Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυρακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυρακάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Οικολογία και αριστερά


του Γιάννη Σταυρακάκη


Η νέα έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και των Εκδόσεων Νήσος* συγκεντρώνει κείμενα που παρουσιάστηκαν αρχικά σε μια σειρά ιδιαίτερα επιτυχημένων εκδηλώσεων διαλόγου που πραγματοποιήθηκαν στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης έναν χρόνο πριν. Στο επίκεντρό τους τίθενται οι θεματικές της ανάπτυξης/αποανάπτυξης, της εννοιολόγησης της αρμονίας και της ισορροπίας στην οικολογία, αλλά και εν γένει των θεωρητικών και παραδειγματικών διαστάσεων της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Όλες τους θεματικές που – καθώς προσεγγίζονται με σύγχρονο, ενημερωμένο και αναστοχαστικό τρόπο – μας δίνουν επιχειρήματα που παρεμβαίνουν καίρια στο ζήτημα των σχέσεων φύσης και κοινωνίας, ανανεώνοντας τον διάλογο οικολογίας και αριστεράς πέρα από παρωχημένα κλισέ.

Τα δύο πρώτα κείμενα του βιβλίου θέτουν του όρους μιας αναγκαίας συζήτησης μεταξύ μιας οικοαριστερής οπτικής και του ανερχόμενου επιχειρήματος της αποανάπτυξης. Ο Τάσος Χοβαρδάς και ο Γιώργος Καλλής επισημαίνουν, αρχικά, τα σημεία σύγκλισης αποανάπτυξης και αριστεράς: Και οι δύο  στοχεύουν τον καπιταλισμό, στοχεύουν την «ανάπτυξη» όταν αυτή ταυτίζεται με την καπιταλιστική συσσώρευση. Στο προγραμματικό επίπεδο, μάλιστα, κοινές θέσεις αποανάπτυξης και αριστεράς αποτελούν η αναδιανομή του πλούτου, η καθιέρωση ενός βασικού εισοδήματος, η μείωση του χρόνου εργασίας, η υποστήριξη μορφών κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό αναδύονται και οι διαφοροποιήσεις. Έτσι, ο Τάσος Χοβαρδάς προχωρά σε μια κριτική επισκόπηση του πεδίου της αποανάπτυξης αναφορικά με την έννοια των «φυσικών ορίων», στην οποία αυτή εν πολλοίς εδράζεται. Για την οικοαριστερά, η έννοια του φυσικού πόρου προκύπτει από την ένταξη των πόρων στην παραγωγική διαδικασία μέσα σε μια συγκεκριμένη διάταξη παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Όπως υποστηρίζει ο Χοβαρδάς, μόνο μέσα από την έννοια του τρόπου παραγωγής μπορεί κανείς να αναφερθεί στην έννοια του ορίου, το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί στη φύση αλλά στον τρόπο παραγωγής. Θα έλεγε κανείς ότι η αίσθηση των «ορίων» προϋποθέτει την οικονομική, κοινωνική, πολιτική και ηθική επένδυση του «φυσικού». Έτσι, η κριτική στην αποανάπτυξη είναι ότι απο-πλαισιοποιεί και υποστασιοποιεί την έννοια του πόρου και του ορίου. Απομονώνοντας τες από τους καθορισμούς τους μέσα σε έναν δεδομένο τρόπο παραγωγής, καθιστά τις έννοιες αυτές υπεριστορικές, δηλαδή, ανεξάρτητες από τα κοινωνικά και πολιτικο-ιδεολογικά τους συμφραζόμενα.

Ο Γιώργος Καλλής υπεραμύνεται της έννοιας των ορίων στον βαθμό που αυτή συνδυάζει οντολογική ισχύ και πολιτική χρησιμότητα. Η έννοια των ορίων μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει μία φυσική πραγματικότητα, η οποία μας περιορίζει. Στην ίδια γραμμή επιχειρηματολογίας, ο αυτοπεριορισμός αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό ζήτημα για μια κοινωνία ισότητας και ευημερίας που θα ζει καλά με λίγα για να υπερβεί τις σημερινές ανισότητες. Ο Καλλής τοποθετεί τις θεωρητικές ρίζες αυτών των ιδεών της αποανάπτυξης στον μετα-μαρξιστικό οικοσοσιαλισμό των Γκορζ, Καστοριάδη και Ελύλ, τον κοινοτικό οικοαναρχισμό των Ίλιτς και Μπούκσιν, την πολιτική φιλοσοφία της Χάνα Άρεντ, την οικονομική ανθρωπολογία των Μός και Πολάνι και την κριτική της εμπορευματοποίησης, αλλά και την κριτική της ανάπτυξης στον τρίτο κόσμο από την οποία προέρχεται και ο Σερζ Λατούς, βασικός εισηγητής του επιχειρήματος της αποανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτό, η αποανάπτυξη μας καλεί να καθαιρέσουμε την αύξηση του εισοδήματος και του ΑΕΠ από συλλογικές αξίες και κεντρικούς στόχους των δημόσιων πολιτικών. Στρέφεται στην αυτοοργάνωση της κοινωνίας και τη συνεταιριστικοποίηση της οικονομίας από τα κάτω, σε πολιτικές οι οποίες θα ανοίξουν τον χώρο για την ανάδυση της κοινωνικής, αλληλέγγυας οικονομίας, μειώνοντας την επικράτεια του κεφαλαίου, της συσσώρευσης και της ανάπτυξης.

Από τη μεριά του, ο Νίκος Νικήσιανης οργανώνει την παρέμβασή του γύρω από το εξής ερώτημα, που διευρύνει το πεδίο της συζήτησης πέρα από το status της αποανάπτυξης και στην κατεύθυνση της ίδιας της (ιδεολογικής) υπόστασης του «φυσικού» στην οικολογία: Που οφείλεται η ισχύς μιας σειράς οικολογικών όρων, όπως η ποικιλότητα, η ισορροπία, ο σεβασμός των φυσικών νόμων, με μία λέξη η «αρμονία» της φύσης; Οι έννοιες αυτές αποτυπώνουν αντικειμενικές ιδιότητες της ίδιας της φύσης, όπως ισχυρίζεται ο κυρίαρχος περιβαλλοντισμός, ή πρόκειται για ιδέες τις οποίες η οικολογία προβάλλει, παρά ανακαλύπτει, στη φύση; Ο Νικήσιανης υποστηρίζει ότι η οικολογία ως επιστήμη βρίσκεται μπροστά σε δύο δρόμους: Από τη μία, στον δαρβινικό δρόμο των σχέσεων–μαχών, των διαρκών ανατροπών, της ενδεχομενικότητας, της αστάθμητης και αυτόνομης εξέλιξης σε όλα τα επίπεδα. Από την άλλη, στον δρόμο των ελέγχων, των ορίων, της σταθερότητας, της τάξης και της αρμονίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Νικήσιανης ανατρέχει στην διαδικασία μέσω της οποίας, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η οικολογία μετατρέπεται σε μία διαχειριστική πρακτική που θέτει ως στόχο της την εκτίμηση της αντοχής των οικοσυστημάτων απέναντι στις ανθρωπογενείς διαταραχές. Το ρεύμα αυτό απομακρύνει την οικολογία από το δαρβινικό πλαίσιο και την υποτάσσει σε κριτήρια που συνδέονται με τη νευτώνεια φυσική (ποσοτικοποίηση) ή την αστική πολιτική οικονομία (ορθή διαχείριση), παρά με την εξελικτική βιολογία.

