανε εκείνος; Θα είχε φωνάξει πιο πολύ στην Μέρκελ; Θα είχε χτυπήσει πιο δυνατά το χέρι του στο τραπέζι; Θα είχε απειλήσει τους δανειστές;

Με τι ακριβώς;

Ίσως θα πει κανείς, έπρεπε να μην υπογράψει και να φύγει.

Μα αυτό ακριβώς έπραττε επί έξι μήνες. Στο σημείο που είχανε φτάσει τα πράγματα, ήταν σαφές ότι, εάν έφευγε και τώρα, την επόμενη φορά που θα ξαναεπέστρεφε οι όροι θα ήταν ακόμα πιο δυσμενείς και ασφυκτικοί.

Τα ίδια –και ακόμα χειρότερα- θα συνέβαιναν εάν δεν επέστρεφε καθόλου.

Το κείμενο αυτό, λοιπόν, και άλλα ανάλογα, επιτελούν απλώς μία «εξέγερση ενάντια στην πραγματικότητα»∙ δεν έχουν μεγαλύτερη χρησιμότητα απ’ ό,τι η απόφαση του Ξέρξη να μαστιγώσει τη θάλασσα επειδή ήταν ταραγμένη. Δεν είναι τυχαίο που, σε ένα άλλο, πιο πρόσφατο σημείωμά του, ο Πέτρας γνωματεύει στην τελευταία του πρόταση ότι ο ελληνικός λαός «έχει τρελαθεί» (!). Η ανερυθρίαστα αφελής διατύπωση «The victims have gone mad!…» συμπυκνώνει ολοκάθαρα την αριστοκρατική περιφρόνηση και υποτίμηση των μαζών, οι οποίες μπορούν να εισέλθουν στο πεδίο αυτής της σκηνοθεσίας μόνο υπό δύο ιδιότητες: α) του θύματος (και μάλιστα του θύματος «ομαδικού βιασμού», λέει σε άλλο σημείο ο Πέτρας), β) του ανοήτου που «δεν καταλαβαίνει» όσα κατάλαβε ο ευφυής διανοούμενος και παρασύρεται από παντοδύναμους και σατανικούς δημαγωγούς, που κλέβουν τη δόξα του διανοουμένου και προκαλούν το φθόνο του. Η μάζα είναι πάντα εξ ορισμού αδύναμη και παραπονεμένη, και το κράτος πάντα εξ ορισμού παντοδύναμο∙ δεν υπάρχει κανένας χώρος για να θεματοποιήσουμε τη δραστικότητα της πρώτης στο δεύτερο.


Η εμπειρία του αδύνατου

Δεν έχουν όμως όλες οι απορριπτικές γνώμες αυτό το χάλι. Υπάρχουν και κάποιες που αρθρώνουν επιχειρήματα και σου αφήνουν και χώρο να συζητήσεις, όχι μόνο να αποδείξεις ότι δεν είσαι τρελός.

Μία απ’ αυτές είναι ένα σημείωμα που ανάρτησε ο Γιάννης Αλμπάνης με τίτλο Η αδύνατη διαπραγμάτευση (παρεμπιπτόντως, εξαιρετικός τίτλος –θα εξηγήσουμε παρακάτω γιατί), στο οποίο δηλώνει εξαρχής ότι προτίθεται να «αποτιμήσει την κυβερνητική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτοντας τη μνημονιακή στροφή του» και, στην προσπάθεια αυτή, θέλει να εξετάσει αν «η συνθηκολόγηση με τους δανειστές αποτέλεσε αποτέλεσμα της αθέτησης από τον Αλέξη Τσίπρα του προγράμματος του κόμματος ή αν (…) το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο».

Με μία αναλυτική επιχειρηματολογία που δεν χρειάζεται να αντιγράψουμε εδώ, ο συντάκτης καταλήγει ότι

η κεντρική ιδέα της πολιτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή μπορεί να συνδυαστεί η παραμονή στην ευρωζώνη με τον τερματισμό της λιτότητας [η έμφαση στο πρωτότυπο], θεμελιωνόταν σε τρεις βασικές παραδοχές που διαψεύστηκαν [η έμφαση δική μας] κατά την πορεία και, κυρίως, στην κατάληξη της διαπραγμάτευσης.

