Παρασκευή, 3 Μαΐου 2019

Σκέψεις για τις εμμενείς δυνατότητες μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης

του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν


Ο οδικός χάρτης της ανατροπής σήμερα


Το πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Λαπαβίτσα (The Left Case Against the EU, Η Υπόθεση της Αριστεράς Κατά της ΕΕ) αξίζει να διαβαστεί ως κριτική του θεσμικού πλαισίου και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως πρόταση για αριστερό πρόγραμμα, η οποία όμως αποκαλύπτει την εντυπωσιακή θεωρητική και πολιτική ανεπάρκεια της Αριστεράς στην οποία θέλει να ανήκει ο συγγραφέας. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πρόγραμμα, αλλά για ένα σύνολο τοποθετήσεων, για ρήξη με τους θεσμούς της ΕΕ και έξοδο από την ΟΝΕ, για φορολογικές και νομισματικές πολιτικές προς όφελος της εσωτερικής ζήτησης, για ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, για βιομηχανική πολιτική προς όφελος της εγχώριας παραγωγής, για τράπεζες ελεγχόμενες από το δημόσιο, για πρωτεύοντα ρόλο των δημοσίων επενδύσεων. Η κεντρική ιδέα πίσω από αυτές τις τοποθετήσεις είναι ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς σε μια χώρα της ΕΕ μπορεί να υλοποιήσει αυτό το “πρόγραμμα” χάρη στις αντίστοιχες πολιτικές της αποφάσεις.

Κατά την τρέχουσα ιστορική περίοδο, η προοπτική μιας αριστερής κυβέρνησης είναι συνάρτηση μιας νίκης στις εκλογές, και τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Λατινική Αμερική, αφορά τη διακυβέρνηση του υπάρχοντος καθεστώτος, παρά την ύπαρξη, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, νησίδων εναλλακτικών τρόπων παραγωγής και μορφών λαϊκής εξουσίας. Μια γενικευμένη όμως ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων, απαιτεί αφενός την μαζική εμπλοκή των λαϊκών τάξεων σε ουσιαστικές θεσμικές αλλαγές και αφετέρου την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος σε ό,τι αφορά τις παραγωγικές σχέσεις, και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και άσκησης των σχετικών πολιτικών, μέσω νέων μορφών δημοκρατικών λειτουργιών. Αν παραβλέπει κάποιος αυτές τις προϋποθέσεις σημαίνει ότι έχει ως πρότυπο την εγκαθίδρυση “σοσιαλιστικών” καθεστώτων στην μεταπολεμική Ανατολική Ευρώπη, όπου όπως γνωρίζουμε εγκαθιδρύθηκαν μη καπιταλιστικά καθεστώτα χάρη στην παρουσία του Κόκκινου Στρατού.

Η κλασική προσέγγιση του επαναστατικού μαρξισμού βασιζόταν στην οργάνωση της εργατικής τάξης στους χώρους παραγωγής, την κατάληψη της εξουσίας σε αυτούς τους χώρους καταρχάς, και την εγκαθίδρυση ενός νέου θεσμικού πλαισίου στο επίπεδο του κρατικού μηχανισμού. Η Οκτωβριανή Επανάσταση έδειξε την κρισιμότητα της εγκαθίδρυσης μιας συμμαχίας και μιας αυθεντικής εκπροσώπησης των λαϊκών τάξεων (σχέσεις της εργατικής εξουσίας με τους αγρότες, εξέγερση της Κροστάνδης), αλλά και την κρισιμότητα της διαθεσιμότητας ενός ανθρώπινου δυναμικού ικανού να στελεχώσει το νέο καθεστώς (αξιωματικοί και κομισάριοι στον Κόκκινο Στρατό). Σε αυτή την κλασική μαρξιστική προσέγγιση τα υπάρχοντα μέσα παραγωγής, τα οποία κατορθώνει να ελέγξει η νέα εξουσία, ήταν η βάση της σχεδιασμένης πλέον παραγωγικής δραστηριότητας, και οι χώροι αυτοί είναι –κατά τον Γκράμσι– ένα από τα φυτώρια των οργανικών διανοουμένων της εργατικής τάξης.