Ο Γιώργος Στάμου συνεχίζει την κριτική διερέυνηση της ιδεολογικής λειτουργίας οικολογικών λογικών, καθώς επικεντρώνεται στην αρνητικότητα οργανωτικών εννοιών για το πεδίο της οικολογίας, όπως η βιοποικιλότητα και το οικοσύστημα. Για παράδειγμα, ο βασικός μηχανισμός που διέπει την οργάνωση της βιοκοινότητας είναι ο ανταγωνισμός: Η βιολογική φύση εφοδιάζει κάθε είδος με μια ευρεία γκάμα ιδιοτήτων που του επιτρέπουν να επιβιώνει και να αναπαράγεται σε μεγάλο εύρος συνθηκών και να αποικίζει ευρύ φάσμα ενδιαιτημάτων (θεμελιώδης οικοθέση). Ωστόσο, σε πραγματικές συνθήκες, το είδος διαβιώνει υπό την πίεση του διαειδικού ανταγωνισμού οπότε εγκαταλείπει μέρος των δυνατοτήτων του και περιορίζεται σε στενότερα όρια (πραγματοποιούμενη οικοθέση). Με βάση αυτή την επιχειρηματολογία αρνητικού τύπου, το συμπέρασμα είναι ότι οι οργανισμοί οδηγούνται σε ένα είδος διαμερισμού των περιορισμένων φυσικών διαθέσιμων και τελικά στη συνύπαρξη των ειδών και τη βιοποικιλότητα, προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες του ανταγωνισμού.

Έτσι, η συνύπαρξη των ειδών στο πλαίσιο της βιοκοινότητας εμπλέκει α) την ιδέα του διαμερισμού των πόρων ανάλογα με την ανταγωνιστική ισχύ του κάθε είδους (σε χρόνο παρόντα ή παρελθόντα), β) τη φυσική επιλογή ως τον υλικό μηχανισμό που υπόκειται των φαινομένων, και γ) μια ιδεολογική, μετωνυμική διαδικασία που ταυτίζεται με τον χωρίς όρους ανταγωνισμό. Για τον Γιώργο Στάμου, οι αναλογίες με τον αρνητικό τρόπο διαπραγμάτευσης εννοιών, όπως εκείνη της ελευθερίας, που επιχειρεί ο φιλελευθερισμός είναι, στο σημείο αυτό, πρόδηλες.

Αν τα πρώτα τέσσερα κείμενα του τόμου εξετάζουν κριτικά το πεδίο των σχέσεων ανθρώπου-φύσης και των στερεοτυπικών εννοιών που το σημαδεύουν ιδεολογικά (ανάπτυξη, όρια, αρμονία, κλπ.), το πέμπτο κείμενο της συλλογής επιχειρεί να ανασυνθέσει το πεδίο γύρω από την έννοια των «κοινών». Έτσι, ο Σπύρος Ψαρούδας υποστηρίζει ότι η διαχείριση των προστατευόμενων περιοχών και της φύσης μπορεί να ενταχθεί στην ευρύτερη συζήτηση για τα «κοινά» και τη σημασία τους στη διατήρηση της φύσης και στην αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής, αλλά και στην υπέρβαση του κυρίαρχου, καπιταλιστικού παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου. Δεν πρόκειται φυσικά για μια απο-ιδεολογικοποιημένη πρόταση, ούτε και είναι η μοναδική πρόταση διαθέσιμη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, συνιστά έναυσμα για γόνιμο διάλογο και οφείλει να συζητηθεί στο πλαίσιο μιας κριτικής αποτίμησης της θεωρητικής παράδοσης από την οποία προέρχεται.

Σύμφωνα με την οπτική που αναπτύσσεται, για να νοηματοδοτήσουμε τα «κοινά» πρέπει να εξετάσουμε ταυτόχρονα τρία στοιχεία: Καταρχάς, τα «κοινά» περιλαμβάνουν κοινούς πόρους που γίνονται αντιληπτοί ως μη εμπορευματικά μέσα για την εκπλήρωση αναγκών των ανθρώπων. Κατά δεύτερο λόγο, τα «κοινά» δημιουργούνται και διατηρούνται από κοινότητες, που μοιράζονται κοινούς πόρους και καθορίζουν οι ίδιες τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους παρέχεται πρόσβαση και χρήση σε αυτούς. Τέλος, ο ορισμός των «κοινών» περιλαμβάνει την κοινωνική διαδικασία που τα δημιουργεί και τα αναπαράγει. Για τον Ψαρούδα, η διαχείριση της φύσης πρέπει να προστατευτεί τόσο από την ατομική όσο και από την κρατική ιδιοκτησία. Η ανάπτυξη δομών κοινωνικής οικονομίας ταιριάζει καλύτερα στον χαρακτήρα των «κοινών» που προσδιορίζουν την ιδιαίτερη σημασία των προστατευόμενων περιοχών. Ακόμη, για να είναι συμβατή με την προστασία των φυσικών και πολιτιστικών κοινών, η ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων εντός προστατευόμενων περιοχών πρέπει να ελέγχεται από αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς, στους οποίους θα συμμετέχουν ενεργά και αδιαμεσολάβητα οι πολίτες και, πρωτίστως, οι κάτοικοι και οι χρήστες των προστατευόμενων περιοχών.

Τα κείμενα της έκδοσης συνθέτουν έναν αυθεντικό διάλογο πάνω σε κρίσιμα ζητήματα. Εκπροσωπούν διαφορετικές απόψεις, υπηρετούν διακριτές οπτικές και καταλήγουν σε μια ποικιλία προτάσεων: εννοιολογικών, θεωρητικών, αναλυτικών και προγραμματικών. Καθώς ξεπερνούν τα «απλοϊκά» στερεότυπα – που αναπαράγονται συχνά και στο πλαίσιο της αριστεράς – και εμπλέκονται σε μια διαρκή κριτική διερώτηση, καθώς συμπυκνώνουν τη συνεπή ερευνητική ενασχόληση μερικών από τους σημαντικότερους ερευνητές τούτου του χώρου (παλαιότερων και νεότερων), προσφέρουν νέες αφορμές για τον αναστοχασμό γύρω από τα περιβαλλοντικά θέματα σε μια εποχή όπου το αυθεντικό ενδιαφέρον για την οικολογία φαίνεται να υποχωρεί. Σίγουρα αξίζει να διαβαστούν και να συζητηθούν ευρύτερα!


Ο Γιάννης Σταυρακάκης διδάσκει Πολιτική φιλοσοφία στο ΑΠΘ

* Γιώργος Καλλής, Νίκος Νικήσιανης, Γ. Π. Στάμου, Τάσος Χοβαρδάς, Σπύρος Ψαρούδας, Οικολογία και Αριστερά: Για τη σχέση της φύσης με την κοινωνία στην κρίση και μετά, επιμ. Τάσος Χοβαρδάς, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς – Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2014.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Αριστερά και Λακανική Σκέψη


Αναδημοσίευση από το μπλογκ των Αναγνώσεων της Αυγής

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, Η Λακανική Αριστερά, εκδόσεις Σαββάλας, σελ. 361

Το βιβλίο δεν ανήκει στην κατηγορία των εισαγωγικών επιστημονικών αφηγήσεων. Πρόκειται για σύγγραμμα πολιτικής θεωρίας και εφαρμοσμένης πολιτικής ανάλυσης. Ο Γ. Σταυρακάκης επιχειρεί και πετυχαίνει τη «χαρτογράφηση» της λακανικής προβληματικής, περί της σχέσης της έννοιας του Πραγματικού με το πολιτικό στοιχείο, χρησιμοποιώντας ως ισχυρά «γεωδαιτικά» στοιχεία τόσο τις επιστημολογικές τομές της λακανικής θεωρίας όσο και την αυστηρή κριτική πολιτικών στοχαστών και φιλοσόφων, που χρησιμοποίησαν με διαφορετική θεωρητική και αναλυτική ένταση ο καθένας τη λακανική ψυχανάλυση στην πολιτική επιστήμη και φιλοσοφία που έγραψαν. Αλλά γιατί «λακανική αριστερά» και όχι «λακανική δεξιά»; Μήπως γιατί οι πολιτικές πεποιθήσεις των Καστοριάδη, Λακλάου, Μουφ, Ζίζεκ, Μπαντιού, στοχαστών που χαρακτηρίζονται ως «λακανικοί» και συνδιαλέγεται μαζί τους ο Γ. Σταυρακάκης, τοποθετούνται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος; Όχι βέβαια! Αν δούμε τη δυναμική ιεραρχία των λακανικών εννοιών, θα καταλάβουμε ότι η πολιτική ανάλυση που είναι δυνατόν να παραχθεί από αυτές, δεν μπορεί να είναι δεξιάς ρητορικής.
Ας τα δούμε όμως όλα αυτά λίγο πιο συγκεκριμένα:


