Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

«Μη συστημικός φασισμός», ή παίζοντας με τις λέξεις




του Φώτη Τερζάκη


Ποια θα μπορούσε να ήταν η αντίδραση του κινηματικού κόσμου αν το πρωί της 28ης Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση, κάνοντας μιαν απότομη και απροσδόκητη στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, δεν αποφάσιζε να πλήξει μετωπικά τον μέχρι προ ολίγου ανομολόγητο σύμμαχό της, τη Χρυσή Αυγή;  Ένα λυντσάρισμα του δολοφόνου τού Παύλου Φύσσα που πιθανώς θα πολλαπλασίαζε τον αριθμό των νεκρών; Δημιουργία αντίστοιχα οπλισμένων ομάδων περιφρούρησης, από Έλληνες και μετανάστες, που θα περιπολούσαν στις λαϊκές συνοικίες τσακίζοντας και ταπεινώνοντας όπου έβρισκαν ευκαιρία τις νεοναζιστικές συμμορίες; Εμπρησμοί και ανατινάξεις των γραφείων της Χρυσής Αυγής σε όλη τη χώρα ή μήπως σχεδιασμένη εκτέλεση, τύπου «17 Νοέμβρη», κάποιων ηγετικών στελεχών της; Βρισκόμαστε πράγματι στα πρόθυρα ενός χαμηλής εντάσεως εμφυλίου πολέμου, και η επίσημη δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν ένα βήμα που ––προσωρινά–– τον απέτρεψε. Από αυτή την άποψη ασφαλώς και υποδεχθήκαμε με ανακούφιση το γεγονός. Τα αίτια και ο τρόπος εφαρμογής της κυβερνητικής απόφασης δεν είναι βεβαίως καθόλου αδιάφορα, αλλά είναι κάτι που θα κριθεί εν συνεχεία. Η εγκληματική αποτελεσματικότητα της Χρυσής Αυγής δεν οφειλόταν ούτε στην κίβδηλη γενναιότητα των θρασύδειλων μπράβων της ούτε σε καμιά οργανωτική ανωτερότητα των ταγμάτων εφόδου της, και ακόμα λιγότερο βέβαια στην ηθική δύναμη της εκλογής τους, αλλά σε έναν και μόνο παράγοντα: τη βεβαιότητα του ακαταδίωκτου. Τη σιγουριά δηλαδή ότι δρουν στη σκιά ενός ολόκληρου κρατικού μηχανισμού που επιβραβεύει σιωπηρώς τις πράξεις τους, ότι έχουν την αμέριστη συμμαχία των δυνάμεων καταστολής με τις οποίες αισθάνονταν ––και ήταν–– συγκοινωνούντα δοχεία, κοντολογίς, ότι ταυτίζονται με μιαν ανεξάντλητη πηγή ισχύος που συνιστά βασική δύναμη σαδομαζοχιστικής έλξης για το είδος των ψυχοπαθητικών προσωπικοτήτων που επανδρώνουν τέτοια μορφώματα. Σε αντίθεση με ό,τι πολλοί διατείνονται, μια επίσημη δίωξη όχι μόνο δεν «τσιμεντώνει» το αίσθημα στράτευσης τέτοιων υποκειμένων, αλλά και τους ευνουχίζει αμετάκλητα στερώντας τους το μοναδικό σχεδόν έρεισμα ––φαντασιακής όσο και πραγματικής–– ισχύος. 

Είναι αβυθομέτρητη γελοιότητα βέβαια η προσπάθεια που έκαναν, και κάνουν, ολιγόνοες σχολιαστές και μανδαρίνοι των ΜΜΕ ––οι ίδιοι που μέχρι χθες αναδείκνυαν σε αστέρες τις απεχθείς προσωπικότητες των νεοναζί, ή τους έδιναν το αποτελεσματικότερο άλλοθι μέσ’ από την κατάπτυστη ρητορική των «δύο άκρων»–– να παρουσιάσουν την κυβέρνηση ως υπέρμαχο της συνταγματικής νομιμότητας και της δημοκρατίας. Η δίωξη της Χρυσής Αυγής ήταν η ίδια ένα όργιο συνταγματικών και δικονομικών παραβιάσεων, που η θρασύτητά του κάνει ακόμα πιο προφανή τη συγγένεια ανάμεσα στη φρενιτιώδη βία των νεοναζί και τη θεσμική βία τού οργανωμένου κράτους – αυτού του συγκεκριμένου κράτους, που έχει την ατυχία να κυβερνιέται από μιαν ανεκδιήγητη κλίκα αδίστακτων τυχοδιωκτών. Ενώ θα μπορούσε να έχει ζητηθεί κανονικά η άρση της ασυλίας βουλευτών από την ίδια τη Βουλή, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα τεκμήρια εμπλοκής των κατηγορουμένων σε πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, προτιμήθηκε μια ωμή αστυνομική επιχείρηση που θυμίζει δικτατορικά καθεστώτα, δημιουργώντας ένα προηγούμενο το οποίο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή στο εξής να χρησιμοποιηθεί και εναντίον άλλων εκλεγμένων εκπροσώπων· πράγμα που γίνεται ακόμη πιο πιθανό από τα καταχρηστικά νομικά εργαλεία που επιστρατεύτηκαν ––όπως κατ’ εξοχήν ο νόμος περί συστάσεως συμμορίας–– τα οποία έχουν φτιαχτεί, και χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά μέχρι τώρα, για την καταστολή των διεκδικητικών λαϊκών κινητοποιήσεων και των πιο απείθαρχων κομματιών της αριστεράς. Τα δε νομικά εργαλεία που ετοιμάζονται προχωρούν ακόμη μακρύτερα σε αυτή την κατεύθυνση· η εξαγγελία του Ευάγγελου Βενιζέλου (στο Βήμα της 6/10) συνιστά την πιο κυνική παραδοχή ότι ο πραγματικός στόχος είναι η ελευθερία του λόγου: 

«Η Δημοκρατία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί τους αντιπάλους της, αυτούς που την υπονομεύουν. Αν όμως προκύψει απαλλαγή, η χρηματοδότηση θα καταβληθεί αναδρομικά. Επίσης είναι απόφασή μας να κατατεθεί το ταχύτερο δυνατόν το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που αφορά την προστασία της δημοκρατίας και της κοινωνικής ασφάλειας και ειρήνης αλλά αφορά κυρίως εγκλήματα λόγου. Εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση. Το φρόνημα δεν ελέγχεται και δεν τιμωρείται, αλλά μορφές πολιτικού λόγου, μορφές πολιτικών συμβόλων που είναι αξιακά απαράδεκτες βεβαίως και μπορεί να ενεργοποιούν τον ποινικό νόμο. Για παράδειγμα, ο εγκωμιασμός του Ολοκαυτώματος ή η ρατσιστική προτροπή, η προτροπή στη βία είναι ποινικά αδικήματα. Είναι άλλο η ελευθερία του φρονήματος και άλλο ο ποινικά ανεξέλεγκτος λόγος» (υπογραμμίσεις δικές μου).

Ακόμα και η διακοπή της κοινοβουλευτικής χρηματοδότησης, με την γενικόλογο τρόπο που διατυπώνεται ––διακοπή χρηματοδότησης οιουδήποτε είναι κατηγορούμενος για οτιδήποτε είδους ποινικό αδίκημα–– είναι μια ύπουλη νομική παγίδα που καθιστά όμηρο της κυβερνητικής βούλησης, η οποία ελέγχει σκανδαλωδώς όπως έχει αποδειχθεί τη δικαστική εξουσία, τον οιονδήποτε αυτή κρίνει ανά πάσα στιγμή ως πολιτικό της αντίπαλο: η ολοκληρωτική μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος, στην κατεύθυνση που έχει αναγγελθεί από τις αλλεπάλληλες αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες, είναι γεγονός! 

Το αποκορύφωμα του παραλογισμού είναι το κατηγορητήριο της «εσχάτης προδοσίας» που ετοιμάζεται, όπως φαίνεται, να ασκηθεί εναντίον της κλίκας Μιχαλολιάκου. Δύο πράγματα εδώ μπορεί να συμβαίνουν, και είναι και τα δύο επιβαρυντικά σε βαθμό κακουργήματος για την κυβέρνηση. Ας υποθέσουμε ότι η κατηγορία είναι στηρίξιμη, ότι υπάρχουν όντως κρυφά οπλοστάσια, οργανωμένα παραστρατιωτικά αποσπάσματα και επιτελικά σχέδια πραξικοπήματος – πράγμα που πρέπει βεβαίως να δειχθεί: είναι δυνατόν, σε αυτή την περίπτωση, να μην είχαν την παραμικρή γνώση οι μυστικές υπηρεσίες οι οποίες, όπως μας λένε, παρακολουθούσουν στενά επί χρόνια τα στελέχη της Χρυσής Αυγής, και πείθεται κανείς ότι όλ’ αυτά τα τρομακτικά στοιχεία για την εγκληματική δράση της οργάνωσης, που πολλά ήταν ήδη κοινό μυστικό και δεν έχουν πάψει να καταγγέλλονται τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια, ανέκυψαν μέσα σε ένα τριήμερο από την ημέρα της δίωξης και οι μόνοι που τα αγνοούσαν ήταν οι διωκτικές και δικαστικές αρχές; Αν είναι έτσι, το πρώτο που αποδεικνύεται είναι ότι η κυβέρνηση γνώριζε, και συγκάλυπτε εγκληματικά, την επικίνδυνη αντιδημοκρατική δράση της οργάνωσης ελπίζοντας να την χρησιμοποιήσει καιροσκοπικά, όπως και πιθανότατα έκανε σε αναρίθμητες περιπτώσεις· και αποδεικνύεται επίσης ότι μία από τις εγγυητικές αρχές της δημοκρατίας, η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, έχει από καιρό αρθεί σε αυτή τη χώρα – πράγμα που επίσης το γνωρίζαμε, από τον μακάβριο χορό των λεγόμενων «αντιτρομοκρατικών» διώξεων, όπου επανειλημμένα βλέπαμε, όπως ξαναβλέπουμε σε τούτη την οπερετική δίωξη της Χρυσής Αυγής, μια αηδιαστικά υποτελή δικαστική εξουσία να κινείται ή να μαρμαρώνει κατά την εκάστοτε κυβερνητική εντολή. Αν πάλι η κατηγορία αποδειχθεί αστήρικτη, και κανένα τεκμήριο δεν μπορέσει να παρασχεθεί που να βεβαιώνει ένα τόσο βαρύτατο έγκλημα, τί άλλο αποδεικνύει η βιασύνη των κυβερνητικών κύκλων να το επικαλεστούν, παρά τη βούληση μιας διεφθαρμένης και τυχοδιωκτικής κυβερνητικής ελίτ να τσακίσει, με οιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, όσους για οιονδήποτε λόγο θεωρεί ως εμπόδιο στους πολιτικούς της σχεδιασμούς; 

Γεννάται λοιπόν το κρίσιμο ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση αποφάσισε να διώξει τη Χρυσή Αυγή; Πολλοί απαντούν: επειδή δέχθηκε αφόρητες πιέσεις από το εξωτερικό – από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από φιλοϊσραηλινό λόμπι των ΗΠΑ. Αυτές οι πιέσεις είναι δεδομένες, εδώ και πολύ καιρό μάλιστα, και το ότι το όλο πράγμα σκηνοθετήθηκε τη στιγμή ακριβώς που ο Αντώνης Σαμαράς έφευγε για τις ΗΠΑ, ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τραυλίσει από εκεί την αμήχανη και παιδαριώδη δήλωσή του, ξεπερνάει τα όρια της απλής αδεξιότητας στην οποία μας έχει συνηθίσει ένα πολιτικό προσωπικό που παίρνει ως δεδομένο πως απευθύνεται σε ένα κοινό με νοημοσύνη ανάλογη της δικής του. Δεδομένων αυτών των πιέσεων, γίνεται ακόμη πιο αξιοπερίεργη η απροθυμία της κυβέρνησης να εγκαταλείψει έναν πολύτιμο σύμμαχο όπως η Χρυσή Αυγή, όλο αυτό το μακρύ διάστημα που η τελευταία δολοφονούσε βάναυσα μετανάστες στους δρόμους, τρομοκρατούσε συνοικίες και εργατικά σωματεία, έστηνε δίκτυα συνεργασίας με την αστυνομία για ένα φάσμα σκοπών που κυμαίνονταν από τον εκβιασμό και την έξωση αλλοδαπών μέχρι την εκτροπή διαδηλώσεων και μαχητικών διαμαρτυριών… Αντ’ αυτού, όλα δείχνουν πως η κυβέρνηση προτίμησε ένα είδος συνδιαλλαγής «κάτω από το τραπέζι» με τη νεοναζιστική οργάνωση, που θα μείωνε κάπως την εξωτερική της απείθαρχη εικόνα ενώ θα την έκανε περισσότερο συνεργάσιμη στην πολιτική ατζέντα που υπαγόρευε η ίδια. Η τρομακτικότερη προοπτική ήταν αυτή που ελάχιστα πριν από τα τελευταία καταλυτικά γεγονότα είχαν αρχίσει να διαρρέουν από διαύλους δημοσιότητας τα όργανα της διατεταγμένης δημοσιογραφίας: μια ενδεχόμενη μετεκλογική συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με μια «σοβαρή» Χρυσή Αυγή – σενάριο που κυριολεκτικά παγώνει το αίμα… Η ψυχοπάθεια όμως της τελευταίας, σε συνδυασμό με την υπερβάλλουσα βεβαιότητα ότι παίζει στον δικό της χώρο και δεν έχει να φοβηθεί κανέναν, την οδήγησε στη μοιραία υπέρβαση των ορίων που της είχαν χαραχθεί. Το πέρασμα από τις δολοφονίες μεταναστών σε δολοφονίες Ελλήνων έθετε σε δοκιμασία τα όρια ανοχής ακόμα και της πιο εξαχρειωμένης κοινής γνώμης· αλλά το κρίσιμο σφάλμα της Χρυσής Αυγής, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, δεν ήταν τόσο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα όσο τα επεισόδια στις γιορτές τού Μελιγαλά, όπου τόλμησε να προπηλακίσει τους ίδιους τούς προστάτες της: μην ξεχνάμε ότι, ήδη την παραμονή τής στυγερής δολοφονίας, ο Μάκης Βορίδης, σάρξ εκ της σαρκός τής ελληνικής ακροδεξιάς, αποκάλεσε τη Χρυσή Αυγή «τρομοκρατική οργάνωση» και προανήγγειλε τη δίωξή της· η δολοφονία που ακολούθησε απλώς έλυσε και τύποις τα χέρια της κυβέρνησης απέναντι σε ένα ακροδεξιό και ρατσιστικό εκλογικό ακροατήριο που δεν έχει πάψει εποφθαλμιά (και το οποίο, άλλωστε, επί δεκαετίες εξέθρεψε και διαφύλαξε στους κόλπους της). Έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, όπως λέμε: εξασφάλιση εχεγγύων νομιμότητας και επαίνων από τους έξωθεν προστάτες της, από τη μία πλευρά, και απαλλαγή από το αγκάθι ενός εκλογικού ανταγωνιστή που, αν δεν ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί, μπορούσε να οδηγήσει το θεσμικό κόμμα της Δεξιάς σε αληθινή πανωλεθρία, από την άλλη. 

Όχι μόνο, λοιπόν, δεν χρειάζεται να συγχαρούμε την κυβέρνηση για την καταστολή της Χρυσής Αυγής, αλλά και πρέπει να συνεχίσουμε τον αντιφασιστικό αγώνα εναντίον της ίδιας αυτής κυβέρνησης που, δένοντας μια ολόκληρη χώρα στις επιταγές του διεθνούς κεφαλαίου, καταστέλλοντας με κάθε διαθέσιμη μορφή βίας, εκβιασμού, ψευδολογίας και εξαπάτησης οιοδήποτε ίχνος αντίστασης πάει να γεννηθεί, την οδήγησε σαν αμνό επί σφαγή σε ένα μνημειώδες αντίστοιχο της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που γεννάει με μαθηματική ακρίβεια συνθήκες Βαϊμάρης. Εν πάση περιπτώσει, αν κάποιος καταλαβαίνει αυτό το πολύπλοκο και τεταμένο πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση (και δεν εννοώ με αυτό βέβαια μόνο το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας) και την ακροδεξιά τρομοκρατία, δεν μπορεί να γεννηθεί καν ερώτημα για τη φύση της Χρυσής Αυγής. Και μια τέτοια επίδειξη προσποιητής άγνοιας, προπαντός, δεν μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν αναλυτή σαν τον Τάκη Φωτόπουλο. Αναφέρομαι στη διαδικτυακή του ανάρτηση της 22ας Σεπτεμβρίου με τίτλο «Ο περισπασμός της Χρυσής Αυγής» (www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/). Με όλο τον σεβασμό για τις σημαντικές οικονομικές του αναλύσεις, και την παθιασμένη αντικαπιταλιστική του στράτευση με την επεξεργασία προγραμμάτων αυτού που αποκαλεί περιεκτική δημοκρατία, έχουμε εδώ μια εξαιρετικά παραπλανημένη, και παραπλανητική, πολιτική εκτίμηση που η αστοχία της ξεπερνάει κάθε προηγούμενο εκ μέρους αυτού του διανοητή. Πολλές φορές ο ξύλινος λόγος του Τάκη Φωτόπουλου έχει γίνει πηγή δυσφορίας σε ανθρώπους που έχουν κάθε λόγο να νιώθουν αλληλέγγυοι με τα πολιτικά του οράματα. Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι αυτό που λέμε ξύλινος λόγος δεν είναι «απλώς» αισθητικό πρόβλημα· προδίδει κατά κανόνα αγκυλωμένη και στερεοτυπική σκέψη, σκέψη που λειτουργεί με την ακαμψία μηχανής βάσει μανιχαϊκών διπόλων, η οποία δεν μπορεί να διακρίνει νοηματικές αποχρώσεις και η οποία είναι εντελώς αδύνατον να αποστασιοποιηθεί από το μονολιθικό γράμμα των υιοθετημένων της διατυπώσεων. Δεν έχω άλλον τρόπο να εξηγήσω πώς ο συγκεκριμένος διανοητής καταλήγει σε μια εκτίμηση όπως ότι «η Χρυσή Αυγή δεν είναι συστημική οργάνωση» – πράγμα που δεόντως εκτίμησε η ίδια η «Χρυσή Αυγή» σε δική της ανάρτηση… Ας δούμε όμως το ίδιο το κείμενό του: 

Το γεγονός […] ότι η Χ.Α. είχε κάποιους προστάτες στο «σύστημα» κάθε άλλο παρά την κάνει, από μόνο του, «συστημική» οργάνωση, όπως κάποιοι αφελώς, και πολλοί άλλοι εκ του πονηρού, υποστηρίζουν. Είναι άλλωστε γνωστό ότι εδώ και καιρό έχει ξεσηκωθεί κατά της Χ.Α. όχι μόνο το ντόπιο κατεστημένο, συμπεριλαμβανομένης της εκφυλισμένης «Αριστεράς» που υποστηρίζει τους μετανάστες, μαζί με τους Σύρους και Λίβυους «επαναστάτες» που έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη σφαγή του συριακού και του λιβυκού λαού! Το ίδιο συμβαίνει με τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ (πολιτικά, οικονομικά, ΜΜΕ, ΜΚΟ, κλπ.) που ομόφωνα απαιτούν την απαγόρευση της Οργάνωσης – ανεξάρτητα βέβαια από το τί λέει το 15%-20% του ελληνικού λαού και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Σύνταγμά μας (που προφανώς το γράφουν στα παλιότερα των παπουτσιών τους) δεν επιτρέπει παρόμοιο μέτρο.

