Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάττικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάττικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Πάουλ Μάτικ - Μαρξισμός: Χθες, σήμερα, και αύριο (μέρος ΙΙΙ)


Η εθνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η αυταρχική διοίκηση της κυβέρνησης σίγουρα διαφοροποίησαν το μπολσεβίκικο σύστημα από εκείνο του δυτικού καπιταλισμού. Αλλά αυτό δεν μετέβαλε τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, οι οποίες σε αμφότερα τα συστήματα βασίζονται στο διαχωρισμό των εργατών από τα μέσα παραγωγής και τη μονοπωλιοποίηση της πολιτικής εξουσίας στα χέρια του κράτους. Δεν ήταν πλέον το ιδιωτικό κεφάλαιο αλλά το κρατικά-ελεγχόμενο κεφάλαιο που τώρα εναντιωνόταν στην εργατική τάξη και διαιώνιζε τη μορφή μισθωτή-εργασία της παραγωγικής δραστηριότητας, ενόσω επέτρεπε την ιδιοποίηση της υπερεργασίας μέσω της δράσης [agency] του κράτους. Μολονότι το σύστημα απαλλοτρίωσε το ιδιωτικό κεφάλαιο, δεν κατέστρεψε τη σχέση κεφάλαιο-εργασία επί της οποίας εδράζεται η σύγχρονη ταξική κυριαρχία. Ήταν επομένως απλά ζήτημα χρόνου πριν [να έρθει η στιγμή για] την ανάδυση μιας νέας άρχουσας τάξης, της οποίας τα προνόμια θα εξαρτώνταν ακριβώς από τη διατήρηση και αναπαραγωγή του κρατικά-ελεγχόμενου συστήματος παραγωγής και διανομής ως της μόνης “ρεαλιστικής” μορφής μαρξιανού σοσιαλισμού. 

Ο μαρξισμός, ωστόσο, ως κριτική της πολιτικής οικονομίας και ως πάλη για μια μη εκμεταλλευτική αταξική κοινωνία, έχει νόημα μόνον εντός των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ένα τέλος του καπιταλισμού θα συνεπαγόταν επίσης το τέλος του μαρξισμού. Για μια σοσιαλιστική κοινωνία, ο μαρξισμός θα ήταν ένα γεγονός της ιστορίας όπως κάθε άλλο στο παρελθόν. Ήδη η περιγραφή του “σοσιαλισμού” ως μαρξιστικού συστήματος αρνείται την αυτο-ανακηρυγμένη σοσιαλιστική φύση του κρατικο-καπιταλιστικού συστήματος. Η μαρξιστική ιδεολογία δε λειτουργεί εδώ ως τίποτε παραπάνω από μιαν απόπειρα να δικαιολογήσει τις νέες ταξικές σχέσεις ως αναγκαία προαπαιτούμενα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και έτσι να κερδίσει τη συναίνεση των εργαζόμενων τάξεων. Όπως στον καπιταλισμό των παλαιών [καιρών], τα ειδικά συμφέροντα της άρχουσας τάξης τείνουν να εμφανίζονται ως γενικά συμφέροντα.

Αλλά ακόμη κι έτσι, στην αρχή ο μαρξισμός-λενινισμός ήταν ένα επαναστατικό δόγμα, γιατί ήταν θανατηφόρα σοβαρός σχετικά με την πραγματοποίηση της ίδιας του της αντίληψης του σοσιαλισμού μέσα από ευθέα, πρακτικά μέσα. Ενώ αυτή η αντίληψη δε συνεπαγόταν τίποτε παραπάνω από τον σχηματισμό ενός κρατικο-καπιταλιστικού συστήματος, αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο, στην καμπή του αιώνα, ο σοσιαλισμός είχε γίνει σε γενικές γραμμές κατανοητός. Δεν είναι επομένως δυνατό να μιλούμε για μια μπολσεβίκικη “προδοσία” των επικρατουσών μαρξιστικών αρχών· απεναντίας, πραγματοποίησε [η παρέμβαση τους] τον κρατικο-καπιταλιστικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού της ατομικής ιδιοκτησίας, ο οποίος [μετασχηματισμός] είχε υπάρξει επίσης ο διακηρυγμένος στόχος μαρξιστών ρεβιζιονιστών και ρεφορμιστών. Οι τελευταίοι, ωστόσο, είχαν απολέσει κάθε ενδιαφέρον στο να δράσουν σύμφωνα με τις δηλωμένες αρχές τους και προτιμούσαν να προσαρμόζονται στην υπάρχουσα κατάσταση. Εκείνο που έκαναν οι μπολσεβίκοι ήταν να πραγματώσουν το πρόγραμμα της Δεύτερης Διεθνούς μέσω επανάστασης.  

Από τη στιγμή που ήταν στην εξουσία, ωστόσο, η κρατικο-καπιταλιστική δομή της Ρωσσίας των μπολσεβίκων καθόρισε την μετέπειτα ανάπτυξη της, τώρα γενικώς περιγραφόμενη με τον υποτιμητικό όρο “σταλινισμός”. Το ότι εξέλαβε αυτόν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα εξηγήθηκε μέσω αναφοράς στη γενική οπισθοδρομικότητα της Ρωσσίας και μέσω [αναφοράς] της καπιταλιστικής της περικύκλωσης, η οποία απαιτούσε την υπέρτατη συγκεντροποίηση εξουσίας και απάνθρωπες θυσίες από τη μεριά του εργατικού πληθυσμού. Υπό διαφορετικές συνθήκες, όπως εκείνες που επικρατούσαν σε καπιταλιστικά περισσότερο προηγμένα έθνη και υπό πολιτικά περισσότερο ευνοϊκούς διεθνείς συσχετισμούς, ειπώθηκε, ο μπολσεβικισμός δε θα απαιτούσε τη συγκεκριμένη σκληρότητα που έπρεπε να ασκήσει στην πρώτη σοσιαλιστική χώρα. Εκείνοι που ήταν λιγότερο θετικά διακείμενοι προς αυτό το πρώτο "πείραμα στο σοσιαλισμό" υποστήριξαν ότι η κομματική δικτατορία ήταν απλά μια έκφραση της ακόμη “ημι-ασιατικής” φύσης του μπολσεβικισμού και δε θα μπορούσε να επαναληφθεί στα περισσότερο προηγμένα δυτικά έθνη. Το ρωσσικό παράδειγμα χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογηθούν ρεφορμιστικές πολιτικές ως ο μόνος τρόπος για να βελτιωθούν οι συνθήκες [διαβίωσης] της εργατικής τάξης στη Δύση. 

Σύντομα, ωστόσο, οι φασιστικές δικτατορίες στη δυτική Ευρώπη απέδειξαν ότι ο μονοκομματικός έλεγχος του κράτους δεν περιοριζόταν στη ρωσσική σκηνή αλλά ήταν εφαρμόσιμος σε οποιοδήποτε καπιταλιστικό σύστημα. Μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εξίσου για τη διατήρηση των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής όσο [και] για τον μετασχηματισμό τους στον κρατικό καπιταλισμό. Φυσικά, ο φασισμός και ο μπολσεβικισμός συνέχιζαν να διαφέρουν αναφορικά με την οικονομική δομή, ακόμη κι ενώ γίνονταν πολιτικά αδιαχώριστοι. Αλλά η συγκέντρωση πολιτικού ελέγχου στα ολοκληρωτικά καπιταλιστικά έθνη συνεπαγόταν τον κεντρικό συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για τους συγκεκριμένους σκοπούς των φασιστικών πολιτικών και επομένως μια στενότερη προσέγγιση του ρωσσικού συστήματος. Για τον φασισμό αυτό δεν ήταν στόχος αλλά ένα προσωρινό μέτρο, ανάλογο προς τον “πολεμικό σοσιαλισμό” του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Παραταύτα, ήταν μια πρώτη ένδειξη ότι ο δυτικός καπιταλισμός δεν ήταν απρόσβλητος από κρατικο-καπιταλιστικές τάσεις.