Στις σημερινές συνθήκες, μετά την επέλαση του νεο-φιλελευθερισμού και την ανάπτυξη του γνωσιακού καπιταλισμού, ο κόσμος της εργασίας είναι διάσπαρτος, δεν αφορά μόνο τη μισθωτή εργασία, και διαθέτει ασύγκριτα υψηλότερες γνωσιακές ικανότητες. Η συγκρότησή του σε μια κοινωνική και πολιτική δύναμη που καθορίζει τα χαρακτηριστικά ενός νέου μη καπιταλιστικού καθεστώτος, απαιτεί τη λήψη αποφάσεων σε ό,τι αφορά μεγάλες ανακατανομές των μέσων παραγωγής και της ίδιας της παραγωγής, που είναι συνάρτηση επιλογών στο επίπεδο των αναγκών του συνόλου του πληθυσμού, των περιβαλλοντικών πολιτικών, της κατανομής του παραγόμενου εισοδήματος, στο επίπεδο δηλαδή μιας μεγάλων διαστάσεων ανασυγκρότησης. Είναι επομένως ορατό ότι αυτή η στρατηγική επιλογή απαιτεί μορφές δημοκρατικής οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, που επωμίζονται κατευθύνσεις ανασυγκρότησης, και μορφές γνωσιακής παραγωγής και ενδυνάμωσης που επιτρέπουν τον από κοινού σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτών των κατευθύνσεων.

Στις σημερινές συνθήκες εγκαθίδρυσης αριστερών κυβερνήσεων η δυνατότητα ανταπόκρισης σε αυτές τις ανάγκες, είναι μια διαδικασία η οποία ξεκινάει με τη διαχείριση του υπαρκτού καπιταλιστικού καθεστώτος και απαιτεί την υιοθέτηση μεταβατικών μέτρων και πολιτικών πολύπλευρης ενίσχυσης του κόσμου της εργασίας, και την εγκαθίδρυση νέων θεσμικών κατακτήσεων που ικανοποιούν διαπιστωμένες ανάγκες ή αιτήματα μαζικών κινημάτων, και βελτιώνουν με ορατό τρόπο τις συνθήκες ζωής των πολλών, και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών για την παραγωγή και την απασχόληση, το περιβάλλον και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Το σημαντικό δεν είναι να αναγγέλλει κανείς ρήξεις, αλλά να βελτιώνει τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και να εγκαθιδρύει θεσμικές λειτουργίες οι οποίες μπορούν να ενταχθούν στην προοπτική ενός μετα-καπιταλιστικού καθεστώτος.

Η πολιτική στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα είναι ένα θετικό παράδειγμα που επεκτείνει τη δημόσια υγεία προς όφελος της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων είναι μια απόφαση που μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της οργανωτικής ικανότητας του κόσμου της εργασίας, και του βιοτικού του επιπέδου. Στον τομέα της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας δεν φαίνεται να έχει γίνει κατανοητό ότι μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο για την επέκταση κοινωνικών μορφών οργάνωσης της παραγωγής και της προσφοράς υπηρεσιών, και το ίδιο ισχύει και για τους συνεταιρισμούς στον αγροτικό τομέα. Τα εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής μπορεί να γίνουν πολύ πιο αποτελεσματικά αν γίνουν εργαλεία άσκησης σχεδιασμένων δημόσιων πολιτικών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Μια αναπτυξιακή τράπεζα και η ενίσχυση θεσμών ελέγχου της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος μπορούν να συμβάλουν επίσης στην μεγέθυνση της παραγωγής και της απασχόλησης με ταχύτερους ρυθμούς, ενώ η αξιοποίηση συμπληρωματικών μέσων πληρωμών μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη σε τοπικό επίπεδο.

Η εμπειρία των “κινηματικών” δήμων στην Ισπανία δείχνει ότι η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος μιας καθεστωτικής αλλαγής. Από την άλλη μεριά οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής, δείχνουν ότι μια αριστερή κυβέρνηση που δεν φροντίζει να ενισχύσει αποφασιστικά και με διάρκεια τις κοινωνικές τάξεις που την επέλεξαν και να εγκαθιδρύσει και ενισχύσει θεσμούς που μπορούν να εμποδίσουν την επιστροφή στο παρελθόν, κινδυνεύει από τη μεταστροφή του εκλογικού σώματος που είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απογοήτευσης σε κρίσιμα ζητήματα.