Και δεν είναι συστημική οργάνωση όχι μόνο εξαιτίας της άγριας δίωξης που υφίσταται από τις ντόπιες και διεθνείς ελίτ, αλλά και με βάση τους προγραμματικούς στόχους της που είναι παρόμοιοι με τους στόχους κάθε ιστορικού εθνικοσοσιαλιστικού ή «φασιστικού» κόμματος: αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, «Ευρώπη των εθνών» αντί για τη σημερινή «Ευρώπη του κεφαλαίου», κλπ. Ομως όλ’ αυτά είναι ανάθεμα για την Υ/Ε που διαχειρίζεται την παγκοσμιοποίηση και, σε συνεργασία με την ντόπια ελίτ, έχει επιβάλει την οικονομική κατοχή στο λαό μας, που οδηγεί στην πλήρη οικονομική καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων […] Όμως, όπως ανέφερα, ο φασιστικός χαρακτήρας μιας πολιτικής οντότητας δεν καθορίζεται μόνο από τη στάση της σε σχέση με τη βία αλλά, κυρίως, από τους προγραμματικούς στόχους της. 

Άλλο, βέβαια, ότι η Χ.Α. (όπως και άλλες παρόμοιες οργανώσεις) ζει σήμερα στη δεκαετία του 1930 των κρατών-εθνών, εφ' όσον βέβαια κανένας από τους προγραμματικούς στόχους της δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς και, ακόμη χειρότερα, χωρίς άμεση έξοδο από την Ε.Ε., που η Χ.Α. δεν τολμά να ζητήσει! Αλλά, αν η Χ.Α. με βάση το πρόγραμμά της δεν είναι συστημική οργάνωση (πράγμα που δεν σημαίνει βέβαια ότι είναι αντισυστημική), τότε γιατί άραγε να έχει κάποιους προστάτες μέσα στο σύστημα; Εδώ ερχόμαστε στο πιο επικίνδυνο κατά τη γνώμη μου χαρακτηριστικό της Χ.Α. 

Είναι γνωστό ότι η Υ/Ε σήμερα χρησιμοποιεί τις παντός τύπου διαιρέσεις (πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές κλπ.) σε κάθε χώρα για να αλώσει και ενσωματώσει τους λαούς στη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της κοινοβουλευτικής χούντας (π.χ. Μέση Ανατολή). Με δεδομένο ότι σύντομα θα καταλάβει και ο τελευταίος αφελής τί πραγματικά σημαίνουν τα πρωτογενή πλεονάσματα κλπ. (είτε σήμερα τα επιβάλλει η κοινοβουλευτική χούντα είτε αύριο μια κυβέρνηση της «Αριστεράς»), η κοινωνική έκρηξη είναι θέμα χρόνου να εκδηλωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κάλλιστα πιθανό ότι η Χ.Α. θα μπορούσε να αποτελέσει έναν τέλειο περισπασμό από τον πραγματικό φασιστικό κίνδυνο που αντιμετωπίζουμε: την ολοκλήρωση της οικονομικής καταστροφής των λαϊκών στρωμάτων στα χέρια της Υ/Ε και της ντόπιας ελίτ. Έναν περισπασμό που, στην ανάγκη, θα μπορούσαν να τον εξωθήσουν ακόμη και στα όρια του εμφυλίου πολέμου, όπου τα εξαθλιωμένα από την παγκοσμιοποίηση λαϊκά στρώματα (ανένταχτα ή της Αριστεράς) θα πολεμούσαν τα αντίστοιχα εξαθλιωμένα στρώματα κάτω από τη σημαία της Χ.Α. και παρόμοιων οργανώσεων...

Ο όρος «συστημικό», με τη σημασία που χρησιμοποιείται εδώ, είναι ένας νεολογισμός του Τάκη Φωτόπουλου (παρότι έχει περάσει σε ευρύτερη χρήση τα τελευταία χρόνια). Αν, εν πάση περιπτώσει, υπονοεί το κυρίαρχο πολιτικοοικονομικό σύστημα κατά τη σημερινή του ολοκληρωτική μετάλλαξη όπου όλες οι φιλελεύθερες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική έχουν αρθεί, πρέπει ––αφήνοντας προς στιγμήν κατά μέρος κάθε συναισθηματική αντίδραση–– να δούμε ποιες ακριβώς από τις δράσεις της Χρυσής Αυγής δεν υπηρετούν τα συνασπισμένα βιομηχανικά, χρηματοπιστωτικά, εργολαβικά και κυβερνητικά συμφέροντα. Μήπως η τρομοκράτηση, οι κτηνώδεις ξυλοδαρμοί και οι απροκάλυπτες δολοφονίες μεταναστών· ο τραμπούκικος εκβιασμός εργοδοτών να απολύσουν αλλοδαπούς εργαζόμενους που απασχολούν· οι θρασύτατες εισβολές σε νοσοκομεία και βρεφονηπιακούς σταθμούς για να πετάξουν έξω έγχρωμα παιδιά και νοσηλευόμενους – και πολλές από αυτές τις «επιχειρήσεις» υπό την εποπτεία ανώτερων αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας (και όχι μόνο στην αστυνομική σφηκοφωλιά του Αγίου Παντελεήμονα); Είναι μόνο ένας παρωχημένος εθνικισμός εδώ, οσοδήποτε αποκρουστικός, ή η μεθοδευμένη στρατηγική του σύγχρονου παγκοσμιοποιούμενου κεφαλαίου να καρφώσει την εργατική δύναμη σε αμετακίνητα εδαφικά όρια, τσακίζοντας τις μεταναστευτικές ροές κατ’ αντίθεσιν προς το υπερεθνικά κινούμενο κεφάλαιο, που είναι βασικός όρος για την απομύζησή της; Και η ευκαιριακή εκμετάλλευσή αυτής της στρατηγικής από τους Έλληνες λούμπεν-εργοδότες, που το μόνιμο καθεστώς τρόμου και ημιπαρανομίας του μεταναστευτικού πληθυσμού είναι εκείνο που τους εξασφαλίζει εξευτελιστικά φτηνή ή και εντελώς απλήρωτη εργασία; Ας δούμε όμως μιαν άλλη πτυχή της δράσης της: είναι η επίθεση σε βουλευτές, μέλη και ακτιβιστές αριστερών κομμάτων ή οργανώσεων· η βίαιη διάλυση ναυτεργατικών ή εργοστασιακών σωματείων και η αντικατάστασή τους με «εθελοντικά» μέλη της οργάνωσης ελεγχόμενα από τα επιτελικά της κέντρα· η ανακοπή δημόσιων κινητοποιήσεων, διαδηλώσεων ή μαχητικών διαμαρτυριών, είτε υπό τη μορφή μετωπικής σύγκρουσης με τους διαδηλωτές σε αρραγή σχηματισμό με τις ένστολες δυνάμεις καταστολής είτε υπό τη μορφή εσκεμμένων προβοκατόρικων δράσεων μέσ’ από τους κόλπους τους ––για να μην αναφέρω καθόλου εδώ ζητήματα προστασίας σε νυχτερινά κέντρα, εμπλοκής σε λαθρεμπορία και πορνεία, ξεπλύματος μαύρου χρήματος, κλπ.–– με οιαδήποτε έννοια «μη συστημικές» δράσεις, τη στιγμή ακριβώς που το κύριο μέλημα του «συστήματος», αυτού ακριβώς του συστήματος που δεν έχει αντίρρηση να κάνει τη χώρα μια ζοφερή αποικία χρέους εφόσον αυτό υπόσχεται να διαιωνίσει τα κέρδη των παρασιτικών κεφαλαιοκρατικών της τάξεων, είναι να πλήξει εν τη γενέσει τους όλες τις μορφές αντίδρασης που πασχίζει να συγκροτήσει ένας ρημαγμένος λαός; ΄Η είναι εξωγενής παράγοντας στο «σύστημα» ένας αρχηγός που έχει υπάρξει, σε ό,τι αφορά το δημοσίως γνωστό μέρος της σταδιοδρομίας του, από καταδότης της ασφάλειας μέχρι μισθοδοτούμενος πράκτορας των κρατικών υπηρεσιών κατασκοπείας; Αν βέβαια κάποιος μου πει ότι τίποτε από αυτά δεν έχει συμβεί, δεν ήταν γνωστό ούτε στη δημόσια γνώμη ούτε στις εισαγγελικές και διωκτικές αρχές, τότε είμαι πρόθυμος να δεχτώ ως άκυρη όλη την επιχειρηματολογία μου. 

Ο Τάκης Φωτόπουλος διαπράττει δύο σοβαρά συλλογιστικά σφάλματα. Πρώτον, ταυτίζει αφελώς τους ουσιώδεις πολιτικούς σκοπούς της Χρυσής Αυγής με τους συνθηματολογικούς της πομφόλυγες. «Αντίθεση τόσο στο κεφάλαιο όσο και στην αυτόνομα οργανωμένη εργασία, οικονομική αυτάρκεια, εθνικοποίηση ενεργειακών πηγών, “Ευρώπη των εθνών” αντί για τη σημερινή “Ευρώπη του κεφαλαίου”, κλπ.» μας φέρνουν σχεδόν μέχρι του σημείου να συμπαθήσουμε τη Χρυσή Αυγή, αν δεν είχαμε τόση εύγλωττη ιστορική πείρα. Όλες οι μορφές φασισμού, και η ειδεχθέστερη όλων, ο γερμανικός ναζισμός, προέβαλαν στο προσκήνιο ως μορφές ρομαντικού αντικαπιταλισμού με συνθηματολογία ικανή να μιλήσει στις καρδιές των στερημένων μαζών· από τη στιγμή όμως που πήραν την επίζηλη εξουσία, έγιναν η πιο άκαμπτη δύναμη προάσπισης των πτοημένων από την οικονομική κρίση και τις εργατικές εξεγέρσεις κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων, που τα διέσωσαν τη στιγμή του κλονισμού για να τα παραδώσουν εκ νέου στους ιστορικούς τους κατόχους. Ουσιώδης ιδεολογικός πυρήνας κάθε φασιστικού μορφώματος είναι η ταύτιση με την ισχύ, το μίσος για την αδυναμία και ό,τι την ενσαρκώνει, πράγμα που καθορίζει και τους αντικειμενικούς του πολιτικούς σκοπούς. Αυτό το αντιλαμβάνονται καλύτερα οι ίδιες οι κεφαλαιοκρατικές ελίτ, που ξέρουν πόσο μπορούν να στηρίζονται, σε καιρούς κρίσης και πολιτικής αβεβαιότητας, στα ημιπαράφρονα τάγματα εφόδου, γελώντας ειρωνικά με τους «προγραμματικούς στόχους» τους. 

Δεύτερον: αφήνει την κρίση του να παγιδευτεί από την ταυτότητα των περιστασιακών αντιπάλων της Χρυσής Αυγής. «Τα όργανα της Υπερεθνικής και της Σιωνιστικής Ελίτ» μπορεί να κάλλιστα να έχουν δικούς τους λόγους να θέλουν την εκκαθάριση μιας νεοναζιστικής οργάνωσης, όπως και το «ντόπιο κατεστημένο» εάν αυτή κριθεί ως εμπόδιο για συγκεκριμένους τακτικούς χειρισμούς του· αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι όποιος είναι εχθρός της υπερεθνικής και σιωνιστικής ελίτ, και πολέμιος του ντόπιου κατεστημένου, είναι αυτόχρημα φίλος και σύμμαχος της Χρυσής Αυγής! Το αξίωμα «ο εχθρός τού εχθρού μου είναι φίλος μου» απηχεί μία βάναυσα εργαλειακή προσέγγιση στην πολιτική, που θα έπρεπε να είναι ανάθεμα για κάθε αξιακά προσανατολισμένο κίνημα χειραφέτησης. Με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος, τα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου, στο όνομα του αντι-ιμπεριαλισμού να συμμαχήσει με τις δυνάμεις του Άξονα, από τη στιγμή που οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής ––η Βρετανία, η Γαλλία, οι ανερχόμενες ΗΠΑ–– συνασπίστηκαν εναντίον του (πράγμα που όντως έκαναν ορισμένα ιθαγενή κινήματα σε αποικιοκρατούμενες χώρες)! Στην πραγματικότητα, από την καλώς εννοούμενη επαναστατική σκοπιά, που καθοδηγείται από ένα αταλάντευτο όραμα ισότητας και αυτοδιαχείρισης για όλη την ανθρωπότητα, η φιλελεύθερη θριαμβολογία της παγκοσμιοποιούμενης αγοράς και τα εθνοσωβινιστικά ξεσπάσματα μίσους πρέπει να δείχνονται ως τα πραγματικά «δύο άκρα» της κυρίαρχης ιδεολογίας τής ισχύος, που επικοινωνούν στην κοινή τους αρχή τής «επιβίωσης του ισχυροτέρου», με οιοδήποτε τίμημα. 

Πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι το φασιστικό ανακλαστικό είναι μια αυτοτελής απειλή για τις ανθρώπινες κοινωνίες, που παρότι τροφοδοτείται από, δεν ανάγεται κατά οιονδήποτε απλό τρόπο στις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής χειραγώγησης. Αντιπροσωπεύει ένα βαθύ και μοιραίο τραύμα στην ίδια τη ρίζα τής ζωής, που μετασχηματίζει με τον αμείλικτο τρόπο μυθικού μηχανισμού τη ματαίωση σε ατέρμονο μίσος, και το μίσος σε καταστροφική και αυτοκαταστροφική δράση. Είναι η πιο ανησυχητική ένδειξη μιας καλπάζουσας συλλογικής παθολογίας, εκείνης που κάνει τους ανθρώπους ανίκανους να υψώσουν οιουσδήποτε ορθολογικούς φραγμούς στην οικονομική εκμετάλλευση, στη σεξουαλική καταπίεση και αυτοκαταπίεση, στην πολιτική χειραγώγηση και σε κάθε μορφή ανισότητας και ανελευθερίας. Ο διαστροφικός ψυχολογικός του πυρήνας εκπροσωπείται παραδειγματικά στον μηχανισμό της λεγόμενης ταύτισης με τον επιτιθέμενο. Και αυτό είναι, στην πραγματικότητα, το κλειδί στο μυστήριο της ελληνικής παθητικότητας, ενόψει μιας προϊούσας κοινωνικής καταστροφής αδιανόητων διαστάσεων που, ορθολογικά κρίνοντας, θα δικαιολογούσε κοσμογονικές εξεγέρσεις συγκρίσιμες με τις πιο σημαδιακές τέτοιες του εικοστού αιώνα. Το εφιαλτικότερο στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής, κατά την εκτίμησή μου, δεν είναι η ίδια η ύπαρξη μιας δολοφονικής ακροδεξιάς οργάνωσης – διότι η ελληνική ακροδεξιά, δυστυχώς, είναι μια πραγματικότητα που δεν έχει πάψει να επιζεί και να τρέφεται από το βαθύ και ανεπεξέργαστο συλλογικό τραύμα του εμφυλίου, και όλοι έχουμε γνωρίσει τις ανατριχιαστικές όψεις και το μέγεθος της κτηνωδίας της· είναι η απήχηση που έχει ο λόγος μιας τέτοιας οργάνωσης σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, πολλαπλώς στερημένα ή απειλούμενα που κανονικά δεν θα είχαν κανέναν συμφέρον από την ταύτιση μαζί της: στρώματα βεβαίως του χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου, που ο διάχυτος και ανεπεξέργαστος ορθολογικά φόβος κινητοποιεί μέσα τους ένα αρχαϊκό ανακλαστικό μανιασμένης επίθεσης στον πρώτο αποδιοπομπαίο τράγο που θα τους υποδειχθεί. Και η ταύτιση με την ίδια τη δύναμη που τους απειλεί είναι ένα πανίσχυρο καταπραϋντικό στους σπασμούς της αγωνίας τους, το οποίο γνωρίζουν καλά να χειρίζονται οι θύτες τους. Η μοίρα της συγκεκριμένης Χρυσής Αυγής δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία· εκείνο που έχει σημασία είναι η σαδομαζοχιστική αγωγή που προσέφερε στις εξαθλιούμενες ελληνικές μάζες προς όφελος των κυρίων τους – η οποία θα συνεχίσει ασφαλώς να προσφέρεται από νέους διαύλους, συστημικούς και παρασυστημικούς. 

Πηγή poetry bar

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Ανταγωνισμός και Αρνητική Κριτική: Μια συνέντευξη


Ο Βέρνερ Μπόνεφελντ διδάσκει Κριτικές Θεωρίες της Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ. Σπούδασε στο Μαρβούργο, στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και στο Εδιμβούργο. Έχει διδάξει στο Βερολίνο και το Εδιμβούργο, στα πανεπιστήμια της Πουέμπλα και του Μπουένος Άιρες. Ήταν συνεκδότης του σημαντικού περιοδικού Open Marxism. Είναι δεινός κηπουρός, ποδηλάτης και λατρεύει τον Captain Beefheart.



Viewpoint: Μεγάλο μέρος της εργασίας σας αφορά τη συνεισφορά της «Νέο μαρξιστικής φιλολογίας», της «νέας ανάγνωσης του Μαρξ» η οποία επιστρέψει στην ερμηνεία του Κεφαλαίου υπό το πρίσμα της φιλοσοφικής πρόκλησης της Σχολής της Φρανκφούρτης, και την πολιτική πρόκληση των φοιτητικών κινημάτων στην δεκαετία του 1960 και του 1970. Μπορείτε να μας πείτε σχετικά με την πολιτική σημασία αυτής της παράδοσης; 

Werner Bonefeld: Για εμένα η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» ήταν θεμελιώδης ως μια προσπάθεια κριτικής αναπαράστασης της επαναστατικής σημασίας της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Τι πραγματικά σημαίνει «κριτική»; Κριτική ποιού και για ποιόν σκοπό; Η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» με έμαθε ότι αυτό σημαίνει μια κριτική των οικονομικών κριτικών, και ότι αυτή η κριτική συνεπάγεται μια προσπάθεια αποκωδικοποίησης οικονομικών κατηγοριών ως τις αντικειμενικοποιημένες μορφές των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων.

Οι οικονομικές σχέσεις σχηματίζονται κοινωνικά, και η κριτική της πολιτικής οικονομίας ισοδυναμούσε κατά συνέπεια με μια καταστροφική κριτική των σχέσεων οικονομικής αντικειμενικότητας. Συνιστούν μια αντικειμενική αυταπάτη των κοινωνική σχέσεων. Εξουσιαζόμαστε από την κυκλοφορία νομισμάτων και ό,τι εκφράζει τον εαυτό της σε αυτήν την κυκλοφορία δεν είναι κάποια οικονομική αντικειμενικότητα. Αντίθετα, συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις επιβάλλονται οι ίδιες στην κυκλοφορία των νομισμάτων. Οι κοινωνικές σχέσεις εξαφανίζονται στην εμφάνισή τους, και αυτή η εμφάνιση είναι πραγματική – ως μια έκφραση των συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων. 


Ποια ήταν η δική σας προσωπική εμπειρία με τη νέα ανάγνωση του Μαρξ; 

Δίδασκα στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, και στο πλαίσιο αυτό γνώρισα τον Hans-Georg Backhaus πολύ καλά. Όταν πήγα στη Φρανκφούρτη έμεινα μαζί του και κοιμήθηκα στον καναπέ του. Γνώρισα τον Helmut Reichelt το 1992 σε ένα συνέδριο που διοργανώθηκε από, μεταξύ άλλων, τον Jean Marie Vincent, τον Antonio Negri και εμένα. Ο Backhaus ήταν επίσης εκεί, όπως ήταν και ο Johannes Agnoli.