Η παράγραφος αυτή θέτει με απερίφραστο τρόπο αυτό που αποτελεί ένα πραγματικά κρίσιμο, πολιτικά και θεωρητικά, ερώτημα: τι γίνεται όταν ένας πολιτικός στόχος «αποδεικνύεται αδύνατος»;

Η απάντηση του Αλμπάνη είναι σαφής: πρέπει να τον εγκαταλείψουμε, και μάλιστα να κάνουμε την αυτοκριτική μας εάν τον ακολουθήσαμε στο παρελθόν.

Πρόκειται για μία κρίση πολιτική, αν όχι και ηθική, η οποία ως τέτοια είναι αστάθμητη και ενδεχομενική.

Η απάντηση που δίνουμε εμείς είναι ελαφρώς διαφορετική. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η προβολή και η δημόσια διατύπωση ενός πολιτικού στόχου, ακόμη και αν αυτός ήταν ή «αποδείχθηκε» –με όποια αποδεικτική διαδικασία- αδύνατος καθαυτός, έχει νόημα και επιφέρει αποτελέσματα. Η «διάψευση» των «παραδοχών» αυτών, στις οποίες βασιζόταν η ιδέα ότι είναι δυνατό να επιτευχθούν δύο στόχοι ταυτόχρονα, δεν κλείνει απαραίτητα τη συζήτηση για την αποτίμηση μιας πολιτικής πρακτικής που τους επιδίωξε, ούτε ανοίγει απαραίτητα μία άλλη σχετικά με τις «ευθύνες» για τη μη επίτευξή τους.

Βέβαια, με την έντονη σημασία του όρου, η ευθύνη είναι πάντα, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, εμπειρία του αδύνατου.

Εδώ θα πρότεινα να διαβάσουμε, συναφώς, ένα χωρίο του Ντερριντά:

Η ευθύνη φαίνεται να συνίσταται σήμερα στο να μην εγκαταλείψουμε καμία από τις δύο αυτές αντιφατικές επιταγές. Πρέπει λοιπόν να επιδιώξουμε να επινοήσουμε πολιτικο-θεσμικές χειρονομίες, λόγους, πρακτικές που εγγράφουν τη συμμαχία των δύο αυτών επιταγών, των δύο αυτών υποσχέσεων, των δύο αυτών συμβολαίων (…). Είναι δύσκολο. Είναι μάλιστα αδύνατο να συλλάβουμε μία ευθύνη που να συνιστά απόκριση για δύο αντιφατικούς νόμους ή σε δύο αντιφατικά κελεύσματα. Ασφαλώς. Αλλά δεν υπάρχει ούτε και ευθύνη που να μην είναι η εμπειρία τού αδύνατου.

Οι γραμμές αυτές γράφτηκαν υπό άλλες περιστάσεις, αλλά μοιάζουν σαν να μιλάνε για την απορία στην οποία βρισκόμαστε κι εμείς σήμερα[3].

Όπως έλεγε και ο Φουκώ, σε σχέση μάλιστα με ένα πρόβλημα ιδιαίτερα επίκαιρο και σήμερα, αυτό της «παράνομης μετανάστευσης», στα ανεπίλυτα προβλήματα είναι που πρέπει κυρίως να επιμείνουμε. Στην πολιτική δράση, και σκέψη, μερικά προβλήματα –για να μην πούμε όλα- δεν επιδέχονται κάποια τελειωτική «λύση». Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι πρέπει να παραιτηθούμε απ’ αυτά∙ με το να τα θέτουμε, ενίοτε μετασχηματίζουμε κοινωνικές και διανοητικές σχέσεις, παράγουμε αποτελέσματα αλλού, σε μία άλλη σκηνή.

Η εξάμηνη διαπραγμάτευση της Ελλάδας με τους «εταίρους» είναι το καλύτερο τέτοιο παράδειγμα που μπορούμε να σκεφτούμε.