Η αξιοποίηση των πόρων και του ανθρώπινου δυναμικού ενός κρατικού ή αυτοδιοικητικού μηχανισμού, για την υλοποίηση νέων στρατηγικών επιλογών, είναι αναμφίβολα μια δυνατότητα που δεν προκύπτει όμως αυτόματα με την εγκατάσταση των νέων υπουργών. Η πολιτική απόφαση είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, αλλά η επιλογή στόχων, προτεραιοτήτων, και η επιλογή διαδικασιών προετοιμασίας του πολιτικού και τεχνικού δυναμικού, και η εφεύρεση νέων θεσμικών λειτουργιών είναι αναπόφευκτες.


Προς το Νέο Παραγωγικό Μοντέλο

Σε πολλές διατυπώσεις της Αριστεράς και των αριστερών, η αναφορά στο Νέο Παραγωγικό Μοντέλο, μια αναφορά προφανώς σε παραγωγικές επιλογές και παραγωγικές σχέσεις, μπορεί να αφορά εύκολες υποσχέσεις και παρουσιάσεις πολιτικών, ή και πιο σοβαρές προσπάθειες περιγραφής στόχων και στρατηγικών. Η επιλογή της ευκολίας είναι η πιο συνηθισμένη εκδοχή, καθώς επιχειρείται να αποκτήσουν ανατρεπτική πατίνα, χρήσεις αυτής της διατύπωσης κοινότοπες και σχεδόν συστημικές. Για να σκεφτεί κανείς πώς μπορεί να αντικατασταθεί το σημερινό παραγωγικό μοντέλο, και να σχεδιαστεί το νέο, δεν αρκεί να περιγράφει κάποιες αλλαγές που συντελούνται ή που αναμένεται να συντελεστούν στο πλαίσιο του σημερινού παραγωγικού συστήματος. Χρειάζεται να αναδειχθούν και να σχεδιαστούν παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να ενταχθούν σε ένα σχέδιο ενίσχυσης του παραγωγικού και πολιτικού ρόλου των λαϊκών τάξεων, και των θεσμών που κατοχυρώνουν την προτεραιότητα του δημοσίου συμφέροντος και της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.

Η δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος, ο συνδυασμός του εξογκούμενου περιβαλλοντικού κόστους, με την αντιπαραγωγική και αντικοινωνική λειτουργία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, και με την ενίσχυση δραματικών κοινωνικών και γεωγραφικών ανισοτήτων, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην Ελλάδα ειδικότερα αυτή η δυναμική επιδεινώθηκε από το πελατειακό σύστημα διαχείρισης και την προσαρμογή σε αυτό το σύστημα της διοίκησης του δημόσιου τομέα. Και επομένως η αναζήτηση νέων θεσμικών επιλογών σε ό,τι αφορά την οργάνωση της οικονομίας περιλαμβάνει την ανάγκη να γίνουν σοβαρές αλλαγές στη διοίκηση των πολιτικών που αφορούν την πραγματική οικονομία αλλά και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι νέες μορφές οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, η απομάκρυνση δηλαδή από το μοντέλο των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, το πέρασμα από την εργατική τάξη στο “πλήθος”, οι αλλαγές που οφείλονται σε τελευταία ανάλυση στην προσπάθεια του νεοφιλελευθερισμού να υποτάξει τη γνωσιακή εργασία, είναι εξελίξεις που πρέπει να οδηγήσουν σε νέες στρατηγικές επιλογές οι οποίες επιδιώκουν την άμεση συλλογική παρέμβαση του κόσμου της εργασίας στα επίπεδα της παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής.