Είναι εντυπωσιακό όταν κοιτάμε τις βιβλιογραφίες σας ή τον πίνακα περιεχομένων των συλλογών του OpenMarxism που έχετε επιμεληθεί από κοινού να βρίσκουμε τον Backhaus και τον Reichelt δίπλα στον Negri, τον Sergio Bologna, και ούτω καθεξής. Μερικές φορές η ανάλυση της «μορφής της αξίας» παρουσιάζεται ως ασυμβίβαστα αντίθετη με τον εργατισμό, με έμφαση στην ταξική πάλη. Ποια είναι η αιτιολόγηση της αντιπαράθεσής τους στο έργο σας; 

Το κίνητρο για τα τεύχη του Open Marxism προήλθε από μια βαθιά δυσαρέσκεια για την επικρατούσα μαρξιστική ορθοδοξία. Ο τίτλος προέρχεται από τη θέση του Johannes Agnoli σε ένα βιβλίο το οποίο εξέδωσε μαζί με τον Mandel: Open Marxism: A Debate about Dogma, Orthodoxy and the Heresy of Reality. Η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» παρέχει μια κριτική της πολιτικής οικονομίας η οποία είναι εντελώς αντι-οντολογική, ενυπάρχουσα στο δικό της πλαίσιο και ανατρεπτική στην κριτική της πρόθεση.  Απορρίπτει την ορθόδοξη «οπτική γωνία της εργασίας» και αντ’ αυτού, αντιλαμβάνεται ότι τόσο ο εργάτης, όσο και ο καπιταλιστής είναι προσωποποιήσεις των καπιταλιστικών οικονομικών κατηγοριών. Η διορατικότητα του Adorno ότι η καπιταλιστική κοινωνία αναπαράγει τον εαυτό της όχι σε πείσμα, αλλά λόγω του ταξικού ανταγωνισμού, είναι θεμελιώδης, τόσο ως κριτική του σοσιαλισμο,ύ ως μια οικονομία της εργασίας, όσο και κριτικής του καπιταλισμού, ως μια ταξική κοινωνία. Και στις δυο περιπτώσεις η κριτική είναι εντελώς αρνητική. 

Ο Agnoli με εισήγαγε στην ιδέα της αρνητικής κριτικής, σε αντίθεση με μια καταφατική κριτική. Ο Horkheimer αποκάλεσε την πολιτική πρακτική αυτού του τελευταίου είδους κριτικής μια «κομφορμιστική εξέγερση», μια από αυτές οι οποίες αναζητούν να υπερνικήσουν την καπιταλιστική οικονομία της εργασίας μέσω μιας σοσιαλιστικής οικονομίας της εργασίας.  Ωστόσο, στο πλαίσιο της «νέας ανάγνωσης του Μαρξ», η πολιτική διάσταση, ας πούμε, της θέσης του Horkheimer, ήταν σε μεγάλο βαθμό απούσα. Η κριτική του επιδίωξε μια κριτική ανακατασκευή του Μαρξ χωρίς τη θεώρηση της αντίληψης του Adorno ότι η συνολική κίνηση της κοινωνίας είναι ανταγωνιστική από την αρχή (Αρνητική διαλεκτική). Με άλλα λόγια, η «νέα ανάγνωση του Μαρξ» αποκρυπτογράφησε την αξιακή μορφή ως μια μορφή κοινωνικών σχέσεων, αλλά δεν κατάφερε να επερωτήσει σχετικά με τον χαρακτήρα αυτών των σχέσεων. Εδώ είναι που η παράδοση του ιταλικού εργατισμού βρίσκει τη θέση της. Στην πιο ακατέργαστη μορφή της, η αντίληψη του Tronti ότι, αντί της ανάλυσης του καπιταλισμού από τη σκοπιά του κεφαλαίου, χρειάζεται να αναλυθεί από τη σκοπιά του εργαζόμενου που παλεύει, εκμεταλλεύεται την παλαιο-ορθόδοξη ιδέα σύμφωνα με την οποία η επιστήμη του σοσιαλισμού είναι μια επιστήμη από τη σκοπιά της εργασίας. 

Αντλεί σοσιαλισμό από τον καπιταλισμό, απορρίπτοντας την ιδέα ότι ο χρόνος του σοσιαλισμού είναι διαφορετικός από τον χρόνο του καπιταλισμού. Ο ένας είναι ο χρόνος της κοινωνίας της ελευθερίας και της ισότητας, ο άλλος είναι ο χρόνος του χρήματος. Στην καλύτερη περίπτωση, η αντίληψη υπογραμμίζει την ιδέα ότι η κατανόηση του καπιταλισμού σχετίζεται με τις συνθήκες και τους αγώνες της εργατικής τάξης, που είναι η τάξη που εργάζεται. Το να είσαι ένας παραγωγικός εργάτης δεν είναι μια προνομιακή θέση, λέει ο επιστημονικός σοσιαλισμός. Ο ανταγωνισμός συνεπάγεται αγώνα, και η κοινωνία αναπαράγει τον εαυτό της μέσω του αγώνα –για την πρόσβαση στα μέσα διαβίωσης, ενάντια στη μείωση του χρόνου ζωής προς όφελος του χρόνου εργασίας υπεραξίας. Στα καλύτερά του, ο  εργατισμός είναι μια προσέγγιση αυτής της αντίληψης.   

Θα ήταν λάθος για τον εργατισμό να πει ότι ο αγώνας είναι από μόνος του καλός. Η πάλη ανήκει στον αντεστραμμένο κόσμο. Η λύση για την ταξική πάλη είναι η αταξική κοινωνία. Στη μιζέρια της εποχής μας, μπορούμε επομένως να βρούμε το θετικό μόνο στην άρνηση, και αυτή είναι η ιδέα πάνω στην οποία οι καλύτερες πτυχές του εργατισμού και οι καλύτερες της νέας ανάγνωσης του Μαρξ ενώνονται στην κριτική τους ιδέα. 


Υπάρχει μια πιθανή θεωρητική σύνδεση μεταξύ ανάλυσης των συνθηκών εργασίας και ανάλυσης της μορφής της αξίας; 

Εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να συνδέονται. Η ανάλυση της μορφής της αξίας ασχολείται με την αρνητική αντικειμενικότητα της αφηρημένης ανταλλαγής, και η κριτική της εργασιακής διαδικασίας ασχολείται με την επιβάρυνση της εργασίας. Παρόλα αυτά, δεν μπορεί να υπάρξει μια αφηρημένη ανταλλαγή χωρίς την παραγωγή πλούτου, και  η ιδιαιτερότητα της αφηρημένης ανταλλαγής δεν βασίζεται στην ανταλλαγή. Βασίζεται στην πώληση και αγορά εργατικής δύναμης, δηλαδή στην ταξική σχέση ανάμεσα στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, τα οποία είναι τα μέσα κοινωνικής διαβίωσης, και τον ελεύθερο εργάτη. Στην πραγματικότητα, όπως υποστήριξε και ο Adorno, η αντικειμενική ψευδαίσθηση της αφηρημένης ανταλλαγής δεν στηρίζεται σε κοινωνικά έγκυρη αντικειμενικότητα του φετιχισμού του εμπορεύματος. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι βασίζεται στην ιδέα της υπεραξίας. Δηλαδή, η ισοδύναμη ανταλλαγή μεταξύ δυο άνισων αξιών προϋποθέτει την απόσπαση υπεραξίας, και μέσω αυτής την καπιταλιστική εργασιακή διαδικασία ως μια διαδικασία κατά την οποία ο αναγκαίος χρόνος εργασίας βρίσκεται προς όφελος του χρόνου υπερεργασίας. 


Αναφερθήκατε στον Johannes Agnoli, του οποίου το έργο σχετικά με τη μορφή του αστικού κράτους επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την Ευρώπη (συμπεριλαμβανομένου και του Negri). Πως η ανάλυσή του για το κράτος σχετίζεται με την κριτική της πολιτικής οικονομίας; 

Η πολιτική οικονομία δεν είναι οικονομικά. Για τον Adam Smith, η πολιτική οικονομία είναι ένας κλάδος της επιστήμης του πολιτικού και του νομοθέτη. Το αόρατο χέρι δεν έχει καμιά ανεξάρτητη πραγματικότητα. Ούτε έχει και οποιαδήποτε άλλη κατηγορία. Όπως και το αόρατο χέρι, η πολιτική οικονομία είναι μια πολιτική πρακτική. Η οικονομία είναι πολιτική οικονομία, δηλαδή η ίδια η κοινωνία αναδιπλασιάζει τον εαυτό της στην κοινωνία και το κράτος, και το κράτος είναι κατά συνέπεια η πολιτική μορφή της αστικής κοινωνίας. Ο σκοπός του δεν είναι διαπραγματεύσιμος. Είναι ένα καπιταλιστικό κράτος. Αυτό είναι σαφές από την αντίληψη του Μαρξ ότι το κράτος είναι η συγκεντρωμένη δύναμη της κοινωνίας. Οι αμφίπλευρες σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αγοραστή και πωλητή της εργατικής δύναμης ή καλύτερα: ο αγοραστής εργατικής δύναμης και ο παραγωγός υπεραξίας, συνεπάγεται το πολιτικό κράτος ως μια δύναμη αποπολιτικοποίησης. Επομένως, η ανάλυση του κράτους δεν σχετίζεται με την οικονομία, καθώς η οικονομία και το κράτος είναι δυο διακριτές μορφές οργάνωσης. Αντίθετα, ο σκοπός του κράτους είναι να επιτύχει την αξιοποίηση της αξίας, και το κράτος είναι η πολιτική μορφή για αυτόν τον σκοπό. 


Μερικά από τα πρόσφατα άρθρα σας έχουν ασχοληθεί με το θέμα της «πρωταρχικής συσσώρευσης», και της συνεχούς κοινωνικής συγκρότησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Φαίνεται ότι αυτή η δυναμική της κοινωνικής συγκρότησης παρέχει επίσης έναν τρόπο διασύνδεσης μεταξύ του «οικονομικού» και «πολιτικού» δίνοντας έμφαση στην μαρξιστική θεωρία. Ποια είναι για εσάς τα θεωρητικά επίδικα της πρωταρχικής συσσώρευσης; 

Συμφωνώ με τη «νέα ανάγνωση του Μαρξ» ότι η μαρξιστική οικονομία είναι κατά βάση ρικαρδιανή στο πεδίο εφαρμογής της και στην σύλληψή της. Έχω εργαστεί γύρω από την έννοια της πρωταρχικής συσσώρευσης από τη δεκαετία του 1980. Ουσιαστικά, οι καπιταλιστικές ταξικές σχέσεις περιλαμβάνουν ιστορικά πρότυπα κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, και δεν αποθηκεύουν τα πρότυπά τους κατά τη διάρκεια της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αντίθετα, η καπιταλιστική ανάπτυξη βασίζεται στην αναπαραγωγή συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων, η οποία περιλαμβάνει τη διαιώνιση του διπλά ελεύθερου εργάτη –αυτή, όπως την αποκαλεί ο Μαρξ, την απαραίτητη προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η καπιταλιστική συσσώρευση βασίζεται στο γεγονός ότι μια ολόκληρη τάξη ανθρώπων είναι αποκομμένη από τα μέσα παραγωγής. Τα μέσα παραγωγής είναι τα μέσα κοινωνικού μεταβολισμού με τη φύση. Από τη στιγμή που ο εργάτης είναι διαχωρισμένος από τα μέσα παραγωγής του, μετατρέπεται σε έναν προλετάριο ο οποίος είναι «ο δούλος των άλλων ατόμων οι οποίοι έχουν μετατρέψει τους εαυτούς τους σε ιδιοκτήτες των μέσων ανθρώπινης ύπαρξης» -έτσι υποστηρίζει ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα. Το πρόβλημα του κομμουνισμού δεν είναι η ταξική πάλη – η οποία είναι καπιταλιστική πραγματικότητα. Το πρόβλημα του κομμουνισμού είναι να βρει τον τρόπο για τον τερματισμό της (προ)ιστορίας της ταξικής πάλης, προς όφελος όχι των απελευθερωμένων προλετάριων, οι οποίοι, επίσης, είναι μια καπιταλιστική πραγματικότητα, αλλά προς όφελος μιας αταξικής κοινωνίας. 

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Η Χιλή της Unidad Popular και η σοσιαλιστική στρατηγική


του Χρήστου Λάσκου


«Μια μέρα θα γραφτεί η αληθινή ιστορία αυτών των ημερών –μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης … Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε –όλα τα είχαμε εκτός από τα όπλα»
Λουίς Σεπούλβεδα,  Η τρέλα του Πινοτσέτ




Το 1973 είναι χρονιά με πολύ μεγάλο βάρος στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος. Στις 11 Σεπτεμβρίου πνίγεται στο αίμα το χιλιανό σοσιαλιστικό πείραμα και, λίγες μέρες μετά, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ δημοσιεύει στη Rinascita τις «Σκέψεις για την Ιταλία μετά τα γεγονότα της Χιλής», που θα σημάνουν μια στροφή ιστορικής σημασίας για την πορεία της μεγάλης ιταλικής αριστεράς.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Είναι δεδομένο –και παράδοξο μαζί- πως η χιλιανή εμπειρία έχει συζητηθεί στο πλαίσιο της διεθνούς αριστεράς πολύ λίγο σε σχέση με την σημασία της. Στην πραγματικότητα, αυτό που έμεινε πάνω απ’ όλα είναι μια συναισθηματικού, κατά βάση, τύπου σχέση με τη σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου: όπως το έθεσε ένας ανδαλουσιάνος αναρχικός, με αφορμή μια άλλη σφαγή στις αρχές του αιώνα, «ο αέρας μύριζε μαραμένα τριαντάφυλλα, γιατί έτσι μυρίζει το αίμα». Η οσμή γέμισε τον κόσμο όλο και δεν άφησε χώρο για μια συζήτηση που πολλά θα πρόσφερε στη στρατηγική μας τοποθέτηση. 

Γιατί η Χιλή της Unidad Popular και του Αλιέντε είναι μια πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη ιστορία. Ένας καλός τρόπος για να το αντιληφθούμε είναι να προστρέξουμε  στην άποψη, αλλά και τα αισθήματα των σφαγέων.  Όπως επισήμαινε ο Ρότζερ Μόρις, συνεργάτης του Κίσινγκερ στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, καιρό μετά τα γεγονότα: «Νομίζω πως κανείς στην κυβέρνηση δεν κατανοούσε πόσο ακραία ιδεολογική ήταν η στάση του Κίσινγκερ έναντι της Χιλής… Ο Χένρυ έβλεπε τον Αλιέντε ως πολύ μεγαλύτερη απειλή από τον Κάστρο. Αν η Λατινική Αμερική επρόκειτο ποτέ να γίνει σοσιαλιστική δεν θα συνέβαινε με έναν Κάστρο. Ο Αλιέντε ήταν το ζωντανό παράδειγμα της δημοκρατικής κοινωνικής μεταρρύθμισης στη Λατινική Αμερική. Όλα τα κατακλυσμιαία γεγονότα γύριζαν γύρω μας, αλλά αυτόν τον τρόμαζε η Χιλή… Η Χιλή τον τρόμαζε»[1]. Η Χιλή, λοιπόν, απασχολούσε τον Χένρυ πολύ περισσότερο από ό,τι η Κούβα. Και, προφανώς, τον απασχολούσε και τον τρόμαζε εξαιτίας, κυρίως, του γεγονότος πως εδώ δεν μπορούσαν να επικαλεστούν το κύριο –και πολύ δραστικό λόγω της πραγματικότητας του ανύπαρκτου- αντικομμουνιστικό τους επιχείρημα περί του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων. Ήταν σε όλους φανερό πως η δημοκρατική –όπως κι αν ορίσεις τη λέξη- εξέλιξη της Χιλής δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Έπρεπε, άρα, να κατασταλεί, όπως και έγινε.

Στη Χιλή, λοιπόν, έχουμε μια εκδοχή αυτού που έμελλε να μείνει στη στρατηγική ορολογία ως δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό. Αυτό, ωστόσο, δεν υποσημειώνει κάποια αντίληψη σταδιακής και βαθμιαίας μετάβασης. Τουλάχιστον όχι αναγκαστικά. Πρώτα πρώτα, η εμπειρία της Χιλής είναι παράδειγμα εφαρμογής ενός πολύ ριζοσπαστικού προγράμματος με άμεσες επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων. Όπως σημειώνει ο Τζέιμς Πέτρας[2], «αν συγκρίνουμε τις μεταβολές πούγιναν στη Χιλή στη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών με αυτές πούγιναν στην Κούβα και στην Κίνα, ο ρυθμός και ή έκτασή [τους] είναι πιθανώς της ίδιας σημασίας αν όχι μεγαλύτερος». 

Ενδεικτικά στοιχεία της δραστικής τομής που αποτέλεσε η Unidad Popular είναι, μεταξύ άλλων, μια εισοδηματική πολιτική, η οποία αύξησε τα εργατικά μεροκάματα κατά 100% στον πρώτο ήδη χρόνο, και μια πολιτική εθνικοποιήσεων -που περιέλαβε στο δημόσιο τομέα το 60% του εθνικού προϊόντος –όχι μόνο «στρατηγικών μονοπωλίων», αλλά και κλάδων βασικών καταναλωτικών αγαθών, όπως τροφίμων και ρούχων . Οι τράπεζες δεν εθνικοποιήθηκαν άμεσα, απέκτησε όμως το κράτος την πλειοψηφία στη μετοχική σύνθεση όλων σχεδόν των πιστωτικών ιδρυμάτων. Την ίδια περίοδο εφαρμόστηκε μια αποφασιστική πολιτική διατίμησης με πολύ θετικά αποτελέσματα στα χαμηλά εισοδήματα[3]. 

Η ταξική μεροληψία της κυβέρνησης είχε εκδηλωθεί στην πράξη με απολύτως σαφή τρόπο, πράγμα που –στο μέσο μιας ευρύτατης κινητοποίησης στα εργοστάσια και στα χωράφια- αύξησε θεαματικά την υποστήριξη προς την κυβέρνηση Αλιέντε. Ειναι χαρακτηριστικό πώς, ενώ ο Αλιέντε εκλέχτηκε πρόεδρος το Σεπτέμβριο του ’70 με ποσοστό 36%, στις τοπικές εκλογές του Απριλίου του ’71, μόλις μισό χρόνο μετά, η Unidad Popular πήρε το 51% των ψήφων. Τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους και οι ρυθμοί διαμορφώνονταν, όπως σε όλες τις επαναστατικές καταστάσεις, ανεξάρτητα πολλές φορές από τις προθέσεις των πρωταγωνιστών. Η ιστορία άρχισε να κινείται ιλιγγιωδώς. Οι προοπτικές του χιλιανού πειράματος δεν φαίνονταν κακές –κάθε άλλο. 

Τι έγινε, λοιπόν, και φθάσαμε στην τραγική 11η Σεπτεμβρίου; Τι έγινε και αυτό που τόσο είχε τρομάξει τον Κίσινγκερ κατέληξε, όπως κατέληξε; Προφανώς στο μικρό χώρο αυτού του κειμένου είναι αδύνατο να απαντηθεί αναλυτικά αυτό το ερώτημα. Τα κείμενα που παραθέτω στις σημειώσεις προσφέρουν καλό υλικό για μια τέτοια απάντηση. Εδώ θα κάνω μόνο μερικές νύξεις για όσα παρουσιάζουν ένα στρατηγικό ενδιαφέρον. 