Με την ελπιδοφόρα αλλά αρκετά απρόσμενη παγίωση του καθεστώτος των μπολσεβίκων και τη σχετικά ανενόχλητη συνύπαρξη των αντίπαλων κοινωνικών συστημάτων μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ρωσσικά συμφέροντα χρειάζονταν τη μαρξιστική ιδεολογία για εσωτερικούς αλλά και για εξωτερικούς σκοπούς, ώστε να διασφαλίσει την υποστήριξη του διεθνούς εργατικού κινήματος στην εθνική ύπαρξη της Ρωσσίας. Αυτή αφορούσε ένα μόνο μέρος του εργατικού κινήματος, να είμαστε βέβαιοι, αλλά το μέρος αυτό θα μπορούσε να διαρρήξει το αντι-μπολσεβίκικο μέτωπο, το οποίο τώρα περιελάμβανε τα παλιά σοσιαλιστικά κόμματα και τις ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Καθώς αυτές οι οργανώσεις είχαν ήδη εγκαταλείψει τη μαρξιστική κληρονομιά, η υποτιθέμενη μαρξιανή ορθοδοξία του μπολσεβικισμού έγινε πρακτικά το όλον της μαρξιστικής θεωρίας ως μια αντι-ιδεολογία σε όλες τις μορφές του αντι-μπολσεβικισμού και [σε] όλες τις απόπειρες να αποδυναμωθεί ή να καταστραφεί το ρωσσικό κράτος. Ταυτόχρονα, ωστόσο, απόπειρες έγιναν για να διασφαλιστεί το καθεστώς συνύπαρξης μέσω διαφόρων παραχωρήσεων προς τον καπιταλιστικό αντίπαλο και να αποδειχθούν τα αμοιβαία πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να κερδηθούν από το διεθνές εμπόριο και άλλα μέσα συνεργασίας. Αυτή η διπρόσωπη πολιτική υπηρέτησε τον μοναδικό σκοπό της συντήρησης του κράτους των μπολσεβίκων και της διασφάλισης των εθνικών συμφερόντων της Ρωσσίας.

Με αυτό τον τρόπο, ο μαρξισμός ανήχθη σε ένα ιδεολογικό όπλο που υπηρετούσε αποκλειστικά τις αμυντικές ανάγκες ενός συγκεκριμένου κράτους και μιας μόνο χώρας. Μην τρέφοντας πλέον διεθνείς επαναστατικές φιλοδοξίες, χρησιμοποίησε την Κομμουνιστική Διεθνή ως ένα περιορισμένο όργανο πολιτικής για τα ειδικά συμφέροντα της Ρωσσίας των μπολσεβίκων. Αλλά τα συμφέροντα αυτά περιελάμβαναν τώρα, σε αυξημένο βαθμό, τη διατήρηση της διεθνούς υπάρχουσας κατάστασης προκειμένου να διασφαλιστεί εκείνη του ρωσσικού συστήματος. Εάν αρχικά ήταν η αποτυχία της παγκόσμιας επανάστασης που επέφερε την πολιτική οχυρώματος της Ρωσσίας, ήταν τώρα η σταθερότητα του παγκόσμιου καπιταλισμού που έγινε όρος της ρωσσικής ασφάλειας, και την οποία το σταλινικό καθεστώς επιχειρούσε να ενισχύσει. Η εξάπλωση του φασισμού και η υψηλή πιθανότητα νέων αποπειρών να βρεθούν ιμπεριαλιστικές λύσεις στην παγκόσμια κρίση έθεταν σε κίνδυνο όχι μόνον το καθεστώς συνύπαρξης αλλά επίσης τις εσωτερικές συνθήκες της Ρωσσίας, οι οποίες απαιτούσαν κάποιο βαθμό διεθνούς ηρεμίας. Η μαρξιστική προπαγάνδα έπαψε να ασχολείται με προβλήματα του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού αλλά, στη μορφή του αντι-φασισμού, κατευθύνθηκε εναντίον μιας συγκεκριμένης πολιτικής μορφής καπιταλισμού που απειλούσε να προκαλέσει έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό συνεπαγόταν, φυσικά, την αποδοχή των αντιφασιστικών καπιταλιστικών δυνάμεων ως δυνητικών συμμάχων και έτσι την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας έναντι επιθέσεων είτε από τα αριστερά είτε από τα δεξιά, όπως έγινε παραδειγματικά στον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία.  

Ακόμη και πριν από αυτή την κρίσιμη ιστορική στιγμή, ο μαρξισμός-λενινισμός είχε καταλάβει την ίδια αμιγώς ιδεολογική λειτουργία που χαρακτήριζε τον μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς. Δε συνδεόταν πλέον με μια πολιτική πρακτική της οποίας τελικός στόχος ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, έστω και μόνο για να φέρει το κρατικο-καπιταλιστικό σύστημα μεταμφιεσμένο σε σοσιαλισμό, αλλά ήταν τώρα ικανοποιημένος με την ύπαρξη του εντός του καπιταλιστικού συστήματος με την ίδια έννοια που το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα απεδέχθη τις δοσμένες συνθήκες της κοινωνίας ως απαράβατες. Το μοίρασμα της εξουσίας σε διεθνή κλίμακα προϋπέθετε το ίδιο στο εθνικό επίπεδο, και ο μαρξισμός-λενινισμός έξω από τη Ρωσσία μετετράπη σε ένα αυστηρά ρεφορμιστικό κίνημα. Έτσι μόνο οι φασίστες απέμειναν ως δυνάμεις που απέβλεπαν πραγματικά στον πλήρη έλεγχο του κράτους. Καμιά σοβαρή απόπειρα δεν έγινε για να αποτρέψει την άνοδο τους στην εξουσία. Το εργατικό κίνημα, περιλαμβανομένης της μπολσεβίκικης πτέρυγας του, στηριζόταν αποκλειστικά στις παραδοσιακές δημοκρατικές διαδικασίες για να απαντήσουν στη φασιστική απειλή. Αυτό σήμαινε την συνολική του παθητικότητα και προοδευτική εξαχρείωση και διασφάλισε τη νίκη του φασισμού ως της μόνης οργανωμένης δύναμης [dynamic force] που δρούσε εντός της παγκόσμιας κρίσης.  

Δεν ήταν βέβαια μόνον ο πολιτικός έλεγχος της Ρωσσίας επί του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, μέσω της Τρίτης Διεθνούς, που εξηγεί τη συνθηκολόγηση του με το φασισμό, αλλά επίσης η γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος, η οποία συγκέντρωσε όλη τη σχετική με τη λήψη αποφάσεων εξουσία στα χέρια επαγγελματιών πολιτικών οι οποίοι δε μοιράζονταν τις κοινωνικές συνθήκες του εξαθλιωμένου προλεταριάτου. Αυτή η γραφειοκρατία βρέθηκε στο “ιδανικό” σημείο του να είναι σε θέση να εκφράζει τη λεκτική αντίθεση της στο σύστημα και παραταύτα, την ίδια στιγμή, να μετέχει όλων των προνομίων που η μπουρζουαζία παραχωρεί στους πολιτικούς ιδεολόγους της. Δεν είχαν κανέναν κατευθυντήριο λόγο να εναντιωθούν στις στις γενικές πολιτικές της Τρίτης Διεθνούς, οι οποίες συνέπιπταν με τις δικές τους άμεσες ανάγκες ως αναγνωρισμένων ηγετών της εργατικής τάξης σε μια αστική δημοκρατία. Τελικά, ωστόσο, είναι η γενική απάθεια των ίδιων των εργατών, ανετοιμότητα τους να αναζητήσουν τη δική τους ανεξάρτητη επίλυση του κοινωνικού ερωτήματος, που εξηγεί αυτή την κατάσταση πραγμάτων μαζί με τη φασιστική της έκβαση. Μισός αιώνας μαρξιστικού ρεφορμισμού υπό την αρχή της ηγεσίας, και ο τονισμός της στον μαρξισμό-λενινισμό, παρήγαγαν ένα εργατικό κίνημα ανίκανο να δράσει επί των συμφερόντων του και επομένως ανίκανο να εμπνεύσει την εργατική τάξη ως όλον να αποπειραθεί να αποτρέψει το φασισμό και τον πόλεμο μέσω μιας προλεταριακής επανάστασης.