Μια μικρή παράλλαξη

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απάρνησης», επιχειρείται μια αναμέτρηση και κυρίως μια δριμεία κριτική του τρόπου που διασταυρώνεται στο έργο των αριστερών διανοούμενων που προαναφέρθηκαν, το θετικό με το αρνητικό, η έλλειψη με την πλήρωση, το κενό με το συμπαγές, το συμβολικό με το πραγματικό κλπ. Αν όμως προσέξουμε καλύτερα, η ενότητα αυτή δεν αποτελεί μόνο κριτική προσέγγιση της θεωρητικής μεταχείρισης που επιφυλάσσουν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς στις λακανικές ιδέες, αλλά κι ένα ιστορικό των εσωτερικών εντάσεων του υλισμού. Αυτή η δεύτερη πτυχή του α’ μέρους του βιβλίου μπορεί να παραχθεί από μια ενδεχομενική ανάγνωσή του, από μια φαινομενική μετατόπιση του αντικειμένου που πραγματεύεται (τις διαλεκτικές της απάρνησης να τις δούμε ως τις περιπέτειες του υλισμού) και που προκαλείται από μια αντίστοιχη μετατόπιση της θέσης ανάγνωσης (μια parallax view θα έλεγε ο Ζίζεκ). Αυτή η άλλη ματιά, ισχυρίζομαι, μπορεί να δικαιολογήσει καλύτερα τον τίτλο του βιβλίου και να αποκαλύψει μια πιο δομική σχέση της λακανικής θεωρίας με την αριστερά, απ’ ότι η «φαινομενολογική» σχέση των εξεταζόμενων συγγραφέων με τον αριστερό ριζοσπαστισμό.


Ουσιοκρατία και Κονστριουξιονισμός

Αν κάτι χαρακτηρίζει τη συντηρητική -δεξιά- σκέψη δεν είναι τόσο ο ιδεαλισμός ή η αναφορά στο άτομο, όσο η ουσιοκρατία. Οι θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου θεωρούν πως ο άνθρωπος είναι υπέρμετρα ατομιστής (το έχει σαν ουσία του) και γιαυτό απαιτείται η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος για να μην επικρατήσει, με καταστρεπτικό τρόπο, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Στη χομπσιανή εκδοχή του κοινωνικού συμβολαίου φαίνεται έκδηλα πως η οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος προϋποθέτει ένα «παγωμένο» κοινωνικό σύμπαν, μια απόλυτη ειρήνευση να κοιμίζει το ανθρώπινο κτήνος[1].

Ο υλισμός αντιπαρατέθηκε στην ουσιοκρατία με τη μορφή του κονστριουξιονισμού. Ο Στίρνερ, στην εποχή του Μαρξ, και ο Καστοριάδης, στη δεκαετία του ‘60, είναι περιπτώσεις κονστριουξιονιστών. Θεωρούν πως ο άνθρωπος δεν έχει ουσία αλλά πως αυτή η ουσία αποτελεί κοινωνική «κατασκευή», μια μη-πραγματικότητα. Οι αναρχικοί, επίσης, θεωρούν το κράτος και το έθνος μια κοινωνική κατασκευή και όχι μια «φύση». Αν, όμως, οι «ουσίες» και οι «φύσεις» είναι κοινωνικές κατασκευές, ένα είδος ψευδούς συνείδησης, τότε θα πρέπει να απαντηθεί το εξής ερώτημα: Αν δεν υπάρχει ουσία τι υπάρχει; Η απάντηση του κονστριουξιονισμού είναι η «κενότητα»[2]. Ο πραγματικός άνθρωπος είναι κενός και γιαυτό απεριόριστα μετασχηματιζόμενος. Η κοινωνία έχει ασυγκράτητες δυνάμεις θέσμισης, σύμφωνα με τον Στίρνερ και τον Καστοριάδη, οι οποίοι έτσι από κονστριουξιονιστές γίνονται ακραίοι νομιναλιστές.

O Μαρξ, αντίθετα, δεν επιμένει στην «κατασκευή» αλλά στην «παραγωγή»[3]. Είναι δυνατόν μια «κατασκευή» να παραγάγει άλλες «κατασκευές». Η ιδεολογία είναι μια τέτοια «κατασκευή» που παράγεται και παράγει. Άρα, δεν είναι μόνο η κενότητα στη θέση της ουσίας, ως άλλη ουσία. Δεν υπάρχει ουσία στα ανθρώπινα πράγματα γιατί, κατά τον Μαρξ, υπάρχει μια διαδικασία παραγωγής που επιτρέπει το μετασχηματισμό τους. Ναι, υπάρχουν «κατασκευές» αλλά ορισμένες από αυτές αποκτούν μια τέτοια υλική-διαμορφωτική δύναμη (όπως η κατασκευή «έθνος»), που από μορφές ψευδούς συνείδησης γίνονται πραγματικοί ιστορικοί παράγοντες, πιο πραγματικοί από την ίδια την πραγματικότητα. Ορισμένες από τις «κατασκευασμένες» ιδεολογίες δεν είναι οι απλές ιδεολογίες αλλά οι κυρίαρχες και έτσι ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν γίνεται μια «φυσική» διαδικασία αλλά αποτελεί προϊόν της πάλης των τάξεων.

Ο Λακάν, από τη μεριά του, θεωρεί ότι το υποκείμενο είναι θεμελιωδώς διχασμένο. Προσδιορίζεται βέβαια από το συμβολικό επίπεδο, από το Όνομα του Πατρός, αλλά το Πραγματικό κάνει την παρουσία του, κάθε φορά, μέσω μιας υλικότητας που δεν αναπαρίσταται. Η κενότητα του υποκειμένου είναι «σχισμή» που αναπνέει. Το κενό επιδρά με το μη κενό, η έλλειψη με την πλήρωση, η αρνητικότητα με τη θετικότητα. Έτσι, ενώ ο Καστοριάδης καταλήγει στην ανακάλυψη της χιμαιρικής θετικότητας του ανθρώπου, ο Λακάν μας λέει ότι οι αγκυλώσεις υπάρχουν ακόμα και στις πιο δυναμικές καταστάσεις θέσμισης. Ακόμα και αν το υποκείμενο δεν έχει ουσία, αλλά χαρακτηρίζεται από την κενότητα του Στίρνερ, παρόλα αυτά είναι ένα υποκείμενο ενιαίο. Εξίσου ενιαίο είναι και το «αυτόνομο υποκείμενο» του Καστοριάδη. Το υποκείμενο του Λακάν όμως είναι διχασμένο, όπως διχασμένο είναι και το κοινωνικό σώμα στον Μαρξ.