Εκκινώντας από το ζήτημα του, τόσο καθοριστικού στα εγχειρήματα κοινωνικού μετασχηματισμού, πολιτικού χρόνου, διαπιστώνουμε πως η χιλιανή αριστερά γρήγορα απώλεσε την πρωτοβουλία στο πεδίο αυτό. Από το καλοκαίρι του ’72 και μετά, μάλιστα, στην πραγματικότητα είχε μπει σε μια διαδικασία να απαντάει σε όσα σχεδίαζαν και υλοποιούσαν οι αντίπαλοί της. Η απώλεια αυτή της πρωτοβουλίας σήμανε και απώλεια αποφασιστικότητας στο μέτρο που η Unidad Popular βρισκόταν πλέον σε άμυνα. Καθοριστική, όπως καταγράφεται σε πολλές αποτιμήσεις, ήταν η καθυστέρηση. Κι έτσι, η fortuna, για να θυμηθούμε το Μακιαβέλι, άρχισε να στρέφεται εναντίον της.  Το ’71 θα μπορούσε, βάσει της θεαματικής υποστήριξης που απολάμβανε η πολιτική της, να περάσει σε θεσμικές ρήξεις –στο πλαίσιο ακόμη και του υπάρχοντος συντάγματος- που θα την ισχυροποιούσαν εξαιρετικά έναντι των αντιπάλων της. 

Κι εδώ εμφανίζεται το δεύτερο ζήτημα. Η αριστερά είχε -και αργότερα- όλες τις ευκαιρίες να ενισχύσει τους εργατικούς και κοινωνικούς θεσμούς, που αυθόρμητα προέκυπταν μέσα από τους αγώνες των απλών ανθρώπων που τη στήριζαν. Τα Cordones –είδος εργατικού συμβουλίου που αναπτύχθηκε εν πρώτοις ως προσπάθεια να απαντηθούν τα άμεσα βιοτικά προβλήματα που δημιουργούσε η αντίδραση των αφεντικών- δεν ιδώθηκαν ως αυτό που αντικειμενικά ήταν: θεσμοί μιας αμεσοδημοκρατικής εξουσίας, σαν αυτούς που ο Πουλαντζάς μερικά χρόνια αργότερα θα θεωρούσε βασική προϋπόθεση σε οποιαδήποτε πορεία προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό καθόλου ασύμβατοι με αυτούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που η Unidad Popular δεν είχε –και ορθά- καμία πρόθεση να καταργήσει λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τα ιδιοφυή σχόλια της Λούξεμπουργκ σχετικά με τη Ρωσική Επανάσταση. Τα Cordones, όπως και τα Comandos Communales, είχαν αποδείξει πως μπορούσαν αποτελεσματικά να οργανώνουν τη ζωή, όποτε απαιτήθηκε κάτι τέτοιο –και ειδικά στη μεγάλη δοκιμασία του Οκτωβρίου του ’72 με το γενικό λοκάουτ, που ξεκίνησε από τους φορτηγατζήδες και επεκτάθηκε στο σύνολο της οικονομίας σε μια προσπάθεια της αστικής τάξης να κάνει τους «ξεβράκωτους» να πεινάσουν πραγματικά. Ο Αλιέντε άντεξε ακριβώς επειδή τα συμβούλια πήραν πάνω τους την υπόθεση τόσο της παραγωγής, όσο και της μεταφοράς και διανομής των βασικών αγαθών, αποδεικνύοντας εμπράκτως πως η κοινωνικοποίηση ήταν άμεσα εφικτή. Δεν τους έδωσε, όμως, το ρόλο που τους αντιστοιχούσε με τρόπο σταθερό. Ενδεικτική ήταν η πρόταση του ΚΚ να μπουν υπό την σκέπη των συνδικάτων! Σκεφτείτε το ενδεχόμενο το 1917 τα σοβιέτ να «οργανώνονταν» στα συνδικάτα –πολιτική ασυναρτησία πρώτου μεγέθους. 

Τα προηγούμενα, επιπλέον, είναι στενά δεμένα με το τρίτο στρατηγικό ζήτημα, τη λυδία λίθο της αριστερής πολιτικής, την τοποθέτηση απέναντι στις τάξεις. Η Unidad Popular είναι δεδομένο πως πολιτεύτηκε θεωρώντας πως είναι δυνατή μια στρατηγική συμμαχία των εργατών, των φτωχών αγροτών και των αποκλεισμένων με τις «μεσαίες τάξεις» των ιδιοκτητών. Ακόμη κι όταν φάνηκε καθαρά πως οι τελευταίες, προσανατολισμένες ορθά από το ταξικό τους αισθητήριο, έρχονταν σε τροχιά σύγκρουσης με την αριστερά, η τελευταία επιχείρησε να τους «κατευνάσει». Πολλές από τις πολιτικές ενέργειές της είχαν αυτό το στόχο. Η παρατεταμένη προσπάθεια για συμφωνία με τη Χριστιανοδημοκρατία, ενώ η τελευταία συνεννοούνταν με τις ΗΠΑ για την ανατροπή του Αλιέντε, η ασυλία που προσφέρθηκε στον «ουδέτερο» στρατό είναι αποτελέσματα αυτής της επιδίωξης για την «ανέφικτη» συμμαχία. Όταν ξέσπασε το μεγάλο λοκάουτ, έλαβε μέρος σε αυτό ακόμα και ο μικρότερος μαγαζάτορας. Κανείς νοικοκύρης δεν έλειψε από το προσκλητήριο των ιδιοκτητριών τάξεων. Το ίδιο συνέβη όμως και με τα «νέα μεσαία στρώματα». Οι γιατροί και οι οδοντίατροι απεργούσαν με διαλείμματα σχεδόν ολόκληρο τον τελευταίο χρόνο της κυβέρνησης Αλιέντε, όπως και το σύνολο σχεδόν των αυτοαπασχολούμενων και των δημοσίων υπαλλήλων.Ο ιατρικός σύλλογος του Σαντιάγκο διέγραψε από τις τάξεις του τον Αλιέντε την ίδια στιγμή που στα νοσοκομεία των φτωχών οι θάλαμοι πρώτων βοηθειών έμεναν χωρίς προσωπικό: «αφήστε τους εργάτες να πάνε στους σοασιαλιστές υπουργούς τους για να γιατρευτούν». Και η στάση αυτή διαμορφώνονταν σε μια περίοδο, όπου οι συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού είχαν σαφώς ωφεληθεί εισοδηματικά. Ο φόβος και η απέχθεια του «αξιοπρεπούς κόσμου» για τους «κατώτερους», το βαθύ ταξικό του ένστικτο φάνηκαν ισχυρότερα από το όφελος που φρόντιζε να τους διασφαλίζει η κυβέρνηση.  Από την άποψη αυτή, η εμπειρία της Χιλής αποτελεί το πιο καθαρό επιχείρημα εναντίον οποιασδήποτε εκδοχής αντιμονοπωλιακών συμμαχιών και των αντίστοιχων στρατηγικών. 

Είναι σημαντικό να ειπωθεί εδώ πως τα θέματα αυτά ήταν αντικείμενο αντιπαράθεσης σε όλη τη διάρκεια της τριετίας με κορύφωση τη διαμάχη, που σχηματοποιήθηκε στο δίλημμα «consolidar o avanzar?» (σταθεροποίηση ή προχώρημα;) και διαμόρφωσε οριστικά μια δεξιά πτέρυγα με άξονα το ΚΚ και μια αριστερή γύρω από την αριστερά του ΣΚ, το MAPU και το –εξωκυβερνητικό, αλλά υποστηρικτικό-  MIR. Όπως το έθετε ο Kyle Steenland σε μια από τις σημαντικότερες αποτιμήσεις των πραγμάτων που έγινε μέχρι σήμερα, «το ΚΚ πιστεύει πως ο σοσιαλισμός θα είναι δυνατόν να οικοδομηθεί σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον μετά που οι αντιμονοπωλιακές και αντιιμπεριαλιστικές στοχεύσεις θα έχουν επιτευχθεί. Αυτή η θεωρία των σταδίων, με το τελευταίο και πιο σημαντικό στάδιο αφημένο για το αόριστο μέλλον ξεχνάει πως οι επαναστάσεις που δεν εξελίσσονται γρήγορα συντρίβονται… [βλ. Ρόζα Λούξεμπουργκ]. Η τοποθέτηση αυτή του ΚΚ κατέστησε ανάπηρη την U.P. Μετά από τις αρχικές προόδους και παρόλα τα μεγάλα οικονομικά οφέλη, η U.P. σήμερα υπαναχωρεί. Το άλλο μεγάλο κόμμα, το Σοσιαλιστικό, είναι πολύ ετερογενές και αποδιαρθρωμένο για να ισοσταθμίσει το ισχυρό και πειθαρχημένο ΚΚ: σε κάθε κρίσιμη συγκυρία η γραμμή του ΚΚ θριάμβευσε απέναντι στη περισσότερο ριζοσπαστική γραμμή του ΣΚ»[4]. Αυτό καθόρισε και την κατάληξη των πραγμάτων, δίνοντας απαντήσεις αντίθετες από τις απαιτούμενες σε όλα τα στρατηγικά ζητήματα που τέθηκαν: στη χρήση του πολιτικού χρόνου, στις θεσμικές ρήξεις και, κυρίως, στις ταξικές συμμαχίες και συγκρούσεις. Η αντιμονοπωλιακή -σταδιακή αντίληψη για την επανάσταση ακύρωσε όλες τις σοσιαλιστικές της προοπτικές και, στην πράξη, οδήγησε στην καταστροφή τη στιγμή που το «προχώρημα» ήταν η μόνη πιθανότητα για να επέλθει «σταθεροποίηση». 

* * *

Και μετά απ’ όλα αυτά ο Μπερλινγκουέρ στη Ρινάσιτα να βγάζει το συμπέρασμα από αυτό το «γεγονός παγκόσμιας σημασίας». Και το συμπέρασμα να είναι το αίτημα του «ιστορικού συμβιβασμού», λόγω της ανάγκης ενός ιταλικού δρόμου «βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών», που «να μην πραγματοποιείται με τρόπο που να εξωθεί σε θέσεις εχθρότητας πλατιά στρώματα των ενδιάμεσων τάξεων…». Στην πραγματικότητα ο σοσιαλισμός είχε πάψει –οριστικά, όπως αποδείχτηκε τελικά- να είναι το θέμα. Και, ως προς αυτό, το χιλιάνικο, πολύ φιλοσοβιετικό, ΚΚ του ΚΚ του Κορβαλάν ελάχιστα διέφερε από το ιταλικό. Η στρατηγική ανάλυση, που μοιράζονταν και τα δυό, έκανε το σοσιαλισμό σχήμα λόγου, μιλώντας μόνο για τα «μονοπώλια». Και οι χιλιανοί «ιστορικό συμβιβασμό» επιδίωκαν, για να αποδειχτεί πόσο η «μετριοπάθεια» ήταν η ασφαλής μέθοδος με τους 30000 νεκρούς της πρώτης μέρας της σφαγής.

Διαβάζοντας σήμερα, τριανταπέντε χρόνια μετά, τα κείμενα των ιταλών αν κάτι εντυπωσιάζει είναι η απίστευτη ένδεια των επιχειρημάτων αυτού που ο Πουλαντζάς ονόμασε δεξιό ευρωκομμουνισμό. Σε αυτό, όμως, πρέπει να επανέλθουμε… 

---------------------------------------
[1] Nathaniel Davis, The last two years of Salvador Allende, I. Tauris, 1999, σελ. 7 

[2] H μετάβαση στο σοσιαλισμό στη Χιλή στο: Πωλ Σουήζυ –Χάρρυ Μάγκντοφ, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Χιλή, Καρανάση, 1983 

[3] Αναλυτική παρουσίαση της πολιτικής που εφαρμόστηκε από την Unidad Popular γίνεται στο: Comite de Soutien a la Lutte Revolutionnaire du Peuple Chilien, Χιλή –Η ταξική αναμέτρηση 1970 -1973, Βέργος, 1974. Από άλλη οπτική βλ. Lois Hecht Oppenheim, Politics in Chile, Westview Press, 2007 

[4] Kyle Steenland, Two years of “Popular Unity” in Chile, New Left Review, I/78, 1973


 Πηγή: Alterthess, Red NoteBook (όπου υπάρχουν ενδιαφέροντα σχόλια)

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Ερείπια του παλαιού, αναδύσεις του νέου


του Νίκου Ξυδάκη


Από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2009, και πολύ περισσότερο από την αναγγελία εισόδου στο πρώτο μνημόνιο, ήταν σαφές ότι η πολιτική γεωγραφία, όπως λίγο πολύ παρέμενε σταθερή από τη δεκαετία ‘80, θα άλλαζε βαθιά και διαρκώς. Σε κανένα κράτος υπό τη δοκιμασία της χρεοκοπίας και των προγραμμάτων του ΔΝΤ το πολιτικό σύστημα δεν παρέμεινε αλώβητο· αντιθέτως, πρόσωπα και δυνάμεις που οδηγούν μια χώρα στην οδυνηρή επιτήρηση είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν από το προσκήνιο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Αυτή η τεκτονική μετατόπιση συμβαίνει ήδη και στην Ελλάδα, παρότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Το πολιτικό σκηνικό του φθινοπώρου 2009, μετά τις τελευταίες προμνημονιακές εκλογές, παρουσιάζει ελάχιστα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά με το σημερινό. Εν τω μεταξύ, στη διαρρεύσασα τετραετία, έχουν συμβεί πρωτογενή γεγονότα: ο εκλεγμένος πρωθυπουργός του πρώτου μνημονίου απεπέμφθη και ο υπουργός του επί των Οικονομικών σύρεται κατηγορούμενος για κακούργημα. Ένας τραπεζίτης αναγορεύθηκε πρωθυπουργός και υπέγραψε το δεύτερο μνημόνιο. Το κεντροαριστερό κόμμα που σφράγισε τη μεταπολίτευση και έβαλε τη χώρα σε καθεστώς επιτήρησης κατέρρευσε. Ένα ακροδεξιό κόμμα συνήργησε στο μνημόνιο και εξαερώθηκε. Ενα άλλο ακροδεξιό μόρφωμα, με νεοναζιστικούς χαρακτήρες και αντισυστημική ρητορική, εκτοξεύθηκε από το πουθενά και διεκδικεί την τρίτη θέση. Ο ηγέτης της μείζονος αντιπολίτευσης, που αντιτάχθηκε στο πρώτο μνημόνιο, υπέγραψε το δεύτερο και το τρίτο και εφάρμοσε πολιτική εκ διαμέτρου αντίθετη προς τις διακηρύξεις του, όταν έγινε πρωθυπουργός. Τέλος, ένα μικρό αριστερό κόμμα, κινούμενο ιστορικά μεταξύ 3%-5,5%, απογειώθηκε στη στρατόσφαιρα του 27% και του ουσιαστικού ρυθμιστή των εξελίξεων εφεξής.

Οι αλλαγές δεν σταματούν εδώ. Στο ρευστό παρόν, πέραν της υπό διαμόρφωσιν πολιτικής γεωγραφίας, διακρίνουμε ήδη μείζονες μετασχηματισμούς στο κοινωνικό ανάγλυφο, δηλαδή στην ταξική διάρθρωση, και στις συλλογικές αναπαραστάσεις, στις συμπεριφορές και στις ιδέες. Το υλικό, κοινωνικό και διανοητικό σοκ της χρεοκοπίας και της φτώχειας διαμορφώνει νέες συσσωματώσεις, νέα συλλογικά και ατομικά υποκείμενα, με τέτοια σφοδρότητα και ταχύτητα που δεν είχαμε υποψιαστεί στην Ελλάδα τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο που, στο πολιτικό επίπεδο, μπορούμε να μιλάμε για νέα δεξιά και νέα αριστερά, σε αντιπαραβολή με την έως πρόσφατα παλαιά δεξιά και αριστερά.

Θα αποτολμήσουμε να περιγράψουμε αδρά μερικά χαρακτηριστικά του αναδυόμενου τοπίου, σε σύγκριση με τους χαρακτήρες του παλαιού.

Η παλαιά δεξιά, επηρεασμένη βαθιά από τον καραμανλισμό της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου («σοσιαλμανία» και ευρείες κρατικοποιήσεις), σταδιακά προσέγγισε και τον κεντρώο χώρο, όπως και τον φιλελεύθερο-νεοφιλελεύθερο. Η νεοφιλελεύθερη στροφή, υπό τον αστερισμό του θατσερισμού, επιχειρήθηκε από τον Κων. Μητσοτάκη στο κυβερνητικό διάλειμμα του ‘90. Η κεντρώα στροφή της λαϊκής δεξιάς ολοκληρώθηκε υπό την ηγεσία τον Κώστα Καραμανλή. Ηδη όμως από τη δεκαετία ‘90, η νοοτροπία των στελεχών της δεξιάς επηρεάζεται από τον κυβερνητισμό και τη συμπαγή κομματική οργάνωση του αντιπάλου του, του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, και ιδίως μετά το 2007, η τυπική δεξιά παρουσιάζεται κουρασμένη, χωρίς νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, στηριζόμενη στην περιστασιακή, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ακτινοβολία του ηγέτη της παράταξης.

Η κρίση μεταμορφώνει δραστικά τη δεξιά. Η χρεοκοπία, τα μνημόνια και η συνακόλουθη εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων και των μικρομεσαίων, απομακρύνουν μεγάλα μέρη της εκλογικής πελατείας. Ταυτόχρονα, οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες, εφαρμοζόμενες από την ξένη επιτροπεία, καθίστανται απεχθείς για τις μάζες. Τα πληγέντα στρώματα, που ακολουθούσαν τη δεξιά, είτε ως πελάτες είτε από οικογενειακή παράδοση, αποκολλώνται ψυχικά και σκορπίζουν. Παρά τη στροφή της πληγείσας ΝΔ προς τον σκληρό λόγο και την απορρόφηση ακροδεξιών από τον ΛΑΟΣ, ένα σημαντικό μέρος ψηφοφόρων καταφεύγει στον οιονεί αντισυστημικό, υπερεθνικιστικό, λαϊκιστικό και βάναυσο λόγο της Χρυσής Αυγής. Υπό αυτή την έννοια, η παλαιά ΝΔ και η νέα ΧΑ είναι όμορες και ανταγωνιστικές εντός του ευρύτερου δεξιού πλαισίου.

Αξιοσημείωτο: η νυν ΝΔ διατηρείται ενιαία μόνον λόγω της συγκολλώσας κυβερνητικής εξουσίας. Κατά τα άλλα, εφόσον η κατάσταση οξύνεται, θα αποκαλύπτονται οι τώρα λανθάνουσες φυγόκεντρες τάσεις: οι σαμαρικοί της σκληρής λαϊκής δεξιάς, οι καραμανλικοί κεντροδεξιοί, οι νεοφιλελεύθεροι, οι ακροδεξιοί.

Στα μήντια, συμβατικά και δικτυακά, η δεξιά εκφράζεται με ισχυρή φωνή κυρίως μέσω των νεοδεξιών, οι οποίοι προέρχονται από μη τυπικούς δεξιούς χώρους· κυρίως από την πρώην εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, το ερειπιώδες ΠΑΣΟΚ του Β. Βενιζέλου, φιλελεύθερους και νεοφιλελεύθερους των μικροσκοπικών μορφωμάτων, αλλά και αρκετούς πρώην αριστερούς. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της φωνής είναι η επιθετική ρητορική της καθολικής ευθύνης ή της συνευθύνης, και ένα κράμα ηθικολογίας και οικονομισμού.