Αυτό εξάλλου φαίνεται να το δέχεται ο ίδιος ο Αλμπάνης, ο οποίος, όπως είδαμε, στον τίτλο χαρακτηρίζει τη διαπραγμάτευση «αδύνατη». Αλλά αυτό (εξ όσων μπορούμε να αντιληφθούμε) δεν τον οδηγεί, ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλο, να υποστηρίξει ότι διαπραγμάτευση δεν έπρεπε να είχε γίνει, ούτε ότι δεν πρέπει να γίνει ξανά στο μέλλον.

Η ελληνική κυβέρνηση ασφαλώς πήγε να διαπραγματευθεί έχοντας να κινηθεί ανάμεσα σε δύο «αντιφατικά κελεύσματα», τα οποία της άφηναν ελάχιστο χώρο –οριακά, όντως κανένα χώρο. Εκείνη όμως χρησιμοποίησε αυτή τη στενότητα, την απορία, ως πόρο. Προσπάθησε να μετατρέψει το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα, στρέφοντας διαρκώς το ένα από τα σκέλη αυτής της αδυνατότητας εναντίον του άλλου και τα δυο μαζί εναντίον των εταίρων, βάζοντας την ισχύ τους να δουλέψει –όσο ήταν δυνατό- για λογαριασμό της. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να κρατήσει επί έξι μήνες ανοιχτό ένα θέμα που όλοι ως τότε θεωρούσαν κλειστό, τελειωμένο, να κάνει όλους τους θεσμικούς και παραθεσμικούς παράγοντες της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών να σπαζοκεφαλιάζουν γι’ αυτό και να καλούν συσκέψεις επί συσκέψεων, εκ του σύνεγγυς και εξ αποστάσεως. Μετέφερε λοιπόν την πίεση από τα δύο «αντιφατικά κελεύσματα» και σε αυτούς∙ το ανεπίλυτο αυτό πρόβλημα, επί έξι μήνες, ήταν πλέον (και) των παραγόντων αυτών, όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης.

Το άνοιγμα αυτό φυσικά, όπως ξέρουμε, ξαναέκλεισε συντριπτικά με το έτσι θέλω μετά την επιβολή της νέας (κατ’ ευφημισμό) συμφωνίας –μέχρι να ξανανοίξει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, διότι φυσικά δεν επιλύθηκε. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι όλα αυτά ήταν για το τίποτα, ούτε ότι επρόκειτο για μια «άσκοπη κωλυσιεργία». Το ότι παρέμεινε το θέμα ανοιχτό για όλο αυτό το διάστημα, αυτό ήταν ένα αποτέλεσμα∙ ήταν κάτι, παρά τίποτα. Δεν ήταν ούτε ένα μέσο για να έρθει ένας άλλος καιρός, πιο ευνοϊκός ώστε να επιτευχθεί κάποιος «κύριος στόχος». Ήταν πρώτα απ’ όλα η ίδια στόχος, ή ίσως μέσο δίχως στόχο (Αγκάμπεν). Η αναστολή, η διατήρηση της εκκρεμότητας, είχε μία αξία καθεαυτή: είχε μία αξία προσωρινής έστω απενεργοποίησης (désoeuvrement –και πάλι Αγκάμπεν) του εκβιασμού, η οποία δεν κρίνεται, και δεν ακυρώνεται, από την (θεωρούμενη ως) τελική έκβαση της «μάχης».


Από πού ξαναρχίζουμε;

Με αυτό λοιπόν που λέει ο Αλμπάνης, επικαλούμενος τον Ντελέζ και τον Μπενσαΐντ, ότι «δεν ξαναρχίζουμε ποτέ από την αρχή αλλά από τη μέση», θα συμφωνούσαμε, αλλά όχι για τους ίδιους λόγους. Αν είμαστε στο «κάτι» και όχι στο «μηδέν», είναι γιατί, ακόμη και αν «αποδείχθηκε» ότι «δεν είναι δυνατό να συμβιβαστεί η άρση της λιτότητας με την ευρωζώνη», αυτό δεν αναιρεί τα υλικά αποτελέσματα που όντως επήλθαν με την δημόσια διακήρυξη της ελληνικής κυβέρνησης ότι επιδιώκει και τους δύο αυτούς στόχους. Αυτά δεν μπορούν να ξεγίνουν.