Απόλαυση (jouissance) και υπεραξία

Τα πράγματα δεν κατασκευάζονται απλώς αλλά παράγονται, όπως παράγονται και τα νοήματα από τη συμβολική τάξη. Όμως, το να παραδεχθούμε απλώς ότι τα πράγματα παράγονται, με κάποιο τρόπο, χωρίς να δούμε για ποιο λόγο παράγονται και για ποιο λόγο διατηρούνται, μετασχηματίζονται ή καταρρέουν οι τρόποι παραγωγής τους, είναι σαν να επιστρέφουμε στην ουσιοκρατία. Είναι εξαιρετικά βολική σκέψη! Τα πράγματα άρχισαν κάποτε να παράγονται γιατί κάποιος ή μια ανάγκη τα ζήτησε, και έκτοτε συνεχίζουν και παράγονται. Το νόημα παράγεται από ένα κυρίαρχο σημαίνον που «ράβει» όλη την σημαίνουσα αλυσίδα και τη συγκρατεί. Έτσι γινόταν πάντα, έτσι συνεχίζεται και γίνεται. Όμως, γιατί ορισμένες «ραφές» ξηλώνονται ενώ άλλες αντέχουν και στις πιο σκληρές συνθήκες; Ο Γ. Σταυρακάκης, ευφυώς, έχει εντοπίσει την έλλειψη στο έργο του Λακλάου. Ο τελευταίος, ενώ έχει συμπεριλάβει όλη την σημειωτική–ρηματική θεμελίωση του Πολιτικού που του προσφέρει η έννοια του Συμβολικού, και ενώ έχει αποδεχθεί την αρνητική διάσταση του Πραγματικού (ως αυτού που δεν επιδέχεται συμβολοποίηση) στη διαμόρφωση των πολιτικών δομών, δεν έχει προχωρήσει, όσο θα έπρεπε, στην αποδοχή του «συμπτώματος» και της «απόλαυσης» ως των θετικών διαστάσεων του Πραγματικού. Οι νοηματικές και πολιτικές δομές, όπως και τα συμπτώματα, που αντιστέκονται με πετυχημένο τρόπο στη φθορά και τελικά ηγεμονεύουν, δεν το οφείλουν μόνο στη συμβολική «ραφή» αλλά και στο είδος της «απόλαυσης» που προσφέρουν και που το υποκείμενο δεν θέλει να εγκαταλείψει. Η «απόλαυση» όμως δεν περιορίζεται μόνο στο να εξηγεί την ανθεκτικότητα κοινωνικών δομών και ταυτοτήτων. Από συμπληρωματικός όρος της συμβολικής τάξης και της δημιουργικής της δύναμης γίνεται ο πραγματικά κυρίαρχος όρος της ψυχικής παραγωγής και του σύμπαντος των συμπτωμάτων. Γίνεται υπεραπόλαυση! Όπως ακριβώς η παραγωγή αγαθών στο καπιταλισμό δεν εξηγείται από τις ανάγκες που καλύπτουν αυτά τα αγαθά αλλά από κάτι που ο Μαρξ ανέδειξε τον «συμπτωματικό» του χαρακτήρα[4], την εκμετάλλευση. Στον καπιταλισμό η παραγωγή δεν είναι η ικανοποίηση της ζήτησης αλλά η αναζήτηση της υπεραξίας.


Ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού. Κατασκευή ή μεταστροφή της ιστορίας;

Δεν θα μπούμε στην ουσία της σφοδρής αλλά δικαιολογημένης κριτικής που κάνει ο Γ. Σταυρακάκης στον Ζίζεκ, στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και στην εμφάνιση της επαναστατικής-«απροϋπόθετης» πράξης που, υποτίθεται, καταλύει όλη τη συμβολική τάξη. Θα πρέπει να ειπωθεί όμως και σε σχέση με τα προηγούμενα το εξής: Η απάντηση του υλιστικού κονστριουξιονισμού στην αντιδραστική ουσιοκρατία γεννά δύο είδη φαντασιώσεων. Η πρώτη φαντασίωση είναι η χιμαιρική–ουτοπική φαντασίωση: Όπως έχει κατασκευαστεί το κράτος και το έθνος των αστών, έτσι και το αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο μπορεί να κατασκευάσει τη δική του κοινωνία. Η εκρηκτική δημιουργικότητα –θετικότητα- των κοινωνικών υποκειμένων που ξεπηδά από την κατάλυση της συμβολικής τάξης της αστικής εξουσίας μετασχηματίζει ριζικά το κοινωνικό και το πολιτικό.

Η δεύτερη φαντασίωση περιγράφεται πολύ καλά από τον Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», στο σημείο που μιλά για την απαίτηση του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος να δημιουργηθούν, μέσω κρατικής βοήθειας, παραγωγικοί συνεταιρισμοί σε βιομηχανία και γεωργία. Στο σημείο αυτό ο Μαρξ λέει: «Η σοσιαλιστική οργάνωση της συνολικής εργασίας αντί να ξεπηδά από την επαναστατική διαδικασία μετατροπής της κοινωνίας, ξεπηδά από την κρατική βοήθεια... μπορεί κανένας να χτίσει μια καινούργια κοινωνία όπως φτιάχνει έναν καινούργιο σιδηρόδρομο». Πρόκειται για το πρόγραμμα της κεντρώας σοσιαλδημοκρατίας. Πρόκειται για την πίστη στην απεριόριστη θετικότητα του κομματικού βολονταρισμού και του κράτους-εργαλείου.

Τα παραπάνω προγράμματα είναι ορθολογικά αλλά μη ρεαλιστικά. Η απόλυτη εμπιστοσύνη στις υποκειμενικές δυνάμεις δεν είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης αλλά καταφυγή σε ένα φαντασιακό και απλουστευμένο σύμπαν, δηλαδή, φόβος για την κοινωνική πολυπλοκότητα. Η λακανική προβληματική της διαλεκτικής σχέσης της αρνητικότητας με τη θετικότητα, της συμβολικής τάξης με το Πραγματικό, μας λέει ότι εκεί που συγκροτείται η εξουσία, εκεί στο ίδιο σημείο υπάρχουν οι όροι αμφισβήτησης της. Εκεί που συγκροτείται η αντίσταση και η αποδόμηση της εξουσίας, εκεί ακριβώς μπορεί η εξουσία να επανασυγκροτηθεί. Εκεί που υπάρχει η έλλειψη, υπάρχει το πλεόνασμα. Η αστική κοινωνία είναι μια κόλαση για τον εργάτη, γι’ αυτόν που δεν διαθέτει ιδιοκτησία, όμως ποια είναι η απάντηση; Μια καταφυγή στην ουτοπία θα συνιστούσε επιστροφή σε προηγούμενες κοινωνικές μορφές, όπως αυτές του κοινοτισμού, που όμως δεν θα διέθεταν καμία αναπαραγωγική δύναμη. Μια αγκύλωση σε ένα «καλό» κράτος θα ήταν επένδυση στον όρο της αστικής αντίφασης που θέλουμε να υπερβούμε.

Ανακεφαλαιώνοντας: Τόσο ένα είδος μαρξισμού όσο και η λακανική θεωρία μπορούν να συναντηθούν στο πεδίο που επιχειρούνται οι αγώνες ενός υλισμού απέναντι σε κάθε μορφής ιδεαλισμό. Αυτή η συνάντηση, μάλιστα, συμβαίνει και στον τόπο ενός συγκεκριμένου υλισμού. Ο τόπος συνάντησης δεν είναι ο υλισμός των «κατασκευών» αλλά ο υλισμός της «εκμετάλλευσης» όλων των αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας, ο υλισμός της έντασης μεταξύ αρνητικότητας και θετικότητας. Έτσι, η επιθυμία παραμένει ο ριζικός μετασχηματισμός του κοινωνικού και του πολιτικού, μόνο που αυτός ο μετασχηματισμός δεν θα πάρει τη μορφή μιας νέας «κατασκευής» αλλά τη μορφή μιας νέας χρήσης των κοινωνικών αντιφάσεων. Αντί για μια «σοσιαλιστική κατασκευή» δίπλα στις «αστικές κατασκευές» επιχειρείται κάτι πιο δύσκολο και ίσως πιο συναρπαστικό: Η μεταστροφή του ιστορικού πεδίου με άξονα την έννοια της εκμετάλλευσης.