Αλλά και στο επίπεδο των διεθνών οικονομικών σχέσεων δεν είναι δυνατόν να αναπαραχθεί από την Αριστερά το σύνολο των επιλογών του παρελθόντος. Η παγκοσμιοποίηση ως στρατηγική του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, έχει οδηγήσει σε οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις τις χώρες που αποδέχθηκαν την καθαρή μορφή αυτής της στρατηγικής, και σε σχετικές επιτυχίες τις χώρες που αντιστάθηκαν στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Η ανάγκη της εξωστρέφειας των οικονομικών δραστηριοτήτων, στις συνθήκες μιας κρίσης που οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό σε μια μακρόχρονη διαδικασία διεύρυνσης του εξωτερικού ελλείμματος, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Από την άλλη μεριά όμως, δεν μπορεί να βασιστεί στην εξωστρέφεια και μόνο η ανάκτηση παραγωγικών δυνατοτήτων και η αύξηση της απασχόλησης, όταν μάλιστα το ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον δεν χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακό δυναμισμό. Όταν επιπλέον η ανασυγκρότηση της παραγωγής και η κάλυψη κοινωνικών αναγκών πρέπει να συνδεθούν με συστηματικές διαρθρωτικές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις, ο τοπικός χαρακτήρας του αναπτυξιακού σχεδιασμού (που συμπεριλαμβάνει τις εξωστρεφείς δραστηριότητες) είναι ένας αναπόφευκτος προσανατολισμός.


Ξανά για την κρίση

Τα υπολείμματα του παλαιού δικομματισμού αλληλοκατηγορούνται σχετικά με τις επιλογές που οδήγησαν στην κρίση το 2009. Το γεγονός όμως ότι το ελληνικό παραγωγικό σύστημα οδηγήθηκε σε ένα θεαματικό αδιέξοδο, είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης περιόδου, κατά την οποία το ανανεωμένο από τον “εκσυγχρονισμό” πελατειακό σύστημα, συρρίκνωσε τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας, αναπαρήγαγε έναν αναποτελεσματικό διοικητικό μηχανισμό, οδήγησε άφθονους πόρους στη σπατάλη και τη διαφθορά, και συρρίκνωσε την εφαρμοσμένη οικονομική σκέψη στην επανάληψη των θαυματουργών ιδιοτήτων της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Η φυγή προς τον δανεισμό, που κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία του 2000, δεν ήταν μόνο μια φυγή προς ένα αδιέξοδο, αλλά ήταν και η κατάληξη της αδυναμίας της οικονομικής και πολιτικής ελίτ να σκεφτεί την οικονομία έξω από τη μυθοποίηση του ιδιωτικού συμφέροντος.

Η ενσωμάτωση αυτού του δόγματος στη σύγχρονη οικονομική σκέψη, και η αναπαραγωγή του για τρεις δεκαετίες, αποδυνάμωσε όλες τις πλευρές των καπιταλιστικών θεσμικών πλαισίων υποστήριξης των αναπτυξιακών πολιτικών, και κατά κύριο λόγο τις λειτουργίες που αφορούν τον σχεδιασμό των οικονομιών και τη διοίκησή τους, όπως και την αξιοποίηση της παραγωγής νέας γνώσης σε ό,τι αφορά την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Οι υστερήσεις σε ό,τι αφορά την εισαγωγή καινοτομιών (τεχνολογικού ή οργανωτικού χαρακτήρα) στην παραγωγή, οι άφθονες κακοτεχνίες και ελλιπείς συντηρήσεις στον τομέα των υποδομών (που παρατηρούνται σε όλη τη χώρα), οι παραβιάσεις της νομοθεσίας και οι δραματικές υστερήσεις σε θέματα περιβάλλοντος, υπήρξαν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των αναπόφευκτων αδυναμιών του πελατειακού συστήματος, με τις ανορθολογικές ειδικές επιλογές, τη λήψη αποφάσεων με την υποταγή σε μεμονωμένα συμφέροντα, τη στρέβλωση πολιτικών προς όφελος ειδικών συμφερόντων. Ο συνδυασμός αυτών των δυσλειτουργιών με τις νεοφιλελεύθερες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, συνέβαλε στην επιδείνωση της κρίσης, οδηγώντας τόσο στην απώλεια του ελέγχου των παραγόντων που την τροφοδότησαν, όσο και στην ακαμψία διαδικασιών και εργαλείων που αφορούν την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών.