Δεύτερο Μέρος

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους;



Αντιγράφω από το Χωρίς Επιστροφή*:



Μια θεωρητική ερμηνεία που επέστρεψε μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970 ήταν και αυτή που συνδέεται με τις παρατηρήσεις του Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου σχετικά με τον περίφημο «νόμο» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Το επιχείρημα μπορεί να αναπτυχθεί απλά με όρους στοιχειώδους άλγεβρας (για μια ενδιαφέρουσα αναλυτική περιγραφή βλ. Μηλιός, κ.ά, 2005: 217-235). Ως γνωστόν, για το Μαρξ το ποσοστό του κέρδους μπορεί να οριστεί ως το πηλίκο της συνολικά παραγόμενης υπεραξίας (υ) προς το συνολικό κεφάλαιο της οικονομίας (Κ). Το τελευταίο διακρίνεται σε σταθερό (σ), που αντιστοιχεί στα μέσα παραγωγής που τίθενται στη διάθεση των εργατών προκειμένου να παραχθεί το προϊόν και μεταβλητό (μ), το οποίο διατίθεται για την πληρωμή των εργατών. Το ποσοστό του κέρδους λοιπόν δίνεται ως r = υ/σ+μ. Αν συνεχίσουμε διαιρώντας αριθμητή και παρονομαστή στο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης με το μεταβλητό κεφάλαιο μ παίρνουμε τελικά πως

r = s/g+1,

όπου το s συμβολίζει το ποσοστό εκμετάλλευσης, το λόγο, δηλαδή, της υπεραξίας προς το μεταβλητό κεφάλαιο (s = υ/μ), ενώ το g την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή το λόγο του σταθερού προς το μεταβλητό κεφάλαιο (g = σ/μ). Εύλογο είναι πως η οργανική σύνθεση εκφράζει τη σχέση μεταξύ «νεκρής» και ζωντανής εργασίας.

Για το Μαρξ, ο ειδικά καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, η οποία συνδέεται με μια μεγαλύτερη αναλογικά χρήση των μέσων παραγωγής σε σχέση με τη χρήση της εργατικής δύναμης. Με άλλα λόγια, η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι συνέπεια της αύξησης της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου – η τελευταία υποδηλώνει την ποσότητα των μέσων παραγωγής ανά μονάδα ζωντανής εργασίας σε φυσικούς όρους, δηλαδή πόσο πολλά μέσα παραγωγής χρησιμοποιεί ο εργάτης. Η εξέλιξη του καπιταλισμού συνδέεται με τη διαρκή εκμηχάνιση της παραγωγής και αυτή οδηγεί σε αύξηση του μέρους σ του κεφαλαίου που διατίθεται για την αγορά των μέσων παραγωγής σε σχέση με το μέρος μ, που πληρώνει την εργατική δύναμη. Η υπεραξία, όμως, παράγεται αποκλειστικά από τη ζωντανή εργασία και, συνεπώς, η απομείωση της αναλογίας της σημαίνει και προβλήματα στην παραγωγή της υπεραξίας.
   
Διαφορετικά ειπωμένο, αν αυξάνει η οργανική σύνθεση g, τότε αυτό ενεργεί πτωτικά στο ποσοστό κέρδους r, όπως εύκολα φαίνεται από τον τύπο του ποσοστού κέρδους. Πράγματι, η αύξηση του παρονομαστή, αν θεωρήσουμε πως ο αριθμητής δεν μεταβάλλεται, σημαίνει μείωση της τιμής του κλάσματος. Δεδομένου ότι η καπιταλιστική συσσώρευση τίθεται σε κίνηση με αποκλειστική επιδίωξη την κερδοφορία είναι προφανές πως αυτή η πτώση του ποσοστού κέρδους -η οφειλόμενη στη συνεχή εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών στην παραγωγή που αυξάνουν την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου- μπορεί να αποτελέσει αιτία των οικονομικών κρίσεων.
   
Φυσικά, η λειτουργία του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους έχει μια σειρά από προϋποθέσεις τις οποίες ο Μαρξ διεξέρχεται με αναλυτικό τρόπο στο Κεφάλαιο. Για παράδειγμα, το ποσοστό εκμετάλλευσης θεωρείται σταθερό, όπως επίσης θεωρείται πως η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται γρηγορότερα από την παραγωγικότητα της εργασίας (σε διαφορετική περίπτωση εύκολα αποδεικνύεται πως η οργανική σύνθεση δεν αυξάνεται). Επιπλέον, ο Μαρξ εξετάζει μια σειρά από αντεπιδρώσες στο «νόμο» αιτίες, όπως η αύξηση της διάρκειας της εργάσιμης ημέρας, η εντατικοποίηση της λειτουργίας του συστήματος των μηχανών, η μείωση της τιμής των πρώτων υλών, η μείωση της αξίας των μηχανών, η αύξηση των δεξιοτήτων του «συλλογικού εργάτη» κ.ά. Για τους υποστηρικτές του «νόμου» ως του βασικού μηχανισμού που βρίσκεται πίσω από τις καπιταλιστικές κρίσεις, ωστόσο, η αύξηση της οργανικής σύνθεσης είναι η πιο ισχυρή τάση, η οποία προσιδιάζει περισσότερο στην καπιταλιστική συσσώρευση και επηρεάζει καθοριστικά την πορεία της.
   
Η προσπάθεια ερμηνείας της κρίσης του 1970 στη βάση του «νόμου» στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Χένρικ Γκρόσμαν (Henryk Grossmann) και του Πάουλ Μάτικ (Paul Mattick). Ο βασικός μηχανισμός, λοιπόν, της κρίσης δεν είναι άλλος από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, που οφείλεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Καθώς το ποσοστό κέρδους πέφτει, η αύξηση της συνολικής ποσότητας του κέρδους επιβραδύνεται μέχρις ότου φθάσει σε ένα τέλος. Όταν, πλέον, η πρόσθετη επένδυση δεν συνεισφέρει καμιά αύξηση στο κέρδος έχουμε παύση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ξέσπασμα της κρίσης. Δεδομένης της πτώσης του ποσοστού κέρδους, που οφείλεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης, η αυξανόμενη ανεργία, ο πληθωρισμός και οι αυξανόμενες κρατικές δαπάνες -στα χρόνια μετά το 1973- είναι φαινόμενα που πρέπει να ταξινομηθούν στις συνέπειες και όχι στα αίτια της κρίσης.
   
Με βάση την ανάλυση του Ντέιβιντ Γιάφε (David Yaffe) (1976), καθώς το ποσοστό του κέρδους πέφτει η συσσώρευση υποχωρεί. Οι καπιταλιστές αυξάνουν τις τιμές στην προσπάθεια τους να συγκρατήσουν την πτωτική κερδοφορία και έτσι δίνουν ώθηση στον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή το κράτος υποχρεώνεται να παρέμβει έτσι, ώστε να διατηρήσει την απασχόληση σε πολιτικά αποδεκτά επίπεδα και, επιπλέον, να διασώσει πληττόμενες από την κρίση επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο, οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται γρήγορα και επιδεινώνουν τον πληθωρισμό, ενώ η μερική έστω προστασία της απασχόλησης δεν επιτρέπει την πτώση των μισθών σε επίπεδα τέτοια που θα ευνοούσαν την ανάκαμψη της κερδοφορίας. Οι συνολικές αντιφάσεις παροξύνονται και, έτσι, γίνεται όλο και δυσκολότερη η εύρεση αποτελεσματικών πολιτικών. Η κατάσταση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας στη δεκαετία του 1970, μαζί και ο στασιμοπληθωρισμός, μπορούν να βρουν την ερμηνεία τους σε αυτό το πλαίσιο (Shaikh, 1978).
   