Ισχυρές, ανίσχυρες και φαινομενικά ανίσχυρες ταυτότητες

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Διαλεκτικές της Απόλαυσης», αποτελεί το εμπειρικό κομμάτι της προβληματικής του Γ. Σταυρακάκη, στο οποίο επιχειρείται μια αναλυτική προσέγγιση σύγχρονων ισχυρών ή αδύναμων ταυτοτικών συγκροτήσεων, όπως της «εθνικής ταυτότητας», της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» και του «καταναλωτισμού». Η προσέγγιση των υπό εξέταση ταυτοτήτων γίνεται με βάση τις στρατηγικές έννοιες της jouissance - απόλαυσης και της συγκίνησης, με στόχο τη διερεύνηση των συνεπειών που έχουν στη λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας οι τρόποι με τους οποίους παράγονται αυτές οι ταυτότητες, καθώς και τα είδη των απολαύσεων, των παθών και των συναισθημάτων που κυκλοφορούν εντός τους. Η εμπειρική προσέγγιση γίνεται με έναν ενθουσιώδη τρόπο, από τον συγγραφέα, που αποκαλύπτει εύστοχα τις συνέπειες του περάσματος των «δυτικών» κοινωνιών από την εποχή των «απαγορεύσεων» στην εποχή των «επιβεβλημένων» ηδονών. Το είδος του λιμπιντικού δυναμικού και ο τρόπος που αυτό παροχετεύεται στα υποκείμενα που συμμετέχουν σε μια ταυτοτική κατασκευή προσδιορίζουν την ευκολία ή τη δυσκολία με την οποία μπορεί να τροποποιηθεί αυτή, αλλά και την επιτυχία ή την αποτυχία της ίδιας της διαδικασίας της ταύτισης.

Στο σημείο αυτό υπάρχει και η εξής ένσταση–ερώτημα, ως προς τον τρόπο που ο συγγραφέας προσεγγίζει την «ευρωπαϊκή ταυτότητα» στο έκτο κεφάλαιο, δηλαδή ως μια ρηματική δομή αδύναμων αποτελεσμάτων ταύτισης, αν την συγκρίνουμε με τις αντίστοιχες ισχυρές ταυτότητες που μελετά στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου και που στηρίζονται στην ιδέα του έθνους.

Είναι δυνατόν να εμφανιστεί μια ταυτότητα (ας πούμε η «ευρωπαϊκή») ως μια κατασκευή χαμηλού λιμπιντικού δυναμικού που συνεχώς «αποτυχαίνει» να δημιουργεί ισχυρές δεσμεύσεις σε υποκείμενα, ενώ στη πραγματικότητα να πρόκειται για μια ισχυρή ταυτότητα που φαίνεται ως ανίσχυρη αλλά δεν είναι; Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποδοσφαιρική ιδεολογία κάποιου υποκειμένου (το σε ποια ομάδα κατατάσσει τον εαυτό του αλλά και πόσο φανατικός οπαδός θεωρείται) δημιουργεί ισχυρότερα αποτελέσματα από την ευρωπαϊκή ιδεολογία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένας διαχειριστικός και τεχνοκρατικός λόγος για την οικονομία δεν επιφέρει αποτελέσματα ταύτισης, τόσα όσα επιφέρει ένα φλογερό σύνθημα υποστήριξης μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Όμως εδώ απαιτείται αρκετή προσοχή, διότι είναι πολύ πιθανόν να ισχύει ένα φαινόμενο παραγνώρισης-φετιχισμού του δυναμικού της ταυτότητας. Μπορεί τα αποτελέσματα ταύτισης να μην είναι τόσο ισχυρά, αλλά η κοινωνική δραστικότητα της ταυτότητας να είναι πανίσχυρη. Για παράδειγμα, η «απόλαυση του καπιταλιστή»[5] μπορεί να μην εμφανίζεται με τη μορφή των συνήθων λαϊκότροπων και παθιασμένων συναισθημάτων αλλά να διαθέτει κρυφή ένταση. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» είναι απεριόριστη και «τσακίζει» διαρκώς το κοινωνικό σώμα μέσα από τους φαινομενικά «ξενέρωτους» τεχνοκρατικούς κώδικες. Το νοιώθουμε ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή των μνημονίων. Η «απόλαυση του καπιταλιστή» αποτελεί πυρηνικό στοιχείο πολλών σύγχρονων ταυτοτήτων και ιδεολογικών πρακτικών, φαινομενικά ανίσχυρων και «ειρηνικών», αλλά φαντασιωτικά επιβλητικών και ιμπεριαλιστικών, και αυτό σίγουρα είναι ένα θέμα σοβαρό για περαιτέρω διερεύνηση.

Ο Πέτρος Σταύρου είναι οικονομολόγος

-----------------------------------------
[1] Δες την ενδιαφέρουσα σειρά αναρτήσεων με τον τίτλο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν» στο http://stodivanimetolacan.blogspot.gr/2012/03/blog-post_16.html.
[2] Στο «Από τον Μπακούνιν στον Λακάν».
[3] Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Η Φιλοσοφία του Μαρξ», Εκδόσεις Νήσος, 1996.
[4] Ο Λακάν έχει αναγνωρίσει τον Μαρξ ως τον εφευρέτη του συμπτώματος. Από τη σκοπιά της θεωρίας της αξίας θα λέγαμε ότι το «χρήμα» είναι η μετωνυμία της «αξίας».
[5] Juan Domingo Sanchez Estop, « Οι τέσσερις λόγοι – που είναι πέντε – του Jacques Lacan: Μια κριτική της (όχι μόνο) πολιτικής οικονομίας, Περιοδικό «Θέσεις», Τεύχος 111, Απρίλιος – Ιούνιος 2010.

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Υπάρχει Λακανική Αριστερά;

Αναδημοσίευση από: www.rednotebook.gr

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου του Γιάννη Σταυρακάκη, «Η λακανική αριστερά», που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Σαββάλα σε μετάφραση Αλέξανδρου Κιουπκιολή (1η έκδοση: «The Lacanian Left: Psychoanalysis, Theory, Politics», Εδιμβούργο/Albany: Edinburgh University Press/State University of New York Press). Ευχαριστούμε θερμά το συγγραφέα για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου

Του Γιάννη Σταυρακάκη

Ο πολιτικός Λακάν

Τα τελευταία χρόνια, η ψυχανάλυση, και ιδιαίτερα η λακανική θεωρία, έχει αναδυθεί ως μία από τις σημαντικότερες πηγές έμπνευσης για τον αναπροσανατολισμό της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας και της κριτικής ανάλυσης. Αυτό αναγνωρίζεται πλέον ακόμη και από την ορθόδοξη πολιτική επιστήμη. Για παράδειγμα, σε μια κριτική που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Βritish Journal of Politics and International Relations –ένα από τα περιοδικά της Εταιρείας Πολιτικών Σπουδών [Political Studies Association] της Μεγάλης Βρετανίας–, και η οποία φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο “The Politics of Lack”, διαβάζουμε ότι «μια προσέγγιση στην πολιτική που πηγάζει από τη λακανική ψυχανάλυση γίνεται τελευταία όλο και πιο δημοφιλής στους θεωρητικούς [...]. Πράγματι, αυτή η προσέγγιση στη θεωρητικοποίηση της πολιτικής υπολείπεται σε επιρροή μόνο του αναλυτικού φιλελευθερισμού» (Robinson, 2004: 259). Το γεγονός αυτό καθαυτό προκαλεί βέβαια έκπληξη• ποιoς θα μπορούσε να το προβλέψει δέκα χρόνια πριν; Ωστόσο, το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό αυτής της τάσης είναι ότι το έργο του Ζακ Λακάν χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο από μείζονες πολιτικούς θεωρητικούς και φιλοσόφους που συνδέονται με την αριστερά.