Ένα σημαντικό αποτέλεσμα της αναπαραγωγής αυτών των δυσλειτουργιών είναι ότι σε μια στιγμή κατά την οποία είναι αναγκαίες μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο και τα εργαλεία άσκησης πολιτικής, για την υλοποίηση μιας στρατηγικής ανασυγκρότησης, η επιχειρηματική τάξη –συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών– παραμένει αναδιπλωμένη στην υπεράσπιση της κερδοφορίας χωρίς την παραμικρή αναζήτηση κατευθύνσεων για το σύνολο της οικονομίας. Παραμένει δηλαδή προσκολλημένη στην ποιότητα των πολιτικών που καθιερώθηκαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, διεκδικώντας μάλιστα την ενίσχυσή τους προς κατευθύνσεις εξασφάλισης της κερδοφορίας με δημόσιες πολιτικές, όπως συμβαίνει με καθαρό τρόπο στην περίπτωση των συστημικών τραπεζών (στην εποχή της υπερφορολόγησης, πετυχαίνουν αναβολή των πληρωμών φόρων). Παράλληλα, έχει ελαχιστοποιηθεί το προσωπικό του δημόσιου τομέα που έχει τις κατάλληλες γνώσεις και εμπειρίες ώστε να μπορεί να αναλάβει την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που θα εξασφαλίσουν την απεξάρτηση των αναπτυξιακών πολιτικών από την απόλυτη υποταγή στις επιδιώξεις και τις δυνατότητες του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα.

Ένα σύνολο παραγόντων κάνουν ώστε η ριζική ανανέωση του θεσμικού πλαισίου και των κατευθύνσεων των αναπτυξιακών πολιτικών να είναι ταυτοχρόνως απαραίτητη και ιδιαίτερα δύσκολη. Η εμμονή των δυνάμεων του κεφαλαίου με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι στρατηγικού χαρακτήρα, και δεν υπάρχει καμία πρόθεση αλλαγής αυτού του προσανατολισμού τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Από την άλλη μεριά οι πολιτικές απέναντι στην εργασία που υλοποιήθηκαν κατά την 30ετή περίοδο και κατά την 8ετία των μνημονίων έχουν αποδυναμώσει συστηματικά τις λαϊκές δυνάμεις, και η κινητοποίησή τους έχει μεν οδηγήσει στις εκλογικές νίκες της Αριστεράς το 2015, αλλά δεν μπόρεσε να επιτύχει τον επηρεασμό των μορφών κοινωνικής οργάνωσης και των κινηματικών πολιτικών παρεμβάσεων. Το βάρος των πρακτικών του πελατειακού συστήματος παραμένει, ακόμα κι αν έχουν αφαιρεθεί σε καθοριστικό βαθμό από τη σημερινή κυβέρνηση οι πρακτικές που συνδέονται με τη διαφθορά και εν μέρει αυτές που οδηγούσαν σε σπατάλη πόρων. Καθώς είναι ακόμα κανόνας η αποσπασματική επιλογή και χρηματοδότηση έργων και δράσεων, χωρίς τη δυνατότητα επιλογής και πόσο μάλλον υλοποίησης αναπτυξιακών στόχων, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.

Η αποσπασματική προσέγγιση αυτών των πολιτικών συνυπήρχε και συνεχίζει να συνυπάρχει με την εξάρτηση από πολλαπλές και αυτοτελείς κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης (της αναμενόμενης αύξησης της παραγωγής και της απασχόλησης), όπως η ελκυστικότητα του τουριστικού τομέα, οι ξένες επενδύσεις, οι αυξήσεις των δημοσίων και των κοινωνικών δαπανών, οι δημιουργία των start up's. Η ιδέα ότι η δημιουργία ή η εγκατάσταση κάποιων επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα των αυξήσεων της ζήτησης, και χάρη στις πρωτοβουλίες του νεφελώδους χώρου της επιχειρηματικότητας, μπορούν να γεννήσουν ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, είναι –δυστυχώς– μια επανάληψη της μυθολογίας που διέδωσε και εγκαθίδρυσε η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού, πείθοντας ιδιοτελείς επιχειρηματίες, ανεπαρκείς δημόσιους λειτουργούς και πολιτικούς όλων των παρατάξεων, για τον αναντικατάστατο χαρακτήρα των αυτοματισμών της αγοράς.