Η μόνη πραγματική διέξοδος από την κρίση, συνεπώς, δεν μπορεί παρά να είναι, από τη μια πλευρά, η εξάλειψη των πιο αδύνατων και λιγότερο αποτελεσματικών κεφαλαίων και, από την άλλη, η αποδυνάμωση της θέσης των εργατών κυρίως λόγω της αύξησης της ανεργίας. Η καταστροφή του κεφαλαίου συντελεί στη μείωση της οργανικής σύνθεσης g του συνολικού κεφαλαίου, ενώ η πτώση των πραγματικών μισθών σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας ωθεί προς τα πάνω το ποσοστό εκμετάλλευσης s. Όλα αυτά οδηγούν σε μια τόνωση της κερδοφορίας που επιτρέπει την επανέναρξη της συσσώρευσης. Με τα λόγια του Ντέιβιντ Γιάφε (1973: 203), «... η καπιταλιστική κρίση μπορεί να ιδωθεί ως η σημαντικότερη αντεπιδρώσα αιτία στη μακροχρόνια πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους».
   
Απέναντι στην ερμηνεία αυτή είχαν διατυπωθεί στην εξεταζόμενη περίοδο πολλών ειδών ενστάσεις, οι οποίες είναι αδύνατον να σχολιαστούν επαρκώς στο πλαίσιο της δικής μας παρουσίασης. Νομίζουμε, όμως, πως σε ό,τι αφορά την πολιτική σημασία της αποδοχής της οι επικριτές της δικαιώνονται από την πολύ συχνά ακραία ντετερμινιστική πρόσληψη που της έγινε από τους υποστηρικτές της. Μια πρόσληψη, η οποία έθετε όλους τους υπόλοιπους παράγοντες εντός παρενθέσεως και, κυρίως, αδυνατούσε να λάβει σοβαρά υπόψη την καταστατική σημασία της μαρξικής διατύπωσης πως η κινητήρια δύναμη της ιστορίας είναι η ταξική πάλη και, επομένως, να κατανοήσει πως το πολιτικό στοιχείο δεν μπορεί να εξοβελιστεί από την ερμηνεία και των οικονομικών κρίσεων. Επιπρόσθετα, η θεώρηση αυτή, ενώ ορθά επισημαίνει την προτεραιότητα της παραγωγής ως καθοριστικής βαθμίδας σε σχέση με τη διανομή και την κυκλοφορία, εν τέλει τη μετατρέπει σε αποκλειστικό εξηγητικό παράγοντα ωθώντας σε μονοαιτιακές ερμηνείες, που είναι εντελώς αδύνατο να συλλάβουν τη συνθετότητα του συγκεκριμένου.
   
Με άλλα λόγια, οι υποστηρικτές της συχνά υπήρξαν οι χειρότεροι υπονομευτές της σημασίας της. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως πολλές από τις κριτικές που της απευθύνονται κυρίως με εμπειρικά επιχειρήματα είναι όσο βάσιμες εμφανίζονται. Και αυτό, γιατί οι μετρήσεις των μεγεθών που αξιοποιούνται είναι συνήθως τόσο επισφαλείς, που ελάχιστα μπορούν να επιβεβαιώσουν όσο και να απορρίψουν την ερμηνεία αυτή. Ο υπολογισμός, για παράδειγμα, της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου με τη χρήση του λόγου κεφαλαίου-προϊόντος, όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα εθνικολογιστικά στοιχεία, είναι εξαιρετικά αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Η άποψη, λοιπόν, που, βάσει αυτών, ισχυρίζεται πως η αύξηση της οργανικής σύνθεσης μπορεί να θεωρηθεί η βασική αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων μέχρι το 1920 όχι όμως για τη μετέπειτα περίοδο, οπότε θα πρέπει να αναζητηθούν άλλοι εξηγητικοί μηχανισμοί, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ασθενής ως επιχειρηματολογία. Γιατί, ακόμη κι αν γινόταν αποδεκτή η μεθοδολογία των συγκεκριμένων επικριτών, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου το 1970 ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από ό,τι τον 19ο αιώνα και, συνεπώς, η απόκριση του ποσοστού κέρδους σε μεταβολές του ποσοστού εκμετάλλευσης θα είναι σαφώς δυσκολότερη.
   
Επιπλέον, στη διάρκεια της συζήτησης διατυπώθηκαν και προσεγγίσεις που ενσωμάτωναν την προβληματική του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εξαιτίας της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης σε περισσότερο σύνθετες αναλύσεις. Χαρακτηριστική είναι η εργασία του Έρνεστ Μάντελ (Ernest Mandel) (1995), ο οποίος, στο πλαίσιο μιας θεωρίας μακρών κυμάτων καπιταλιστικής εξέλιξης, σαν αυτήν που πρωτοδιατυπώθηκε συγκροτημένα από τον Νικολάι Κοντράτιεφ (Nikolai Kondratiev), υποστηρίζει πως είναι ένα σύνολο «εξωτερικών» καθορισμών που, ενισχύοντας τη θέση του κεφαλαίου στην ταξική σύγκρουση, επιτρέπει παραγωγικές αναδιαρθρώσεις αναγκαίες για τη δημιουργία των ανοδικών φάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αφότου, όμως, εγκαθιδρυθεί η ομαλή αυτή πορεία της συσσώρευσης αρχίζει η διαβρωτική επίδραση του «νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στο μέτρο που λειτουργεί πλέον ανεμπόδιστα η «ειδικά καπιταλιστική» τροχιά αύξησης της οργανικής της οργανικής σύνθεσης λόγω τεχνολογικής καινοτομίας.


Αναφορές

Mandel, E. (1995), Long Waves of Capitalist Development, 2η έκδοση, Verso.

Μηλιός, Γ. κ. ά. (2005), Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό, Αθήνα, Νήσος.

Shaikh, A. (1978), An Introduction to the History of Crisis Theories, στο: U. S. Capitalism in Crisis, URPE. 

Yaffe, D. (1973), “The Marxian Theory of Crisis, Capital an the State”, Economy and Society, τ. 2, αριθμός 2.

Yaffe, D. (1976), “Inflation, the Crisis and the Post War Boom”, Revolutionary Communist, 2.

-----------------------------------------------------------------
* Πλήρη στοιχεία: Χρήστος Λάσκος – Ευκλείδης Τσακαλώτος, Από τον Κέυνς στη Θάτσερ: Χωρίς Επιστροφή. Καπιταλιστικές Κρίσεις, Κοινωνικές Ανάγκες, Σοσιαλισμός, σελίδες 52-56, εκδόσεις ΚΨΜ, 2011. Το απόσπασμα προέρχεται από το πλέον ενδιαφέρον ίσως σημείο του βιβλίου, το παράρτημα του Κεφαλαίου 1, με τίτλο "Οι Μαρξιστές και η Κρίση της δεκαετίας του 1970" (σελίδες 47-63). Για την ίδια προβληματική, παραπέμπω -ειδικά αναφορικά με τον Γκρόσσμαν- σε αυτήν την κριτική, την οποία είχαμε άλλωστε αναδημοσιεύσει, καθώς και στο κείμενο του Σταμάτη από το επαναστατικό ιστολόγιο Die Bestimmung des Menschen.