Γιατί είναι τόσο εντυπωσιακό αυτό; Μα ακριβώς επειδή ο Λακάν ήταν πάνω απ’ όλα ένας ενεργός ψυχαναλυτής χωρίς φανερούς δεσμούς με την αριστερά, χωρίς καν δεδηλωμένο ενδιαφέρον για την πολιτική ζωή. Τούτο δεν σημαίνει όμως ότι ήταν και απολιτικός. Μπορεί κανείς σίγουρα να ανιχνεύσει έναν (αντιουτοπικό) ριζοσπαστισμό στον Λακάν, αν και οι πολιτικές του προεκτάσεις δεν διατυπώνονται συνήθως ρητά. Στο θεωρητικό επίπεδο, για παράδειγμα, η κριτική του στην αμερικανική «Ψυχολογία του Εγώ» εκφράζεται ενίοτε με οιονεί πολιτικούς όρους, που απορρίπτουν μια «κοινωνία στην οποία οι αξίες αποκρυσταλλώνονται με βάση μια κλίμακα φορολογίας εισοδήματος» (Lacan, 1990: 110) και τον «αμερικανικό τρόπο ζωής» (Lacan, 1982: 164). Στον διάσημο λόγο της Ρώμης (1953), το πρώτο του ψυχαναλυτικό μανιφέστο, ο Λακάν ασκεί ρητά κριτική στον αμερικανικό καπιταλισμό και στην κοινωνία της αφθονίας (Λακάν, 2005), ενώ αργότερα θα συνδέσει τον ορισμό που δίνει στην «υπεραπόλαυση» (plus de jouir/surplus enjoyment) με την εννοιολόγηση της «υπεραξίας» από τον Μαρξ, φανερώνοντας έτσι τις λειτουργίες της απόλαυσης (jouissance) στα θεμέλια της καπιταλιστικής τάξης (Lacan, 1991: 19). Αλλά, όπως και ο Φρόιντ, δεν έπαψε να αντιμετωπίζει με έντονο σκεπτικισμό την επαναστατική πολιτική. Ο Πωλ Ρόμπινσον έχει χαρακτηρίσει τον Φρόιντ «ριζοσπαστικό αντιουτοπιστή», με την έννοια ότι η πρακτική και η θεωρία του, παρά τον διακριτό ιστορικό πεσιμισμό της, αρνείται να προσαρμοστεί στην καθεστηκυία πολιτική τάξη (Robinson, 1969: 3). Η θέση του Λακάν δεν απέχει και πολύ: Η ψυχανάλυση υποσκάπτει τις καθιερωμένες ορθοδοξίες αλλά ταυτόχρονα δυσπιστεί απέναντι στις ουτοπικές φαντασιώσεις, και αυτή η δυσπιστία είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της αληθινά ανατρεπτικής της αιχμής.

Γνωρίζουμε επίσης ότι ο Λακάν είχε αρκετές προσωπικές εμπειρίες από την κουλτούρα της διαμαρτυρίας στην εποχή του. Για παράδειγμα, σε ένα γράμμα που απευθύνει στον Ντόναλντ Γουίνικοτ, γραμμένο τον Αύγουστο του 1960, αναφέρεται στην κόρη της συζύγου του, Λοράνς, σχολιάζοντας ότι «μας ταλαιπώρησε πολύ (αλλά μας έκανε και περήφανους) αυτόν το χρόνο, καθώς συνελήφθη για τις πολιτικές τις σχέσεις» και προσθέτει: «Έχουμε επίσης έναν ανιψιό, που ζούσε στο σπίτι μου την περίοδο των σπουδών του σαν να ήταν γιος μας, ο οποίος καταδικάστηκε πρόσφατα σε ποινή κάθειρξης δύο ετών για την αντίστασή του στον Πόλεμο της Αλγερίας» (Lacan, 1990: 77). Κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Μάη του 1968, ο Λακάν συμμετέχει στην απεργία των διδασκόντων και αναστέλλει το σεμινάριό του• συναντιέται μάλιστα και με τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, έναν από τους ηγέτες των φοιτητών (Roudinesco, 2007: 569-570). Το όνομά του συνδέεται με τα γεγονότα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν θα πρέπει να μας παραξενέψει λοιπόν το γεγονός ότι, όταν απαγορεύθηκε το σεμινάριό του στην École Normale (1969), το κλίμα του Μάη του 1968 ξαναζωντάνεψε: το γραφείο του διευθυντή της École κατελήφθη από διαδηλωτές τους οποίους απομάκρυναν τελικά ένοπλοι αστυνομικοί.

Ωστόσο, η σχέση είναι δύσκολη και περίπλοκη. Το 1969, για παράδειγμα, ο Λακάν προσκαλείται να μιλήσει στη Βενσέν, αλλά είναι προφανές ότι αυτός και οι φοιτητές κινούνται σε διαφορετικά μήκη κύματος. Η συζήτηση τελειώνει ως εξής:

[Η] επιδίωξη της επανάστασης έχει μόνο μία δυνατή κατάληξη, πάντοτε, το λόγο του κυρίου. Αυτό έχει δείξει η εμπειρία. Εκείνο που επιδιώκετε ως επαναστάτες είναι ένας Κύριος. Θα τον έχετε ...γιατί παίζετε το ρόλο των ειλώτων αυτού του καθεστώτος. Δεν καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό; Το καθεστώς σάς βγάζει στο κλαρί• λέει: «Δείτε τους να γαμιούνται...». (Lacan, 1990: 126)

Μια παρόμοια εμπειρία σημάδεψε τη διάλεξή του στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβέν στις 13 Οκτωβρίου 1973, όταν τον διέκοψε και τελικά του επιτέθηκε ένας φοιτητής που άδραξε την ευκαιρία για να μεταδώσει το (καταστασιακό) επαναστατικό του μήνυμα. Το επεισόδιο, το οποίο έχει κινηματογραφήσει η Φρανσουάζ Βολφ, κλείνει με τον Λακάν να προβαίνει στο ακόλουθο σχόλιο:

Όπως μόλις είπε, θα πρέπει όλοι να συμμετέχουμε σε αυτό... θα πρέπει να συστρατευθούμε για να πετύχουμε... αλήθεια, τι ακριβώς; Τι σημαίνει οργάνωση αν όχι μια νέα τάξη [ordre]; Μια νέα τάξη είναι η επιστροφή ενός στοιχείου που –αν θυμάστε την αρχή από την οποία ξεκίνησα– είναι η τάξη του λόγου του κυρίου.... Αυτή είναι η λέξη που δεν αναφέρθηκε, αλλά είναι η λέξη ακριβώς στην οποία παραπέμπει λογικά η κάθε οργάνωση.

Όπως κι αν έχει, οι σημερινές προσπάθειες να διερευνηθεί η σημασία του έργου του για την κριτική πολιτική θεωρία δεν θεμελιώνονται στη βιογραφία του Λακάν ούτε την προϋποθέτουν, παρ’ ότι, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, θα πρέπει να πάρουν πολύ σοβαρά υπόψη τον αντιουτοπικό ριζοσπαστισμό του. Επιχειρούν μια συνάρθρωση ανάμεσα στην κριτική πολιτική ανάλυση και τη λακανική θεωρία που δεν είναι δεδομένη εκ των προτέρων και η οποία, όπως θα δούμε, μπορεί να επιτευχθεί με ποικίλους τρόπους. Έτσι, για να μνημονεύσω λίγα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα, ο Σλάβοϊ Ζίζεκ έχει επεξεργαστεί «έναν εκρηκτικό συνδυασμό της λακανικής ψυχανάλυσης με τη μαρξιστική παράδοση», όπως τον χαρακτηρίζει, για να «αμφισβητήσει τις ίδιες τις προϋποθέσεις του κυκλώματος του κεφαλαίου»• O Αλέν Μπαντιού έχει επανιδιοποιηθεί τον Λακάν στον ορίζοντα της «ριζοσπαστικής ηθικής του συμβάντος» που έχει διατυπώσει• επισημαίνοντας ότι «η λακανική θεωρία συνεισφέρει κρίσιμα εργαλεία για τη διατύπωση μιας θεωρίας της ηγεμονίας», ο Ερνέστο Λακλάου και η Σαντάλ Μουφ συμπεριέλαβαν την ψυχανάλυση στη λίστα των σύγχρονων θεωρητικών ρευμάτων που αναγνωρίζουν ως «όρους για την κατανόηση της διεύρυνσης των κοινωνικών αγώνων η οποία χαρακτηρίζει το σημερινό στάδιο της δημοκρατικής πολιτικής, και για τη διατύπωση ενός νέου οράματος για την αριστερά με όρους ριζοσπαστικής και πλουραλιστικής δημοκρατίας» (Laclau & Mouffe, 2001: xi).