Η αριστερά έχει υποστεί κι αυτή βαθιές μεταμορφώσεις. Η παλαιά ήταν κατά βάσιν ηττοπαθής, περιχαρακωμένη, αναχρονιστική, εκφραζόμενη ως τέτοια από το ΚΚΕ έως και σήμερα. Η σοσιαλδημοκρατία, στην επικρατήσασα ελληνική εκδοχή της, ήταν μαζική, νικήτρια, συμπαγής, λαϊκιστική, πελατειακή και συντεχνιακή, εντέλει διεφθαρμένη. Τώρα πλέον δεν υπάρχει.

Ο τελευταίος, μικρότερος παίκτης της ευρύτερης παλαιάς αριστεράς, ο πρώην Συνασπισμός, είναι αυτός που άλλαξε πιο θεαματικά από οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό. Ο μικρός ΣΥΝ καρδιοχτυπούσε να μπει στη Βουλή, ήταν μια περίπου λέσχη μοιρασμένη ανάμεσα στον δικαιωματισμό και έναν αντιπαγκοσμιοποιητικό κινηματισμό, ταλαντευόμενος επίσης ανάμεσα στον φετιχιστικό ευρωπαϊσμό και τον εγγενή συντηρητισμό της πρωην ΕΑΡ, αφενός, και τις παλαιοαριστερές καθηλώσεις των κουκουεδογενών, αφετέρου. Κοινωνικά και ανθρωπολογικά, η παλαιά αριστερά ήταν συμμαζεμένη και υστερόβουλη, λεηλατημένη πολιτικά αλλά και βολεμένη εντός του κοινωνικού συμβολαίου του ΠΑΣΟΚ. Η περιλάλητη πνευματική ηγεμονία της είναι μάλλον για γέλια.

Η νεά αριστερά όπως την ανέδειξε η τεκτονική κρίση έχει διαφοριστεί σε πολύ σύντομο χρόνο. Είναι επιθετική και αυθάδης, με σχετική αυτοπεποίθηση, είναι ηγεμονική αλλά και σαστισμένη, υπό το βάρος της ιστορικής ευθύνης και με τη διεθνή κοινή γνώμη στραμμένη πάνω της. Η αναδυόμενη μαζική αριστερά φέρει την απόγνωση της κρίσης και της υλικής εξαθλίωσης, υποφέρει και αυτή από τη σύγχυση των καινοφανών προκλήσεων, δεν διαθέτει νέα διανοητικά εργαλεία, αλλά πολιτικά για πρώτη φορά καταφέρνει να είναι πιο ανοιχτά λαϊκή, συχνά και λαϊκιστική. Υπάρχουν κι εδώ πολύς οπορτουνισμός, υστεροβουλία, εξουσιομανία. Ελάχιστες νέες ιδέες. Τα πιο νεανικά της τμήματα είναι τα πιο μοντέρνα, ανοιχτά στη νέα γνώση, τα νέα μέσα και τον κοσμοπολιτισμό· αυτά συμπεριφέρονται πλουραλιστικά επιθετικά στα κοινωνικά δίκτυα, αποκόπτουν εαυτούς από τη σταλινική παράδοση και ταυτόχρονα βδελύσσονται την παλαιά σοσιαλδημοκρατία, ιδίως τον εκσυγχρονισμό που βούλιαξε στη διαφθορά και την χρεοκοπία.

Κι ακόμη δεν έχουμε δει τίποτε.

Πηγή Βλέμμα

Σχόλιο W. Κ.: φχαριστώ από καρδιάς το συγγραφέα για τα καλά λόγια στο φινάλε!

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Robert Kurz - Marx 2000


Μετά το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού, ο καπιταλισμός μετέστρεψε την πολύ γνωστή μαρξιστική μεταφορά του νεκροθάφτη στο αντίθετο της και την ενσωμάτωσε στο δικό του ιδεολογικό οπλοστάσιο. Ωστόσο έναντι του ισχυρισμού τους για πολλοστή φορά πως η μαρξική θεωρία κείτεται θαμμένη, οι επίσημες, ακαδημαϊκές πολιτικές επιστήμες έχουν με σιγουριά θάψει στο έδαφος το λάθος πτώμα. Το έργο του Μαρξ, αν και στην πραγματικότητα αξιοποιήθηκε κανιβαλικά από τις γραφειοκρατικές δικτατορίες του κρατικού σοσιαλισμού για την δική τους νομιμοποίηση δεν αποτελεί, σύμφωνα με το πραγματικό του περιεχόμενο, μία θετική θεωρία που πρεσβεύει την “σοσιαλιστική ανάπτυξη” αλλά αντιθέτως είναι μία αρνητική θεωρία της κρίσης του σύγχρονου συστήματος εμπορευματικής παραγωγής. Επομένως, η λογική του και η συνάφεια του αναλυτικού του πεδίου είναι η θεωρητική προβολή της ανάπτυξης του καπιταλισμού υπό το φως της ώριμης μελλοντικά κρίσης του.

Η ιδεολογικά εργαλειακή χρήση του έργου, στην υπηρεσία μίας «ασθμαίνουσας εκσυγχρονιστικής αναπλήρωσης» (nachholenden Modernisie-rung*) στην καπιταλιστικά καθυστερημένη περιφέρεια της παγκόσμιας αγοράς (από την Οκτωβριανή επανάσταση έως τα λεγόμενα “απελευθερωτικά” κινήματα του Τρίτου Κόσμου), έχει συσκοτίσει εντελώς τον θεωρητικό του πυρήνα. Βεβαίως, αυτό δεν ήταν απλά το ζήτημα ενός εσωτερικού σφάλματος μέσα στην ίδια την θεωρία αλλά αντανακλούσε εν τοις πράγμασι την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας: αυτό που χαρακτηρίζει τον 20ο αιώνα δεν ήταν στην πραγματικότητα η δομική κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά οι κρίσεις των κοινωνικά ιστορικών ανωμαλιών του οι οποίες έπονταν από την παγκόσμια ανισοκατανομή της κεφαλαιακής δύναμης και της παραγωγής μέσα στο ίδιο το σύστημα. Ήταν, για να το πούμε διαφορετικά, το δικαίωμα των ιστορικά βραδυκίνητων να χρησιμοποιούν τον Μαρξ υπεραπλουστευμένα και κατακερματισμένα, ως φορέα νομιμοποίησης της ιδεολογίας τους, προκειμένου να είναι στη θέση να λογαριάζονται με το χαρακτηριστικό του ανεξάρτητου στο αστικό σύμπαν της παγκόσμιας αγοράς, ικανοί να καλύψουν τις καταναλωτικές απαιτήσεις των πληθυσμών τους. Όμως η προσπάθειά τους ήταν καταδικασμένη να αποτύχει αναπόφευκτα λόγω των κριτηρίων που θέτει η λογική του συστήματος και παρά την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι αυτό θα μπορούσε να εξημερωθεί διαμέσου της διαπραγμάτευσης του από το φορέα τους κράτους.

Η κατάρρευση των κρατικά προσχεδιασμένων συστημάτων της αγοράς άφησε τον δυτικό καπιταλισμό ολομόναχο. Κι αυτός πλέον έχει καταστεί ένα καθολικό, μονοπολικό, παγκοσμιοποιημένο και “ταυτόχρονα εξελισσόμενο” (vergleichzeitigten) σύστημα, το οποίο δεν έχει πια τη δυνατότητα να θρέψει ιδεολογικά τον εαυτό του από τις εξωτερικευμένες δομές της δικής του ιστορικής ανισότητας. Η εν λόγω δυνατότητα εξαλείφθηκε μαζί με το υποτιθέμενα εχθρικό του σύστημα. Η δυτική καπιταλιστική αυτοδικαίωση ανέκαθεν ευδοκιμούσε από τα ελλείμματα του «καθυστερημένου αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού» (nachholenden Modernisierung*), τα οποία συγκρίνονταν με το στάδιο ανάπτυξης των πιο προηγμένων καπιταλιστικών χωρών (η κατανάλωση των εμπορευμάτων ως ιδεολογία, εκστρατεία υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.λπ.). Σήμερα ο καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος να αποδεικνύει την αυτό-νομιμοποίησή του κι ακριβώς εδώ είναι που αποτυγχάνει παταγωδώς. Με το πέρασμα του χρόνου καθίσταται και πιο αβάσιμο να κατηγορείς τα προτερόχρονα συστήματα για την αδυσώπητη διόγκωση της εξαχρείωσης σε Ανατολή και Δύση και να παρερμηνεύεις αυτή την απαθλίωση σαν αποκλειστικό φορτίο της προηγούμενης κληρονομιάς. Θα ήταν εντελώς γελοίο να προσπαθείς να καταστήσεις τον παλιό κακό εχθρό υπεύθυνο για την μαζικά αυξανόμενη φτώχεια και τον κοινωνικό εκφυλισμό της Δύσης. Αυτό που συμβαίνει στο παρόν μπορεί να είναι μονάχα το αποτέλεσμα από την θαυμάσια και ανεπανάληπτη, μία και μοναδική “οικονομία της αγοράς”.

Σ’ αυτή την ζοφερή κοινωνική κατάσταση είναι επιτακτική η ανακάλυψη του Μαρξ και η ανάγνωση της θεωρίας του από την αρχή, με μια νέα ματιά: δηλαδή της θεωρίας της ανάπτυξης και της κρίσης του σύγχρονου εμπορευματικού συστήματος παραγωγής (του όρου που συμπεριλαμβάνει εύσχημα τον δυτικό καπιταλισμό και τα κρατικά σοσιαλιστικά συστήματα του «εκσυγχρονισμού που αναπληρώνει την υστέρηση» {nachholenden Modernisierung*}). Η ανάγνωση του Μαρξ «κόντρα στο ρεύμα» της συνήθους ερμηνείας του απαιτεί βεβαία δύο πράγματα. Κατ’ αρχάς την ιστορικοποίηση της σκέψης του, που σημαίνει την αποσαφήνιση εκείνων των στοιχείων που παραμένουν δέσμια μέσα στον ιστορικό ορίζοντα του αστικού εκσυγχρονισμού. Κατά δεύτερον, είναι απαραίτητο για τη συγκεκριμένη ανάγνωση να αντιστραφεί η πολικότητα της μαρξικής θεωρίας έτσι ώστε αυτή να μην εννοείται πλέον με μία θετικιστική απεικόνιση των καπιταλιστικών κατηγοριών (οι οποίες στη συνέχεια δεν θα αφομοιώνονται από την πεπερασμένη και ακατάργητη μορφή της αστικής υποκειμενικότητας), αλλά αντιστρόφως να προσλαμβάνεται η ενυπάρχουσα ριζοσπαστική κριτική της. Με άλλα λόγια: είναι απόλυτα αναγκαίο να ανακαλύψουμε και να υπερβούμε τις αντιφάσεις μέσα στη μαρξική θεωρία οι οποίες οφείλονται στον περιορισμένο ιστορικό ορίζοντα της εποχής του Μαρξ. Η ανάγνωση του Μαρξ με αρνητικό πρόσημο, αντί ενός θετικού, είναι η μόνη προϋπόθεση για να καταστήσουμε και πάλι εκρηκτικό το θεωρητικό του έργο.

*

Η ουσία της Εργασιακής Θεωρίας της Αξίας

Ο όρος “εργασία” είναι ένας καταστατικός όρος για όλες τις σύγχρονες κοινωνίες με δύο εκφάνσεις: τουτέστιν με μία οικονομική – διαρθρωτική και με μία ηθική – δεοντολογική έκφανση. Ο φιλελευθερισμός ως απότοκος του Διαφωτισμού εκκοσμίκευσε τον χριστιανικό μαζοχισμό του μαρτυρίου υιοθετώντας την προτεσταντική ηθική της εργασίας η οποία στη συνέχεια βρήκε σαν αστική κληρονομιά την θέση της μέσα στον μαρξισμό. Παρομοίως, οι κλασικοί της αστικής πολιτικής οικονομίας και αργότερα ο Μαρξ ενσωμάτωσαν την θετική προτεσταντική κατηγορία της εργασίας μέσα στις θεωρίες τους. Αυτή η ενσωμάτωση δεν ήταν ωστόσο ένα απλό υποθετικό και θεωρητικό αξίωμα αλλά αντιθέτως η θεωρητική ανάκλαση του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται στην πραγματικότητα η καπιταλιστική παραγωγή. Μέσα σ’ αυτήν την κοινή αντίληψη η “Εργασία”, που ουσιαστικά είναι η δαπάνη της ανθρώπινης ενέργειας με σκοπό την κοινωνική (ανα)παραγωγή, εμφανίζεται με την υπόσταση της οικονομικής αξίας. Η διακριτή μορφή του περιεχομένου αυτής της αξίας είναι το χρήμα (το διανεμημένο “καθολικό εμπόρευμα”). Συνεπώς, τα εμπορεύματα επειδή θεωρούνται αντικείμενα της εργασίας, εμπεριέχουν την αξία και γι’ αυτό λαμβάνουν χρηματικές τιμές.

Για την αντίληψη της αστικής υποκειμενικότητας αυτή η σχέση είναι θετική και εσωτερικευμένη. Και στο βαθμό που ο ίδιος ο Μαρξ επιχειρηματολογεί μέσα σε ένα καταφατικό πλαίσιο για τον εκσυγχρονισμό ο «θετικισμός» αυτός εμφανίζεται επίσης και στο δικό του έργο. Υπό την έννοια αυτή το μαρξιστικό έργο αποδεικνύεται πως είναι απόγονος της φιλελεύθερης ιδεολογίας και των κλασικών οικονομικών που ενώ μεν θανατώνει την νεοτερική, μητρική του θεωρία, εξακολουθεί δε να κουβαλά μαζί του τα σημάδια της γέννησης του. Αυτή ακριβώς είναι η θετικιστική πλευρά του Μαρξ που αποτελεί τον γνώριμο “εξωτερικό” μαρξισμό του εργατικού κινήματος και της ταξικής πάλης. Η έμφαση στην υπεραξία η οποία εκλαμβάνεται με την καπιταλιστική μορφή της «απλήρωτης εργασίας» και η υπόρρητη και δομικά προσδιορισμένη «εκμετάλλευση» των εργατών από τους κεφαλαιοκράτες, συνιστά κατά κάποιον τρόπο την ανάγκη της διεκδίκησης «όλης της παραγόμενης αξίας» για την «εργατική τάξη». Ωστόσο, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, η αξία και η «εργασία» που είναι οι κατηγορίες που αφορούν τη μορφή και το περιεχόμενο της καπιταλιστικής κοινωνίας καθίστανται ταυτόχρονα θετικιστικές μέσα στις οντολογικές και υπεριστορικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Έτσι το πρόβλημα της κοινωνικής αντίφασης αναλύεται επάνω στις υποκειμενικές σχέσεις της βούλησης (κίνητρα) δεδομένου ότι οι διαρθρωτικές κατηγορίες έχουν θεωρηθεί ουδέτερες, θετικές και οντολογικές, παραμένοντας a priori ασυναίσθητες κοινωνικά. Κατά συνέπεια φαίνεται ότι η ουσία του καπιταλισμού προσδιορίζεται στον ανταγωνισμό: η τάξη η οποία είναι το υποκείμενο της κυριαρχίας χρησιμοποιεί και καταπιέζει μίαν άλλη τάξη —την «εργατική» που είναι το υποκείμενο της εργασίας— για την ευημερία της και αποσπά προς όφελός της τον υλικό πλούτο ως «άρχουσα τάξη». Ωστόσο, μολονότι ασαφής και αντιφατική ως προς την ορολογία της και την παρουσίασή της, η βαθύτερη διάσταση της μαρξικής θεωρίας παραπέμπει σε μία εντελώς διαφορετική ερμηνεία. Στη συγκεκριμένη ανάγνωση η «εργασία» δεν εμφανίζεται αιφνιδίως με μία θετική υπόσταση, αλλά αντιθέτως με μία αρνητική, κι επομένως η αξία αναπαριστά την μορφή μιας αρνητικής κοινωνικοποίησης. Η εμφάνιση της εργασίας ως ουσίας της οικονομικής αξίας είναι πραγματική και αντικειμενική μόνο εντός του σύγχρονου εμπορευματικού συστήματος παραγωγής. Ιστορικά σε καμία άλλη παραγωγική λειτουργία και σε κανέναν άλλο τρόπο της ανθρώπινης διαβίωσης η πρακτική δραστηριότητα της κοινωνίας ως «προϊόν μεταβολισμού της φύσης» (Μαρξ) δεν έχει προσληφθεί επί της ουσίας με την κοινωνικά – γενική (καθολική) αφαίρεση της «εργασίας» που κυριαρχεί σε ολόκληρη τη διαδικασία της αναπαραγωγής με την μορφή της αξίας.

Σ’ ένα τέτοιο σύστημα τα χρήματα, η απτή εκδήλωση της αξίας, επανατροφοδοτούν την υπόστασή τους. Στην ανακυκλούμενη κίνηση αξιοποίησης των κεφαλαίων, που πολλαπλασιάζει τα χρήματα μέσα από τα χρήματα, η διαδικασία γίνεται αυτοσκοπός. Όμως εάν η «εργασία» νοείται ως υπόσταση της αξίας και τοιουτοτρόπως η αξία είναι η ουσία του χρήματος τότε και η εργασία χαρακτηρίζεται επίσης ως αυτοσκοπός: είναι η αυτοαναφορική και διαρκώς αλλοτριωμένη δαπάνη της ανθρώπινης ενέργειας. Ο διαμεσολαβητικός χαρακτήρας της «εργασίας» στον «μεταβολισμό με τη φύση» και ο διαμεσολαβητικός χαρακτήρας των χρημάτων στον κοινωνικό μεταβολισμό μεταμορφώνονται σε αυτοσκοπό και κατά συνέπεια καθορίζουν τις δράσεις των εμπειρικών υποκειμένων επειδή αυτή ακριβώς η ταυτολογική και συστημική αυτοαναφορά καθιστά την «εργασία» μοναχά για την «εργασία» και τα λεφτά μονάχα για τα λεφτά. Ο Μαρξ ονομάζει αυτό το παράδοξο και συνάμα παράλογο επίτευγμα της ανεξαρτησίας των μέσων (ή του μέσου) το «αυτόματο υποκείμενο» της νεοτερικότητας.

Ενώ απέχουν παρασάγγας ώστε να θεωρούνται τα υποκείμενα του κοινωνικού γίγνεσθαι, οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου καθώς επίσης και όσοι το διευθύνουν (manager) αποδεικνύονται πως είναι σκέτοι λειτουργοί του «αυτόματου υποκειμένου» το οποίο ενεργεί πέρα από τις δικές τους επιδιώξεις. Παρεμπιπτόντως οι απολαύσεις εκείνων που αποτελούν την αποκαλούμενη “άρχουσα τάξη” δείχνουν σχεδόν καταγέλαστες εάν αναλογιστούμε τους γιγάντιους κόπους τους οποίους καταβάλλουν. Η πολυτελής κατανάλωση της χλιδής τους υστερεί σε πολύ μεγάλο βαθμό εν συγκρίσει μ’ εκείνης των προ-νεοτερικών ελίτ, και μάλιστα αυτή έχει γίνει ολοένα και πιο ανόητη και γλίσχρα με την πρόοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η εν λόγω αντίληψη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των συνθηκών διαβίωσης υποδηλώνει με σαφήνεια την έννοια της (αντικειμενοποιημένης) “χρησιμοποίησης” που υφίσταται η ικανότητα για εργασία αντί του όρου της “εκμετάλλευσης” (όρος που είναι κοινωνιολογικά αντιληπτός με στενόμυαλο και υποκειμενικό τρόπο). Η μισθωτή εργασία δεν παρακρατείται απευθείας από το ίδιο το κοινωνικό προϊόν που παράγει διότι είναι η κοινωνική παραγωγή του πλούτου που καθυποτάσσεται εξ’ ολοκλήρου στους συστημικούς περιορισμούς του θηριώδους αυτοσκοπού.