Το λεξιλόγιο που μιλάει για «παραδοχές» και «διάψευσή» τους προέρχεται από το επιστημονικό παράδειγμα· κρίνει τις αποφάνσεις με όρους αλήθειας, με βάση το αν αυτές «αντιστοιχούν στην πραγματικότητα». Ωστόσο, το αν ο στόχος Α μπορεί να συνδυαστεί με το στόχο Β δεν είναι ένα εξωτερικό γεγονός που αφορά ένα αδρανές αντικείμενο∙ είναι επίδικο πολιτικό διακύβευμα. Και η δημόσια διακήρυξη της επιδίωξής τους είναι η ίδια μέρος της διακύβευσης και την επηρεάζει. Η «ορθότητα» ή το «σφάλμα» μιας πολιτικής απόφανσης είναι ένα ενδεχομενικό αποτέλεσμα σχέσεων μεταξύ δυνάμεων –στις οποίες περιλαμβάνεται η ίδια η απόφανση.

Η χρήση τού επίσης επιστημονικής καταγωγής όρου «αποδείχθηκε αδύνατο» υπάρχει ο κίνδυνος να νοηθεί κατά τρόπο στατικό-μοιρολατρικό∙ σαν να ήταν εξαρχής αδύνατο και απλώς να έμενε να το διαπιστώσει κάποιος. Η αδυνατότητα όμως αυτή δεν διαπιστώθηκε απλώς, αλλά παρήχθη μέσα από τη διαπραγμάτευση. Αν πούμε «το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εσφαλμένο επειδή βασίστηκε στην παραδοχή ότι αυτή η επιδίωξη ήταν δυνατή», παραβλέπουμε τον ρητορικό χαρακτήρα των πολιτικών αποφάνσεων, τις αντιμετωπίζουμε ως αποκλειστικά περιγραφικές και όχι ως επιτελεστικές. Ή, με άλλη διατύπωση, ακολουθούμε μία τεχνική-γραμμική αντίληψη των πολιτικών αποφάνσεων και της επιτυχίας τους: τις βλέπουμε κάπως σαν ένα άλμα επί κοντώ, όπου ένας αθλητής έχει έναν μονοσήμαντο και ξεκάθαρο στόχο –να περάσει πάνω από έναν πήχυ που στέκεται ακίνητος απέναντί του. Εάν είναι καλά προπονημένος, συγκεντρωμένος στο στόχο κ.λπ., τον περνάει, και αυτό μπορούν να το μετρήσουν οι κριτές με τη μεζούρα τους και να τον ανταμείψουν. Εάν όχι, τον ρίχνει και τότε ηττάται. Εδώ όμως δεν επρόκειτο γι’ αυτό, αλλά μάλλον για μια προσπάθεια σε κινούμενο πήχυ. Η προσπάθεια (ή, για όποιον το προτιμά έτσι, η «υπόσχεση») του Τσίπρα δεν αφορούσε ένα στατικό αντικείμενο, αλλά άλλα ανθρώπινα υποκείμενα, και μάλιστα τους αντιπάλους/ συναθλητές του. Το αντικείμενό της ήταν μία άλλη δύναμη (ή μάλλον, πολλές δυνάμεις)· οι δυνάμεις αυτές ανέβαζαν κάθε φορά το ύψος ενόσω ο αθλητής επιχειρούσε. Και μάλιστα σε συνάρτηση με τις κινήσεις του αθλητή. Άρα, το κριτήριο για το αν τα λόγια του πολιτικού αληθεύουν ή/ και αν τα έργα του επιτυγχάνουν, είναι διαρκώς μετακινούμενο, και η μετακίνηση αυτή είναι αποτέλεσμα (και) της δικής του δράσης –που είναι δράση επί δράσεων.