Προφανώς, η λακανική θεωρία δεν χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο από όλους αυτούς τους συγγραφείς. Στο έργο του Ζίζεκ, για παράδειγμα, ο Λακάν αποτελεί σταθερή και πρωταρχική αναφορά, ενώ για τον Λακλάου και τη Moυφ το έργο του είναι απλώς μία αναφορά μεταξύ άλλων, αν και αποκτά όλο και πιο προνομιακή θέση. Ούτε και η αριστερά νοείται με ταυτόσημο τρόπο από όλους τους παραπάνω θεωρητικούς. Για παράδειγμα, για τον Λακλάου και τη Moυφ η δημοκρατική επανάσταση εξακολουθεί να λειτουργεί ως το τελικό πλαίσιο για κάθε πολιτική της αριστεράς, ενώ για τον Zίζεκ η δημοκρατία φαίνεται ότι αποτελεί ένα σημαίνον που έχει χάσει κάθε πολιτική σημασία και επικαιρότητα για την προοδευτική πολιτική ατζέντα – ιδιαίτερα λόγω της σύνδεσής της με τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό και την εργαλειακή της χρήση στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Ωστόσο, η δυνατότητα και μόνο της διατύπωσης αυτών των διαφορετικών θέσεων προϋποθέτει σαφώς την αργή ανάδυση ενός νέου θεωρητικο-πολιτικού ορίζοντα: αυτόν τον ευρύ ορίζοντα ονομάζω «λακανική αριστερά». Η συγκεκριμένη έκφραση δεν προτείνεται ως μια αποκλειστική ή περιοριστική κατηγοριοποίηση αλλά ως ένα σημαίνον που μπορεί να επιστήσει την προσοχή μας στην ανάδυση ενός διακριτού πεδίου θεωρητικών και πολιτικών παρεμβάσεων, οι οποίες διερευνούν με σοβαρότητα τη σημασία του έργου του Λακάν για την κριτική των σύγχρονων ηγεμονικών καθεστώτων. Στο επίκεντρο αυτού του αναδυόμενου πεδίου θα τοποθετούσε κανείς την ενθουσιώδη προώθηση του Λακάν από τον Ζίζεκ• δίπλα της –σε μια υγιέστερη απόσταση, θα έλεγαν μερικοί– τις εμπνευσμένες από τον Λακάν επεξεργασίες του Λακλάου και της Moυφ• στην περιφέρεια θα πρέπει να τοποθετήσουμε την κριτική θεώρηση του Λακάν από στοχαστές όπως ο Καστοριάδης και η Τζούντιθ Μπάτλερ, που λειτουργούν συχνά ως οι εσωτερικοί, οικείοι «άλλοι» ή αντίπαλοί του, και ακροβατούν ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό του εν λόγω πεδίου.

Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα πεδίο ετερογενές. Ο όρος «λακανική αριστερά» δεν αναφέρεται σε ένα είδος προϋπάρχουσας ενότητας ή ουσίας που συνδέει όλα αυτά τα ποικιλόμορφα θεωρητικοπολιτικά εγχειρήματα. Με αληθινά λακανικό πνεύμα, θα μπορούσε κανείς να διακηρύξει ότι η λακανική αριστερά «δεν υπάρχει!», πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιβάλλεται στη θεωρητικοπολιτική σφαίρα ως μια ομοιογενής, πλήρης θετικότητα. Στην πραγματικότητα, παραδόξως, η ίδια της η διαίρεση αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της ανάδυσής της, καθώς –όπως όλοι γνωρίζουν– υπάρχει μόνο ένα τεστ που μπορεί να φανερώσει –πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως λένε– αν υπάρχει πράγματι ή όχι ένα τέτοιο πεδίο. Όπου υπάρχει αριστερά αναπτύσσεται αναπόφευκτα μια διαίρεση ανάμεσα σε μια υποτιθέμενη «γνήσια» αριστερά και μια «ψευδεπίγραφη» αριστερά, ανάμεσα σε επαναστάτες και ρεφορμιστές. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη λακανική μας αριστερά. Στο επιχείρημα του Άντριου Ρόμπινσον, για παράδειγμα, συναντά κανείς τον διαχωρισμό ανάμεσα σε μια «ρεφορμιστική» (Λακλάου, Moυφ και σία) και μια υποτιθέμενη «επαναστατική» (Zίζεκ) λακανική θεωρία (Robinson, 2004: 265). Εύλογα λοιπόν η «λακανική αριστερά» είναι ένα σημαίνον που ξεγλιστρά διαρκώς από τα πιθανά της σημαινόμενα. Με αυτή την έννοια, όταν μιλά κανείς για τη «λακανική αριστερά», ως ένα βαθμό την κατασκευάζει. Εξάλλου, όπως γνωρίζουμε, η ανάδυση ενός πράγματος –οποιουδήποτε αντικειμένου του λόγου– δεν μπορεί να αποσυνδεθεί οντολογικά από την επιτελεστική διαδικασία της κατονομασίας του.

Συνεπώς το κρίσιμο ερώτημα είναι: Πώς θα πρέπει να προσανατολιστεί αυτή η κατασκευή; Οπωσδήποτε, ο στόχος δεν είναι να επιδοθούμε σε ένα είδος ολοποιητικού εγχειρήματος που θα καθοδηγείται από τη φαντασίωση ότι κτίζει τη νέα θεμελίωση της θεωρίας, της ανάλυσης και της πολιτικής πράξης. Εκτός του ότι είναι αλαζονική και πολιτικά αφελής, μια τέτοια επιδίωξη θα ερχόταν σε αντίφαση με καθετί χρήσιμο έχει να προσφέρει στις θεωρητικοπολιτικές μας αναζητήσεις το ιδιαίτερο, λακανικό είδος θεωρητικού λόγου. Με την έννοια αυτή, η «λακανική αριστερά» δεν μπορεί παρά να είναι το σημαίνον της ίδιας της διαίρεσής της, μιας διαίρεσης που δεν θα πρέπει να απωθείται ή να γίνεται αντικείμενο απάρνησης αλλά, αντιθέτως, να υπογραμμίζεται και να καθίσταται αντικείμενο διαπραγμάτευσης ξανά και ξανά ως κάτι άκρως παραγωγικό, ως το πεδίο όπου συναντούμε –μέσα στον ίδιο τον θεωρητικό λόγο– το καταστατικό χάσμα ανάμεσα στο συμβολικό και το πραγματικό, στη γνώση και την αλήθεια, στο κοινωνικό και το πολιτικό.

[...] Μέχρι τώρα, δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ενδελεχής χαρτογράφηση της αναδυόμενης λακανικής Αριστεράς, δεν έχει επιχειρηθεί καμία λεπτομερής εξέταση των συγκλίσεων και των αποκλίσεων ανάμεσα στα διακριτά ερευνητικά προγράμματα που δραστηριοποιούνται σε αυτό το θεωρητικό πεδίο, δεν έχει γίνει καμία καταγραφή της ακριβούς θέσης τους σε αυτό, ούτε έχει πραγματοποιηθεί καμία συστηματική αξιολόγηση της σημασίας των βασικών επιχειρημάτων που διακινούνται στο εν λόγω πεδίο σε σχέση με την ανάλυση συγκεκριμένων κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων. Το ανά χείρας βιβλίο επιδιώκει να αναμετρηθεί με αυτό το κενό.