Κατόπιν της αυτο-αναφορικότητας των οιονεί ανεξάρτητων μέσων («εργασία») ή μέσου (χρήμα) οι παράδοξες «κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων» (Μαρξ) προκύπτουν εκεί που οι άνθρωποι δεν αλληλεπιδρούν άμεσα μεταξύ τους αλλά παραμένουν πρωταρχικά απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο. Η κοινωνική τους διάδραση λαμβάνει χώρα δευτερευόντως μόνο μέσω της αξίας και της ιδιοκτησίας των προϊόντων εργασίας. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι που ο Μαρξ ονόμασε φετιχισμό της εμπορευματικής μορφής. Η χρήση των φυσικών και κοινωνικών πόρων δεν γίνεται εκ των προτέρων μέσω συνειδητά αμοιβαίων ρυθμίσεων από τους κοινωνικούς θεσμούς αλλά διαμέσου της τυφλής δαπάνης της ανθρώπινης ενέργειας με τη μορφή εργασίας για λογαριασμό των ανώνυμων αγορών. Η δαπάνη της αφηρημένης εργασίας ως ανθρώπινης ενέργειας μπορεί να αποδειχθεί συνεκτική για την κοινωνία μόνο εκ των υστέρων, “πίσω από τις πλάτες” των δρώντων υποκειμένων με τον ίδιο τυφλό, αντικειμενοποιημένο και συστημικά συμμορφωμένο τρόπο, γι’ αυτό και η κοινωνική συνοχή ποτέ δεν είναι εξασφαλισμένη (ως γνωστόν ο Άνταμ Σμιθ επιδοκίμασε το συγκεκριμένο σημείο με τον κοινό τόπο του «αόρατου χεριού», αγνοώντας τις προφανείς προστριβές της τυφλής δυναμικής που επισείει αυτού του είδους η κοινωνικοποίηση).

Μέσα στον φετιχισμό της κοινωνικοποίησης των νεκρών πραγμάτων αντί των ζωντανών όντων, ο οποίος αποτελεί κατά γράμμα την ίδια την φύση του «αυτόματου υποκειμένου», εγκαθίσταται μία σχέση μεταξύ της μορφής και του ουσιώδους περιεχομένου που είναι συγχρόνως πραγματική και πλασματική. Η συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα του μετασχηματισμού των φυσικών στοιχείων παραμένει ακοινώνητη και ιδιαίτερη (ζήτημα που αφορά τον τομέα “οικονομικής των επιχειρήσεων”), και παρότι εξαρχής δεν είναι αυτόνομη, στοχεύει ωστόσο μέσα σ’ ένα γενικευμένο περιβάλλον αμοιβαίων σχέσεων καθολικής εξάρτησης. Η αμιγώς δευτερεύουσα κοινωνικοποίηση μέσω της αγοράς επιβάλλει την αναγκαιότητα δύο πραγμάτων: πρώτα, ότι η παραγωγική δραστηριότητα έχει απογυμνωθεί από κάθε συγκεκριμένο χαρακτήρα, δηλαδή ανάγεται αφαιρετικά σε σκέτη «δαπάνη ανθρώπινου μυαλού, νεύρων και μυώνων» (Μαρξ) ώστε να κάνει τις ποιοτικά διαφορετικές δραστηριότητες και τα ετεροειδή προϊόντα ισόμετρα στην μεταξύ τους ανταλλαγή ως εμπορεύματα. Και δεύτερον, η αφαιρετική δαπάνη της ανθρώπινης-κοινωνικής ενέργειας, ανεξάρτητα από το γεγονός πως η πραγματική διαδικασία έχει παρέλθει, εμφανίζεται πλέον (στη συγκεκριμένη ποσοτικοποίηση του αντίστοιχου επιπέδου παραγωγικότητας) να είναι κοινωνική ιδιότητα και ουσία των προϊόντων, όπου με την σειρά της αυτή η ουσία αποκτά την έκφραση της μέσα από το διανεμημένο “καθολικό εμπόρευμα” (χρήμα) με τη μορφή χρηματικής τιμής.

Ωστόσο, δεδομένου ότι τα χρήματα ως κεφάλαιο αναπαριστούν το καθολικό και αυτοαναφορικό στοιχείο στην «αξιοποίηση της αξίας» {»Ver-wertung des Werts»} που επεκτείνεται (και επομένως αποτελούν και το σημείο αφετηρίας), η συγκεκριμένη δραστηριότητα της ανθρώπινης παραγωγικής σχέσης με τη φύση πραγματοποιείται από την πρώτη στιγμή μονάχα από τη πλευρά της αφαίρεσης (και μόνο ως αυτοσκοπός) η οποία στην κυριολεξία έχει καταστεί πραγματική με την ιδιότητα της αξίας και του χρήματος. Συνεπώς η αντιστροφή του σκοπού με τα μέσα ισοδυναμεί με την αντιστροφή του Συγκεκριμένου με το Αφηρημένο. Πλέον το συγκεκριμένο (Concretum) δεν είναι παρά μονάχα η έκφραση του αφηρημένου (Abstractum) αντί να συμβαίνει ταυτολογικά το ανάστροφο. Επομένως, η αποκαλούμενη “συγκεκριμένη εργασία” και το συσχετισμένο μαζί της φάσμα των “αξιών χρήσης” αναπαριστούν όχι την «καλή», και προσανατολισμένη στις ανάγκες πλευρά του συστήματος, αλλά μόνο τον αμετάβλητα συγκεκριμένο τρόπο εκδήλωσης της αφαίρεσης που έχει γίνει μία πραγματικότητα. Διότι ως συγκεκριμένη η παραγωγική δραστηριότητα εμφανίζεται στην κοινωνία αποκλειστικά σαν «φορέας» της παρούσας αφαίρεσης. Η “συγκεκριμένη εργασία” δεν δικαιολογεί την χρησιμότητα της επειδή και η ίδια είναι το υποκείμενο στις προσταγές της «αξιοποίησης της αξίας» («Verwertung des Werts»)και γι’ αυτό προξενεί ακόμα και ανορθολογικά ή και καταστροφικά αποτελέσματα στη κατηγορία της “αξίας χρήσης”, παρ’ όλη την ορθοβουλία των συμμετεχόντων οι οποίοι όμως παραμένουν δέσμιοι στη δομική ισχύ του συστήματος.

Φυσικά η αξία ως ιδιότητα των προϊόντων τα οποία φέρουν την αφαίρεση της δαπανημένης “εργασίας/ουσίας” (Arbeitssubstanz) είναι ψευδαισθητική (Phantasmagorisch). Αυτό συμβαίνει διότι, πρώτον, η παραγωγική δραστηριότητα με τη μορφή αφηρημένης δαπάνης της ανθρώπινης ενέργειας δεν μπορεί πραγματικά να αντικαταστήσει την υλική – αισθητή μορφή της “συγκεκριμένης εργασίας”. Η εν λόγω διαδικασία πραγματοποιείται μόνο μέσα στην αφαίρεση του κοινωνικού ασυνείδητου σαν ένας αυτονόητος αυτοματισμός, έστω κι αν παίρνει σάρκα και οστά σε κάτι εμπράγματο, το χρήμα. Μέσω των χρημάτων η κοινωνία εκχωρεί στη δική της ασυνείδητη αφαίρεση μια ανεξαρτητοποιημένη και αλλότρια εξουσία. Δεύτερον και με δεδομένο ότι πρόκειται για μία διαδικασία διαβίωσης έμβιων όντων, η παραγωγική δραστηριότητα δεν συγκρατείται ωσάν μια αφηρημένη “sui generis ουσία” η οποία έχει ”αποκρυσταλλωθεί” με σχηματισμένη μορφή επάνω στα προϊόντα. Τα μέλη της κοινωνίας τα οποία είναι απομονωμένα το ένα από το άλλο και τα οποία βρίσκονται εκ των υστέρων υπό την μεσολάβηση των εμπορευματικών προϊόντων, θα πρέπει εκ των πραγμάτων να αναπαραστήσουν παραπλανητικά την εκάστοτε παρελθούσα (δαπανημένη) “εργασία” σαν ιδιότητα αυτών των προϊόντων (και συν τοις άλλοις, εναρμονισμένοι με την συστημική ανάδραση που βιώνουν, θα πρέπει να ξεκινήσουν την εκάστοτε παραγωγική τους δραστηριότητα υπό την επήρεια αυτής της αφαιρετικής και παραπλανητικής αλλά δεδομένης πραγμοποίησης). Κάποιος που κοινωνικοποιείται μέσα στις συνθήκες που ορίζουν οι κατηγορίες του εμπορευματικού συστήματος παραγωγής αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή μονάχα την ψευδαισθητική ιδιότητα της αξίας/τιμής διότι αυτή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή σαν έννοια υλικής ποιότητας. Ωστόσο αυτή η φετιχιστική ψευδαίσθηση δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε τυχαία: Η κοινωνικά ισχύουσα και καταβεβλημένη ποσότητα της εργασίας που είναι προσαρμοσμένη στο αντίστοιχο επίπεδο παραγωγικότητας πρέπει στην πραγματικότητα να δαπανηθεί. Το εμπορευματικό σύστημα με δεδομένο ότι παίρνει την μορφή του καπιταλιστικού αυτοσκοπού αποκτά την σταθερότητα και την ικανότητα της αναπαραγωγής του μονάχα μέσα από την κοινωνικά παραπλανητική και αναφορική σχέση προς το παρελθόν, των υφιστάμενων (με συγκεκριμένη/αισθητή μορφή) ξοδεμένων ποσοτήτων εργασίας.

Η μαρξική ανάλυση της διαπεραστικής καπιταλιστικής δομής μαζί με τον εμπεριεχόμενο φετιχισμό αποκαλύπτει τον αρνητικό χαρακτήρα της εργασίας/ουσίας και της αξίας/μορφής της η οποία έχει αγνοηθεί επαίσχυντα από το μαρξιστικό – εργατικό κίνημα ενώ απορρίφθηκε από τις επίσημες οικονομικές επιστήμες με τον χαρακτηρισμό της «φιλοσοφικής ανοησίας». Στη γραμμή άμυνας της απέναντι στη μαρξική θεωρία η ακαδημαϊκή επιστήμη αναθεμάτισε ακόμα και τη θεωρία των κλασσικών αστών οικονομολόγων, οι οποίοι θεωρούσαν ότι το δαπανηθέν ποσό εργασίας είναι το περιεχόμενο της οικονομικής αξίας. Η κυρίαρχη συνείδηση διατήρησε μόνο τη δεοντολογικά καταπιεστική σημασία και την καταναγκαστική ηθική της εργασίας με το θετικό πρόσημο του όρου κι έτσι προστάτευσε με την άγνοια της την ανακάλυψη της δικής της ανορθολογικής ιδιοσυστασίας (καταστατικής δραστηριότητας) η οποία υπονοείται στον μαρξικό όρο του φετιχισμού. Τα οικονομικά έγιναν η επιφανειακή Θεωρία της Οριακής Χρησιμότητας ή η Υποκειμενική Θεωρία της Αξίας. Η τελευταία, που θεωρείται σήμερα το θεμέλιο στην επικρατούσα τάση των σύγχρονων οικονομικών αναλύσεων, απλουστεύει τελείως τον όρο της αξίας στην εμφάνιση της τιμής των προϊόντων. Η τιμή, δηλαδή, περιστέλλεται στην καθαρά υποκειμενική χρησιμότητα των υπολογισμών που γίνονται από τους παίκτες της αγοράς (των οποίων η ύπαρξη και η θέσπιση προσλαμβάνεται a priori). Αυτή η νεοκλασική θεωρία όχι μόνο δεν έχει την πρόθεση αλλά δεν μπορεί στην πραγματικότητα να επεξηγήσει τίποτα, αντ’ αυτού προσομοιάζει τους λογιστικούς υπολογισμούς των υποκειμένων της αγοράς με την απεικόνιση της συστημικής μαθηματικοποίησής τους. Στις κοινωνικές επιστήμες, τα Μαθηματικά εμφανίζονται πάντοτε στο προσκήνιο όταν οι προϋποθέσεις της κριτικής έχουν εμφανώς χαθεί και τότε πρέπει να καταστήσουν την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών, η οποία στερείται μια επαρκή θεωρητική εξήγηση, και πάλι διαχειρίσιμη.

Ότι η τιμή δεν έχει καμία σχέση με το αντικειμενικό περιεχόμενο της αξίας, αλλά προκύπτει από τους υποκειμενικούς λογιστικούς υπολογισμούς της χρησιμότητας, ευσταθεί σαν αξίωμα μόνο σε ακραίες καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στις απόλυτα δεδομένες κοινωνικές σχέσεις: Αυτό υποδεικνύει και το περίφημο παράδειγμα με «το ποτήρι του νερού στην έρημο» του οποίου η οριακή χρήση τείνει προς το άπειρο. Τα παραδείγματα αυτού του είδους στερούνται σοβαρότητας δεδομένου ότι δεν αποτελούν μέρος της συνηθισμένης λειτουργίας των κοινωνικό-οικονομικών δράσεων και επομένως εκπίπτουν από τον τομέα της Οικονομίας. Μέσα στις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες του συστήματος της εμπορευματικής παραγωγής η επεξηγηματική ισχύς των λογιστικών υπολογισμών για τις αξίες χρήσης στη βάση της Οριακής Χρησιμότητας είναι πρακτικά μηδενική. Οι συμμετέχοντες στην αγορά προφανώς και ζυγίζουν την υποκειμενική χρησιμότητα των προϊόντων τους έναντι της αντίστοιχης χρηματικής τιμής που πρέπει να καταβάλλουν οι αγοραστές. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πράττουν ανεξάρτητα από τις κοινωνικές συνθήκες αλλά ότι το πράττουν κάτω από αντικειμενοποιημένους όρους οι οποίοι τους επιβάλλονται και επιδρούν a priori στους υπολογισμούς τους κατά τρόπο ασυνείδητο. Η Υποκειμενική Θεωρία της Αξίας ή καλύτερα Θεωρία της Τιμής συγχέει την αιτία και το αποτέλεσμα. Κανονικά ένα ορισμένο αγαθό είναι διαθέσιμο σε μεγάλη κλίμακα επειδή η αντίστοιχη παραγωγικότητα έχει αυξηθεί ελαττώνοντας έτσι και την ποσότητα εργασίας που έχει δαπανηθεί ανά μονάδα προϊόντος. Επομένως η αντικειμενική αξία για κάθε μεμονωμένο εμπόρευμα λιγοστεύει μέσω της μείωσης της εργασίας/ουσίας του (Arbeitssubstanz). Ο υποκειμενικός υπολογισμός, λοιπόν, της χρησιμότητας ακολουθεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μόνο την εξέλιξη της κοινωνικής παραγωγικότητας σε συσχετισμό με τη δαπανηθείσα εργασία.

Η επίγνωση της μεγαλύτερης ή της μικρότερης χρησιμότητας με κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες ουδόλως ρυθμίζει την παραγωγή των αγαθών. Επί παραδείγματι ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μία μεγάλη μάζα άνεργων και δικαιούχων της κοινωνικής πρόνοιας ανθρώπων, δηλαδή που δεν είναι σε θέση να αγοράσουν ορισμένα επιθυμητά και απαραίτητα αγαθά. Μια αύξηση στον υποκειμενικό υπολογισμό αυτών των αγαθών σε καμία περίπτωση δεν αυξάνει και τις τιμές τους ως εμπορεύματα. Αντιθέτως, είναι πιθανότερη η πτώση των τιμών επειδή μειώθηκε η ζήτηση των εμπορευμάτων σαν αποτέλεσμα της περιορισμένης αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών παρά την αυξημένη γι’ αυτά κοινωνική ανάγκη. Είναι απροκάλυπτος κυνισμός να αποδίδεται αυτή η πτώση των τιμών (όπως ένα αποπληθωριστικό κύμα, φερ’ ειπείν) στην έκπτωση της οριακής χρησιμότητας των αγαθών εξαιτίας του κορεσμού στην κάλυψη των ανάλογων αναγκών.

Αντίθετα η έλλειψη της ζήτησης δεν θα οδηγήσει σε κάποια αυθαίρετη μείωση των τιμών η οποία θα βρίσκεται κάτω από το επίπεδο παραγωγικότητας της αντικειμενοποιημένης εργασίας/ουσίας αλλά θα επισπεύσει τη διακοπή της λειτουργίας αυτής της παραγωγής ακόμα κι αν αυτή εξυπηρετεί ζωτικές ανάγκες ή παρέχει μία πλούσια σε δυνατότητες παραγωγική δραστηριότητα.

Η θεωρητική σχολή της Οριακής Χρησιμότητας ή της Υποκειμενικής Θεωρίας της Αξίας, συμπεριλαμβανομένων και των διάφορων παραλλαγών της μέσα στον 20ο αιώνα, αγνοεί πλήρως ότι η κοινωνική τάξη πραγμάτων της οικονομίας της αγοράς δεν καθορίζεται από τα υποκείμενα της κυκλοφορίας αυτής της αγοράς αλλά από τον ανορθολογικό αυτοσκοπό της ίδιας της παραγωγής της. Η καπιταλιστική αντιστροφή των μέσων με τον σκοπό, που ο Μαρξ ανέλυσε, εξαναγκάζει κατ’ αρχάς τους ανθρώπους να μην μπορούν με κανένα τρόπο να εμφανιστούν από την πλευρά της ζήτησης μέσα στις εμπορευματικές αγορές εάν δεν έχουν προηγουμένως πουλήσει το ίδιο τους το τομάρι στην αγορά εργασίας εν ονόματι του συστημικού αυτοσκοπού.

Δευτερευόντως, και κατά συνέπεια των προηγουμένων, η αγορά εμπορευμάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί με καμία έννοια ο τόπος των προϋπολογισμών της αξίας χρήσης/χρησιμότητας όπου συγκεντρώνονται τα ανεξάρτητα υποκείμενα της παραγωγής. Απεναντίας, η αγορά που εμφανίζεται ως τόπος της «ελεύθερης» αγοραπωλησίας, δεν αναπαριστά κάτι άλλο εκτός από την σφαίρα της «πραγμάτωσης της υπεραξίας», δηλαδή της μετατροπής της δαπανηθείσας εργασιακής ποσότητας στην τελική μορφή που είναι αυτή του χρηματικού κεφαλαίου. Η εμπορευματική αγορά είναι μέχρι τώρα το πεδίο διέλευσης του αδιάκοπου και ακατάβλητου καπιταλιστικού αυτοσκοπού και απέχει πάρα πολύ από το να αποτελεί το άθροισμα των υποκειμενικών εκτιμήσεων για την χρησιμότητα των προϊόντων. Σε αυτή την περίπτωση συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: οι υπολογισμοί της χρησιμότητας μπορούν να κινηθούν μόνο μέσα στα προκαθορισμένα πλαίσια των κεφαλαιοκρατικών νόμων του συστήματος. Η έννοια της χρησιμότητας προκαθορίζεται από αυτούς και όχι από τη λογική της ευημερίας και της ικανοποίησης των αναγκών σε όσους συμμετέχουν στις αγορές.