Σημείωση: Αναφερόμενοι σε αυτή την εργασία, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι Gérard Duménil και Dominique Lévy "αξιοποιώντας πέντε εναλλακτικές μετρήσεις του ποσοστού κέρδους -αυτή που αποδίδουν στο Μαρξ και ορίζεται ως ο λόγος των κερδών με την ευρεία έννοια (συνολικό εισόδημα μείον αμοιβή της εργασίας) προς το απόθεμα του κεφαλαίου και, επιπλέον με τη σειρά, αυτές που προκύπτουν με αφαίρεση από την πρώτη των φόρων επί της παραγωγής, των συνολικών φόρων, αυτή του λόγου του συνολικού κέρδους προς τα ίδια κεφάλαια με αφαίρεση των τόκων και, τέλος, αυτή που προκύπτει από την προηγούμενη μέτρηση αφαιρουμένων και των μερισμάτων- αποδεικνύουν τη σαφή και πολύ ισχυρή τάση για μείωση του ποσοστού κέρδους μετά από την κορύφωση του το έτος 1965" (σελίδα 65, "Για Περαιτέρω Ανάγνωση").

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

Πάουλ Μάτικ - Μαρξισμός: Χθες, σήμερα, και αύριο (μέρος Β')




Υπό αυτές τις αλλαγμένες συνθήκες, ο Μαρξισμός, στο βαθμό που δεν απορριπτόταν συνολικά ή επανερμηνευόταν στο αντίθετο του, εξέλαβε μια καθαρά ιδεολογική μορφή που δεν επηρέαζε την φιλο-καπιταλιστική πρακτική του εργατικού κινήματος. Ως τέτοιος [έχων περιοριστεί σε μια καθαρά ιδεολογική μορφή], μπορούσε να υπάρχει πλάι πλάι με άλλες ιδεολογίες ανταγωνιζόμενες για [το ποια θα πρωτοδηλώσει] αφοσίωση [στον καπιταλισμό]. Δεν εκπροσωπούσε πλέον τη συνείδηση ενός εργατικού κινήματος αποφασισμένου να ανατρέψει την υπάρχουσα κοινωνία, αλλά μια κοσμοθεωρία υποτιθέμενα βασισμένη στην κοινωνική επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Με αυτό έγινε απασχόληση των περισσότερο κριτικών στοιχείων της μεσαίας τάξης, εχόντων συμμαχήσει με την εργατική τάξη [μεν], αλλά μη αποτελούντων τμήμα της. Αυτή ήταν απλώς η συγκεκριμενοποίηση της ήδη συντελεσθείσας διαίρεσης μεταξύ της μαρξιανής θεωρίας και της υπαρκτής πρακτικής του εργατικού κινήματος. 

Είναι βέβαια αλήθεια ότι οι σοσιαλιστικές ιδέες αναπτύχθηκαν πρώτα και κύρια -αν και όχι μόνον- από μέλη της μεσαίας τάξης τα οποία είχαν ενοχληθεί από τις απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες του πρώιμου καπιταλισμού. Ήταν αυτές οι συνθήκες, όχι το επίπεδο της νοημοσύνης τους, που έστρεψε την προσοχή τους στην κοινωνική αλλαγή και επομένως στην εργατική τάξη. Δεν αποτελεί επομένως έκπληξη [το γεγονός] ότι οι καπιταλιστικές βελτιώσεις στην καμπή του αιώνα θα ωρίμαζαν την κριτική τους οξύνοια, και αυτό όλο και περισσότερο καθώς η ίδια η εργατική τάξη είχε χάσει την περισσότερη από την αντιπαραθετική της θέρμη. Ο μαρξισμός έγινε έγνοια των διανοουμένων και εξέλαβε έναν ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Δεν ήταν πλέον κυρίαρχα προσεγγιζόμενος ως ένα κίνημα εργατών αλλά ως ενα επιστημονικό πρόβλημα προς συζήτηση. Παραταύτα οι διαμάχες γύρω από τα ποικίλα θέματα που εγείρονταν από τον μαρξισμό βοήθησαν στο να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της μαρξιανής φύσης του εργατικού κινήματος μέχρι αυτή να αποβληθεί από την πραγματικότητα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο πόλεμος αυτός, ο οποίος αντιπροσώπευε μια γιγάντια κρίση της καπιταλιστικής παραγωγής, οδήγησε σε μια σύντομη αναζωογόνηση του ριζοσπαστισμού στο εργατικό κίνημα και στην εργατική τάξη σε μεγάλο βαθμό. Σε αυτό το βαθμό αποτελούσε μιαν επιστροφή στη μαρξιανή θεωρία και πρακτική. Αλλά ήταν μονάχα στη Ρωσσία που οι κοινωνικές αναταράξεις οδήγησαν στην ανατροπή του οπισθοδρομικού, ημιφεουδαρχικού καπιταλιστικού καθεστώτος. Παραταύτα, αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένα καπιταλιστικό καθεστώς είχε τελειώσει μέσω των πράξεων του καταπιεσμένου πληθυσμού του και της αποφασιστικότητας [δηλαδή του καθοριστικού χαρακτήρα] ενός μαρξιστικού κινήματος. Ο πεθαμένος μαρξισμός της Δευτέρας Διεθνούς έμοιαζε έτοιμος για αντικατάσταση από τον ζώντα μαρξισμό της Τρίτης Διεθνούς. Και επειδή ήταν το Κόμμα των μπολσεβίκων, υπό την καθοδήγηση του Λένιν, που μετέτρεψε τη ρώσσικη σε μια κοινωνική επανάσταση, ήταν η συγκεκριμένη ερμηνεία του μαρξισμού που έγινε ο μαρξισμός του νέου και “ανώτερου” σταδίου του καπιταλισμού. Αυτός ο μαρξισμός εξελίχθηκε αρκετά δικαιολογημένα στον μαρξισμό-λενινισμό που έχει κυριαρχήσει στον μεταπολεμικό κόσμο.

Δεν είναι αυτός ο χώρος για να επαναλάβουμε την εξιστόρηση της Τρίτης Διεθνούς και του τύπου μαρξισμού που γέννησε. Η ιστορία αυτή έχει καταγραφεί καλά σε αμέτρητες δημοσιεύσεις, οι οποίες είτε ρίχνουν την ευθύνη για την κατάρρευση της στους ώμους του Στάλιν είτε την εντοπίζουν πίσω στον ίδιο τον Λένιν. Τα γεγονότα είναι ότι η έννοια της παγκόσμιας επανάστασης δε μπορούσε να πραγματοποιηθεί και ότι η Ρώσσικη Επανάσταση παρέμενε μια εθνική επανάσταση και επομένως δεσμευμένη από την πραγματικότητα των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της. Στην απομόνωση της, δε μπορούσε να χαρακτηρισθεί μια σοσιαλιστική επανάσταση με τη μαρξιανή έννοια, καθότι έλλειπαν οι προϋποθέσεις για ένα σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας – τουτέστιν, η κυριαρχία του βιομηχανικού προλεταριάτου, και ένας παραγωγικός μηχανισμός που, στα χέρια των παραγωγών, θα μπορούσε όχι μόνο να τερματίσει την εκμετάλλευση αλλά την ίδια στιγμή να οδηγήσει την κοινωνία επέκεινα των περιορισμών του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως ήταν τα πράγματα, ο μαρξισμός μπορούσε μόνο να παράσχει την ιδεολογία την υποστηρίζουσα, κι ενόσω ακόμα την αντέφασκε, την πραγματικότητα του κρατικού καπιταλισμού. Με άλλα λόγια, όπως στη Δεύτερη Διεθνή, έτσι και στη διάδοχο της, υποταγμένος όπως ήταν στα ειδικά συμφέροντα της Ρωσσίας των μπολσεβίκων, ο μαρξισμός μπορούσε μόνο να λειτουργήσει ως μια ιδεολογία για να επικαλύψει μια μη επαναστατική κι εντέλει αντι-επαναστατική πρακτική.