Αυτό θα επιχειρηθεί πρώτα απ’ όλα μέσα από μια σειρά κριτικών αναγνώσεων της πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας. Οι εν λόγω αναγνώσεις θα καταλάβουν το πρώτο μέρος του βιβλίου. Στην περίπτωση του Λακλάου και του Zίζεκ, τα σχετικά κεφάλαια θα μου δώσουν επίσης την ευκαιρία να συνοψίσω και να συνεχίσω ένα διάλογο που βρίσκεται εν εξελίξει και αφορά κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την ανάδυση και την περαιτέρω ανάπτυξη της λακανικής αριστεράς. Το διακύβευμα ωστόσο δεν αφορά μόνο τη χαρτογράφηση αυτού του ανισομερούς πεδίου αλλά, πέρα από αυτό το πρώτο βήμα, και τη συστηματική εξέταση της σημασίας που έχει η λακανική επιχειρηματολογία per se για την πολιτική θεωρία και για κάθε δημοκρατική πολιτική που στοχεύει στον κοινωνικό μετασχηματισμό. Από την άποψη αυτή, το κείμενο δίνει επίσης την ευκαιρία να εισαχθεί ο αμύητος αναγνώστης, αργά αλλά συστηματικά, σε μερικές από τις πλέον κεντρικές διαστάσεις της λακανικής θεωρίας και να εξεταστούν οι πολιτικές τους προεκτάσεις. [...]

[Ωστόσο] η Λακανική αριστερά δεν είναι, αυστηρά μιλώντας, εισαγωγικό εγχειρίδιο, αλλά μια συλλογή κειμένων που ενδιατρίβει –στο πρώτο μέρος της– σε επιμέρους σημεία του έργου του Καστοριάδη (τις αμφισημίες της ριζικής δημιουργικότητας και φαντασίας), του Λακλάου (τα συναισθηματικά όρια του λόγου), του Ζίζεκ (το νόημα της πράξης στην ψυχανάλυση και την πολιτική) και του Μπαντιού (τις ηθικές και πολιτικές συνέπειες του συμβάντος), τα οποία έχουν κεφαλαιώδη σημασία για έναν κριτικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής θεωρίας και της πολιτικής ανάλυσης που εμπνέεται από τον Λακάν. Μερικά από τα σημαντικότερα ερωτήματα που κατευθύνουν την επιχειρηματολογία μου στα διάφορα κεφάλαια αυτού του μέρους του βιβλίου θα είναι τα εξής: Κατά πόσο η λακανική αριστερά που αναδύεται σήμερα παράγει διακριτά αποτελέσματα στα σημεία εκείνα όπου η θεωρία διασταυρώνεται με την πολιτική; Ποιες είναι οι μεθοδολογικές, εννοιολογικές, θεωρητικές και αναλυτικές μορφές που προσλαμβάνουν αυτά τα αποτελέσματα στα ποικίλα εγχειρήματα που εξετάζονται και πώς μπορούμε να αξιολογήσουμε τη σημερινή τους λειτουργία και τις μελλοντικές τους προοπτικές; Εννοείται ότι σκοπός μιας τέτοιας αξιολόγησης δεν είναι να περιστείλει την παραγωγική ετερογένεια της λακανικής αριστεράς, αλλά να διερευνήσει το πώς ορισμένα θέματα παραμένουν κεντρικά στις διάφορες ενσαρκώσεις της μαζί με το πώς θα πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω: η κριτική αιχμή απέναντι στις ηγεμονικές τάξεις [orders] και τις παγιωμένες σχέσεις εξουσίας• η ανάγκη να σκεφτούμε θεωρητικά πέρα από τις όποιες φαντασιώσεις, όχι για να εγγυηθούμε, φυσικά, αλλά για να προσανατολίσουμε τη σκέψη και τη δράση σε πολιτικά ρηξικέλευθες κατευθύνσεις που ανοίγουν νέες δυνατότητες• η επιθυμία διαύγασης της σχέσης ανάμεσα στην αναπαράσταση και το συναίσθημα, στο σημαίνον και την απόλαυση, στην πολιτική ταύτιση και την κοινωνική αλλαγή• η σημασία της χάραξης ενός δρόμου ανάμεσα στην αρνητικότητα και τη θετικότητα, ανάμεσα στα όρια και την προσδοκία της πολιτικής δράσης, ένα δρόμο που θα έχει συνείδηση της απερίσταλτης διαλεκτικής τους.

Στο δεύτερο μέρος το επίκεντρο των ενδιαφερόντων μου θα μετατοπιστεί και θα στραφεί σε μια δέσμη συγκεκριμένων πολιτικών ζητημάτων που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στις αρχές του 21ου αιώνα. Πώς μπορεί να ερμηνεύσει η λακανική θεωρία ένα ποικίλο φάσμα ανησυχητικών φαινομένων –«αντικειμένων ανησυχίας» στο λεξιλόγιο του Μπρούνο Λατούρ– που επιμένουν να παρεμποδίζουν την ικανότητά μας για κατανόηση και παρέμβαση; Τι έχει να πει για τα ζητήματα του εθνικισμού, των διεθνικών ταυτοτήτων, του καταναλωτισμού; Πώς απαντά στις τάσεις αποδημοκρατικοποίησης ή «μεταδημοκρατίας» στις παγκοσμιοποιημένες καπιταλιστικές κοινωνίες; Μπορεί να συνδυάσει μια ηθική στάση που αναζωογονεί τη σύγχρονη δημοκρατία με ένα πραγματικό πάθος για μετασχηματισμό, το οποίο θα μπορούσε να διεγείρει το πολιτικό σώμα χωρίς να ανακαταλάβει τη θέση του παρωχημένου ουτοπισμού της παραδοσιακής αριστεράς; Η κεντρική μου υπόθεση εδώ είναι ότι η λακανική θεωρία, πέρα από τις σημαντικές επιστημολογικές της συμβολές, έχει πολλά να προσφέρει σε όλα αυτά τα μέτωπα. [...]



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Lacan, Jacques [1969-70] (1991) Le séminaire. Livre XVII, L΄envers de la psychanalyse, 1969-70, επιμ. Jacques-Alain Miller, Παρίσι: Seuil.
Lacan, Jacques [1973] (1990) Television, A Challenge to the Psychoanalytic Establishment, συλλογή κειμένων, επιμ. J. Copjec, μτφρ. D. Hollier, R. Krauss, A. Michelson και J. Mehlman, Νέα Υόρκη: Norton.
Λακάν, Ζακ [1952] (2005) Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση, εισαγωγή Ζ.-Α. Μιλέρ, μτφρ. Ν. Λινάρδου-Μπλανσέ, Ρ. Μπλανσέ, Αθήνα: Εκκρεμές.
Λακάν, Ζακ [1964] (1982) Σεμινάριο ΧΙ. Οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης 1964, μτφρ. Α. Σκαρπαλέζου, τελική ανάγνωση Γ. Χειμωνάς, Αθήνα: Κέδρος.
Laclau, Ernesto και Chantal Mouffe (2001) “Preface to the second edition”, Hegemony and Socialist Strategy, 2η έκδοση, Λονδίνο: Verso, σσ. vii-xix.
Robinson, Andrew (2004) “The politics of lack”, British Journal of Politics and International Relations, 6, σσ. 259-69.
Robinson, Paul (1969) The Freudian Left, Nέα Υόρκη: Harper and Row.
Roudinesco, Elisabeth (2007) Ζακ Λακάν: Σχεδίασμα μιας ζωής, ιστορία ενός συστήματος σκέψης, μτφρ. Νίκος Ηλιάδης, Αθήνα: Ίνδικτος.