 *

Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και ο νόμος της κατάρρευσης του κεφαλαίου

Είναι προφανές αυτό που ωθεί τους ιδεολόγους των οικονομικών επιστημών στην άρνηση της αντικειμενικής ουσίας της εργασίας: το πρόβλημα της ουσίας πρέπει να εξοβελιστεί διότι ο καπιταλισμός έχει την εγγενή τάση να καθιστά αυτή την ουσία περιττή και παρωχημένη με αποτέλεσμα να καταστρέφει τον ίδιο του τον εαυτό. Από τη σκοπιά της αντίληψης που είναι μονάχα ικανή να σκέφτεται εντός των αστικών κατηγορικών τύπων (κυκλοφορίας, ανταλλαγής εμπορευμάτων, και των συσχετιστικών παραγώγων τους) η καθαρή μορφή (ουσία) παραμένει και πρέπει να διαιωνίζεται μέσα σε οποιεσδήποτε ψευδο-χειραφεσιακές αυταπάτες. Το ουσιαστικό της περιεχόμενο είναι ιδεολογικά συγκαλυμμένο προκειμένου να αποφευχθεί η επίγνωση των καταστροφικών του δυνάμεων που υπαγορεύονται από το εμπράγματο τέλος της, και κατά συνέπεια της αναπότρεπτης απαξίωσης που αυτό προκαλεί στην ανταλλαγή προϊόντων και στις ενσυνείδητες μορφές της.

Η συστημική αυτοαντίφαση κατά την οποία ο καπιταλισμός καταστρέφει το δική του φετιχιστική ουσία (περιεχόμενο) στοιχειοθετείται με ακρίβεια στον περίφημο μηχανισμό του ανταγωνισμού που κινεί την καπιταλιστική δυναμική. Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαχωρισμένων οικονομικών επιχειρήσεων που επιφέρει η μεσολάβηση των ανώνυμων αγορών τις καθυποτάσσει στη διαρκή μεγέθυνση της παραγωγικότητας η οποία με τη σειρά της, μπορεί μονάχα να επιτευχθεί με την υποκατάσταση, σε βάθος χρόνου, της ανθρώπινης εργασίας από τα «τεχνολογικά – επιστημονικά μέσα» (Μαρξ). Αυτό σημαίνει πως κάθε εμπόρευμα ως μονάδα χάνει διαρκώς αξία γιατί του αναλογεί ολοένα και λιγότερη εμπεριεχόμενη “εργασία/ουσία”. Κατά συνέπεια είναι δυνατή η προβολή ενός τερματικού σημείου μετά το οποίο ολόκληρη η υπόσταση της εργασίας με την κοινωνική της μορφή μειώνεται στην ελάχιστη δυνατή ποσότητα, σε τέτοιο βαθμό που η πλασματική αξία/ιδιότητα ως χαρακτηριστικό των προϊόντων εκπίπτει διότι είναι οργανωμένη επάνω σε αυτό τον ανορθολογισμό.

Στο παρελθόν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μπορούσε μόνο να αναπαράγει τον εαυτό του μέσα από τη σταθερή του επέκταση και με αυτή επέλυε προσωρινά τη βάσιμη αντίφασή του. Όσο λιγότερη ήταν η αξία, (ήτοι η εργασία/ουσία που την επιτελεί), που αντιστοιχούσε σε κάθε προϊόν ανά μονάδα, τόσο περισσότερα προϊόντα έπρεπε να παραχθούν και να πουληθούν. Εφ’ όσον η ποσότητα των παραγόμενων εμπορευμάτων επεκτεινόταν ταχύτερα από τη συρρίκνωση της εργασίας ή της εμπεριεχόμενης αξίας ανά προϊόν τότε και η κατάρρευση του συστήματος αναβαλλόταν. Συνεπώς, ήταν απαραίτητο να “βομβαρδίζεις” τον κόσμο με κάθε είδους εμπόρευμα και να προδιαθέτεις τους ανθρώπους να οργανώνουν τις ζωές τους με βάση τη συνθήκη της αδιάκοπης παραγωγής τους και της αντίστοιχης σταθερής αύξησης της κατανάλωσής τους. Ωστόσο η καπιταλιστική ανάπτυξη ποτέ δεν ήταν ομαλή. Απεναντίας, μέσα στον ιστορικό ορίζοντα της κατίσχυσής της, η επεκτατική της εξέλιξη αντιμετώπισε πολύ σοβαρές διακοπές αλλά κάθε φορά ήταν σε θέση να επανεκκινεί και πάλι τη διαδικασία της.

Κι εδώ ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο ο διάσημος μαρξικός «νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» εντοπίζεται. Το ποσοστό του κέρδους είναι ο λόγος του επιχειρηματικού κέρδους στο σύνολο του προκαταβεβλημένου κόστους. Στο τέλος ενός κύκλου εργασιών μίας επιχείρησης όλα τα προκαταβεβλημένα στοιχεία κόστους πρέπει να καλυφθούν καθώς επίσης πρέπει να έχει επιτευχθεί κι ένα πλεόνασμα (υπεραξία). Το σύνολο του προκαταβεβλημένου κόστους αποτελείται από δύο διαφορετικά μέρη: την δαπάνη του «σταθερού κεφαλαίου» (κτίρια, μηχανές, και ό,τι αντιστοιχεί σε μέσα παραγωγής) και τη δαπάνη του μεταβλητού κεφαλαίου (μισθοί). Δεδομένου λοιπόν ότι η αξία από το μέρος του «σταθερού κεφαλαίου» που το αποτελούν μονάχα νεκρά υλικά αναπαράγεται αμετάβλητη στη διαδικασία της παραγωγής των προϊόντων (εκπεφρασμένη από τη φετιχιστική πλάνη του όρου της ουσίας, ας πούμε πως η αξία παράγεται από τη “κοπιώδη” φθορά των μηχανημάτων που “δοκιμάζονται” στην παραγωγή), το πλεόνασμα της υπεραξίας πηγάζει μόνο από το μερίδιο της έμβιας εργασίας η οποία δημιουργεί την επιπρόσθετη ουσία της αξίας πέρα από τις προϋποθέσεις της δικής της αναπαραγωγής και με αυτόν τον τρόπο τροφοδοτεί τον αυτόματο κοινωνικό μηχανισμό.

Καθώς όμως η ουσία της αξίας ενός προϊόντος ανά μονάδα μειώνεται εξαιτίας της αντικατάστασης του εργατικού δυναμικού με τεχνο-επιστημονικές μονάδες, εύλογα το αντίστοιχο ποσοστό κέρδους του εκάστοτε χρηματικού κεφαλαίου εκπίπτει από ένα συγκεκριμένο μέγεθος με την ίδια ακριβώς διαδικασία. Το μερίδιο κεφαλαίου των νεκρών συστατικών από το σύνολο του προκαταβεβλημένου κόστους που απλά αναπαράγεται και δεν προκαλεί κάποια επιπλέον υπεραξία δηλαδή ουσία αξίας (Wertsubstanz) μεγαλώνει σταθερά. Το μερίδιο κεφαλαίου που δαπανιέται για την “έμβια εργασία” (μισθοί) και το οποίο είναι η μοναδική πηγή της υπεραξίας/αξίας ως ουσίας λιγοστεύει αντιστοίχως. Οπότε κι ο λόγος του κέρδους προς το συνολικό κεφάλαιο καταβολής κόστους αναγκαστικά πρέπει να είναι πάντα μικρότερος. Με άλλα λόγια για να εξασφαλιστεί το ίδιο κέρδος σε αριθμούς απαιτείται πάντα μια μεγαλύτερη ποσότητα κεφαλαίου από τα προκαταβεβλημένα στοιχεία κόστους.

Ωστόσο, όπως υποδηλώνει ο όρος, η «πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» είναι μόνο ένα σχετικό μέγεθος και γι’ αυτό σε καμία περίπτωση (όπως πολύ συχνά θεωρείται εσφαλμένα ως επιχείρημα) δεν συνιστά το απόλυτο όριο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η πτώση του ποσοστού κέρδους είναι απλώς ο τρόπος με τον οποίο η καπιταλιστική αυτοαντίφαση εκφράζεται στην αντισταθμιζόμενη επεκτατική της κίνηση. Εφόσον η ελάττωση της ουσίας της αξίας ανά μονάδα προϊόντος ισοσκελίζεται και ξεπερνιέται με την ταχύτερη παραγωγή επιπρόσθετων εμπορευμάτων τότε εξακολουθεί να “παράγεται” και περισσότερη αξία/ουσία (Wertsubstanz) από αυτή που παράχθηκε στο παρελθόν, κι έτσι η μάζα των κερδών μεγαλώνει. Κατά τον ίδιο βαθμό, η πτώση του ποσοστού κέρδους ισοσταθμίζεται και υπερκαλύπτεται με την επένδυση περισσότερων χρηματικών κεφαλαίων σε τέτοια έκταση που το επαυξημένο αυτό κεφάλαιο αποδίδει σωρεία κερδών. Το (σχετικό) ποσοστό κέρδους μπορεί λοιπόν να πέσει, ενώ η (απόλυτη) μάζα τού κέρδους μπορεί ωστόσο να αυξηθεί.

Αυτός ο καθαρά σχετικός χαρακτήρας της πτώσης του ποσοστού κέρδους εμφανίζεται στις «αντίρροπες τάσεις» που ο ίδιος Μαρξ επεσήμανε, με τον ευτελισμό της αξίας του αποκαλούμενου «σταθερού κεφαλαίου» (δηλαδή του “νεκρού” κεφαλαίου με τη μορφή των μέσων παραγωγής) να είναι η πιο σημαντική. Εάν η αύξηση της παραγωγικότητας στην παραγωγή των μέσων παραγωγής (παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών) υπερβαίνει την αύξηση της παραγωγικότητας στο σύνολό της, τότε και τα κεφαλαιουχικά προϊόντα θα φθηνύνουν ταχύτερα από τη μείωση της αναλογίας του εργατικού δυναμικού που απασχολήθηκε για κάθε ποσό κεφαλαίου. Ακολούθως, η πτώση του ποσοστού κέρδους μπορεί να σταματήσει ή ακόμα και να αναστραφεί σε αύξηση του ποσοστού έστω κι αν η αναλογία της «υλικοτεχνικής μάζας» του “νεκρού” κεφαλαιουχικού εξοπλισμού συνεχίζει να αυξάνεται ως προς το επικερδώς καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Εφόσον όμως οι καπιταλιστικές κατηγορίες αναφέρονται αποκλειστικά στην πραγματική αφαίρεση της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz) αυτό που έχει μόνο σημασία είναι τα σχετικά μεγέθη τους. Επομένως, όταν φτηναίνουν γρήγορα τα κεφαλαιουχικά προϊόντα του σταθερού κεφαλαίου τότε μπορεί να διακοπεί η πτώση στο ποσοστό κέρδους, ωστόσο την ίδια στιγμή αυτή η απόσβεση είναι μέρος της μείωσης της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz) ανά μονάδα προϊόντος διότι η αυτή η μείωση ισχύει τόσο για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών όσο και για την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών (μέσων παραγωγής).

Αυτό που συμβαίνει στις κρίσεις δεν είναι κατά κύριο λόγο μια εντεινόμενη πτώση του ποσοστού κέρδους αλλά πρώτα και κύρια μία πτώση στην απόλυτη μάζα του κέρδους που σημαίνει ότι η αντισταθμιζόμενη επεκτατική κίνηση άρα και η παραγωγική διαδικασία διακόπτεται σε μία μεγάλη κοινωνική κλίμακα. Η σχετική διάσταση των κρίσεων αυτών χαρακτηρίζεται από τη χρονικά περιορισμένη εκδήλωσή τους και τον συσχετισμό τους με κάποιον συγκεκριμένο σχηματισμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης που ακόμα δεν έχει προσεγγίσει το τελικό του στάδιο. Ο Μαρξ προείδε την αφηρημένη δυνατότητα (και στο σύγγραμμα των Grundrisse το εύλογο καταληκτικό της σημείο) του αδιέξοδου σχηματισμού, εντός του οποίου η αντισταθμιζόμενη επεκτατική κίνηση δεν μπορεί να επανεκκινήσει τη διαδικασία της καθώς η απόλυτη μάζα του κέρδους υποχωρεί χωρίς όριο και η πλειονότητα των ανθρώπων “τίθενται εκτός της πορείας της”. Αυτό συμβαίνει διότι σε ένα ορισμένο στάδιο του επιστημονικού εκσυγχρονισμού της παραγωγής, που περιλαμβάνει την υποκατάσταση του εργατικού δυναμικού με τεχνητές μονάδες, η υποκείμενη παραγωγή της αξίας παύει πλέον να είναι δυνατή σε μία σημαντικά εκτεταμένη κοινωνική κλίμακα.

Στο σημείο αυτό η εξασθένηση της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz) μετασχηματίζεται από σχετική (πτώση στο ποσοστό του κέρδους) σε απόλυτη (πτώση του συνόλου των κερδών) κατάσταση χωρίς δυνατότητα κοινωνικής αναστροφής διότι γίνεται πλέον αισθητή με τη μαζική διακοπή σε εκτεταμένους τομείς της παραγωγικής διαδικασίας και με τη μόνιμη και σε τεράστια κλίμακα ανεργία. Κάτω από τη διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων που έχουν τέτοιες μορφές όπως αυτές της γενικής ανταλλαγής εμπορευμάτων, της αγοράς εργασίας και της βιοπάλης «του να κερδίζεις τα προς το ζην, βγάζοντας χρήματα» προκύπτει η παράδοξη συνθήκη της φτωχοποίησης της ίδιας της κοινωνίας παρά το γεγονός ότι όλοι οι υλικοί συντελεστές που είναι απαραίτητοι για την παραγωγή του πλούτου είναι διαθέσιμοι σε υπέρ-άφθονες (überreichlichen) αναλογίες.

Ακριβώς μέσα σε αυτό τον εξωφρενισμό μας οδηγεί σήμερα με γιγάντια βήματα η τρίτη βιομηχανική επανάσταση της μικροηλεκτρονικής. Αυτό που ο Μαρξ είχε συλλάβει μόνο ως μία αφηρημένη και εξ’ αποστάσεως πεπερασμένη λογική ή «λογική του τέλους» (Endlogik) εμφανίζεται στην κοινωνική πραγματικότητα με τη μορφή νέων δυνατοτήτων, μέσα από τον εξορθολογισμό και την αυτοματοποίηση, οι οποίες ξεκινούν τώρα την εφαρμογή τους μετά από μια μακρά περίοδο διαμόρφωσης (οι πρώτες συζητήσεις για το θέμα αυτό πραγματοποιήθηκαν στη δεκαετία του 1950 και του ‘60) αν και δεν είναι ακόμα πλήρως εκμεταλλεύσιμες. Η μαζικά εξελισσόμενη δομική ανεργία (και άλλα συναφή φαινόμενα όπως η συμπίεση των μισθών, η συρρίκνωση της κοινωνικής πρόνοιας, οι άστεγοι, οι παραγκουπόλεις και άλλες μορφές φτώχειας) δείχνει ότι η ιστορική κίνηση της αντισταθμιζόμενης επέκτασης του κεφαλαίου έχει περιέλθει σε τέλμα.

Εάν αυτό το τέλμα εμφανίζεται αρχικά ως αδράνεια μόνο στα πλαίσια του κοινωνικού γίγνεσθαι και όχι σαν καθίζηση της μάζας του κέρδους έτσι ώστε η ψευδαίσθηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου να είναι εφικτή χωρίς τη συνδρομή της αντίστοιχης εργασίας/ουσίας (Arbeits-substanz), αυτό συμβαίνει για έναν απλούστατο λόγο. Η διευρυνόμενη αναπαραγωγή στην πραγματική οικονομία, δηλαδή η παραγωγή και πώληση εμπορευμάτων με βάση τη δαπάνη της ισχύουσας κοινωνικά (επ’ αμοιβή) εργασίας, μπορεί πλέον να προσομοιωθεί από το πιστωτικό σύστημα και την αποσύνδεση των κερδοσκοπικών χρηματοπιστωτικών αγορών για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.

Η πίστωση (ήτοι η μάζα των αποταμιεύσεων της κοινωνίας που συλλέγεται από το τραπεζικό σύστημα και δανείζεται για τους σκοπούς της παραγωγής ή της κατανάλωσης με αντάλλαγμα την πληρωμή τόκων) είναι ένα φυσιολογικό καπιταλιστικό φαινόμενο που όμως απέκτησε βαρύνουσα σημασία καθώς επιταχυνόταν η καπιταλιστική επεκτατική ανάπτυξη.

Η πίστωση προϋποθέτει την χρήση των μελλοντικών χρηματικών εσόδων (άρα και της μελλοντικής απασχόλησης του εργατικού δυναμικού όπως και της μελλοντικής δημιουργίας της αξίας/ουσίας (Wertsubstanz)) προκειμένου να διατηρήσει την παρούσα λειτουργία. Η εξάπλωση των πιστώσεων από τις απαρχές του 20ου αιώνα. καθώς επίσης και η «αποουσιαστικοποίηση» (Entsubstantialisierung) του χρήματος μέσω της αποσύνδεσής του με την υλική υπόσταση της αξίας του, όταν και εγκαταλείφθηκε ο συναλλαγματικός κανόνας του χρυσού, επεσήμαναν το συμφυές φράγμα στη διαδικασία της αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Η αντισταθμιζόμενη επέκταση και κατά συνέπεια η σταθερή αύξηση της μάζας των κερδών παράλληλα με την πτώση του ποσοστού κέρδους θα μπορούσε ωστόσο να συνεχιστεί εφ’ όσον οι μελλοντικές χρηματικές εισπράξεις λαμβάνονταν με βάση την πραγματική ουσία της αξίας (συμπεριλαμβανομένων και των πληρωμών των τόκων). Όμως αυτό δεν είναι μόνο αδύνατο να επιτευχθεί αλλά συνεχώς αναιρείται από την τρίτη βιομηχανική επανάσταση που υποκινεί την καταφυγή στην πίστωση καθιστώντας την όλο και πιο σύνηθες και ισχυρό φαινόμενο. Κατά συνέπεια, η συντριβή μιας γενικευμένης χρηματοοικονομικής κρίσης θα συμβεί απότομα και επιβλητικά όταν η πραγματική αξία/ουσία (Wertsubstanz) δεν θα μπορεί να ανατροφοδοτηθεί. Η πιστωτική χρηματοδότηση της δημόσιας κατανάλωσης και των κρατικών δαπανών με τη μορφή δημοσιονομικού χρέους έχει ήδη προσεγγίσει σε παγκόσμια κλίμακα το όριο της προσομοιωμένης αναπαραγωγής. Εξάλλου, η επιχορήγηση της ιδιωτικής μαζικής κατανάλωσης μέσω των τραπεζικών πιστώσεων και η λεηλασία των αποταμιεύσεων, των κληρονομιών κ.λπ. για καταναλωτικούς σκοπούς όπως επίσης και η μείωση των αφανών αποθεματικών στις εταιρείες, η αμετάβλητη καθίζηση στα μερίδια των ιδίων κεφαλαίων τους, αλλά, πάνω απ’ όλα, η δημιουργία του «πλασματικού κεφαλαίου» με την πρωτοφανή απογείωση στις τιμές των μετοχών τους (σε σχέση με την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας), δείχνουν πως η διαιώνιση της προσομοίωσης της καπιταλιστικής επέκτασης πλησιάζει τα όρια της.