Κατά τα ανωτέρω, η οργίλη καταγγελία περί αθέτησης της υπόσχεσης είναι ανυπόστατη ακόμα και με τη νομική λογική. Οι προβλέψεις του δικαίου είναι δυνατό να αφορούν μόνο πράγματα που είναι αντικειμενικώς δυνατό να πραγματοποιηθούν, και που εξαρτώνται μόνο από τη βούληση του υποχρέου, όχι και άλλων. Ή, όπως έλεγε και ο Σπινόζα, εάν πω ότι αυτό το τραπέζι έχω νόμιμο δικαίωμα να το κάνω ό,τι θέλω, με αυτό δεν εννοώ ότι μπορώ να το κάνω να τρώει χορτάρι. Και εν προκειμένω, αυτό το οποίο αναμενόταν από τον Τσίπρα να πετύχει επί ποινή εσχάτης προδοσίας, ήταν μία συμφωνία. Όμως συμ-φωνία, ακριβώς, σημαίνει ότι δύο (ή περισσότεροι) μιλάνε μαζί, λένε το ίδιο. Νομικά, (αλλά και πολιτικά), δεν μπορείς να ζητήσεις το λόγο από κάποιον για κάτι που (δεν) είπε ένας άλλος. Με βάση το ενοχικό δίκαιο, δεν μπορεί κανείς να εναγάγει τον Α επειδή ο Β δεν συνήψε σύμβαση μαζί του.

Για να μη μιλάμε αφηρημένα: όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, ο Τσίπρας δήλωσε ότι «σκοπός του είναι να επιτύχει μία αμοιβαία επωφελή συμφωνία που να τερματίζει τη λιτότητα». Ακόμη και αν δεχθούμε ότι «από μέσα του» το πίστευε, και ότι η πίστη αυτή ήταν αφελής, υπερτιμούσε το Α, υποτιμούσε το Β, «αποδείκνυε την ολοκληρωτική αποτυχία των ιδεών και της στρατηγικής της ριζοσπαστικής πτέρυγας της ελληνικής ανανεωτικής Αριστεράς» κ.λπ. κ.λπ., τι θα άλλαζε αυτό επί του πρακτέου; Θα ήταν άραγε προτιμότερο να είχε κάνει μία δήλωση περισσότερο σύμφωνη με την «επιστημονική αλήθεια» του ιμπεριαλισμού και των ταξικών σχέσεων, όπως π.χ. «Δεν επιδιώκω καμία συμφωνία διότι αυτό είναι αδύνατο»; Τότε, όμως, η διαπραγμάτευση θα είχε κλείσει πριν καν ανοίξει, και άρα θα συνεχιζόταν αδιατάρακτη η προηγούμενη κατάσταση. Διότι όσα λέει ένας πρωθυπουργός, δεν τα ακούνε μόνο οι εντός της χώρας «αντισυμβαλλόμενοί» του. Τα ακούει όλος ο κόσμος, μεταξύ δε αυτών και όσοι αποτελούν τον «τρίτο όρο» της τριγωνοποίησης, εκείνοι με τους οποίους ετίθετο ζήτημα να επιτευχθεί συμφωνία. Και, ακούγοντάς τα, αναπροσαρμόζουν την τακτική τους (σύμφωνα με το Πόρισμα 3). Θα του απαντούσαν λοιπόν, ευλόγως, «αφού θεωρείς αδύνατη τη συμφωνία, γιατί έρχεσαι εδώ; Τι θέλεις από μας;».