Από την εργατική τάξη στο πλήθος

Η μορφή που μπορεί να πάρει η ένταξη του κόσμου της εργασίας σε ένα νέο μοντέλο, δεν μπορεί πλέον να είναι η υλοποίηση του φορντιστικού οράματος, το οποίο ματαίωσε στην Ελλάδα ο “εκσυγχρονισμός”. Του οράματος δηλαδή που επιδιώκει τον συνδυασμό της οργάνωσης της εργατικής τάξης στα συνδικάτα, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, και του κοινωνικού κράτους. Σήμερα ο κόσμος της εργασίας είναι κατά κύριο λόγο ένα πλήθος επισφαλώς απασχολούμενων και ανέργων, εκ των οποίων κάποιοι μπορούν να κατακτήσουν δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί παλαιότερα στον φορντιστικό ευρωπαϊκό κόσμο, αλλά πρέπει να είναι στην πραγματικότητα σε αναζήτηση, όχι μόνο μισθού και δικαιωμάτων, αλλά και ρόλου στην οικονομία και την κοινωνία. Είναι προφανές ότι λόγω της κατάρρευσης της παραγωγής, αλλά και της αναδίπλωσης των επιχειρηματιών και των μετόχων στην εξασφάλιση της τρέχουσας κερδοφορίας, υπάρχει ένα τεράστιο κενό ως προς τους παράγοντες ενεργοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, και μόνο οι συλλογικές μορφές άσκησης πολιτικών και οργάνωσης της παραγωγής μπορούν να δώσουν λύσεις που έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν ανάγκες αλλά και να αξιοποιήσουν τις υπαρκτές γνώσεις αυτού του δυναμικού.

Οι παρεμβάσεις σε ό,τι αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα, τόσο τα διεθνή όσο και τα τοπικά, απαιτούν και αυτές συλλογικές μορφές απόφασης για ασκούμενες πολιτικές, και το ίδιο ισχύει πόσο μάλλον για τον αναγκαίο συνδυασμό πολιτικών για το περιβάλλον και αναπτυξιακών πολιτικών. Σε ό,τι αφορά τόσο την επεξεργασία, όσο και την υλοποίηση αυτών των πολιτικών, η εκδήλωση της συλλογικής θέλησης δεν μπορεί να προκύψει μόνο “από τα κάτω”, και πρέπει μάλλον να είναι και το αποτέλεσμα μιας εκδήλωσης της θέλησης της κοινωνίας και με αποφάσεις σε επίπεδο θεσμών κεντρικής διοίκησης και αυτοδιοίκησης, οι οποίες αφορούν οικονομικούς πόρους και συνδυασμούς πολιτικών παρεμβάσεων. Απέναντι σε κατόχους των μέσων παραγωγής και των μέσων δημιουργίας και διαχείρισης του χρήματος, που δεν επιδιώκουν την ολοκληρωμένη συγκρότηση ενός συστήματος παραγωγής και αξιοποίησης του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού, αλλά επιδιώκουν αντίθετα την αξιοποίηση ευκαιριών κερδοφορίας σε μια κοινωνία αποδιοργανωμένη και φτωχοποιημένη, ο ρόλος του κόσμου της εργασίας είναι να ανασυγκροτήσει την κοινωνία και την παραγωγή μέσω πρωτοβουλιών που αφορούν επιλογές για τις κατευθύνσεις της παραγωγής, και τις μορφές σχεδιασμού και διοίκησής της.