Εν τη απουσία ενός επαναστατικού κινήματος, η Μεγάλη Ύφεση, επηρεάζοντας τον κόσμο σε βάθος, οδήγησε όχι σε επαναστατικές αναστατώσεις αλλά στον φασισμό και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό σήμαινε την συνολική έκλειψη του μαρξισμού. Την επαύριο του πολέμου δρομολογήθηκε ένα νέο κύμα καπιταλιστικής επέκτασης σε διεθνή κλίμακα. Όχι μόνον αναδύθηκε το μονοπωλιακό κεφάλαιο ενισχυμένο από την αναμέτρηση, αλλά προέκυψαν νέα κρατικο-καπιταλιστικά συστήματα μέσω είτε εθνικής απελευθέρωσης είτε ιμπεριαλιστικής κατάκτησης. Αυτή η κατάσταση περιελάμβανε όχι μιαν επανανάδυση του επαναστατικού μαρξισμού αλλά τον “ψυχρό πόλεμο”, τουτέστιν, τη σύγκρουση διαφορετικά οργανομένων καπιταλιστικών συστημάτων σε μια συνεχόμενη πάλη για σφαίρες συμφέροντος και σφαίρες εκμετάλλευσης. Στην πλευρά του κρατικού καπιταλισμού, η σύγκρουση αυτή καμουφλαρίστηκε ως ένα μαρξιστικό κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική μονοπωλιοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ από τη μεριά του, ο βασισμένος-στην-ατομική ιδιοκτησία καπιταλισμός ήταν πολύ πρόθυμος να ταυτοποιεί τους κρατικο-καπιταλιστικούς εχθρούς του ως μαρξιστές, ή κομμουνιστές, αποφασισμένους να καταστρέψουν μαζί με την ελευθερία συγκέντρωσης κεφαλαίου όλες τις ελευθερίες του πολιτισμού. Αυτή η συμπεριφορά βοήθησε να αποδοθεί σταθερά η ταμπέλα του “μαρξισμού” στην κρατικο-καπιταλιστική ιδεολογία.

Έτσι οι αλλαγές που προξενήθηκαν από μια σειρά υφέσεων και πολέμων οδήγησαν όχι σε μια σύγκρουση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, αλλά σε μια διαίρεση του κόσμου σε περισσότερο ή λιγότερο κεντρικά ελεγχόμενα οικονομικά συστήματα και σε μια διεύρυνση του χάσματος μεταξύ καπιταλιστικά ανεπτυγμένων και υπανάπτυκτων εθνών. Είναι αλήθεια ότι αυτή η διαίρεση θεωρείται γενικά ως μία μεταξύ καπιταλιστικών, σοσιαλιστικών, και τριτοκοσμικών χωρών, αλλά αυτή είναι μια παραπλανητική απλοποίηση αρκετά συνθετότερων διαφοροποιήσεων μεταξύ αυτών των οικονομικών και πολιτικών συστημάτων. Ο “σοσιαλισμός” κατανοείται συνήθως ως σημαίνων μια κρατικά ελεγχόμενη οικονομία εντός του εθνικού πλαισίου, στο οποίο ο σχεδιασμός αντικαθιστά τον ανταγωνισμό. Ένα τέτοιο σύστημα δεν είναι πλέον καπιταλισμός με την παραδοσιακή έννοια, αλλά ούτε είναι σοσιαλισμός στη μαρξιανή έννοια ενός συνεταιρισμού ελεύθερων και ίσων παραγωγών. Λειτουργώντας σε έναν καπιταλιστικό και επομένως ιμπεριαλιστικό κόσμο, δεν μπορεί παρά να συμμετέχει στον γενικό ανταγωνισμό για οικονομική και πολιτική ισχύ και, όπως ο καπιταλισμός, πρέπει είτε να επεκτείνεται είτε να συστέλλεται. Πρέπει να ισχυροποιείται σε κάθε τομέα, προκειμένου να περιορίσει την επέκταση του μονοπωλιακού κεφαλαίου από την οποία αλλιώς θα καταστρεφόταν. Η εθνική μορφή των ούτως καλούμενων σοσιαλιστικών ή κρατικά ελεγχόμενων καθεστώτων τα τοποθετεί σε σύγκρουση όχι μόνο με τον παραδοσιακό καπιταλιστικό κόσμο, ή [με] συγκεκριμένα καπιταλιστικά έθνη, αλλά επίσης το ένα με το άλλο· πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στα εθνικά συμφέροντα, δηλαδή, στα συμφέροντα των προσφάτως προκυψάντων κυρίαρχων στρωμάτων των οποίων η ύπαρξη και η ασφάλεια βασίζονται στο έθνος-κράτος. Αυτό οδηγεί στο θέαμα ενός “σοσιαλιστικού” είδους ιμπεριαλισμού και στην απειλή πολέμου μεταξύ κατ' όνομα σοσιαλιστικών χωρών. 

Μια τέτοια κατάσταση ήταν ασύλληπτη το 1917. Ο λενινισμός, ή (στη φράση του Στάλιν) “ο μαρξισμός της εποχής του ιμπεριαλισμού”, ανέμενε μια παγκόσμια επανάσταση στο πρότυπο της ρωσσικής Επανάστασης. Ακριβώς όπως στη Ρωσσία διαφορετικές τάξεις είχαν συνεργαστεί για να ανατρέψουν τη μοναρχία, έτσι επίσης σε μια διεθνή κλίμακα έθνη σε διάφορα στάδια ανάπτυξης θα μπορούσαν να πολεμήσουν εναντίον του κοινού εχθρού, του ιμπεριαλιστικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Και ακριβώς όπως στη Ρωσσία ήταν η εργατική τάξη, υπό την καθοδήγηση του Κόμματος των μπολσεβίκων, που μετασχημάτισε την αστική σε μια προλεταριακή επανάσταση, έτσι η Κομμουνιστική Διεθνής θα ήταν το όργανο για να μετασχηματίσει τους αντιμονοπωλιακούς αγώνες σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, ήταν αντιληπτό ότι τα λιγότερο ανεπτυγμένα έθνη θα μπορούσαν να παρακάμψουν μια διαφορετικά αναπόφευκτη καπιταλιστική ανάπτυξη και να ενσωματωθούν στον αναδυόμενο σοσιαλιστικό κόσμο. Βασιζόμενη στην προϋπόθεση επιτυχημένων σοσιαλιστικών επαναστάσεων στα προηγμένα έθνη, η θεωρία αυτή δε μπορούσε να αποδειχθεί ούτε ορθή ούτε εσφαλμένη, καθώς οι αναμενόμενες επαναστάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν.

Εκείνο που έχει ενδιαφέρον σε αυτό το πλαίσιο είναι οι επαναστατικές συνεπαγωγές του κινήματος των μπολσεβίκων πριν και λίγο μετά την ανάληψη της εξουσίας στη Ρωσσία. Η επανάσταση του έγινε στο όνομα του επαναστατικού μαρξισμού, ως της πολιτικο-στρατιωτικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος και της καθιέρωσης μιας δικτατορίας για να διασφαλίσει τον μετασχηματισμό σε μια αταξική κοινωνία. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το στάδιο, και όχι μόνον εξαιτίας των συγκεκριμένων συνθηκών που κυριαρχούσαν στη Ρωσσία, η λενινιστική έννοια της σοσιαλιστικής ανασυγκρότησης παρεξέκλινε από τις αντιλήψεις του πρώιμου μαρξισμού και βασιζόταν αντιθέτως σε εκείνες που εξελίχθηκαν εντός της Δευτέρας Διεθνούς. Για την τελευταία, ο σοσιαλισμός γινόταν κατανοητός ως το αυτοματικό ξεπέρασμα της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση συνεπαγόταν την προοδευτική εξάλειψη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και συνεπώς της βασισμένης-στην-ατομική-ιδιοκτησία φύσης του, ώσπου η σοσιαλιστική κυβέρνηση, προκύπτουσα από τη δημοκρατική κοινοβουλευτική διαδικασία, θα μετασχημάτιζε το μονοπωλιακό κεφάλαιο στο μονοπώλιο του κράτους και θα δρομολογούσε έτσι τον σοσιαλισμό μέσω [της έκδοσης] κυβερνητικού διατάγματος. Παρ' ότι στον Λένιν και τους μπολσεβίκους αυτό φαινόταν μια μη πραγματοποιήσιμη ουτοπία όσο και μια βρωμερή δικαιολογία για αποχή από κάθε είδους επαναστατική δραστηριότητα, θεώρησαν και οι ίδιοι τη θέσπιση του σοσιαλισμού ως κυβερνητικό ζήτημα, έστω και δρομολογηθέντος μέσα από μιαν επανάσταση. Διέφεραν από τους σοσιαλδημοκράτες αναφορικά με τα μέσα προς επίτευξη του κατά τ' άλλα κοινού σκοπού – της εθνικοποίησης του κεφαλαίου από το κράτος και του κεντρικοποιημένου σχεδιασμού της οικονομίας.