Το ίδιο άλλωστε ίσχυε και για το πλήθος στην Ελλάδα. Και αυτό κοιτούσε, και άκουγε, και αναπροσάρμοζε τη στάση του. Τα παράπονα, του Πέτρας και άλλων, ότι «ο Τσίπρας πρόδωσε το ΟΧΙ του ελληνικού λαού», αντιμετωπίζουν εξίσου στατικά τον «ελληνικό λαό», με τον αναπόφευκτο ανθρωπομορφισμό που ο ίδιος ο όρος «λαός» επιβάλλει, και τον εμφανίζουν σαν ένα ενιαίο υποκείμενο, πάντα ίδιο με τον εαυτό του, το οποίο στεκόταν πάντα στη γωνιά του και κρατούσε στο χέρι ένα 62%, περιμένοντας τη στιγμή που θα ερωτηθεί ώστε να το εκφράσει. Ωστόσο, αυτό το 62% προέκυψε ακριβώς επειδή διακηρύχθηκε η επιθυμία συνδυασμού των αδύνατων στόχων και έγιναν διαπραγματεύσεις με βάση αυτήν. Εάν δεν είχε ακολουθηθεί αυτή η πορεία, κανείς δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι θα ήταν το ίδιο και όχι μικρότερο ή μεγαλύτερο –ή ότι θα είχε γίνει καν δημοψήφισμα. Το πλήθος λοιπόν δεν είναι μόνο παθητικός δέκτης∙ μετασχηματίζεται αλλά μετασχηματίζει και αυτό (δηλαδή εμείς), ενεργεί (-ούμε) και πάσχει (-ουμε) εξ αποστάσεως. Δεν είναι μόνο αντικείμενο χειραγώγησης, αλλά «χειραγωγεί» και αυτό. Εμείς χειραγωγήσαμε τον ΣΥΡΙΖΑ. Εντυπώσαμε πάνω του (δηλαδή πάνω στην ισχύ του) την ισχύ μας. Και η (επ)ενέργεια αυτή δεν ήταν εμπορική συναλλαγή. Δεν την κάναμε για να λάβουμε κάποια ανταπόδοση στη συνέχεια. Η «αμοιβή» μας ήταν η ίδια η πράξη: με αυτό τον τρόπο εκφράσαμε –και αυξήσαμε- τη δύναμή μας. Είναι οξύμωρο να κλαίγονται και να καταγγέλλουν για λογαριασμό μας την «προδοσία» (=μη καταβολή του προβλεπόμενου στο συμβόλαιο ανταλλάγματος) όσοι μέχρι τώρα είχαν οικοδομήσει την υποκειμενικότητά τους καταδικάζοντας τις «πελατειακές σχέσεις» ή την «εμπορευματοποίηση».


Υπάρχει μία πολιτική βασισμένη στην αλήθεια;

Για να συνοψίσουμε: είδαμε ως τώρα ότι η κατηγορία για «αναντιστοιχία λόγων και έργων» παραβλέπει ότι τα λόγια είναι έργα. Οι πολιτικές αποφάνσεις, σε αντίθεση με τις επιστημονικές, δεν γίνονται για να περιγράψουν με ακρίβεια πώς είναι τα πράγματα, ούτε, πολύ λιγότερο, να προβλέψουν πώς θα είναι στο μέλλον. Ιδίως όταν αυτά τα πράγματα ολοφάνερα δεν εξαρτώνται από τη διακριτική ευχέρεια του ομιλούντος, ούτε από αντικειμενικούς παράγοντες (π.χ. καιρικές συνθήκες, σεισμοί), αλλά προϋποθέτουν και τη συναίνεση άλλων.

Κατά τα ανωτέρω, αν οι πολιτικές αποφάνσεις γίνονται για να επενεργήσουν ώστε τα πράγματα να είναι έτσι και όχι αλλιώς, αυτό ισχύει επίσης –αν όχι ιδίως- για την ίδια τη διαπίστωση ότι η μία γλωσσική/ πολιτική πρακτική «απέτυχε», «πρόδωσε», «ήταν αναντίστοιχη», «βασίστηκε σε αυταπάτες» κ.λπ.: και αυτή προφανώς αποτελεί μέρος του ίδιου γλωσσικού/ πολιτικού παιχνιδιού. Δεν υπάρχει μία πολιτική μεταγλώσσα, ένα διαφορετικό επίπεδο στο οποίο να μπορούμε να μεταβούμε και να μιλήσουμε εκ των έξω για τις άλλες αποφάνσεις. Ή –πράγμα που είναι το ίδιο με άλλη διατύπωση- δεν υπάρχει ένα πεδίο «γυμνών γεγονότων» που να τελούν σε αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία με τα λεγόμενα, ώστε να μπορούμε να μεταβούμε σε αυτό και να αποφανθούμε τελειωτικά και χωρίς υπόλοιπα αν μία γλωσσική πρακτική επέτυχε ή όχι όπως οι κριτές του στίβου μετρούν και τις επιδόσεις των αθλητών.