Υπάρχουν ορατές δυνατότητες υλοποίησης ενός τέτοιου προσανατολισμού που αφορούν την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, τις Ενεργειακές Κοινότητες, τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, τις μορφές συνεργασίας Μικρών Επιχειρήσεων, των οποίων η αξιοποίηση εμποδίζεται ή αναστέλλεται από ελλείψεις στον σχεδιασμό της ανάπτυξης και τη διοίκηση της υλοποίησής αυτού του σχεδιασμού. Παράλληλα είναι δυνατή η ενεργοποίηση των εργαζομένων σε μεγάλες δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις και σε δημόσιες υπηρεσίες, με την ανάληψη πρωτοβουλιών από τους ίδιους του εργαζόμενους σε ό,τι αφορά τον αναπτυξιακό ρόλο αυτών των επιχειρήσεων και υπηρεσιών. Επίσης, είναι δυνατή η ενεργοποίηση των πολιτών με τις κατάλληλες συμμετοχικές δομές, σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, για να ενισχυθεί ο ρόλος της, και να αντιμετωπιστούν προς όφελος των τοπικών κοινωνιών ζητήματα αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά.

Ένας τέτοιος γενικός προσανατολισμός αποτελεί την οδό για τη συγκρότηση του κόσμου της εργασίας στις νέες συνθήκες, και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της καταστροφικής δυναμικής του καπιταλισμού, χωρίς να παραβλέπουμε και την αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών με την πλήρη σημασία του όρου. Πρόκειται για έναν προσανατολισμό ο οποίος μπορεί να ξεκινήσει να υλοποιείται με μια μεταβατική λογική, κατακτώντας θεσμικές λειτουργίες που δεν είναι πάντα ξένες προς ιστορικές ή και σύγχρονες μορφές ρύθμισης καπιταλιστικών κοινωνιών, αλλά στην σημερινή συγκυρία μπορούν να ενταχθούν σε μια διαφορετική δυναμική.


Η μεταβατικότητα

Η χάραξη πολιτικών για την επίτευξη στόχων με μεταβατικό χαρακτήρα, που ενισχύουν τον συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και των μετακαπιταλιστικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και παραγωγής, σε ένα διεθνές περιβάλλον που είναι ακόμα εχθρικό και με αφετηρία ένα θεσμικό πλαίσιο ρύθμισης που αναπαράγει την κυριαρχία του κεφαλαίου, είναι η αναπόφευκτη κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουν αριστερές πολιτικές δυνάμεις οι οποίες αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο. Τέτοιες δυνατότητες υπάρχουν, και τα εμπόδια που συναντάει η αξιοποίησή τους δεν είναι η αδιάσπαστη συνοχή των υποστηρικτών του νεοφιλελευθερισμού, αλλά πολύ περισσότερο οι ελλείψεις των αριστερών πολιτικών δυνάμεων ως προς τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μεταβατικών στόχων. Δεν είναι δύσκολο να αποδειχθεί ότι η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, η οποία έχει προφανή αντι-αναπτυξιακά αποτελέσματα, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιδιώξεις καταρχάς των δανειστών, οι οποίοι θα είναι πρόθυμοι να δεχτούν ετερόδοξες πολιτικές και στόχους, όταν είναι ορατά τα μακροοικονομικά τους αποτελέσματα.

Αλλά σε συνθήκες εξασθένισης της οικονομικής ισχύος του κεφαλαίου, είτε του επιχειρηματικού, είτε του τραπεζικού (που είναι η σκιά του εαυτού του και συντηρείται από ισχυρές ενέσεις δημοσίου χρήματος), υπάρχουν δυνατότητες ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων από συλλογικές μορφές οργάνωσης της παραγωγής, ειδικότερα από συνεργασίες και δικτυώσεις μικρών επιχειρήσεων, με τις οποίες είναι δυνατόν να επιτευχθούν παραγωγικοί και κοινωνικοί στόχοι, που μπορούν μάλιστα να ικανοποιήσουν και μέρος ενός εκ των προτέρων αρνητικού επιχειρηματικού κόσμου. Τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να αξιοποιήσουν θεσμικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες προέρχονται εν μέρει από το θεσμικό οπλοστάσιο των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών χωρών, και ενισχύουν τόσο τις δυνατότητες ενός αναπτυξιακού ρόλου του δημόσιου τομέα, όσο και τις δυνατότητες ανάπτυξης σε τοπικό επίπεδο, συλλογικών οικονομικών δραστηριοτήτων και δράσεων προστασίας του περιβάλλοντος. Από τη στιγμή που επιτυγχάνονται τέτοιοι στόχοι, μέσω του συνδυασμού της υιοθέτησης των κατάλληλων πολιτικών αποφάσεων και της ενεργοποίησης των ενδιαφερομένων παραγωγών και πολιτών, δεν χρειάζεται να καταληφθούν τα Χειμερινά Ανάκτορα για να διαπιστωθεί ότι μπορεί να αμφισβητηθεί όχι μόνο η νεοφιλελεύθερη διαχείριση, αλλά και η πρωτεύουσα σημασία της καπιταλιστικής λογικής. Μιας λογικής που έχει προ πολλού υποβαθμιστεί καθώς η αναπαραγωγή του συστήματος δεν αφορά πλέον κατά κύριο λόγο τη συσσώρευση κεφαλαίου, αλλά την αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος κεφαλαιούχων που υποστηρίζονται και προστατεύονται από την τάξη των πολιτικών. Πρόκειται για τη λογική που αναπαράγει και εμβαθύνει τις κρίσεις.