Ο Λένιν επίσης συμφωνούσε με την φιλισταϊκή και αλαζονική πεποίθηση του Κάουτσκυ ότι η εργατική τάξη καθεαυτή είναι ανίκανη να αναπτύξει επαναστατική συνείδηση, η οποία πρέπει [επομένως] να εισαχθεί σε αυτήν απ' έξω από την ιντελλιγκέντσια της μεσαίας τάξης. Η οργανωτική μορφή αυτής της ιδέας ήταν το επαναστατικό κόμμα ως η πρωτοπορία των εργατών και η αναγκαία προϋπόθεση για μια επιτυχημένη επανάσταση. Εάν, σε αυτή την άποψη, η εργατική τάξη είναι ανίκανη να πραγματοποιήσει τη δική της επανάσταση, θα είναι ακόμη λιγότερο ικανή να οικοδομήσει τη νέα κοινωνία, ένα εγχείρημα που φυλάσσεται για το καθοδηγητικό κόμμα ως τον κάτοχο του κρατικού μηχανισμού. Η δικτατορία του προλεταριάτου εμφανίζεται έτσι ως εκείνη του οργανωμένου όπως το κράτος κόμματος. Και επειδή το κράτος πρέπει να έχει έλεγχο πάνω σε ολόκληρη την κοινωνία, πρέπει επίσης [το κυρίαρχο μετεπαναστατικά κόμμα] να ελέγχει τις δράσεις της εργατικής τάξης, μολονότι ο έλεγχος αυτός υποτίθεται ότι ασκείται για χάρη της. Στην πράξη, αυτό κατέληξε να γίνει η ολοκληρωτική κυριαρχία της κυβέρνησης των μπολσεβίκων.


Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Μαρξισμός: χθες, σήμερα, και αύριο - Πάουλ Μάτικ


Ακολουθεί, σε πρόχειρη μετάφραση του Weltschmerz K. το πρώτο μέρος του "Marxism: Yesterday, Today, and Tomorrow" (1978), που περιλαμβάνεται στο δημοσιευμένο μετά θάνατον έργο του Paul Mattick (1904-1981) με τον ενδεικτικό τίτλο: Μαρξισμός: τελευταίο καταφύγιο της μπουρζουαζίας; (1983) Ο μεταφραστής -στον οποίον ανήκουν οι προσθήκες εντός αγκυλών- αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει ότι δε συμμερίζεται τις εν πολλοίς στρεβλές, μονομερείς, κι εν τέλει αντιεπιστημονικές αντιλήψεις του συγγραφέα, ασύμβατες καθώς είναι με τις πανθομολογούμενες κατακτήσεις της πρωτοπόρας, επαναστατικής θεωρίας της εργατικής τάξης. Επίσης, είναι [ο μεταφραστής, όχι ο συγγραφέας] υπέρ της διατήρησης των διπλών συμφώνων σε αποδόσεις ξένων ονομάτων, εκτός κι αν συντρέχουν μείζονες λόγοι αισθητικής: έτσι αρχικά έγραψε το επώνυμο στον τίτλο με δυο "τ", αλλά -λόγω και της γραμματοσειράς του τίτλου- η ομοιότητα με το π ήταν αναπόφευκτη, και κατέληξε να το αλλάξει. - Κ.

* * *

Στη σύλληψη του Μαρξ, οι μεταβολές στις κοινωνικές και υλικές συνθήκες των ανθρώπων θα αλλάξουν τη συνείδηση τους. Αυτό ισχύει επίσης για τον μαρξισμό και την ιστορική του ανάπτυξη. Ο μαρξισμός ξεκίνησε ως μια θεωρία της ταξικής πάλης βασισμένη στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής. Αλλά ενώ η ανάλυση του των εγγενών στην καπιταλιστική παραγωγή κοινωνικών αντιφάσεων αναφέρεται στη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η ταξική πάλη είναι μια καθημερινή υπόθεση και προσαρμόζεται σε μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες. Αυτές οι προσαρμογές βρίσκουν την αντανάκλαση τους στην μαρξιανή ιδεολογία. Η ιστορία του καπιταλισμού είναι λοιπόν επίσης η ιστορία του μαρξισμού.

Το εργατικό κίνημα προηγήθηκε της μαρξιανής θεωρίας και παρείχε την υλική βάση για την ανάπτυξη της. Ο μαρξισμός έγινε η δεσπόζουσα θεωρία του σοσιαλιστικού κινήματος επειδή ήταν σε θέση να αποκαλύψει πειστικά την εκμεταλλευτική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας και ταυτόχρονα να ξεσκεπάσει τους ιστορικούς περιορισμούς αυτού του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Το μυστικό της ραγδαίας ανάπτυξης του μαρξισμού -τουτέστιν, η συνεχώς αυξανόμενη εκμετάλλευση εργατικής δύναμης- ήταν επίσης το μυστικό των διαφόρων δυσκολιών που έδειχναν προς τον τελικό του θάνατο. Το Κεφάλαιο του Μαρξ, εφαρμόζοντας τις μεθόδους της επιστημονικής ανάλυσης, ήταν σε θέση να παράσχει μια θεωρία που συνέθετε την ταξική πάλη και τις γενικές αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής.

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ ήταν αναγκαστικά τόσο αφηρημένη όσο και η πολιτική οικονομία η ίδια. Μπορούσε να ασχοληθεί μόνο με τη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όχι με τις πολυειδείς συγκεκριμένες εκδηλώσεις της σε κάθε επιμέρους στιγμή. Επειδή η συσσώρευση κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα η αιτία της [ιστορικής] εκτύλιξης του συστήματος και ο λόγος για την παρακμή του, η καπιταλιστική παραγωγή προοδεύει ως μια κυκλική διαδικασία επέκτασης και συστολής [contraction]. Αυτές οι δυο καταστάσεις συνεπάγονται διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες και επομένως διαφορετικές αντιδράσεις από τη μεριά αμφοτέρων της εργασίας και του κεφαλαίου. Να είμαστε βέβαιοι, η γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνεπάγεται την αυξανόμενη δυσκολία αποφυγής μιας περιόδου συστολής μέσα από μια περαιτέρω επέκταση κεφαλαίου, και άρα [συνεπάγεται την αυξανόμενη δυσκολία αποφυγής] μιας τάσης προς την κατάρρευση του συστήματος. Αλλά δεν είναι δυνατό να πούμε σε ποιο συγκεκριμένο σημείο της ανάπτυξης του το κεφάλαιο θα αποσυντεθεί μέσω της αντικειμενικής αδυνατότητας συνέχισης της διαδικασίας συσσώρευσης του.