Θα ήταν λοιπόν χρήσιμο να εξετάσουμε, ποια είναι η επιτελεστικότητα αυτής της νέας γλωσσικής πρακτικής; Ποια άραγε πολιτική μπορεί να βασισθεί στη διόρθωση του σφάλματος και στην «εγκατάλειψη των αυταπατών»;

Αν ένα πολιτικό υποκείμενο –π.χ. ένα νέο κόμμα, ή η ελληνική κοινωνία στο σύνολό της- υιοθετήσει τη διαπίστωση πως οι δύο στόχοι δεν μπορούν να συνδυαστούν, τότε λογικά δε βλέπουμε άλλο δυνατό συμπέρασμα από το ότι πρέπει να επιλέξει τον έναν. Έτσι λοιπόν, θα πρέπει είτε

α) να ζητήσει την αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη,

β) διαφορετικά, να συμφιλιωθεί με τη λιτότητα και να παραιτηθεί από την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα τη μετασχηματίσει ή θα την ανατρέψει.

Την πρώτη λύση, υπάρχουν στην Ελλάδα πολλές δυνάμεις που εδώ και χρόνια την προτείνουν. Χωρίς καμία επιτυχία και πειστικότητα μέχρι τώρα.

Τη δεύτερη, επίσης. Και πάντως σίγουρα δεν είναι αυτή που προτίθενται να προβάλλουν όσοι διαπιστώνουν τη «διάψευση των παραδοχών».

Στο κείμενο του Αλμπάνη τουλάχιστον δεν βλέπουμε κάποια τρίτη λύση, πέρα από μία καταληκτική διακήρυξη-φυγή προς τα εμπρός κατά την οποία «όλα είναι ανοιχτά –ακόμα και όσα δεν τολμάμε να φανταστούμε». Δεν αποτελεί όμως σημαντική πρόοδο να απορρίπτουμε μία προσδοκία ως φαντασιακή και απραγματοποίητη, μόνο και μόνο για να την αντικαταστήσουμε με μια άλλη που δεδηλωμένα βρίσκεται πέραν και αυτής της φαντασίας και αφορά τα πάντα –δηλαδή τίποτε το συγκεκριμένο. Εάν ο συνδυασμός ευρωζώνης και μη λιτότητας είναι αδύνατος, τότε δεν είναι «όλα» ανοιχτά· κάτι είναι κλειστό. Και όχι απλώς κάτι, αλλά το μόνο συγκεκριμένο που είχαμε. Τα υπόλοιπα εξ αυτών των «όλων», που μένουν αν αφαιρέσουμε αυτό, ποια είναι; Άγνωστο.

Η «επιτυχία» λοιπόν της συγκεκριμένης γλωσσικής/ πολιτικής πρακτικής, ή πάντως το αποτέλεσμά της, θεωρούμε ότι ήταν η εξής: ότι κατέστησε σαφές, και επέτρεψε σε όλους να συνειδητοποιήσουν, ότι ο συνδυασμός των δύο στόχων είναι (ενδεχομενικά, ως πολιτική επιλογή κάποιων, και όχι «αντικειμενικά») αδύνατος. Διότι ανάγκασε τις ηγέτιδες δυνάμεις της λεγόμενης «Ενωμένης Ευρώπης» να το διακηρύξουν ρητά[4].

Τώρα, αν μεταξύ αυτών των «όλων» που το συνειδητοποίησαν αυτό, υπάρχουν κάποιοι που δεν είναι ικανοποιημένοι, μπορούν να εργαστούν ώστε να γίνει δυνατός ο συνδυασμός, και να ανατραπεί η λιτότητα. Ή, ενδεχομένως, να ανατραπεί η ευρωζώνη. Ή και οι δύο.