Η τραγελαφική αυταπάτη με τη μορφή μίας ατέρμονης διαδικασίας άνευ ουσιαστικού περιεχομένου που εμφανίζεται στην εποχή μας ως «καπιταλισμός καζίνο» ή και ως «διαβίωση με δανεικά» θα μπορούσε να λάβει μια επίφαση σταθερότητας επειδή η κατάρρευση της αποσυνδεδεμένης και χωρίς περιεχόμενο χρηματοοικονομικής υπερδομής πραγματοποιείται ύστερα από μία ορισμένη χρονική περίοδο ανέλιξής της. Οι προθεσμίες στις εξοφλήσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος κυμαίνονται από μία ημέρα μέχρι και κάμποσα χρόνια ή δεκαετίες κι εκτός αυτού τα χρέη μπορούν επίσης να διακανονιστούν προσωρινά. Και η φούσκα της φαινομενικά απεριόριστης διόγκωσης των χρηματιστηριακών αξιών χρειάζεται μια εξωτερική αφορμή για να πυροδοτήσει την αναπόφευκτη κατάρρευσή της. Στο μέτρο που πραγματοποιείται η επικείμενη “υποτίμηση της αξίας” και αποκαλύπτεται ο φετιχιστικός αυτοσκοπός ολόκληρου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η Ιστορία καθιστά ολοφάνερη την αμοιβαία γελοιότητα της τρέχουσας θεωρητικής σκέψης και της παρούσας κοινής λογικής που στηρίζουν τις “σχετικές” κατηγορικές μορφές με σημείο αναφοράς την καθολικότητα της ανταλλαγής εμπορευμάτων.

*

Ουτοπία και συγκεντρωτικά σχεδιασμένη οικονομία

Δεν είναι τυχαίο ότι το θετικιστικό και ιστορικό, εργατικό κίνημα δεν αποσκοπούσε να απελευθερώσει την παραγωγή του υλικού πλούτου από τον περιορισμό και τις ανορθολογικές συνέπειες της “εργασίας” και της αξίας. Απεναντίας εκείνο που προσδοκούσε ήταν η δήθεν απελευθέρωση της φετιχιστικής ουσίας (“απελευθέρωση της εργασίας”) και το “δίκαιο μερίδιο” στα κέρδη από την ανορθολογική ανάλωση της ανθρώπινης ενέργειας. Κι έτσι το μεγάλο αυτό κοινωνικό κίνημα έγινε το ίδιο ακούσια, ο υποκινητής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, παλεύοντας για την προώθηση και τη γενίκευση των μέχρι τότε υπανάπτυκτων σχέσεων του κεφαλαίου έναντι της αντίστασης των στενόμυαλων αντιπροσώπων του. Η μαρξιστική «ταξική πάλη» αποδείχτηκε ότι είναι μία πανταχού παρούσα μορφή της ίδιας της κίνησης του καπιταλισμού κι όχι το υπερβατικό κίνημα της κατάργησης του (Aufhebung), όπως πίστευε ο Μαρξ.

Το εργατικό κίνημα έγινε το υποκείμενο και συγχρόνως ο ιδιώτης του μοντέρνου εμπορευματικού, φετιχιστικού συστήματος. Μαζί με την αφηρημένη εργασία/ουσία και την γενικευμένη αξία ως μορφή της κοινωνικής αναπαραγωγής, κατέστησε θετικές και όλες τις δομικές κατηγορίες της καπιταλιστικής κοινωνίας, τις νοσφίστηκε και τις μεταλαμπάδευσε στην οντολογία των συνθηκών της ανθρώπινης ύπαρξης. Κατά τον ίδιο τρόπο με την αγορά εργασίας, τη μισθωτή εργασία και την ανταλλαγή εμπορευμάτων και οι άλλοι αστικοί θεσμοί, δηλαδή ο κρατικός μηχανισμός (η αφηρημένη διεύθυνση των ανθρώπων), το έθνος και η οικονομία, η διοίκηση επιχειρήσεων και οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι δεσμοί αίματος της “πυρηνικής οικογένειας” και η ιδεολογική επέλαση της χρήσης των αυτοκινήτων (Automobilisierung) κ.λπ. υιοθετήθηκαν υπό την αιγίδα του “σοσιαλιστικού” προσήμου. Προσωπικότητες όπως ο Μπλερ, ο Σρέντερ, ο Βόλφγκανγκ Κλέμεντ, ή εκείνοι που βρίσκονται στην άλλη πλευρά της γης, ο Γκορμπατσόφ, ο Γιέλτσιν και οι συν αυτοίς δεν εκπροσωπούν κάτι άλλο από το τελικό στάδιο αυτής της ιστορικής παρερμηνείας. Από αυτή την συστημικά εμφωλεύουσα θέαση, η έννοια της κρίσης δεν μπορούσε να επεκταθεί θεωρητικά στην απόλυτη και χωρίς ελπίδα παρακμή της αξίας και της ουσιαστικής παραγωγής της, ειδάλλως ολόκληρη η κατασκευή της θετικιστικής αυτό-επεξήγησης (Selbstverständnisses) θα ήταν άνευ αντικειμένου. Η εργατική/κινηματική ιδεολογία ήταν μάλιστα και αφελώς αισιόδοξη όσον αφορά τη διαιώνιση της εργασίας ως ουσίας (Arbeitssubstanz), θεωρώντας ότι αυτή θα μεταφέρει τον σοσιαλισμό στο απώτερο μέλλον.

Αναπόφευκτα, αυτή η κοντόφθαλμη αντίληψη για τον καπιταλισμό επηρέασε τις διακηρύξεις για μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Ο ίδιος ο Μαρξ ελάχιστες φορές είχε διακρίνει στις θέσεις του ότι μαζί με την κατάλυση του κοινωνικού φετιχισμού της εργασίας ως ουσίας (Arbeitssubstanz) θα πρέπει να εξαφανισθεί και η μορφή της αξίας. Πέραν αυτού, εκείνος εμμένει σχεδόν σε ολόκληρο το έργο του σε μία υποστασιακή οντολογία της «εργασίας» ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον σοσιαλισμό. Η κατάργηση της φετιχιστικής μορφής παραμένει αρκετά σκοτεινή, αόριστα εκπεφρασμένη στην ιδέα της “ένωσης των ελευθέρων ανθρώπων”. Τελικά, το εργατικό κίνημα εγκατέλειψε τελείως αυτή την ιδέα και υπαναχώρησε σε μία ασυνείδητη κοινωνική μορφή, παίρνοντας το ρόλο του εκσυγχρονιστικού λειτουργού. Ο σοσιαλισμός περιορίστηκε στην ιδέα της κρατικά προγραμματισμένης και κοινωνικά ποσοτικοποιημένης εργασίας. Έτσι ο υποτιθέμενος και «εκ των προτέρων» κοινωνικός σχεδιασμός αφορούσε παράδοξα την κατηγορία/φετίχ μίας «εκ των υστέρων» κοινωνικής διαδικασίας. Ήταν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που μια σύγχρονη κρατική γραφειοκρατία έπρεπε να εκτελέσει τον προγραμματισμό της παραγωγής. Αλλά, στη μαρξική θεωρία, ο κρατικός μηχανισμός θεωρείται εξ’ ορισμού μία διακριτή οντότητα από την κοινωνία και επομένως μπορεί να λειτουργήσει μόνο σαν εξωγενές όργανο διοίκησης των ανθρώπων εν ονόματι του προϋποτιθέμενου καπιταλιστικού αυτοσκοπού και όχι ως θεσμός μιας συνειδητής κοινωνικής οργάνωσης.

Υπό την έννοια αυτή το προγραμματικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας καθώς επίσης και η εφαρμοσμένη πρακτική των ανατολικών σοσιαλιστικών κρατών ήταν δύο κακέκτυπες «εργατικές ουτοπίες», ήταν δηλαδή τα παράδοξα φαινόμενα ενός «τόπου χωρίς τόπο», που απέρρεαν από την παράδοξη διαδικασία του εκσυγχρονισμού. Σε αυτόν τον «τόπο του μη τόπου» θεωρήθηκε ότι ο ακατάργητος φετιχισμός της εργασίας/ουσίας ως αυτοσκοπού και η αξία/μορφή της θα γεννούσαν όχι μόνο την απαλλαγή από τους παράλογους καπιταλιστικούς περιορισμούς της παραγωγής του πλούτου αλλά θα επέφεραν επίσης ένα είδος παραδείσου σαν τελική συνθήκη της Ιστορίας. Η μεταφυσική εξιδανίκευση του σκοπού προέκυψε ως ανάγκη από την ιδέα της αυταπάτης η οποία συγκλόνιζε το θυμικό αυτού του παραπλανητικού και ουτοπικού κόσμου της εργασίας. Στο μέτρο που επιχειρήθηκε η δοκιμή της “πραγμάτωσης” αυτού του «τόπου χωρίς τόπο», έπρεπε είτε να λάβει τις μορφές της κρατικής τρομοκρατίας και στο τέλος να αποτύχει, είτε να οδηγηθεί άμεσα (όπως στη περίπτωση της δυτικής σοσιαλδημοκρατίας) στην ενσωμάτωση στο υπαρκτό καπιταλιστικό κράτος και στο διοικητικό του μηχανισμό.

Συγκεκριμένα, οι φαινομενικά πιο ριζοσπαστικές ιδέες της ιστορίας παγιδεύτηκαν μέσα στις εμφανίσεις της καπιταλιστικής επιφάνειας και γι’ αυτό έπρεπε να απολυτοποιήσουν τις υποκείμενες κατηγορίες της, σχηματίζοντας έναν αντίθετο πόλο πανομοιότυπης αρνητικής κοινωνικοποίησης (Vergesellschaftung). Στην πραγματικότητα όμως αυτό συνέβη επειδή ήταν ουδόλως ριζοσπαστικές. Προπαντός η ιδέα της ξαφνικής «κατάργησης των χρημάτων» η οποία ήταν ένας επιδερμικός ριζοσπαστισμός που παρουσιάστηκε περιστασιακά, μπορούσε να συμβεί μόνο ως καταστροφή της διαμεσολαβητικής στιγμής στο αυστηρό πλαίσιο των κινήσεων της ακατάλυτης φετιχιστικής ουσίας, κάτι που θα γινόταν εφικτό μόνο με τη μορφή μιας άμεσης κρατικής τρομοκρατίας. Υπό την έννοια αυτή το διαβόητο τρομοκρατικό καθεστώς του Πολ Ποτ πρέπει να κατανοηθεί ως εκτροπή των δικτατοριών του «εκσυγχρονισμού που προλαβαίνει τις υστερήσεις» (nachholenden Modernisierung*) αντί να λογίζεται μία αποτυχημένη προσπάθεια υπέρβασης του συστήματος εμπορευματικής παραγωγής. Μια απελευθερωτική «κατάργηση του χρήματος» είναι μονάχα δυνατή μέσα στο πλαίσιο κατάλυσης της εργασίας/ουσίας, της αξίας/μορφής της και παράλληλα του συμπληρωματικού και κοινωνικά εξωγενούς κρατικού μηχανισμού. Για να το πούμε αλλιώς, ασφαλώς και δεν πραγματώθηκε στο ολοκληρωτικό καθεστώς του Πολ Ποτ ο «εσωτερικός» Μαρξ που επέκρινε τον φετιχισμό και επομένως πρέπει ρητά να το καταδικάσουμε και να αποδοκιμάσουμε συγχρόνως όλες τις φρικαλέες εκφάνσεις του. Απεναντίας, ο Μαρξ των Ερυθρών Χμερ είναι ακριβώς αντίθετος από εκείνον που θεωρεί την κατάργηση της εμπορευματικής μορφής (και επομένως του χρήματος ως μέσου και αυτοσκοπού) ταυτόσημη με την αχρησία της αφηρημένης εργασίας αλλά και με την “αναίρεση του κράτους μέσα στην κοινωνία”. Η μαρξική θεωρία, αναγνωσμένη με μη θετικιστικό τρόπο, προσδιορίζει τα χρήματα και το κράτος ως τους δύο πόλους της αρνητικής και αφηρημένης γενικότητας που βρίσκονται μέσα σε μία κοινωνία η οποία δεν έχει ούτε συναίσθηση, ούτε είναι αυτεξούσια πάνω στον εαυτό της επειδή τα μέσα και ο σκοπός της αναπαραγωγής, το αφηρημένο (Abstraktum) και το συγκεκριμένο (Konkretum) έχουν εσφαλμένα αντιστραφεί.

Η απόπειρα της χρήσης του κράτους ώστε να διακοπεί η κίνηση των χρημάτων αντί μιας απελευθερωτικής κατάργησης της αρνητικής ολότητάς του αναπόφευκτα γεννά μια κοινωνική και ηθική καταστροφή, όπως αντίστροφα κάνει επίσης και η “απολυτοποίηση” των χρημάτων πάνω από την κρατική ρύθμιση. Αυτό ακριβώς κάνει η παρούσα νεοφιλελεύθερη συναίνεση των παγκόσμιων ελίτ που δημιουργεί μια εικόνα στην οποία καθρεφτίζεται το εγχείρημα του Πολ Ποτ. Οι γραφειοκρατικές μέθοδοι επιβολής της καταναγκαστικής εργασίας σε όσους δέχονται τα προνοιακά επιδόματα, οι περικοπές στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οι επιθέσεις από σκίνχεντ σε άτομα με ειδικές ανάγκες είναι τα “ιχνοστοιχεία Πολ Ποτ” μέσα στις δημοκρατικές κοινωνίες της Δύσης καθώς επίσης και το σύμπτωμα του αχαλίνωτου πραγματιστικού μίσους ενάντια στο διανοητικό προβληματισμό. Είναι η οργή που εξαπολύει το “άνευ υποκειμένου” χρήμα, μαζί με την αυξάνουσα απελπισία από την κοινωνική κρίση της εργασίας, που σε τελική ανάλυση απειλούν εξαναγκάζοντας τα φιλελεύθερα/δημοκρατικά καθεστώτα της Δύσης να εγκαταστήσουν κρανίου τόπους, όπως ακριβώς έκανε και το βίαιο και ολοκληρωτικό σύστημα της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Η τωρινή και ανεπαρκής κεϋνσιανή νοσταλγία που υποβόσκει στην Ευρώπη δεν μπορεί να αντιληφθεί την ιστορική απειλή διότι ο κεϋνσιανισμός είναι και ο ίδιος μία χλωμή αντανάκλαση της χλωμής ανάκλασης του θετικιστικού εργατικού/μαρξισμού ο οποίος ήταν ωχρός από τις απαρχές του. Εντούτοις διαισθάνεται τον κίνδυνο και γι’ αυτό θέλει να εξισορροπήσει τους δύο πόλους της αρνητικής κοινωνικοποίησης σχεδόν ξεβασκαίνοντας παρακλητικά ως ικέτης την εργασία/ουσία. Αλλά όταν η ουσία αυτή εκφυλιστεί οριστικά και αμετάκλητα, και κατά συνέπεια το χρήμα και το κράτος που είναι οι δύο πόλοι της αφηρημένης καθολικότητας δεν θα μπορούν να υποστηρίξουν την κοινωνική αναπαραγωγή, τότε δεν θα έχει πλέον και κανένα νόημα η απαίτηση “συμμαχιών για την εργασία” και η “επιστροφή στις κρατικές ρυθμίσεις”.

Το άφευκτο ιστορικό καθήκον είναι η απάρνηση της κατεξοχήν αρνητικής κοινωνικοποίησης ήτοι της απελευθέρωσης της παραγωγής του πλούτου από τις χαλιναγωγήσεις του σύγχρονου εμπορευματικού συστήματος. Σύμφωνα με τις συνθήκες της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης, ο προγραμματισμός της “ποσότητας της εργασίας” έχει καταστεί παρωχημένος και άνευ νοήματος όπως και η διανομή με βάση την “ποσότητα της απόδοσης” που δαπανάται μεμονωμένα από κάθε εργαζόμενο ως μονάδα και καθιστά με αυτό τον τρόπο την ανθρώπινη ενέργεια αφηρημένη (δηλαδή με γνώμονα την πραγματική ή υποτιθέμενη συνεισφορά στο κοινωνικό μέγεθος της ουσίας). Το επίπεδο της κοινωνικής αλληλεξάρτησης έφθασε πλέον σε τέτοιο σημείο που όχι μόνο δεν είναι δυνατός ο (προσδι)ορισμός της “αποδοτικότητας” στα άτομα αλλά αυτός δεν έχει και καμία βαρύνουσα σημασία. Αντιθέτως, εκείνο που μετράει πια είναι η συνετή χρήση των επιστημονικών/τεχνολογικών μονάδων και η υπαγωγή τους στην υπηρεσία των ανθρώπινων αναγκών. Με την έννοια αυτή δεν μπορεί να γίνει δυνατή η επικοινωνία με κοινωνική αυτεπίγνωση ούτε μέσα στο πλαίσιο της φετιχιστικής μορφής της αξίας, ούτε μέσω ενός γραφειοκρατικού δημόσιου μηχανισμού, αλλά έξω και πέραν της αγοράς και του κράτους και μόνο διαμέσου των αποφάσεων για την απρόσκοπτη ροή των πόρων με την “εκ των προτέρων” συμμετοχή όλων των μελών της κοινωνίας. Εδώ και αρκετό καιρό το διαθέσιμο κοινωνικό απόθεμα του χρόνου έχει καταστεί άφθονο από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων όμως αυτή η δυνατότητα μπορεί να εμφανιστεί μονάχα με την αρνητική μορφή της «μαζικής ανεργίας» κάτω από τις προϋποθέσεις του συστήματος εμπορευματικής παραγωγής.

Ο μαρξικός κομμουνισμός παραμένει το φάσμα που μέσα του αναπτύσσεται η ριζοσπαστική κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ωστόσο, όσο η μαρξική θεωρία γίνεται κατανοητή με τον παλαιό και απαρχαιωμένο τρόπο ανάγνωσης του θετικού εργατικού/μαρξισμού αυτό το φάσμα είναι καταδικασμένο να μείνει ακίνδυνο. Ο αντικειμενοποιημένος νόμος της κατάρρευσης της φετιχιστικής ουσίας αυτοεκπληρώνεται με ή χωρίς κριτική. Στην τελευταία περίπτωση, ασφαλώς και χωρίς ελπίδα.

Το κείμενο του Robert Kurz δημοσιεύτηκε αρχικά τον Φεβρουάριο του 1999.

http://www.exit-online.org/link.php?tab=autoren&kat=Robert%20Kurz&ktext=Marx%202000

Στα αγγλικά:

http://www.exit-online.org/textanz1.php?tabelle=transnationales&index=1&posnr=67&backtext1=text1.php



Σημείωση του μεταφραστή:

* Ο όρος nachholenden Modernisierung (αναπληρούμενος εκσυγχρονισμός) που χρησιμοποιεί ο Ρόμπερτ Κουρτζ υπονοεί τη διαδικασία ανάπτυξης μιας χώρας από αναπτυσσόμενη σε ανεπτυγμένη. Επειδή ο πιο κοντινός όρος στα ελληνικά, που είναι αυτός του αναπτυξιακού εκσυγχρονισμού, θα παρέπεμπε στη θετική και αστικά αφομοιωμένη ερμηνεία του, επέλεξα να τον μεταφράσω κάθε φορά με διαφορετική σύνταξη για να μην παρερμηνεύεται η αρνητική του σημασία.