Η καπιταλιστική παραγωγή, συνεπαγόμενη την απουσία οιουδήποτε είδους συνειδητής κοινωνικής ρύθμισης της παραγωγής, βρίσκει κάποιο είδος τυφλής ρύθμισης στον μηχανισμό προσφοράς και ζήτησης της αγοράς. Ο τελευταίος [ή: η τελευταία], με τη σειρά του, προσαρμόζεται ο ίδιος στις απαιτήσεις επέκτασης του κεφαλαίου όπως καθορίζονται αφενός από την μεταβαλλόμενη εκμεταλλευσιμότητα εργατικής δύναμης και αφετέρου από τη μεταβολή της δομής του κεφαλαίου λόγω της συσσώρευσης κεφαλαίου. Οι συγκεκριμένες οντότητες που εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία δεν είναι εμπειρικά διακρίσιμες, ώστε είναι αδύνατον να καθορίσουμε εάν μια συγκεκριμένη κρίση καπιταλιστικής παραγωγής θα είναι μεγαλύτερης ή μικρότερης διάρκειας, περισσότερο ή λιγότερο καταστροφική αναφορικά με τις κοινωνικές συνθήκες, ή [εάν θα] αποδειχθεί να είναι η τελική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος προξενώντας μιαν επαναστατική επίλυση μέσω της δράσης μιας εξεγερμένης εργατικής τάξης.

Κατ' αρχήν, κάθε επιμηκυμένη και εις βάθος πηγαίνουσα κρίση δύναται να απελευθερώσει μια επαναστατική κατάσταση που μπορεί να εντατικοποιήσει την ταξική πάλη έως του σημείου ανατροπής του καπιταλισμού – δεδομένου, φυσικά, ότι οι αντικειμενικές συνθήκες γεννούν μιαν υποκειμενική ετοιμότητα να αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Στο πρώιμο μαρξιστικό κίνημα, αυτό θεωρούταν μια ρεαλιστική δυνατότητα, λόγω του γεγονότος [της ύπαρξης] ενός αναπτυσσόμενου σοσιαλιστικού κινήματος και της προέκτασης της ταξικής πάλης εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Η ανάπτυξη της τελευταίας θεωρείτο παράλληλη με την ανάπτυξη μιας προλεταριακής ταξικής συνείδησης, [με] την άνοδο των εργατικών οργανώσεων, και την εξαπλούμενη αναγνώριση ότι υπήρχε μια εναλλακτική στην καπιταλιστική κοινωνία.

Η θεωρία και η πρακτική της ταξικής πάλης θεωρήθηκε ενιαίο φαινόμενο, λόγω της αυτο-επέκτασης και του ακόλουθου αυτο-περιορισμού της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Νομίζετο ότι η αυξανόμενη εκμετάλλευση εργασίας και η προοδευτική πόλωση της κοινωνίας σε μια μικρή μειοψηφία εκμεταλλευτών και μια τεράστια πλειοψηφία εκμεταλλευομένων θα ήγειρε την ταξική συνείδηση των εργατών και άρα την επαναστατική τους ροπή να καταστρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα. Πράγματι, οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής εκείνης δεν επέτρεπαν καμίαν άλλη οπτική, καθώς η [ιστορική] εκτύλιξη του βιομηχανικού καπιταλισμού συνοδευόταν από αυξανόμενη μιζέρια των εργαζόμενων τάξεων και [από] μιαν αξιοπρόσεκτη όξυνση της ταξικής πάλης. Παραταύτα, αυτή ήταν απλώς μια οπτική που παρεχόταν από αυτές τις συνθήκες, οι οποίες [ή: η οποία] δεν απεκάλυπταν ακόμη τη δυνατότητα μιας άλλης έκβασης των γεγονότων. 

Μολονότι διακοπτόμενος από περιόδους κρίσης και ύφεσης, ο καπιταλισμός ήταν σε θέση να διατηρηθεί έως τώρα μέσα από μια συνεχή επέκταση κεφαλαίου και την προέκταση του στο χώρο μέσω της επιτάχυνσης της αύξησης στην παραγωγικότητα της εργασίας. Απεδείχθη δυνατό όχι μόνο να ανακτήσει μια προσωρινώς απωλεσθείσα κερδοφορία, αλλά να την αυξήσει επαρκώς ώστε να συνεχίσει τη διαδικασία συσσώρευσης αλλά και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του μεγάλου μέρους του εργαζόμενου πληθυσμού. Η επιτυχής επέκταση κεφαλαίου και η βελτίωση των συνθηκών των εργατών οδήγησε σε μια εξαπλούμενη αμφιβολία αναφορικά με την εγκυρότητα της αφηρημένης θεωρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης του Μαρξ. Η εμπειρική πραγματικότητα για την ακρίβεια έδειχνε να αντιφάσκει με τις προσδοκίες του Μαρξ σε αναφορά με το μέλλον του καπιταλισμού. Εκεί ακόμη όπου η θεωρία του διατηρήθηκε, δε συνδεόταν πλέον με μιαν ιδεολογικά στοχεύουσα στην ανατροπή του καπιταλισμού πρακτική. Ο επαναστατικός μαρξισμός έγινε μια εξελικτική θεωρία, εκφράζουσα την ευχή να υπερβεί το καπιταλιστικό σύστημα μέσα από μια συνεχή μεταρρύθμιση των πολιτικών και οικονομικών θεσμών του. Ο μαρξιστικός ρεβιζιονισμός, σε κρυφή και φανερή μορφή, οδήγησε σε ένα είδος σύνθεσης μαρξισμού και αστικής θεωρίας, ως ένα θεωρητικό συμπλήρωμα στην πρακτική ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος στην καπιταλιστική κοινωνία.

Δε θα πρέπει να εξαχθούν πολλά από αυτή τη διαπίστωση, ωστόσο, γιατί το οργανωμένο εργατικό κίνημα περιελάμβανε πάντοτε [ούτως ή άλλως] μόνο τη μικρότερη μερίδα της εργατικής τάξης. Η μεγάλη μάζα των εργατών εγκλιματίζεται στην άρχουσα αστική ιδεολογία και -υποκείμενη στις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού- συγκροτεί μια επαναστατική τάξη μόνο δυνητικά. Μπορεί να γίνει επαναστατική μέσα από την ισχύ περιστάσεων που ανατρέπουν τους περιορισμούς της ιδεολογικής της επίγνωσης και άρα προσφέρουν στο ταξικά ενσυνείδητο μέρος της μιαν ευκαιρία να μετατρέψει τη δυνατότητα σε πραγματικότητα μέσω του επαναστατικού του παραδείγματος. Αυτή η λειτουργία του ταξικώς ενσυνειδήτου μέρους της εργατικής τάξης απωλέσθη μέσω της ενσωμάτωσης της στο καπιταλιστικό σύστημα. Ο μαρξισμός έγινε ένα αυξανόμενα αμφίσημο δόγμα, υπηρετόν σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που αρχικώς προβλεπόταν.

Όλα αυτά είναι ιστορία: συγκεκριμένα, η ιστορία της Δευτέρας Διεθνούς, η οποία απεκάλυψε ότι ο φαινομενικώς μαρξιστικός προσανατολισμός της ήταν απλώς η ψευδής ιδεολογία μιας μη επαναστατικής πρακτικής. Αυτό σε τίποτα δεν είχε να κάνει με μια “προδοσία” του μαρξισμού, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της ταχείας υπεροχής και της αυξανόμενης δύναμης του καπιταλισμού, οι οποίες ώθησαν το εργατικό κίνημα να προσαρμοστεί το ίδιο στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Καθώς μια ανατροπή του συστήματος έμοιαζε αδύνατη, οι τροποποιήσεις του καπιταλισμού καθόριζαν εκείνες του εργατικού κινήματος. Ως ένα κίνημα μεταρρύθμισης, το τελευταίο μετείχε των αναμορφώσεων του καπιταλισμού, βασιζόμενο [ή: των βασιζόμενων] στην αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας και στην ανταγωνιστική ιμπεριαλιστική επέκταση των εθνικά οργανωμένων κεφαλαίων. Η ταξική πάλη μετετράπη σε ταξική συνεργασία.