Εάν, στο πεδίο δυνάμεων στο οποίο βρισκόμαστε, δεν υπάρχει πουθενά –ή δεν υπάρχει σε αρκετό βαθμό- η πολιτική επιθυμία για κάτι τέτοιο, τότε απλούστατα δεν θα επέλθει. Αλλά αν είναι έτσι, τι να κάνουμε; Παίξαμε και χάσαμε. Αυτό δεν συνιστά «αποτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ, με την έννοια ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο το οποίο μια ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να κάνει ώστε να το αλλάξει αυτό και δεν το έκανε.

Επίσης όμως, θεωρούμε ότι η δραστικότητα της εξάμηνης διαπραγμάτευσης, όπως και κάθε πολιτικής πρακτικής άξιας του ονόματός της, μπορεί να εκδηλώνεται, πλάγια, επικαθορισμένα, σε μία άλλη σκηνή. Ή σε περισσότερες. Ένα παράδειγμα δώσαμε ήδη πρόσφατα: είναι η άρση του κανονισμού «Δουβλίνο» εκ μέρους της Γερμανίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, στα περισσότερα κινηματικά σάιτ, οι αναφορές στο κίνημα αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες κάνουν παραλληλισμούς με το ελληνικό δημοψήφισμα. Όπως εξάλλου και οι αναφορές στη χθεσινή εκλογή του Τζέρεμυ Κόρμπυν κάνουν παραλληλισμούς με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Περισσότερα για τις πιθανότητες να παρατείνουμε και να διαχύσουμε περαιτέρω αυτή τη δραστικότητα ίσως πούμε σε επόμενο σημείωμα.

------------------------------------------
[1] Πρβλ.: «Μέχρι τώρα παρουσιάσαμε τα πράγματα ως εάν οι διαφορετικές δυνάμεις να μάχονταν και να διαδέχονταν η μία την άλλη, σε σχέση με ένα σχεδόν αδρανές αντικείμενο. Όμως, το ίδιο το αντικείμενο είναι δύναμη, έκφραση μιας δύναμης. Γι’ αυτό, μάλιστα, υπάρχει περισσότερη ή λιγότερη συνάφεια μεταξύ του αντικειμένου και της δύναμης που το σφετερίζεται. Δεν υπάρχει αντικείμενο (φαινόμενο) που να μην κατέχεται ήδη, αφού καθ’ εαυτό είναι όχι μία φαινομενικότητα, αλλά η εμφάνιση μιας δύναμης. Κάθε δύναμη βρίσκεται λοιπόν σε ουσιώδη σχέση με μία άλλη δύναμη. Το είναι της δύναμης είναι ο πληθυντικός. Θα ήταν κυριολεκτικά παράλογο να σκεφθούμε τη δύναμη στον ενικό. Μια δύναμη είναι κυριαρχία, καθώς επίσης και το αντικείμενο επί του οποίου ασκείται κυριαρχία. Μία πολλότητα δυνάμεων που ενεργούν και πάσχουν εξ αποστάσεως, ενώ η απόσταση είναι το διαφορικό στοιχείο που περιλαμβάνεται στην κάθε δύναμη και μέσω του οποίου η καθεμία αναφέρεται σε άλλες: αυτή είναι η αρχή της φιλοσοφίας της φύσης στον Νίτσε» (Ζιλ Ντελέζ, Ο Νίτσε και η φιλοσοφία, Πλέθρον, Αθήνα 2002[1962], σ. 17-18).

[2] Υπόθεση ούτως ή άλλως παράλογη, διότι ένας τέτοιος άνθρωπος θα ήταν αδύνατο να εκλεγεί πρωθυπουργός στην Ελλάδα –μάλλον και οπουδήποτε στον κόσμο.

[3] Είναι παρμένες από το: Jacques Derrida, L’autre cap (Ed. du Minuit, Paris 1991, σ. 45-46), το οποίο πάντως αφορούσε και αυτό την πορεία της Ευρώπης.

[4] Με κάπως πιο αυτοσχέδια διατύπωση, νομίζουμε ότι κάτι ανάλογο υποστήριξε ο Μακεδόνας ποιητής Μάρκος Μέσκος.