Η παρέμβαση της Τρόικα είχε δύο διαστάσεις. Η μια αφορούσε την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους και η άλλη την υιοθέτηση “διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων” που αναμενόταν ότι θα είχαν αναπτυξιακές επιπτώσεις. Όταν ολοκληρώθηκε η τρομερή τριετία 2015-2018, είχαν υιοθετηθεί αποφάσεις σε ό,τι αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους, με τα υπερβολικά και αμφισβητούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά ήταν συγχρόνως σαφές ότι οι “διαρθρωτικές” αποφάσεις δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα, και επομένως ότι ήταν λογικό να ληφθούν μέτρα ικανά να τονώσουν τη μεγέθυνση του προϊόντος της οικονομίας κι επομένως να επιτρέψουν στην ελληνική κυβέρνηση να τηρήσει για κάποια χρόνια τις υποσχέσεις της. Είναι προφανές ότι το πεδίο της διαπραγμάτευσης για την μείωση του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να κλείσει (σε ευρωπαϊκό επίπεδο), αλλά πρέπει να ενεργοποιηθεί το πεδίο της επιλογής θεσμικών αλλαγών ως προς την άσκηση αναπτυξιακών πολιτικών, που να είναι αποτελεσματικές για την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον. Πολιτικές που πρέπει να είναι ετερόδοξες και αντίθετες όχι μόνο με την εγχώρια νεοφιλελεύθερη στρατηγική, αλλά και με τις λογικές αναπαραγωγής μιας παρακμασμένης, παραγωγικά και θεσμικά, καπιταλιστικής οικονομίας. Η προοπτική ουσιαστικών αλλαγών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα τροφοδοτηθεί από τη δυνατότητά τους να ενισχύσουν την κοινωνική και πολιτική συγκρότηση των λαϊκών τάξεων σε περισσότερες από μια χώρες.

Πρόκειται για μια συγκυρία πρωτοφανή για την Αριστερά. Έχουμε μαζικά κινήματα συνολικής αμφισβήτησης καθεστώτων όπως στη Γαλλία σήμερα (αλλά και την Αλγερία και τα Βαλκάνια), σε συνδυασμό με νησίδες μεταβατικών συστημάτων παραγωγής (Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία) και διοίκησης (Δήμοι στην Ισπανία), ενώ η διακυβέρνηση ή η προοπτική διακυβέρνησης από αριστερά κόμματα αναμένεται να σχεδιάζει και να υλοποιεί πολιτικές που μεταβάλουν τους κοινωνικούς συσχετισμούς προς όφελος του κόσμου της εργασίας και συνθέτουν από την αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού ως την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου σε ένα παρακμασμένο καπιταλιστικό σύστημα. Τα κόμματα της Αριστεράς έχουν να παίξουν σε αυτή τη συγκυρία, έναν πρωτεύοντα ρόλο, να συμβάλουν στην επεξεργασία σχεδίων και στόχων, να αποκτήσουν σε διάλογο με την κοινωνία και τα κινήματα έναν καθαρό προγραμματικό ρόλο.


Πηγή μέσα από το πλήθος 1, 2



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου